Οι έμμετρες πολαρόιντ του Δημήτρη Αθηνάκη

—της Ξένιας Κουναλάκη για την ποιητική συλλογή Φτηνό κρεβάτι του Δημήτρη Αθηνάκη (εκδ. Πόλις, 2018)—

Θα είμαι υποκειμενική με τον Δημήτρη, γιατί πρώτον εγώ δεν ξέρω από ποίηση —μου το έχει πει ο Νίκος Γκιώνης των εκδόσεων «Πόλις» αυτό και μ’ αρέσει να τσιτάρω Νίκο Γκιώνη— και δεύτερον γιατί ο Δημήτρης είναι φίλος μου, πάρτνερ ιν μελάνκολι, όπως τον λέω, τις Παρασκευές στις βάρδιες σβήναμε λεπτά μαζί και καπνίζαμε τσιγάρα κι ας το έχω κόψει εγώ δυο δεκαετίες, εκείνος κάπνιζε όμως κι εγώ παθητικά και περιπαθώς άκουγα τα πάθη του και άρα για μένα είναι μεγάλος ποιητής. Γιατί όμως μ’ αρέσει ως ποιητής; Γιατί δεν έχει τα βαρυγδουπιά των Ελλήνων νέων ποιητών, γιατί μιλά κανονικά με στίχους, απαγγέλλει όσα λέει, γιατί στο facebook γράφει κάτι πεζοποιήματα αλά Κάμινγκς με αντίστοιχες φωτογραφίες ελλειπτικές σαν τις άνω τελείες που αγαπά, κι όλα αυτά τα ξημερώματα, πάντα τσέκαρα την ώρα του ποστ κι ήταν κάτι κουλές ώρες, τέσσερις τα ξημερώματα, και του έγραφα καμία φορά «Πάλι αϋπνίες έχεις, Μητσάκο;» κι επειδή, τέλος, η κοινή μας φιλοδοξία είναι να γράψουμε στίχους για σκυλάδικα, να μερακλώνει το πανελλήνιο, να γίνουμε Φοίβοι στη θέση του Φοίβου και να μας λατρεύουν για πάντα οι έφηβοι δηλαδή.

Μ’ αρέσει, λοιπόν, το Φτηνό κρεβάτι (αν και να πω εδώ ότι εγώ είχα επιλέξει άλλον τίτλο, το «Δεν θα αργήσω», αλλά έγινε ψηφοφορία και με έφαγε η αμεσοδημοκρατία), πρώτον γιατί έχει εμμονή με τα πεζά γράμματα, δεν έχει κεφαλαία, σχεδόν καθόλου. Κάτι ονόματα ξέμπαρκα, κάτι δρόμους, δυο τρεις περιοχές της Αθήνας, όλα χαμηλόφωνα, δεν υπάρχουν υστερίες και κραυγές ακόμη κι εκεί που αυτοκτονούν άνθρωποι, ακόμη και όταν το πένθος θα απαιτούσε «Ωιμέ» και θαυμαστικά και κάνα κεφαλαίο γράμμα για την περίσταση, ακόμη κι εκεί όλα είναι ήρεμα, βγαλμένα από τον ισοπεδωτικό ψυχισμό του Λαντόζ και τον Ζάναξ.

Κάπως έτσι ηχούν και τα ποιήματά του. Παύλες και περίεργα σημεία στίξης, ασυνήθιστα, ούτε ξέρω πού βρίσκει στο πληκτρολόγιο τόσες άνω τελείες και τις βάζει. Λίγο μετέωρα όλα, σαν ερωτηματικά, υπαρξιακά ζητήματα άλυτα, επίγνωση της ματαιότητας, μένουν οι στίχοι ατελείωτοι στο τέλος, σαν να σε καλούν σε τεστ «συμπλήρωσε τα κενά».

maxresdefault

Μ’ αρέσουν οι τίτλοι των κεφαλαίων, αλλά πάνω από όλα μ’ αρέσει ο τίτλος «βιλγκαριτέ» και που στο πρώτο ποίημα του κεφαλαίου εμπεριέχεται η πίπα και ένα ραντεβού εξεταστικό, σαν γιατρού, από κάποιο κοινωνικό δίκτυο γνωριμιών, οι νέες τεχνολογίες συναντούν τον έρωτα, που στην αρχή είναι υπομονετικός, αλλά στο τέλος καταλήγει πάλι στην άνω τελεία, κάτι ανολοκλήρωτο, κάτι που θα μπορούσε να ειπωθεί, αλλά δεν μας το λέει.

Διαβάζω από το «Πολλά ζητάς», σελ.46:

-τι άλλο να στείλω εκτός από γυμνές φωτογραφίες δηλαδή;
σου έστειλα και το τηλέφωνό μου
σου περιέγραψα τον τρόπο που κοιμάμαι
αν θέλω διακοπές τώρα ή αν αντέχω ακόμα
αν βγάζω το σκύλο -που δεν έχω- βόλτα
απάντησα ακόμη και στο βουνό ή θάλασσα
-έχω τσιτάρει Καζαντζίδη για μια πίπα
δε μασάω-
έκανα σκάιπ βάιμπερ γουατσάπ και μέσεντζερ
ζωντανή κάμερα με οδηγίες τύπου σήκω όρθιος και 

σήκωσε την μπλούζα
κι ακόμα δεν σου φτάνει […]

