The Passenger

Αυτό δεν είναι τραγούδι #1249
Dj της ημέρας, η Μαρίκα Τσεβά

Κάνω σήμα σ’ ένα ταξί με αναμμένο το καρούμπαλο, αλλά όταν σταματάει μπροστά μου βλέπω ότι στη θέση του συνοδηγού κάθεται ήδη μια γυναίκα. Του κάνω σήμα να φύγει, δεν τις γουστάρω τις διπλοκούρσες. Ο οδηγός κατεβάζει το παράθυρο και μου διευκρινίζει, χαμογελώντας με το ζόρι:

«Ελεύθερος είμαι, μπείτε!»

Κοιτάζω τριγύρω, πουθενά ελπίδα. Είναι περασμένα μεσάνυχτα, κάνει κρύο, ρίχνει χιονόνερο, είμαι πτώμα, θέλω να πάω σπίτι.

«Αλήθεια, ελεύθερος είμαι. Η Στάσα έχει έρθει για τη βόλτα».

Μπαίνω.

«Πού πάμε;»

Του λέω και ξεκινάμε.

«Σταμάτα να λες στον κόσμο ότι είσαι ελεύθερος!» λέει η Στάσα με τον εκνευρισμό της να ψάχνει διέξοδο στις φωνητικές της χορδές.

«Σαν ταξιτζής, ρε χαζό! Ελεύθερος είμαι, δεν είμαι;»

«Όχι, παντρεμένος είσαι! Και σαν ταξιτζής και σαν Δήμος!»

«Και τι τον νοιάζουν τα οικογενειακά μας τον κόσμο, ρε Στάσα; Συμμορφώσου!»

Μάλιστα. Η Στάσα και ο Δήμος, χάρηκα δεόντως. Ζεύγος παντού. Business and pleasure. Τους κοιτάζω καλύτερα τώρα, με άλλο ενδιαφέρον. Για τριαντάρηδες μείον οι κρατήσεις τούς κόβω. Ο Δήμος μπάνικος (αν και λιγότερο απ’ όσο νομίζει), με τζελ στο μαλλί και εικαστική παρέμβαση στο μούσι. Η Στάσα μητρική φιγούρα εξ ανατροφής και επιβεβλημένης προδιάθεσης· motherboard, η μάνα του μέλλοντος ως σανίδα (μπορεί και σωτηρίας).

«Άσε, ρε Δήμο, πάλι τα ίδια θα λέμε; Σε μάθαμε πια!»

Ο Δήμος ξεφυσάει, παγώσαμε. Με κοιτάζει από τον καθρέφτη και λέει:

«Κυρία μου, στο Θεό σας!… Δεν ξέρω, παντρεμένη είστε;»

«Και τι σε νοιάζει τι είναι η γυναίκα; Έτσι κάνεις εσύ; Βάζεις τους πελάτες να συμπληρώσουν αίτηση για να τους πάρεις αγώι;»

«Στάσα, συμμορφώσου!»

Λες να πλακωθούνε τώρα, να ’χουμε κι άλλα; Κάτσε να αποφορτίσω την ατμόσφαιρα.

«Όχι, ζωντοχήρα», λέω. (Πάντα ήθελα να το πω αυτό, μ’ εξιτάρει η λέξη. Ίσως επειδή ριμάρει εσωτερικά με το ζωντόβολο.)

Η Στάσα γυρίζει και μου ρίχνει μια ματιά μπλακ-εντ-ντέκερ και μετά κάνει μια χειρονομία με αποδέκτη τον Δήμο, η οποία μπορεί και να σημαίνει ορίστε, σ’ τα’ λεγα εγώ. Έχω ρίξει λάδι στη φωτιά, προφανώς. Να σε κάψω, Δήμο, να σ’ αλείψω λάδι.

«Γιατί ρωτάτε;»

«Τίποτα, τίποτα. Να, η Στάσα από δω νομίζει ότι φλερτάρω οτιδήποτε φοράει φούστα».

Η Στάσα φρουμάζει θιγμένη.

