West Berlin 1984 – 1986: Ο επιβάτης

Επειδή όταν ζεις μέσα στην Ιστορία υπάρχει η πιθανότητα να μην ξεμπλέξεις ποτέ

—του Γιώργου Γλυκοφρύδη—

Το 1986, το βιβλίο μου Ο Επιβάτης δεν είχε τον τίτλο Ο Επιβάτης, αλλά Discount Supermarket. Μιας και ένα supermarket ALDI που ήταν κοντά στο σπίτι όπου έμενα, ήταν ένα discount supermarket.

To Discount Supermarket, λοιπόν, ήταν εμπνευσμένο από κάτι που είχε ειπωθεί σε μία συζήτηση (πιθανότατα στο cafe Adler, φάτσα στο checkpoint Charly), η οποία βεβαίως είχε σχέση με το Τείχος.

Μια φίλη Γερμανίδα, λοιπόν, τότε, εκεί, είχε αναρωτηθεί μπροστά σ όλη την παρέα, πώς θα ήταν εφικτό και αν θα ήταν εφικτό να φέρει κάποια συγγενή της από το Ανατολικό Βερολίνο στο Δυτικό.

Στη συζήτηση, θυμάμαι πολύ καλά, την γυναίκα αυτή την είχε αναφέρει ως φίλη της, όχι ως συγγενή της.

Όλοι οι παρόντες Τζέιμς Μποντ στην παρέα, ετών 20 ή λίγο παραπάνω, εμού συμπεριλαμβανομένου, πέσαμε σε έκσταση φτιάχνοντας άπειρα σενάρια και κυρίως ιδέες. Διότι ο μόνος γνωστός τρόπος μετακίνησης από την Ανατολική πόλη στην Δυτική, ήταν η φυγάδευση. Η απόδραση. Η εμπλοκή υπό την απειλή αληθινών όπλων. Οπλισμένων και γεμάτων και απασφαλισμένων.

Έτσι, όλη η παρέα γέλασε υπέροχα και παρήγγειλε κι άλλες μπύρες. Εγώ όμως κόλλησα. Ίσως γιατί με την συγκεκριμένη ολόξανθη φίλη είχε προϋπάρξει μια μικρή ιστορία σ’ ένα Ελληνικό νησί δυο καλοκαίρια πριν. (Πόσο τραγικά προβλεπόμενο δραματουργικό στοιχείο.)

Παρόλα αυτά, της τηλεφώνησα δυο ημέρες μετά, και την ρώτησα αν πραγματικά ενδιαφέρεται για την εξεύρεση τρόπου φυγάδευσης ενός ανθρώπου. Και μου είπε πως ναι. Κι έτσι βρήκα κι ευκαιρία να την δω μόνη ξανά.

Έτσι, ενέπλεξα και έναν συγκάτοικο, και καθίσαμε με μολύβι και χαρτί να σχεδιάσουμε την απόδραση. Εκείνος εγκατέλειψε πολύ γρήγορα καθώς εργαζόταν οπότε είχε ελάχιστο χρόνο. Και μάλιστα σε μία δουλειά που του προκαλούσε ναυτία. Κυριολεκτική. Ξέρναγε κάθε ξημέρωμα όταν επέστρεφε από την δουλειά. Κι έτσι, εγκατέλειψε το Βερολίνο. Οπότε έμεινα μόνος.

Οι επισκέψεις μου στην Ανατολική πόλη ήταν ήδη άπειρες — και μάλιστα πήγαινα μόνος μου. Διότι μία φορά ως τουρισμό να το έκανε όλη η παρέα, έχει καλώς, αλλά το να με ακολουθούσαν στις άπειρες περιπλανήσεις μου δεν το συζητούσαν. Ίσως γιατί δεν ήταν για όλους αυτό που ήταν για εμένα, το Τείχος. Ίσως λόγο αριστερής οικογένειας, μιας και ζούσα μέσα στο Τείχος και υπό το Τείχος, ήθελα να πάω να τους ξεφωνίσω πως αν το Τείχος είναι αυτό που ονειρεύονται, αν το Τείχος είναι Αριστερά, αν το Τείχος είναι Κομμουνισμός, τότε μόλις πρέπει να τα βγάλουν πέρα μ’ έναν σοβαρά αντικομουνιστή και αντιαριστερό, που δυστυχώς για εκείνους είναι παιδί τους.

Παντελώς αφελείς και απλοϊκές σκέψεις, αλλά από εκείνες που παρέα με την αντίστοιχη ηλικία άνετα σ’ έσπρωχναν σε πράξεις τόσο επικίνδυνες όσο μία φυγάδευση ενός ανθρώπου από το παραπέτασμα.

