Η συμφεροντολογία των αισθήσεων

—του Στέλιου Φραγκούλη—

Ένα παιδί… Σαν αυτό που περιμένοντας τον κρεοπώλη (παλιά τον λέγαμε χασάπη) να ετοιμάσει την παραγγελία, χαζεύει τα γδαρμένα ζώα, παρατηρεί τις σκισμένες μασχάλες για να περνούν τα πόδια να μην κρέμονται πέρα-δώθε. Παρατηρεί κάτι ίχνη δέρματος γύρω απ’ τα χείλη, μαζί με τριχούλες και μαντεύει το χρώμα — τι δημοκρατία είναι αυτή, να σου παίρνουν το δέρμα, χωρίς τη θέλησή σου;

Οι βολβοί των ματιών θολοί, γυμνοί, στεγνώνουν. Μέσα στο βάθος τους υπάρχουν ιδωμένες εικόνες. Θα καούν κι αυτές, θα βράσουν στην κατσαρόλα κάποιου φτωχού που ικανοποιώντας τις αισθήσεις του κάνει σκασιαρχείο. Ενός Κοντορεβιθούλη που ακολουθεί τα ψωμάκια της μάνας του να βρει το δρόμο για τη Μαύρη Τρύπα, να τον αφήσει σαν τα πεταμένα δέρματα των αρνιών που ακόμη βελάζουν στις ψυχές των μικρών παρατηρητών που σέρνουν οι μαμάδες για ψώνια. Το μαύρο μουνί του Κόσμου γεννάει σαν μύγα τις λάβρες του στους εγκεφάλους. Η Μαύρη Τρύπα δεν είναι σαρκοφάγος, σαρκοφάγος σαν τον τάφο… Ο μικρός, λοιπόν, ως το γήρας του θα καθηλώνεται από τα κρεατένια, ζωντανά τετελεσμένα της οδύνης, γλυπτά σφάγια που τρέχουν οι μύξες τους αίμα και όπως προσέχει έχουν όλα δαγκώσει τη γλώσσα τους. Ο ανελέητος βιασμός τους από ένα άλλο πλάσμα ώσπου η φύση να τους χαρίσει την τελική απαλλαγή, παρασταίνεται με τη δαγκωμένη γλώσσα.

Ανοίγει το ψυγείο και βλέπει την ηχώ μιας ψυχής που αντιλαλεί και φεύγει. Τη νύχτα ανοίγει το ψυγείο, σαν ν’ ανοίγει μια πόρτα προς έναν εφιαλτικό Παράδεισο, μια παγερή λησμοσύνη όπου ακέφαλοι κύριοι χαιρετούν βγάζοντας τα καπέλα τους. Η μάνα πέρασε και δε γνώρισε, μύριζε εκείνη την παλιά κολόνια, έτρεξε να κρυφτεί  και ο πατέρας σε ένα παγκάκι κοίταζε μια φωτογραφία άναρθρα. Έκλεισε το ψυγείο κι έτρεξε να χωθεί στο κρεβάτι, να κολλήσει στο διαλυμένο σκαρί της άλλοτε υπέροχης γυναίκας που τον ζέστανε, τον βύζαξε, τον καμάρωσε, τον προστάτευσε. Α, πόση ειρωνεία χύθηκε στην ψυχή του, το κρύο λείψανο δε μπόρεσε να τον ζεστάνει, σηκώθηκε, ντύθηκε κι έφυγε απ’ το γηροκομείο απόλυτος πως δεν θα ξαναγυρνούσε πια. Η αποσβόλωση του προσώπου προσδίδοντας κάτι βαθύ κι απόμακρο, κάτι μυστηριώδες σε αυτόν τον αρρενωπό κύριο, τον έκανε ελκυστικό. Δεν έχει σημασία τι συμβαίνει, από τη στιγμή που δεν ξέρεις τι συμβαίνει. Μια διαταραχή, μια αδυναμία συνύπαρξης —ή και ύπαρξης—, όταν δεν εκφράζεται με υπερδιέγερση, προξενεί εντύπωση αυτοπεποίθησης. Ο δυστυχής δεν είναι παρών στα γεγονότα και μοιάζει αβίαστος και αδιάφορος. Μπορεί να διασχίσει έναν κακόφημο δρόμο τα μεσάνυχτα, νοτισμένος σε μια εφιαλτική αίσθηση, ώστε τα στοιχεία της νύχτας να παραμερίσουν, γιατί η έκφραση του προσώπου του δηλώνει παντελή έλλειψη φόβου. Έτσι για έναν άνθρωπο χωρίς συνθήκες προορισμού, όλες οι δίοδοι, όλες οι πόρτες είναι ανοιχτές, ακριβέστατα επειδή νιώθουν ότι δεν υπάρχει καμία περίπτωση να πλησιάσει, ο άνθρωπος χωρίς παρουσία που κινείται από έλλειψη παρουσίας και δεν είναι σε θέση να επιδιώξει την παρουσία του.

Έτσι κλείνει ο κύκλος. Τώρα ραγδαίο το γήρας, αργό ραγδαίο, ενός είδους γέρος έρχεται και πλησιάζει να του κλέψει τη μορφή. Δεν υπάρχει πια χρόνος. Η ζωή δείχνει τα μεριά της κι αυτός κοιτάζει τρομαγμένος το χάος γύρω απ’ τη φωτισμένη σκηνή των Σπαθάρηδων που δε χάρηκε ποτέ να γίνει μια χαρτονένια φιγούρα στα χέρια τους.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις του Ρακοσυλλέκτη

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο twitter
instagram-logo
img_logo_bluebg_2x

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.