Κλεμμένη γαλοπούλα

—του Γιάννη Παπαθεοδώρου για τη στήλη Ανώμαλα Ρήματα

Τα Χριστούγεννα του 1896, ο Αλ. Παπαδιαμάντης δημοσιεύει στην εφημερίδα Ακρόπολις το διήγημα «Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη». Ήδη από την εισαγωγή του διηγήματος, ο αναγνώστης καταλαβαίνει πως ο συγγραφέας έχει επιλέξει έναν μάλλον διαφορετικό ήρωα για να ανταποκριθεί στο, κατά παραγγελία έστω, εορταστικό κλίμα των ημερών. Παραθέτω: «Στην ταβέρνα του Πατσοπούλου, ενώ ο βορράς εφύσα, και υψηλά εις τα βουνά εχιόνιζεν, ένα πρωί, εμβήκε να πίη ένα ρούμι να ζεσταθή ο μαστρο-Παύλος ο Πισκολέτος, διωγμένος από την γυναίκα του, υβρισμένος από την πενθεράν του, δαρμένος από τον κουνιάδον του, ξορκισμένος από την κυρά-Στρατίναν την σπιτονοικοκυράν του, και φασκελωμένος από τον μικρόν τριετή υιόν του, τον οποίον ο προκομμένος ο θείος του εδίδασκεν επιμελώς, όπως και οι γονείς ακόμη πράττουν εις τα «κατώτερα στρώματα», πως να μουντζώνη, να βρίζη, να βλασφημή και να κατεβάζη κάτω Σταυρούς, Παναγιές, κανδήλια, θυμιατά και κόλλυβα. Κι έπειτα, γράψε αθηναϊκά διηγήματα!».[1]  Άνεργος, ακαμάτης, τεμπέλης, περιφρονημένος και γκαφατζής μαζί, ο ήρωας του Παπαδιαμάντη σκηνοθετεί την «κλοπή» μιας γαλοπούλας για να συνεισφέρει και αυτός κάτι στο οικογενειακό τραπέζι, μέχρι που εμφανίζεται ο πραγματικός ιδιοκτήτης για να διεκδικήσει απειλητικά το κοφίνι με το φαγητό. Το διήγημα τελειώνει με το αίσθημα της οικογενειακής ντροπής, με το παιδί του μάστρο-Παύλου να ξεσπά σε βρισιές και απαξιωτικές χειρονομίες («Την υγειά σου, ματο – Πάλο, τεμπελόκυλο, κακέ πατέλα, Τόνε φάαμε το λάλο. Να, πάλε και συ πέντε, κι άλλα πέντε, δέκα») αλλά και με την αποπομπή του ήρωα από το σπίτι για να βρει δουλειά.

Το διήγημα δεν συμπεριλαμβάνεται σε όλες τις εκδόσεις των «Χριστουγεννιάτικων διηγημάτων» του Παπαδιαμάντη, καθώς μάλλον αποκλίνει από το πρότυπο της ηθικής διαπαιδαγώγησης που προωθεί η «παιδική λογοτεχνία» αλλά και από τα συνήθη στερεότυπα για τον «χριστολάτρη διηγηματογράφο» και «άγιο των γραμμάτων μας». Σε αντίθεση, μάλιστα, με άλλα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, η γιορτή των Χριστουγέννων δεν συνοδεύεται καν από το θρησκευτικό βίωμα της λαϊκής συλλογικότητας. Η μέρα των Χριστουγέννων είναι απλώς μια ακόμη μέρα στη ζωή του τεμπέλη: χρέη, αεργία, πιοτό, απόρριψη, περιθώριο. Στο διήγημα δεν συμβαίνει «κάτι» που να αλλάζει τον ημερολογιακό χρόνο, παρά μόνο η παραπλανητική «κλοπή» της γαλοπούλας — δείγμα μιας αποτυχημένης και σχεδόν γελοίας επινοητικότητας που εκθέτει ακόμη περισσότερο τον ήρωα στο στενό του περιβάλλον. Κι όμως∙ είναι αυτή η κλεμμένη γαλοπούλα που μετατρέπει τον επετειακό διδακτισμό της γιορτής σε αισθητική συγκίνηση της λογοτεχνίας, καθώς ο αναγνώστης βλέπει την απόσταση που χωρίζει την εκκλησία από το καπηλειό να μικραίνει, επειδή αντιλαμβάνεται πως ο τεμπέλης δεν έχει δόλο. Είναι απλώς ο δικός του τρόπος να συμμετέχει, έστω και εξ αποστάσεως, στην οικογενειακή γιορτή. Η αμήχανη αλλά προβλέψιμη αποτυχία του τον κάνει ακόμη πιο οικείο.

Διαποτισμένη από μια ειρωνεία «που δεν συνθλίβει αλλά συμπαθεί» τους ήρωές της, όπως παρατηρεί ο Σταύρος Ζουμπουλάκης, η αφήγηση του Παπαδιαμάντη αφουγκράζεται τον «στεναγμό των πενήτων»[2], προσπαθώντας να γεφυρώσει την απουσία της δράσης με την ασύμμετρη παρουσία των ανθρώπινων παθών. Για αυτό και για τον Παπαδιαμάντη, τα Χριστούγεννα είναι συνήθως «αναπάντεχα». Όχι απαραίτητα επειδή είναι ο χώρος για τη φανέρωση των θαυμάτων της πίστης αλλά κυρίως επειδή είναι ευκαιρία για να ακουστεί ξανά ο παρηγορητικός λόγος για την ευάλωτη ζωή. Τα «Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη», έτσι όπως τα φαντάστηκε κάποτε ο Βάρναλης,[3] είναι μια καλή αφορμή για να σκεφτεί κανείς τη μέρα που ο συγγραφέας συνάντησε αυτούς τους ταπεινούς και αμαρτωλούς ήρωες του.

Όσο εξακολουθούμε να διαβάζουμε τον Παπαδιαμάντη είτε μέσα από το παραμορφωτικό πρίσμα της «ελληνορθόδοξης αγωγής» είτε μέσα από το εμπορικό περιτύλιγμα των διασκευασμένων «βιβλίων για τα Χριστούγεννα» χάνουμε την πραγματική απόλαυση μιας κορυφαίας αφηγηματικής τέχνης. Όταν όμως εμπιστευτούμε τον κόσμο του, τότε καταλαβαίνουμε πως η νοσταλγία του δεν είναι υποχρεωτικά ηθογραφική. Άλλωστε, όπως σωστά έγραφε ο Ελύτης, «ο Παπαδιαμάντης εστάθηκε απατηλός». Μοιάζει να το πιστεύει και ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης με εκείνο το ειρωνικό σχόλιο που υπονομεύει από την αρχή την ιστορία του: «Κι έπειτα, γράψε αθηναϊκά διηγήματα!»

[1] http://www.papadiamantis.org/works/58-narration/306-03-15-ta-xristoygenna-toy-tempelh-1896

[2] Σταύρος Ζουμπουλάκης, Ο στεναγμός των πενήτων. Δοκίμια για τον Παπαδιαμάντη, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 2016.

[3] http://www.sarantakos.com/liter/barnalis/papadiamantis.html

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Ανώμαλα ρήματα

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.