Όχι, ουδέποτε το έκανα. Είτε μόνος μου είτε με την παρέα, αλλά σχεδιάστηκε μέχρι κεραίας. Και, λες και ήταν κάποιος της παρέας, ένας μηχανικός από την Φρανκφούρτη, έναν χρόνο μετά, φυγάδευσε την φίλη του επακριβώς με τον ίδιο σχεδιασμό. Όχι ακριβώς, επακριβώς.

Μέχρι και σήμερα, ό,τι χρησιμοποίησε, με αναπαραστάσεις αλλά και με φωτογραφίες, βρίσκεται σ’ έναν μεγάλο χώρο στο Museum am Checkpoint Charly.

Όποτε το έχω επισκεφτεί, κάθομαι στο συγκεκριμένο έκθεμα με τις ώρες. Δεν γνωρίζω πολύ καλά τις λέξεις να περιγράψω πώς είναι να βρίσκεσαι σ’ ένα Μουσείο. Όχι ως επισκέπτης, ως έκθεμα. Εν ζωή. Ίσως μια λέξη θα ήταν η «ησυχία».

Ή ίσως μία εικόνα ολόκληρη: «Η Ιστορία μιας περιόδου προβάλλεται σε τρισδιάστατη προβολή σε κάποια καμπύλη του Χρόνου και ανάμεσα στον κόσμο διακρίνεις εσένα, ν’ αγγίζεις γεγονότα ή να είσαι και μέσα τους, ως άλλος πρωταγωνιστής κάποιου interstellar. Που αφορά την μνήμη. Να προσφέρει στην μη επανάληψη».

Κι έτσι, έγραψα τις πρώτες 45 σελίδες Α4 του “Discount Supermarket” μ’ ένα Rollerball της Parker στο περβάζι ενός παγωμένου παραθύρου στο σπίτι της ολόξανθης με τα τζάμια ανοιχτά επειδή η ολόξανθη δεν κάπνιζε.

Αργότερα, περίπου 14 χρόνια αργότερα, κι ενώ είχα εκδώσει άλλα, έπιασα ξανά τις 45 χειρόγραφες σελίδες, άλλαξα τον τίτλο, μεγάλωσα την ιστορία να χωρέσει κι άλλη τόση Ιστορία και όχι μόνο μια φυγάδευση, κι έγινε Ο Επιβάτης (Νεφέλη, 2006).

 

* * *

[ Ακολουθεί το τρίτο κεφάλαιο από την ενότητα «Walkman» του Επιβάτη: ]

Το Τείχος δεν άλλαζε ποτέ.

Είτε με ήλιο, είτε με βροχή, είτε με καταιγίδα.

Ακόμη κι όταν κεραυνοί σφάδαζαν πάνω του με κραυγές και μπάσους βρυχηθμούς, αυτό έμενε εκεί ακλόνητο, με μικροσκοπικές φιγούρες να πηγαινοέρχονται κάτω από τις ασημένιες γραμμές του νερού που έτρεχε γύρω από τους λευκούς προβολείς του. Ούτε οι εν σειρά σπαρμένοι πύργοι ελέγχου, που συχνά δοκίμαζαν τα περιστρεφόμενα πυροβόλα τους αφήνοντας ισχνές μεταλλικές συχνότητες παράλληλες με το μέτρημα των σταγόνων της υγρασίας, κατάφερναν να το ταράξουν. Κι όταν είχε συννεφιά, δηλαδή σχεδόν πάντα, κι η θερμοκρασία έδειχνε να πέφτει κι άλλο εκεί κοντά στο τέλος του απογεύματος, τα πουλιά πετούσαν χαμηλότερα, πιο κοντά στη Γη, μετρώντας την ισορροπία τους στα ρεύματα του ανέμου, και πήγαιναν και κάθονταν στις κορυφές των οχυρωματικών έργων και των συστημάτων φρούρησης που υπήρχαν σε όλο το εσωτερικό του πλάτος, από τον τσιμεντένιο τοίχο της Ανατολικής πλευράς μέχρι το ψηλό Τείχος της Δυτικής. Κι οι κορυφές που διάλεγαν δεν ήταν πάντα ίδιες. Άλλοτε προτιμούσαν τις κεραίες με τα κόκκινα φώτα για τ’ αεροσκάφη στις στέγες των πύργων, άλλοτε τις σκεπές των οικημάτων των φρουρών στους συνοριακούς ελέγχους, κι άλλοτε προσγειώνονταν με απαλά ζυγίσματα των φτερών τους πάνω στα χωρίς ποτέ ανθρώπινη παρουσία ναρκοθετημένα μονοπάτια από χαλίκι, που συνόδευαν όλο το τσιμεντένιο φίδι σ’ όλη του τη διαδρομή γύρω από την πόλη, στους λόφους, τις λίμνες, και τους κήπους που φυλάκιζε.

