Σφύριξα κι έληξες

—του Γιάννη Παπαθεοδώρου για τη στήλη Ανώμαλα Ρήματα

Κατά κάποιο τρόπο, η περίπτωση του Ιβάν Σαββίδη είναι ενδεικτική για τον τρόπο που μια ορισμένη επιχειρηματική τάξη επέλεξε ήδη από το καλοκαίρι του 2014 να συμπορευτεί με το αδιέξοδο βήμα των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Μερικοί από αυτούς αποφάσισαν τότε να ποντάρουν στη δραχμή ενώ ορισμένοι άλλοι φρόντισαν να ανταλλάξουν την υποστήριξή τους με λαχταριστά κομμάτια από την πίτα της νέας εξουσίας. Αυτή η πολιτική επένδυση έγινε αντιληπτή με εμβληματικό τρόπο όταν ο κ. Σαββίδης έπαιζε το «λαγό» στην αντισυνταγματική διαδικασία αδειοδότησης των καναλιών και τέλειωσε την προηγούμενη εβδομάδα με την κουμπουροφόρα εμφάνιση του κ. Σαββίδη στο γήπεδο. Από μια άποψη, και περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη στιγμή, η εικόνα των «εκλεκτών» αυτής της κυβέρνησης κρίθηκε στο 90ό λεπτό ενός ποδοσφαιρικού αγώνα.

Η επιχειρηματικότητα των «εκλεκτών» είναι μια ακόμη ιδιορρυθμία της ελληνικής οικονομίας.  Δεν είναι η πρώτη φορά που, μαζί με μια κυβέρνηση, έρχονται στο προσκήνιο ονόματα «φίλων» επιχειρηματιών, οι οποίοι αναλαμβάνουν εργολαβίες, διαχειρίζονται τα «μεγάλα έργα», διαμορφώνουν τη φιλοκυβερνητική γραμμή των ΜΜΕ, ενίοτε ασχολούνται και με το πρωτάθλημα ποδοσφαίρου. Η περίπτωση του κ. Ιβάν Σαββίδη είναι ωστόσο λίγο διαφορετική, αφού στο φόντο πρέπει να προσθέσει κανείς μερικές πινελιές από τον Πόντο, το «ορθόδοξο τόξο» και τον Πούτιν. Όσοι γνωρίζουν καλά την Τούμπα λένε επίσης πως η Θεσσαλονίκη έδειξε μια ιδιάζουσα ανοχή στον κ. Σαββίδη, επειδή στο πρόσωπό του αναγνώρισε τον πρόεδρο που επιβεβαίωνε προνομιακά τον στερεοτυπικό ανταγωνισμό του Βορρά με το «κράτος των Αθηνών». Κάπως έτσι το ποδόσφαιρο απέκτησε ξανά την «εκλεκτική συγγένεια» του με το πεδίο της πολωτικής πολιτικής. Σε όλο αυτό το διάστημα, όμως, το πιο εντυπωσιακό πράγμα ήταν πως ο κ. Σαββίδης παρίστανε κάτι που δεν ήταν: τον εκδότη, τον καναλάρχη, τον αθλητικό παράγοντα. Επίσης, σε όλο αυτό το διάστημα, η κυβέρνηση προσποιούνταν πως χτυπούσε την παλιά «διαπλοκή» με πρόσωπα που γρήγορα αποδείχτηκαν πως εκφράζουν το «πιο παλιό και από το παλιό».

Όπως και σε άλλες περιπτώσεις, το πρόβλημα δεν είναι αμιγώς πολιτικό αλλά κυρίως πολιτισμικό. Η είσοδος του κ. Σαββίδη με το περίστροφο στο γήπεδο παρέπεμπε σε ένα  άλλο μοντέλο αθλητικής συμπεριφοράς. Ήταν ένα ιδιάζον «ρωσικό μοντέλο» που οδήγησε στη διαγραφή του ΠΑΟΚ από τα μητρώα της ECA, της ένωσης των ευρωπαϊκών αθλητικών συλλόγων. Κι επειδή στις ενώσεις αυτές δεν μετράει τόσο η «συγνώμη» όσο η συμμόρφωση με τους κανόνες, ο ελληνικός απομονωτισμός γέμισε αμέσως με νέες λαμπρές σελίδες καταγγελίας των ανάλγητων Ευρωπαίων εταίρων, προκειμένου να παρηγορηθεί ο πληγωμένος εγωισμός των φανατικών φιλάθλων. Το πρόβλημα με τους φανατικούς φιλάθλους, το έχει βέβαια λύσει από παλιά ο Ουμπέρτο Έκο: «Δεν αγαπώ τον φανατικό του ποδοσφαίρου», έγραφε, «γιατί έχει ένα παράξενο χαρακτηριστικό: δεν καταλαβαίνει για ποιο λόγο εσύ δεν είσαι και επιμένει να σου μιλάει σα να ήσουν». Αυτός ο πληθωριστικός, φλύαρος και φανατικός λόγος περί αθλητισμού συνιστά άλλωστε μια παρωδία της ίδιας της πολιτικής. Η άθληση έχει πάψει πια  να αντιμετωπίζεται ως ανθρώπινη ενέργεια και προβάλλεται ως το παραπολιτικό αντικείμενο ενός σκοτεινού «συστήματος», που ψάχνει την κατάλληλη στιγμή για να εκτονώσει την βία των οπαδών. Στην Ελλάδα περισσότερο συζητάμε για τη βία στα γήπεδα και για τα «στημένα» παιχνίδια παρά για το γκολ που μπήκε.

Αλλά το ζήτημα δεν εξαντλείται στις κερκίδες των γηπέδων. Έτσι κι αλλιώς το ελληνικό ποδόσφαιρό έχει, εδώ και καιρό, πάψει να είναι ελκυστικό, αφού διαρκώς απαξιώνεται από τις αυθαιρεσίες της «παράγκας». Η περίπτωση του κ. Ιβάν Σαββίδη σηματοδοτεί όμως ένα ευρύτερο φαινόμενο «μπερλουσκονισμού», που αφορά τον ίδιο τον επιχειρηματικό κόσμο και τη σχέση του με την πολιτική εξουσία: αυταρχισμός, χυδαιότητα, οπισθοδρόμηση, δαιδαλώδεις διαδρομές του χρήματος, άρτος και θεάματα. Μέσα στην εξουσιαστική της υπνοβασία, η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ προσπάθησε πρόσφατα  να χαρίσει μερικά (αρκετά) εκατομμύρια στον κ. Σαββίδη με μια νυχτερινή τροπολογία για πρόστιμο σε λαθρεμπόριο καπνού. Το πρόβλημα δεν είναι πως, για ακόμη μια φορά, η γελοιοποίηση του «ηθικού πλεονεκτήματος» μετατράπηκε σε κοινοβουλευτική κομπίνα. Το πρόβλημα είναι πως ο ίδιος ο πρωθυπουργός υπερασπίστηκε την τροπολογία, χωρίς να παίρνει τις στοιχειώδεις αποστάσεις∙ αυτές που πρέπει να χωρίζουν τη Βουλή από την Τούμπα.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Ανώμαλα ρήματα

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.