«Ένα χρόνο είμαστε παντρεμένοι και όλες τις βραδινές βάρδιες εδώ, μαζί μου. Λες και το πρωί δεν μπορεί να φλερτάρει ο άνθρωπος».

Έχει ένα δίκιο εδώ ο Δήμος, το δέχομαι.

«Κι εγώ, όχι που είμαι μπροστά, κερί αναμμένο, έτσι;»

Η Στάσα κοιτάει έξω από το παράθυρό της, αμίλητη. Ο Δήμος τη σκουντάει με την ανάστροφη του χεριού στον μηρό.

«Έτσι; Όχι, πες!»

«Μωρέ, και τα πρωινά θα ερχόμουν, αλλά πρέπει και να δουλέψω, έχε χάρη».

Δηλαδή, η Στάσα το πρωί δουλεύει και τα βράδια εισπρακτορεύει στο ταξί. Και πότε κοιμάται; Στη δουλειά, υποθέτω.

«Μα, ρε Στάσα, έλεος κάπου! Εγώ σ’ έχω κορόνα στο κεφάλι μου! Τι θέλεις, να σταματήσω τη δουλειά και να κάθομαι;»

Η Στάσα δεν το θέλει αυτό – ίσως γιατί αργία μήτηρ πασών των κεράτων.

«Να δουλεύεις, αλλά να είσαι κύριος, κύριε!»

«Δεν είμαι; Λόρδος είμαι, όχι κύριος! Επειδή είμαι ευγενικός με τους ανθρώπους; Αφού αυτό είναι το φυσικό μου!»

«Αυτό το φυσικό σου είναι που με ανησυχεί», λέει η Στάσα η θυμόσοφος.

Ο Δήμος με κοιτάει από τον καθρέφτη του με νόημα: αυτά τραβάω μέρα-νύχτα ο δόλιος. Του ανταποδίδω ένα βλέμμα κενό νοήματος, σα να διαβάζω σε fortune cookie “Στάσα, συμμορφώσου”.

«Σας προσέχουμε, είμαστε πέφτουλες. Δε σας προσέχουμε, είμαστε φλώροι. Δε βγαίνει άκρη με σας! (σε μένα τώρα) Καλά δε λέω, κυρία μου;»

Τώρα πρέπει να πάρω θέση και για τη σεξουαλική παρενόχληση. Όχληση, ενόχληση, παρενόχληση. Υπάρχουν όρια· όμως, έτσι που τα κουνάτε, ζαλίζονται.

«Εξαρτάται», λέω, ελπίζοντας να μη χρειαστεί να δευτερολογήσω.

«Δήμο, άλλαξε κουβέντα να μη γίνουμε από δυο χωριά μπροστά σε ξένο άνθρωπο».

«Να γίνουμε, ρε Στάσα, να γίνουμε! Πρώτη φορά θα είναι;»

Αυτό μου επιβεβαιώνει κάτι που ώρα τώρα το σκέφτομαι: παρακολουθώ παράσταση που παίζεται καιρό. Και είναι καλοί τούτοι εδώ (φαίνεται περνάνε καλά στα παρασκήνια κ.λπ.) γιατί παίζουν σαν να μην ξέρουν ότι το τέλος θα είναι κάθε φορά το ίδιο.

«Κυρία μου, λύστε μου, σας παρακαλώ, μια απορία. Κάθε φορά που ένας άντρας είναι ευγενικός μαζί σας ή σας κάνει ένα κομπλιμέντο, εσείς αμέσως σκεφτόσαστε ότι έχει το μυαλό του εκεί

Πού εκεί;

«Άμα την ίδια ώρα δείχνει εκεί, ναι, αυτό σκέφτομαι. Λυπάμαι, αλλά έτσι είναι. Συνήθως».

«Τα βλέπεις;» επιχαίρει η Στάσα;

«Δεν είμαστε όλοι ίδιοι!»

«Τότε γιατί μοιάζετε τόσο;»

«Άντε πάλι! Τώρα θα πεις “όλα τα γουρούνια έχουν την ίδια μούρη” και μετά εγώ θα πω “αν δεν είναι για πούλημα, μην το βάζεις στη βιτρίνα” κου-λου-που, κου-λου-που, και θα σκοτωθούμε. Βαρέθηκα!»