Είχαν μια ειρωνεία στις κινήσεις τους εκείνα τα φτερωτά πλάσματα. Ήταν σαν να μετέφεραν κρυφά μηνύματα από ’δω κι από ’κει χωρίς κανέναν απολύτως φόβο στην εκτέλεση της αποστολής τους. Με την ίδια ηρεμία που ένας αόρατος άνθρωπος μπαίνει στο δωμάτιο ενός Προέδρου, για ν’ αφήσει μιαν αόρατη βόμβα ακριβώς μπροστά του πάνω στο γραφείο του, ακριβώς μπροστά στο πρόσωπό του, ακριβώς ανάμεσα στα χέρια του και μπροστά στο στήθος του, για να τον κάνει κομμάτια ακριβώς ένα λεπτό μετά.

Κι αυτή η σκέψη έκανε τον Νίκο να χαμογελά κάτω από τα μάτια του καθώς συχνά περνούσε τις ώρες του ανεβασμένος σε μια απομονωμένη ξύλινη πλατφόρμα παρατήρησης που είχε βρει στη Δυτική πλευρά. Σαν τρομοκράτης που είχε ανακαλύψει το κατάλληλο σημείο παρακολούθησης για να οργανώσει την επίθεσή του. Σε μια από εκείνες που σπάνια υπήρχαν τουρίστες με φωτογραφικές μηχανές και κιάλια.

Ο Νίκος ένιωθε ότι είχε κάποιο προσωπικό πρόβλημα μ’ εκείνον το λευκό και γκρι ψηλό τοίχο. Λίγες φορές τον είχε αντικρίσει χωρίς την υπόκρουση του David Bowie, ή των Siouxsie and the Banshees, ή των Smiths· ιδίως αυτών των τελευταίων, που γέμιζαν τις κασέτες του Walkman του με τραγούδια όπως το “Hand in Glove” ή το “How soon is now?”.

Ίσως εκείνες οι μουσικές να δυνάμωναν την απέραντη θλίψη που του προκαλούσε εκείνος ο υπέρογκος φράχτης, και να τον έκαναν να θέλει να κάνει γι’ αυτό. Γιατί κάτι ήθελε να κάνει για να διώξει το αβάσταχτο συναίσθημα της πιο παράδοξης καταδίκης του κόσμου που είχαν καταδικαστεί όλοι οι κάτοικοι της απέναντι πλευράς. Ταυτιζόταν μ’ έναν παράδοξο τρόπο μαζί τους. Λες και το είχαν απαγορέψει στον ίδιο.

Μάλλον πάσχω από το σύνδρομο του παλιού ναυτικού… αυτού που μετά από τόσα χρόνια ταξίδια έχει ξεσυνηθίσει να μένει πολύ καιρό σ’ έναν τόπο… σκέψου να του απαγορέψουν τα ταξίδια κιόλας…

Γιατί αυτό ήταν που δεν χωρούσε με τίποτε στο μυαλό του.

Το εντελώς αδιανόητο του «Απαγορεύεται να ταξιδέψεις». «Δεν επιτρέπεται να πας πουθενά αλλού σε ολόκληρο τον πλανήτη εκτός από εκεί που εμείς εγκρίνουμε. Δεν μας ενδιαφέρει αν θέλεις να δεις από κοντά τη Μαδρίτη ή αν απλά θέλεις να ξαπλώσεις έστω για μια ώρα στο γρασίδι του κεντρικού πάρκου της Νέας Υόρκης. Δεν μας ενδιαφέρει διόλου αν θέλεις ν’ ανέβεις στην Ακρόπολη ή αν θέλεις να περπατήσεις εκατό μέτρα στα πεζοδρόμια των Ηλυσίων Πεδίων. Μας είναι παγερά αδιάφορο το αν θα ερωτευθείς μια φοιτήτρια από την Πορτογαλία ή από την Αργεντινή. Ούτως ή άλλως δεν θα μπορέσεις ποτέ ν’ ακουμπήσεις τα πόδια σου εκεί που ο Ατλαντικός βρέχει την Ευρώπη, όπως και δεν θα καταφέρεις ποτέ ν’ αγγίξεις το χώμα της χώρας που γεννήθηκε το “Εκατό χρόνια μοναξιάς”. Σταμάτα να βλέπεις ντοκιμαντέρ για την Αλάσκα, διότι είτε βρεις τα χρήματα είτε όχι, δεν υπάρχει η παραμικρή περίπτωση στη ζωή σου να πας εκεί.» Του φαινόταν εμπνευσμένο γκροτέσκο αστείο, αλλά κοιτώντας από μακριά τα πουλιά να κράζουν τ’ ασημένια καλοκαιρινά απογεύματα του Δυτικού και του Ανατολικού Βερολίνου, συνειδητοποιούσε ότι ήταν αλήθεια. Και σκεφτόταν, ότι έτσι όπως το Δυτικό Βερολίνο ήταν ένα νησί μέσα στην Ανατολική Γερμανία, έτσι το αποκαλούσαν κι οι κάτοικοί του άλλωστε, και μάλιστα στο κέντρο της, θα πρέπει να φάνταζε σαν συνεχώς ανοιχτή πύλη μεταφοράς σε κάποιο παράλληλο σύμπαν για τους Ανατολικογερμανούς.

