Από Αλβανία

—του Στέλιου Φραγκούλη—

Κλόουν. Τον αναγνώρισα από παλιά που ήταν σε άλλο φανάρι αμεταμφίεστος. Κάτι τατουάζ πρασινωπά, φυλακίσια, πολύ σγουρό μαλλί που κάλυπτε τον αυχένα, κοίταζε πέρα σαν πειρατής, ένα βλέμμα κληρονομημένο, αχρείαστο στην τωρινή του κατάσταση, μα σαν πουλί ελεύθερο έφευγε προς το πέρα, τον ήλιο, τον ουρανό, το ανοιχτό και αμέσως επέστρεφε στο αυτοκίνητο από το οποίο ζητιάνευε με τρόπο επικίνδυνο αγριεύοντας τον οδηγό. Κάθε τόσο έφτυνε. Είχε ένα πόδι —είμαι υποχρεωμένος να το πω, ας φαίνεται υπερβολικό—, στηριζόταν κάπως ριχτός στις πατερίτσες, γύριζε απότομα κι έφτυνε κάτω τόσο απαξιωτικά, τόσο αλήτικα που έλεγες κι αν τον ανέβαζαν μια μέρα στην αγχόνη να τον κρεμάσουν, τέτοιο φτύσιμο θα έκανε πριν του φορέσουν την κουκούλα. (Είδα εχτές ένα παλιό βίντεο, τον απαγχονισμό ενός ναζί. Ένας κακόμοιρος γέρος με βαμμένο μαλλί οδηγήθηκε αμίλητος σε μια διαδικασία ψυχρού αφανισμού. Για σκέψου εκείνη την τελευταία στιγμή να Του έλυναν τα χέρια και μια Εβραία μητέρα Τον αγκάλιαζε και Τον συγχωρούσε.)

Έτσι, με ασπρισμένο πρόσωπο, ένα κομμένο μπαλάκι που κρατιόταν στη μύτη, κόκκινο στόμα και ένα απλό καπέλο τζόκεϋ περνούσε ανάμεσα στις σειρές των αυτοκινήτων απαιτώντας. Κοιτούσε στα μάτια σα να ήταν ο οδηγός το θύμα του και καθώς τού αρνούνταν τον έβριζε στα αλβανικά πηγαίνοντας στον επόμενο. Ήρθε και σε μένα. Του χαμογέλασα. «Πού ήσουν, έχω καιρό να σέ δω», του λέω. Μεγάλωσε αμυδρά η λάμψη των σχιστών, με ξυραφιές ρυτίδες στις άκρες, ματιών του. «Ιταλία», είπε, «Ιταλία» κι ένα ρήμα, όχι «ήμουνα», κάτι που δε μπορώ να θυμηθώ, απλή λέξη μεν, αλλά στο στόμα του είχε άλλο ταίριασμα, δεν ήταν άψυχη. Και επίσης κάτι είπε για την κατάστασή του στην Ιταλία, ούτε αυτό θυμάμαι. Πάντως δεν τόλμησε να μου ζητήσει λεφτά και να καταλύσει την ισότητα που είχα αξιώσει ανάμεσά μας.

Αναρωτιέμαι τι τον έκανε να μεταμφιεστεί. Δεν τού περνούσε από το μυαλό να βοηθήσει κάπως το ρόλο με τη συμπεριφορά του. Καταφανώς δεν ήταν άνθρωπος που αστειευόταν. Το κομμένο πόδι ήτανε κλουβί γι’ αυτό το αρπακτικό, που κοίταζε τα πρόβατα στα μάτια χωρίς να μπορεί να κατασπαράξει. Είχε κατά νου να αυξήσει τα αποτελέσματα της επαιτείας; Αμφιβάλλω… Νομίζω κάποιο σύνδρομο Κοκκινοσκουφίτσας, σκοτεινό και ανεξιχνίαστο τον οδήγησε να ντυθεί κάτι που αγαπούν τα παιδιά για να έρθουν κοντά του, τώρα που δε μπορούσε αυτός να περπατήσει.

Δεν ξέρω τι άλλο να πω, τώρα τρεις μέρες δεν πρόσθεσα ούτε λέξη. Θαρρώ (νομίζω) πως η περιγραφή του τελείωσε. Προς στιγμήν σκέφτηκα να σκαρώσω μια χαριτωμένη στιχομυθία που να τελειώνει φέρνοντας έκπληξη, τίποτε με Ανάσταση, τίποτε με τη μάνα του και το Γλυκύ της Έαρ, τίποτε καμιά γάτα σπίτι να τρίβεται στο ένα του πόδι. Και κατάλαβα έτσι ότι δε μπορώ να πω ψέματα. Χάρηκα. Το βέβαιο είναι ότι ο συγγραφέας δε μπορεί να μεταδώσει με αρκετή ακρίβεια την εικόνα ενός τόσο κακού κεφαλιού. Θα ήταν καλύτερα να υπήρχε το κέρινο ομοίωμά του, σαν της Μαντάμ Τισό, σε ένα πεζούλι ή στο πεζοδρόμιο να το ‘λιωνε ο ήλιος.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις του Ρακοσυλλέκτη

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.