Χτυπάει το τιμόνι και σαν να χάνει τον έλεγχο προς στιγμή. Το να σκοτωθούμε είναι σχήμα λόγου, Δήμο; Έτσι; ΈΤΣΙ;

«Μα εγώ φοράω στολή, Δήμο. Είναι η δουλειά μου! Δεν το ’χω για πούλημα! Πότε θα το καταλάβεις επιτέλους αυτό;»

Τι δουλειά κάνει η Στάσα, ρε παιδιά;

«Ναι, το ’χεις για νοίκιασμα! Άσε, ρε Στάσα. Μασάει η κατσίκα ταραμά;»

«Να μασήσει, Δήμο, να μασήσει. Αλλιώς τη βλέπω να τα κορδώνει από ασιτία. Και στο φινάλε, ό,τι θέλουμε θα φοράμε. Δεν κατάλαβα! Και μη μου πεις πάλι τη μαλακία με το μέλι στο δάχτυλο, εντάξει; Το μέλι είναι στο βάζο, όχι στο δάχτυλο! Εσείς βάζετε το δάχτυλο στο βάζο χωρίς να ρωτήσετε. Λιγούρια!»

Πόντος, γκέιμ και σετ στη Στάσα.

Τώρα βράζουν μέσα τους, αλλά η παρουσία μου τους εμποδίζει να το χοντρύνουν. Όχι πως μένει και τίποτα σοβαρό να ειπωθεί. Κοντεύουμε στον προορισμό μου πια· αν είναι να κάνω κλείσιμο, πρέπει να βιαστώ. Αλλά δεν ξέρω τι να πω. Αισθάνομαι σαν την Κατρίν Ντενέβ που την έχουν πάρει κούρσα ο Χάρβεϊ Γουάινστιν με τη Σέλμα Χάγιεκ. Λέω του Δήμου πού να σταματήσει και βγάζω να πληρώσω. Πριν βγω, κάνω το θεατράλε μου.

«Παιδιά, εμένα μου αρέσουν τα κρεβάτια που κάνουν γούβα στη μέση. Αν όλα αυτά που είπατε είναι τα προκαταρτικά σας, με γεια σας και χαρά σας. Αν όμως τα εννοείτε, καλά σαράντα. Θα σας φάνε οι διπλοβάρδιες!»

Κοιτάζονται με κάποια ενοχή.

«Συγγνώμη, σας πρήξαμε».

«Μπα, ωραία ήταν. Καλύτερα κι από το Θέατρο στο Ραδιόφωνο. Άντε, καλό βράδυ!»

Βγαίνω και μέχρι να βρω τα κλειδιά μου το ταξί έχει εξαφανιστεί. Χαμογελάω μόνη μου στο σκοτάδι. Έχω περισσότερες απαντήσεις από ερωτήσεις. Καλά θα ήταν να έχω κάποιον να σκοτωθούμε βραδιάτικα – για οτιδήποτε. Δεν έχει πλάκα να διαφωνείς με τον εαυτό σου. Και ακόμα χειρότερα: είναι θλιβερό στο τέλος να τα βρίσκεις μαζί του.

Ξεκλειδώνω την εξώπορτα και, όπως ανάβω το φως της σκάλας, μου έρχεται –φλασιά– ο αναπόφευκτος στίχος εκείνου του ελάσσονα από την Ελασσόνα:

άποψη έχεις· απόψε δεν έχεις

 

* * *

Κάθε βράδυ, ένας συνεργάτης ή φίλος του dim/art διαλέγει ένα τραγούδι — ή, μάλλον όχι• αυτό δεν είναι τραγούδι, ή δεν είναι μόνο ένα τραγούδι: είναι μια ιστορία για ένα τραγούδι. Στείλτε μας κι εσείς ένα τραγούδι που δεν είναι τραγούδι στο dimartblog@gmail.com.

* * *

Εδώ άλλα τραγούδια που δεν είναι τραγούδια

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s