Έτσι, όταν αποφάσιζε να εγκαταλείψει την πλατφόρμα του, ακολουθούσε πάντα ένα κομμάτι του Τείχους με τα πόδια, καθώς η περιοχή εκείνη που είχε εντοπίσει για να παρατηρεί, στη γωνία της Niederkirchenstrasse και Stresemannstrasse, στο Kreuzberg πάντα, γύρω στα 800 μέτρα δυτικά του Checkpoint Charlie, ήταν πάντα ήσυχη, αν εξαιρέσουμε κάποιους ποδηλάτες που περνούσαν βιαστικοί αφήνοντας πίσω τους τη γάργαρη αλυσίδα να γυρίζει ελεύθερη, μια που σ’ εκείνο το σημείο ήταν στροφή, κι έτσι ήταν αναγκασμένοι να μην κάνουν πετάλι για να μπορέσουν να κόψουν ταχύτητα. Συνήθως τους καταλάβαινε πριν φανούν, γιατί άκουγε τους λεπτούς τροχούς να πασχίζουν να κρατηθούν χωρίς να γλιστρήσουν, έτσι όπως έγερναν στο γαρμπίλι του μονοπατιού ακριβώς δίπλα στο Τείχος, μ’ έναν ήχο σαν κρησάρα χρυσωρύχου που την ταλαντώνουν επιδέξια χέρια. Τέτοιες λεπτομέρειες ήταν ικανές να τον κάνουν να σταματήσει το περπάτημά του και να σταθεί κολλητά στο βαρύ τσιμεντένιο ντουβάρι. Τέτοιες λεπτομέρειες ήταν ικανές να τον κάνουν να συνειδητοποιεί την ειρήνη της ησυχίας που παράδοξα του γεννούσε εκείνος ο τοίχος.

Καμιά φορά ακουμπούσε το κεφάλι του πάνω στο παραπέτασμα για ν’ αφουγκραστεί. Νόμιζε ότι με κάποιο μαγικό τρόπο θα μπορούσε ν’ ακούσει τους ανθρώπους της άλλης πλευράς. Ιδίως σ’ εκείνο το σημείο όπου όχι πολύ μακριά, απέναντι στην Ανατολή, υπήρχε ένα κτίριο που λογικά έπρεπε να είναι κατοικίες κι όχι μόνο γραφεία. Γιατί τις νύχτες, όποιες νύχτες είχε πάει εκεί, γιατί συχνά πήγαινε και νύχτα στο Τείχος, έβλεπε αναμμένα φώτα σε κάποια από τα παράθυρά του. Και καμιά φορά οι σκέψεις του, έτσι όπως καθόταν με γερμένο το κεφάλι αγγίζοντας με την παλάμη του τις λεπτές γραμμές που διαχώριζαν τις όρθιες πλάκες του οπλισμένου μπετόν, γυρνούσαν ανάποδα. Σκεφτόταν μήπως τελικά το Τείχος ήταν σωστό. Μήπως τελικά όντως προφύλασσε τους πολίτες του Ανατολικού Βερολίνου από την Δύση. Μήπως μέσα σ’ εκείνη την ασφάλεια και την ηρεμία, εξασφάλιζαν πραγματικά κάτι το ανώτερο απ’ αυτήν εδώ την βυθισμένη στο αλκοόλ και στα βαρβιτουρικά ζωή της Δύσης. Μήπως κάτι έχουν δει οι από ’κει που δεν το έχουν δει οι από ’δω.