Μ αρέσει πως ανακατεύονται οι επιρροές, βιβλικές και βέβηλες, επιστολή προς Κορινθίους και Μαγκνέτικ Φιλντς, ελληνικά σίριαλ και Νίτσε και Κραουνάκης δις  (μα Κραουνάκης ρε Μήτσο; Ασχολίαστο). Δεν υπάρχει ούτε ιερό ούτε όσιο για τον πρώην φοιτητή Θεολογίας μας, που επιμένει να με πείσει ότι πιστεύει. Στα ποιήματά του ζητά συγχώρεση, λέει προσευχή, έστω εβραϊκή, διάφορα παγανιστικά για ξόρκια, μάτιασμα και μάγισσες, μιλάει για τη ζωή και τον έρωτα και το σεξ, την Αθήνα και τη Δράμα και το Άμστερνταμ. Διαγράφει γράμματα που δεν του αρέσουν κι ανοίγει αγκύλες, θυμάται διάφορα ξεκάρφωτα στο ποίημα και θέλει να τα στριμώξει κι αυτά μέσα, ευτυχώς δεν ακολουθεί τις συμβουλές του έμπειρου ποιητή, του κύριου από καθέδρας, που τον καλεί σε στένεμα.

Διαβάζω από το Στένεμα, σελ.58:

-μου ‘πε να κάνω στένεμα σ’ ένα ποίημα
να κάνω τα απαραίτητα κοψίματα
να το δω ξανά σε κανα δυο βδομάδες
να το κάνω ακαριαίο
να’ μαστε όλοι ευχαριστημένοι
-ήθελε να πει
αλλά δεν είπε-

κι εγώ να τρέμω και μόνο στο διαβάστηκε
και που όλοι ξάφνου γίνονται έμπειροι-
και μου λένε ατάκες όπως
μου αρέσει ως πράξη 

ως εκφορά
ως σύνολο

-εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω γρυ-

αλλά το στένεμα στένεμα […]

Συχνά παρατηρεί τα νεανικά σώματα που περνούν, σαν σύγχρονος Καβάφης, όχι όμως με την ίδια υπομονή ή επιμονή γιατί ξαφνικά περνάει ένα πιο ωραίο σώμα και ένα ίσως νεανικότερο και του αποσπά την προσοχή, γενικά ένα ADHD το έχουν τα ποιήματά του, μια αδυναμία να συγκεντρωθεί στο θέμα του, εκεί που νομίζεις ότι το ερώτημα είναι η μοναξιά, σου προκύπτει η Δροσοπούλου, πετάγεται από τον ένα δρόμο στον άλλον, ένας φλανέρ της ποίησης, ένας περιπατητής των στίχων. Τον Δημήτρη τον φαντάζομαι να περιδιαβαίνει τις πόλεις και να γράφει ρίμα από μέσα του, να μεταφράζει τις εικόνες που καταγράφουν τα μάτια του σε έμμετρες πολαρόιντ. Ακόμη και στη σύσκεψη που καθόμασταν δίπλα δίπλα, είχα καμιά φορά την εντύπωση ότι θα σηκωθεί να απαγγείλει τα θέματά του-σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο ή κάτι τέτοιο.

Μιλάω τώρα λίγο αλά μανιέρ ντ’ Αθηνάκης γιατί μας αρέσει κάπως αυτό το πινγκ πονγκ με τις λέξεις, αυτά τα ντραμακουινίστικα, τρυφερά, ενίοτε βαριά, που στην επόμενη στροφή γίνονται ελαφρά κι αυτοσαρκαστικά και αστεία και γελοία, όπως και η ζωή δηλαδή.

Και το πιο σπαρακτικό από όλα τα ποιήματα είναι το τελευταίο, αφιερωμένο στο Φώντα. Ξεκινάει με έναν κατάλογο βιβλίων, που διάβασε από τις 19 Μαϊου του 2014. Θα πάρω ποιητική άδεια και θα διαβάσω μόνο τα δύο πρώτα γιατί είναι αρκετά μακρύς ο κατάλογος.

Διαβάζω το «Φώντας», σελ.70-73:

* Παντελής Μπουκάλας, Το αίμα της αγάπης: ο πόθος και ο φόνος στη δημοτική ποίηση, εκδ. Αγρα 2017

 * Ρολάν Μπαρτ, Ημερολόγιο πένθους, 26 Οκτωβρίου 1977-15 Σεπτεμβρίου 1977, μτφρ. Κατερίνα Σχινά, επιμ. Nathalie Leger, εκδ. Πατάκη 2012

[…]

διάβασα πολύ από τις 19 Μαΐου του 2014
μόνο να με συμπαθάς
ένα γράμμα που άφησες 

δεν μπήκε στη βιβλιογραφία
η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά
που πήγες κι έκανες τέτοια μαλακία·

Η γυναίκα του Λουί Αραγκόν, Eλσα Τριολέ, όταν την ρώτησαν τι είναι αγάπη, απάντησε: «να έχεις ένα ποίημα που φέρει το όνομά σου». Ο Φώντας αγαπήθηκε. Το ποίημα αυτό είναι μια παρηγοριά. Για όλους μας.

[Το κείμενο αυτό διαβάστηκε στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής Φτηνό κρεβάτι του Δημήτρη Αθηνάκη (εκδ. Πόλις, 2018) στο Booze Cooperativa, στις 29 Μαρτίου 2019].

fthno-krebati

 

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Βιβλίο

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.