Πώς γεννήθηκε η ποίηση

—του Στέλιου Φραγκούλη—

— Έτσι ήμουνα και ’γώ, Χτένα και Ιδέα, Χτένα και Ιδέα!

Ο δάσκαλος μπήκε στην τάξη, τα παιδιά σηκώθηκαν όρθια και πρώτος-πρώτος έφεγγε ο Μάκης με την κατακόρυφη χωρίστρα του. Μαλλί ίσιο, κατάμαυρο, κλαψιάρης, τον χτένιζε η γιαγιά του βρέχοντάς του αλύπητα το κεφάλι και στέλνοντάς τον έτσι βρεγμένο να περπατήσει μέσα στο χειμώνα για να πάει σχολείο. Ο δάσκαλος, φαλακρός, που θυμόταν με τι σπουδή χτένιζε το αλλοτινό του κεφάλι, νόμιζε ότι κι ο Μάκης ο Κλαψιάρης από φιλαρέσκεια τό ’κανε. Ο Μάκης διένυε τους κρύους χειμώνες, πετούσε χαμηλά πάνω απ’ τους δρόμους και τα σπίτια και πέθαινε γερνώντας ολομόναχος, έγινε ψιλικατζής σε μια ασπρόμαυρη βουβή ταινία, έγινε τσιγκούνης, έγινε μαγκούφης, έμεινε «Μάκης-Ψιλικά», δεν έμεινε τίποτα. Όμως εκείνη η φράση, «Χτένα και Ιδέα», ήταν για μένα η μόνη γνώση που αποκόμισα απ’ το δημοτικό. Δε θυμάμαι ούτε μια χρονολογία, ένα γεγονός, έναν κανόνα, έναν ψαλμό. Σχεδόν δεν θυμάμαι ούτε μια μέρα. Θυμάμαι όμως τη στιγμή της φράσης, θά ‘τανε γύρω στο ’82-83, πώς αφέθηκα να ονειρευτώ εν ώρα μαθήματος το δάσκαλο μου παιδί, στο χωριό του (τώρα λέω ότι μιλούσαμε για λίγο πριν τον Πόλεμο) να περιποιείται τα βρώμικα μαλλιά του και να κάθεται στα θρανία ενός κόσμου που εμένα με έθελγε πολύ δυνατά γιατί είχα πάθος για τη φύση και η επαρχία μού φαινόταν παράδεισος.

Το ίδιο απόγευμα ήμασταν τρεις-τέσσερις και παίζαμε στην παιδική χαρά. Όχι φίλοι, όχι συμμαθητές, παιδάκια λίγο-πολύ γνωστά της μικροσκοπικής τότε Κάντζας. Παντού χωματόδρομοι. Η Λαυρίου ήταν η μόνη —στενή κι αυτή— άσφαλτος. Θυμάμαι τα αυτοκίνητα ακίνητα τις Κυριακές, δεν έχω ξαναδεί τόση κίνηση. Κάναμε κούνια και νύχτωνε. Θα γελούσαν τα σημερινά παιδιά αν έβλεπαν τι αποκαλούσαμε τότε εμείς παιδική χαρά. Κάτω απ’ τα πεύκα δυο κούνιες, μια τσουλήθρα κι ένα μονόζυγο, όλα παλιά, ξεβαμμένα και μικρά. Σπασμένα παγκάκια, σκισμένες τσόντες και τα φώτα των δρόμων χαμηλά, κίτρινα.

Μέσα στο σκοτάδι κάποιος καθότανε. Στο κοντινό παγκάκι. Είχε μπροστά τη μοτοσικλέτα του και δεν τον είχα προσέξει ωσότου μίλησε.

— Ελα ’δώ, είπε και θυμάμαι ακόμη τους καθρέφτες της μηχανής πώς γυάλιζαν στο φτωχό φως. Τρομαγμένος, αιφνιδιασμένος από την αμεριμνησία της αθωότητας μπροστά στο αναμφίβολο κακό βρήκα τη δύναμη μόνο για να ψελλίσω ότι δε μπορούσα γιατί με περίμενε η μητέρα μου.

—  Έλα ’δω! πρόσταξε χαμηλόφωνα. Και μετά συμπλήρωσε καθησυχαστικά:

— Δεν είναι ‘δω η μαμά σου…

Κι εγώ άρχισα να τρέχω προς το σπίτι, φωνάζοντας από μέσα μου: «Μαμά!»

Δε μίλησα σε κανέναν, έκανα τον χαρούμενο. Όλοι με κάτι καταγίνονταν και εγώ θυμόμουν τη σκοτεινή μορφή που με καλούσε για να μού κάνει κακό κι επαναλάμβανα ασυναίσθητα στη σκέψη μου: «Χτένα και ιδέα! Χτένα και ιδέα», σαν ειπωμένη από ’ναν άγγελο φράση αποτρεπτικού χαρακτήρα που μπορούσα να τη μουρμουρίζω για προστασία. Η ψυχή ένιωσε στη ζωντάνια της φράσης κάτι από δημοτικό τραγούδι και το απόγευμα, η ίδια ψυχή δηλητηριάστηκε από την ικανότητά της να υπερμεγεθύνει. Σαφή ποιητικά δράματα πρώτης ηλικίας, εκτός της ροής του κόσμου. Καθώς την επομένη ρώτησα τα παιδιά που έπαιζαν μαζί μου γι’ αυτόν τον άνθρωπο κι εκείνα απάντησαν αδιάφορα ότι μάλλον ήταν «ανώμαλος», γιατί περίμενε στο σπασμένο (εύκολη ποιητική λεπτομέρεια) παγκάκι ώσπου έφυγαν και τα τέσσερα. Παράξενο, εγώ νόμιζα ότι θα τα είχε βλάψει.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις του Ρακοσυλλέκτη

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.