Μία από τις σκέψεις που είχε κάνει ήταν το να νοικιάσει ένα αεροπλάνο και να πετάξει πάνω από το Ανατολικό Βερολίνο, αφήνοντας ν’ ακουμπήσουν μαλακά στους δρόμους της πόλης, δεμένα σ’ εκατοντάδες μικρά μπλε και κόκκινα πλαστικά αερόστατα, χιλιάδες ειδικά Walkman μιας χρήσης, με πέντε έξι τραγούδια στις κασέτες τους. Με κρυμμένες στις χαμηλές συχνότητες πίσω απ’ την μουσική, πολύ κοντά στο όριο του ανθρώπινου ακουστικού φάσματος, κάπου εκεί κοντά στα επίπεδα της πλύσης εγκεφάλου, φράσεις που θα έλεγαν «Φύγετε. Φύγετε. Φύγετε. Δραπετεύστε. Δραπετεύστε. Δραπετεύστε. Ξεσηκωθείτε. Ξεσηκωθείτε. Ξεσηκωθείτε.» Σκεφτόταν πως ίσως έτσι, μέσο αυτής της παράξενης προπαγάνδας της Δύσης, θα μπορούσε να ξεσηκώσει μια επανάσταση ή κάτι ανάλογο. Μια θεόρατη διαδήλωση. Την είχε φανταστεί κιόλας εκείνη την τερατώδη συγκέντρωση. Θα ήταν χωρίς σημαίες ή κοντάρια ή άλλα. Και χωρίς πανό. Απλά ένα χαώδους μάζας πλήθος που θα κατευθυνόταν προς όλα τα σημεία του Τείχους και που με κάποιο μεταφυσικό τρόπο, ίσως από την ενέργειά του και μόνο, θα μπορούσε ν’ αφοπλίσει τις νάρκες και τις βομβίδες των πολυβόλων που κατά εκατοντάδες θα έσκαγαν ενάντιά του. Καθώς ήσυχα και χωρίς φωνές, μόνο και μόνο περπατώντας, θα πέρναγε πάνω απ’ το Τείχος, με το τσιμέντο να λιώνει από τη μεταφυσική δύναμη των χιλιάδων μαζεμένων ανθρώπων, για να ενωθούν τελικά οι δύο πόλεις.

Αργά στους περιπάτους του αυτούς, προσπαθούσε ξανά και ξανά, να καταλάβει γιατί ν’ απασχολεί εκείνον τον ίδιον αυτή η υπόθεση. Καθώς η εξήγηση του «συνδρόμου του παλιού ναυτικού» του φαινόταν παιδαριώδης. Καθώς ο ίδιος δεν είχε καμία σχέση με το Τείχος. Ούτε με το Δυτικό Βερολίνο ούτε με το Ανατολικό. Κι ούτε συγγενείς μετανάστες στη Γερμανία είχε, ούτε οτιδήποτε άλλο. Κάποιες στιγμές σκεφτόταν ότι μάλλον σχετίζεται η απόφαση της οικογένειάς του να τον στείλει στο Ελληνογερμανικό δημοτικό σχολείο. Αλλά και πάλι κι αυτό το έβρισκε λίγο. Γιατί εκτός των άλλων δεν μπορούσε τα πάντα να τα ρίχνει σ’ εκείνο το έρμο το δημοτικό σχολείο. Η αλήθεια είναι πως έβρισκε δύο γνωστούς παράγοντες στην εξίσωση του προβληματισμού του. Ο ένας ήταν το γεγονός της γενιάς μετά από γενιά παραδοσιακά αριστερής οικογένειάς του, κι ο άλλος η φανατισμένη αντίδρασή του σ’ αυτό. Αλλά και πάλι, είχε γνωρίσει κι άλλους γόνους αριστερών οικογενειών οι οποίοι απλά αντιμετώπιζαν το Τείχος με συγκαταβατικό χαμόγελο.

Όχι· δεν ήταν ο ιδιαίτερα ευαίσθητος και πολιτικά αφυπνισμένος τύπος που καταλάβαινε περισσότερα απ’ τους άλλους. Ούτε είχε κάποια τρέλα με την Ιστορία της ηπείρου του. Κάτι που όπως ο ίδιος φανταζόταν θα τον οδηγούσε σε μια κριτική σκέψη απέναντι σ’ αυτό που αντίκριζε καθημερινά όπου κι αν πήγαινε στην πόλη. Κάτι που αντίκριζαν κι άλλοι δεκάδες ξένοι συμφοιτητές του, χωρίς όμως να τους απασχολεί το θέμα περισσότερο από τη γεωγραφική σχέση που είχε με τους ίδιους. Όπως «Αυτή η γραμμή του U-Bahn δεν πάει παραπέρα γιατί παραπέρα υπάρχει το Τείχος» ή «Θα πάρεις το U-Bahn και θα κατέβεις στο σταθμό Rathaus Neuköln, θ’ ανέβεις την Buchestrasse μέσο της Elbestrasse, θα στρίψεις δεξιά, θα πας παράλληλα με το Τείχος για τριάντα περίπου μέτρα, και στην γωνία απέναντί σου θα το δεις το μπαρ.» Αυτό ήταν όλο κι όλο, ένα στοιχείο προσανατολισμού σε μια μεγάλη πόλη. Κάτι σαν το πύργο του Eiffel που φαίνεται από παντού στο Παρίσι. Συχνά, όταν τους άκουγε να μιλούν έτσι, ήθελε να τους επισημάνει, χωρίς να το έχει κάνει ποτέ, λεπτομέρειες όπως «Ναι έχω πάει εκεί. Στο Neuköln. Σε όλο το μήκος της αδιανόητης Heidelbergerstrasse. Ή και στο τέρμα της Buchestrasse. Στο συγκεκριμένο σημείο δε, αν κάποιος από εσάς δεν το έχει προσέξει, όχι ότι έχετε το βλέμμα της αγελάδας απλά έτσι το επισημαίνω, στην απέναντι πολυκατοικία στον τρίτο όροφο, ιδίως όταν έχει ήλιο, υπάρχουν συνήθως μισάνοιχτες κουρτίνες σ’ ένα από τα παράθυρα, το οποίο παράθυρο μάλλον κουζίνας πρέπει να είναι. Έτσι λοιπόν, καθώς η Δυτική πολυκατοικία απέχει από την Ανατολική πολυκατοικία γύρω στα 50 μέτρα, κι επειδή το Τείχος δεν είναι αρκετά ψηλό για να κρύψει τα παράθυρα όλων των ορόφων, σκέφτομαι πως η μια νοικοκυρά με την άλλη ανταλλάσσουν συνταγές για λουκάνικα έχοντας απολύτως χεσμένες και τις ταγές του Κομμουνιστικού Κόμματος και την προπαγάνδα της Δύσης. Αυτό όμως που δύσκολα ανέχομαι, είναι η πιθανότητα σ’ ένα από τα δύο παράθυρα να υπάρχει ένας άντρας που γουστάρει αφόρητα μια απέναντι γυναίκα. Με δυσκολία μπορώ να κάτσω ν’ ακούσω τους λόγους για τους οποίους αυτός ο έρωτας είναι de facto καταδικασμένος.»

Όχι· παρόλα αυτά η σχέση του με το Τείχος δεν ήταν «επαναστατική». Όσο κι αν τον τσάντιζε η τουριστική στάση των περισσότερων δεν είχε καμία πρόθεση να τους «προσηλυτίσει» σε κάποιον «ενάντια» αγώνα ή να τους «συνειδητοποιήσει» απέναντι σε κάτι. Τα σιχαινόταν όλα αυτά τα «πολιτικοποιημένα».

Η σχέση του με το Τείχος ήταν κάτι που ακόμη και χρόνια αργότερα δεν θα ήταν σε θέση να εξηγήσει ξεκάθαρα σε κανέναν, ούτε και στον ίδιον του τον εαυτό.

Αλλά που ακόμη κι έτσι, έστω γι’ αυτούς του θαμπούς λόγους, το Τείχος δεν το ανεχόταν.

Κι ήταν έτοιμος να κάνει ότι περνούσε απ’ το χέρι του, όποτε του δινόταν η ευκαιρία, ακόμη κι αν θα έπρεπε να κατασκευάσει αυτή την ευκαιρία, για να το νικήσει. Έστω και προσωπικά. Μια που να το γκρεμίσει του φαινόταν σχετικά δύσκολο. Μάλλον ακατόρθωτο θα ήταν το σωστό.

Το άλλο που έκανε συχνά, ήταν οι τακτικές επισκέψεις στο συνοριακό φυλάκιο που ήταν βαπτισμένο Checkpoint Charlie.

Αυτό το όχι παραπάνω των 40 τετραγωνικών μέτρων παραλληλεπίπεδο κτίσμα, αρχικά ξύλινο, και τώρα πια πολλαπλών “σάντουιτς” υλικών, που τ’ όνομά του το είχε πάρει από το τρίτο γράμμα του λατινικού αλφάβητου C, δηλαδή Charlie, όπως ονομάζεται στο Νατοϊκό αλφάβητο το C, μιας και σ’ όλο το μήκος του Τείχους, υπήρχαν μόνο τρία αρχικά αμερικανικά και συμμαχικά σημεία ελέγχου.

Έτσι, τον Αύγουστο του 1961, όταν η μισή πόλη, αυτή που ήταν ήδη υπό την εγγύηση και το στρατιωτικό έλεγχο των Αμερικανών των Γάλλων και των Βρετανών, έγινε ένα αποκλεισμένο νησί μέσα στην Ανατολική Γερμανία, αυτά τα τρία σημεία ελέγχου, ονομάστηκαν Alpha Bravo και Charlie, που το κάθε ένα τους οδηγούσε και σε διαφορετική έξοδο για την ανατολή. Κι απ’ αυτά τα τρία, μόνο ένα έμελλε να γίνει το πλέον διάσημο θέατρο αντιπαράθεσης Ανατολής και Δύσης, γιατί ήταν το μόνο που οδηγούσε ευθεία στο κέντρο του Ανατολικού Βερολίνου, και κυρίως, γιατί ήταν το μόνο από το οποίο είχαν δικαίωμα να περνούν όλοι. Διπλωμάτες, στρατιωτικοί, τουρίστες, και όποιοι άλλοι ταξιδιώτες ή απλοί περαστικοί, πεζοί ή με αυτοκίνητο, απ’ όπου κι αν προέρχονταν.

Έτσι, αν και το 1961 το “check point Charlie” δεν ήταν και δεν σήμαινε τίποτε περισσότερο από “σημείο ελέγχου Charlie ”, ένα άσκεπο φυλάκιο με δυο τρεις φαντάρους μέσα και κάμποσους οχυρωματικούς σάκους άμμου γύρω, σιγά σιγά στο πέρασμα του χρόνου, είχε ενώσει τις δύο πρώτες λέξεις του, κι είχε κάνει το πρώτο γράμμα της καινούριας του λέξης κεφαλαίο, για να ονοματίσει μια ολόκληρη περιοχή της πόλης· όχι μόνο δανείζοντας σιωπηλά αυτό το όνομα και στις μεγάλες απέναντι σκεπαστές συνοριακές εγκαταστάσεις, αλλά και σε μια ολόκληρη εποχή.

Τώρα πια όμως, το 1986, είχε μετατραπεί σε τουριστική ατραξιόν, με café δεξιά κι αριστερά, καθώς και μ’ ένα Μουσείο, που κι αυτό υπήρχε εκεί από το 1961, γιατί έκανε κι άλλα πράγματα από το να είναι μόνο Μουσείο, αν κι αυτά τα τελευταία ο Νίκος δεν τα ήξερε, καθώς πήγαινε εκεί μόνο και μόνο γιατί μπορούσε να μελετά με τις ώρες τα εκθέματα από επιτυχημένες ή αποτυχημένες απόπειρες απόδρασης πολιτών της απέναντι πλευράς.

Ο Νίκος περνούσε απέναντι συχνά. Σχεδόν μια φορά το μήνα ή και περισσότερο.

Έφτανε στις συνοριακές εγκαταστάσεις της ανατολικής πλευράς, κι αφού απαντούσε ξανά και ξανά στις ίδιες ερωτήσεις των όρθιων συνοριακών ελεγκτών με το στηριγμένο με δύο λουριά στο στήθος ανοιχτό χαρτοφύλακα, γεμάτο με σφραγίδες και μπλοκ από έτοιμες Transitvisum διάρκειας οκτώ ωρών, κι αφού τους πλήρωνε τα πέντε δυτικά Μάρκα που κόστιζε η παραπάνω βίζα, συν άλλα τριανταπέντε που ήταν υποχρεωτικό ν’ αλλαχτούν με ανατολικά Μάρκα, διέσχιζε τα πεντακόσια μέτρα μέχρι το Ανατολικό Βερολίνο.

Κι εκεί, με την εγρήγορση του κατασκόπου που τα έχει καταφέρει, γιατί κάπως έτσι ένοιωθε, καθόταν σε κάποιο απ’ τα παγκάκια της Alexander Platz και φορούσε τ’ ακουστικά του Walkman του, για να παραστήσει απολύτως σωστά τον τουρίστα, αφήνοντας επίτηδες δίπλα του μισάνοιχτο ένα πακέτο Marlboro, στοιχηματίζοντας με τον εαυτό του, το πόση ώρα θα χρειαζόταν ν’ αδειάσει το πακέτο από τους περαστικούς που θα του ζητούσαν ένα τσιγάρο.

Πάντα έχανε το στοίχημα. Γιατί πάντα επέστρεφε με το πακέτο γεμάτο με τον ίδιο αριθμό τσιγάρων που είχε πριν περάσει απέναντι.

Μόνο μια φορά, καθώς είχε καθίσει σ’ ένα υπαίθριο κιόσκι όπου μπορούσε ακόμη κι Αύγουστο μήνα να παραγγείλει ζεστή σούπα goulash, μια ηλικιωμένη γυναίκα του είχε ζητήσει ένα τσιγάρο. Κι όταν εκείνος προσφέρθηκε μ’ ένα απαράμιλλο χαμόγελο να της αφήσει ολόκληρο το πακέτο, εκείνη του είπε επίσης χαμογελώντας πως «Δεν υπάρχει πρόβλημα… για όνομα του Θεού δεν υπάρχει πρόβλημα… καλοσύνη σου αλλά… απλά έχω ξεχάσει τα δικά μου στο σπίτι…»

Τις Κυριακές, γιατί κυρίως Κυριακές ήταν που επισκεπτόταν το Ανατολικό Βερολίνο, του άρεσε να μετρά τα Trabant που περνούσαν από μπροστά του μπας και μπορέσει ν’ αποδείξει αυτό που ήθελε, αλλά συνήθως έχανε το μέτρημα, γιατί συχνά ήταν πάρα πολλά, με τη μόνη διαφορά ότι ήταν όλα Trabant.

Γυρνώντας για το Δυτικό Βερολίνο, εκεί γύρω στις οκτώ το βράδυ που ήταν και η λήξη της άδειας παραμονής ανεξάρτητα από την ώρα που είχε μπει, διάλεγε διαφορετικές διαδρομές κάθε φορά, ψάχνοντας για το Τείχος από την ανατολική πλευρά.

Κι ήταν αληθινά δύσκολο να το βρει. Εκτός από κάποιες φορές που τα είχε καταφέρει, χωρίς όμως να έχει μπορέσει να δει τίποτε άλλο πέρα από ένα λευκό χαμηλό ξύλινο φράχτη, συνήθως πίσω από μάντρες ή έρημες αυλές ή κάποιους στενούς δρόμους. Καμία σχέση με το τσιμεντένιο παραπέτασμα της δυτικής πλευράς.

Το Ανατολικό Βερολίνο ήταν ελεύθερο. Ανοιχτή πόλη από παντού. Όπως όλες οι πόλεις του κόσμου.

Είχε αγοράσει και χάρτες από το Ανατολικό Βερολίνο. Χάρτες που είχε εκδώσει το κράτος της Ανατολικής Γερμανίας. Χάρτες όπως όλοι οι χάρτες του κόσμου. Με πρωτεύουσες, κωμοπόλεις, χωριά, βουνά, παραλίες, δρόμους, αυτοκινητόδρομους, σιδηρόδρομους, και χώρες. Πολλές χώρες, όλες τις χώρες του πλανήτη.

Γιατί αυτοί οι χάρτες έχουν όλες τις χώρες του πλανήτη; Είναι κάποιο ψυχολογικό τεστ; Κάποια Οργουελική σύλληψη σχετικά με την αντοχή του ανθρώπινου μυαλού; Υπάρχει κάποιος μόνος του που το σκέφτηκε αυτό ή είναι έμπνευση ομάδας ανθρώπων; Είναι μια αλληγορία που αναφέρεται στη Μαγδαληνή; Σ’ έναν άλλον διαφορετικό τελευταίο πειρασμό; Tο αποτέλεσμα της πιο φρικώδους συνθηκολόγησης του κόσμου; Tο αντίτιμο δύο πολέμων μέσα στον ίδιο αιώνα; Τα εκατομμύρια των νεκρών Εβραίων; H τελεσίδικη απόφαση κάποιου δικαστηρίου του Θεού; Ποιοι εκδικούνται ποιους εδώ πέρα;

«Πάλι στο Ανατολικό είχες πάει;» τον ρωτούσε συνήθως ο Τίμοθι κάθε φορά που εκείνος του τηλεφωνούσε για να βρεθούν στο Café Adler μετά που επέστρεφε από την τελευταία του περιπλάνηση στην αντίπερα όχθη.

«Ναι πάλι στο Ανατολικό είχα πάει…» του απαντούσε συνήθως ο Νίκος.

«Δεν έχεις συμβιβαστεί ακόμη με το Τείχος ε;» τον ρώτησε όμως αυτή τη φορά ο Τίμοθι.

«Πώς;» του απάντησε ο Νίκος ανάβοντας ένα Marlboro, μια που κάτι έπρεπε να τα κάνει όλα αυτά τα πακέτα Marlboro που μ’ επιμονή προσπαθούσε να πείσει τους Ανατολικοβερολινέζους να μάθουν να καπνίζουν κάθε φορά.

«Θα σε πειράξει στο λαιμό τελικά το Τείχος αγόρι μου… Δεν καπνίζεις και Marlboro κιόλας… Γιατί πρέπει να τους δοκιμάζεις με Marlboro… Γιατί δεν κάνεις το τεστ μ’ αυτά τα γαλλικά βρωμοτσίγαρα σου που δεν θα πηγαίνουν και χαμένα μετά… Γιατί… Είσαι τόσο σίγουρος ότι ο πειρασμός τους είναι η Αμερική; Αυτοί μπορεί να ονειρεύονται τη Γαλλική διανόηση… Πού το ξέρεις δηλαδή…» του είπε ο Τίμοθι ενώ σήκωσε το χέρι του παραγγέλνοντας άλλη μια μισόλιτρη ξανθιά μπύρα.

* * *

Ίσκιο στη γη: ένα εκτενές αφιέρωμα του dim/art στο
Τείχος του Βερολίνου

Η σιωπή των ερειπίων, του Γιάννη Παπαθεοδώρου

Ένα πορτρέτο κρεμασμένο ανάποδα, του Ηλία Μαγκλίνη

Εδώ άλλα επετειακά αφιερώματα από το dim/art

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Βιβλίο

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

One comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.