Home

—του Γιώργου Τσακνιά—

Το τραγούδι το πρωτοάκουσα από τους Rage Against the Machine. Δυνατό, εκρηκτικό κομμάτι, όχι μόνο χάρη στη μουσική των RAM αλλά και λόγω των στίχων του. Ήδη από τον τίτλο μού τράβηξε το ενδιαφέρον: ο Tom Joad είναι ο ήρωας του Steinbeck στα Σταφύλια της οργής (The Grapes of Wrath, 1939).

Την έκδοση του βιβλίου ακολούθησε τον επόμενο χρόνο η ομώνυμη ταινία του John Ford, με τον Henry Fonda στον ρόλο του Tom Joad. Την ίδια χρονιά με την ταινία (1940), ο Woody Guthrie, ο βασιλιάς της folk και μετέπειτα πρότυπο του Bob Dylan (πάνω την κιθάρα του, ο Woody είχε γράψει τη φράση: “This machine kills fascists”), ηχογράφησε στη Νέα Υόρκη, για λογαριασμό της Victor Records, το πρώτο LP του που έγινε εμπορική επιτυχία, με τίτλο Dust Bowl Ballads.

A farmer and his two sons during a dust storm in Cimarron County, Oklahoma, 1936, Photo Arthur Rothstein

Με την ονομασία αυτή —Dust Bowl— έμειναν στην ιστορία οι φοβερές αμμοθύελες που σάρωσαν τις ΗΠΑ στα μέσα της δεκαετίας του 1930. Αποτέλεσμα της πολύχρονης ξηρασίας, αλλά και της επί δεκαετίες εντατικής καλλιέργειας της γης, ιδίως στις Μεσοδυτικές Πολιτείες, χωρίς αγρανάπαυση, αμειψισπορά ή οποιουδήποτε είδους πρόνοια για την αειφορία και την προστασία του εδάφους, οι αμμοθύελλες σάρωσαν ολόκληρο το βόρειο τμήμα της αμερικανικής ηπείρου, έφτασαν συχνά στις μεγάλες πόλεις της Ανατολικής Ακτής (Νέα Υόρκη, Ουάσιγκτον, Φιλαδέλφεια) και, τελικά,απόθεσαν το φορτίο τους (σκόνη, σκόνη και σκόνη) στον Ατλαντικό Ωκεανό. Αποτέλεσμα των dust bowls ήταν να υποστούν ζημιές τεράστιες εκτάσεις καλλιεργήσιμης γης, ιδίως στην Οκλαχόμα, στο Τέξας και στο Νέο Μεξικό, και εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι να αναγκαστούν να μεταναστεύσουν. Ως επί το πλείστον, εγκαταστάθηκαν σε καταυλισμούς-γκέτο και προσπάθησαν να επιβιώσουν ως εποχιακοί εργάτες της γης, με μισθούς πείνας.

Εμπνευσμένη από Τα σταφύλια της οργής και εστιάζοντας στην προσωπική ιστορία του κεντρικού ήρωα του βιβλίου, η Μπαλάντα του Τομ Τζόουντ (The Ballad of Tom Joad) ήταν ένα από τα κομμάτια του Dust Bowl Ballads — για την ακρίβεια, ήταν δύο: λόγω μεγέθους, το κομμάτι χωρίστηκε σε μέρος α΄ και β΄. Ούτε λίγο ούτε πολύ, το κομμάτι διηγιόταν όλη την ιστορία των Σταφυλιών της Οργής, από τη σκοπιά του κεντρικού ήρωα. Κι όταν λέμε όλη, εννοούμε όλη:

Tom Joad got out of the old McAlester Pen;
There he got his parole.
After four long years on a man killing charge,
Tom Joad come a-walkin’ down the road, poor boy,
Tom Joad come a-walkin’ down the road.

Tom Joad, he met a truck driving man;
There he caught him a ride.
He said, «I just got loose from McAlester Pen
On a charge called homicide,
A charge called homicide.»

That truck rolled away in a cloud of dust;
Tommy turned his face toward home.
He met Preacher Casey, and they had a little drink,
But they found that his family they was gone,
He found that his family they was gone.

He found his mother’s old fashion shoe,
Found his daddy’s hat.
And he found little Muley and Muley said,
«They’ve been tractored out by the cats,
They’ve been tractored out by the cats.»

Tom Joad walked down to the neighbor’s farm,
Found his family.
They took Preacher Casey and loaded in a car,
And his mother said, «We’ve got to get away.»
His mother said, «We’ve got to get away.»

Now, the twelve of the Joads made a mighty heavy load;
But Grandpa Joad did cry.
He picked up a handful of land in his hand,
Said: «I’m stayin’ with the farm till I die.
Yes, I’m stayin’ with the farm till I die.»

They fed him short ribs and coffee and soothing syrup;
And Grandpa Joad did die.
They buried Grandpa Joad by the side of the road,
Grandma on the California side,
They buried Grandma on the California side.

They stood on a mountain and they looked to the west,
And it looked like the promised land.
That bright green valley with a river running through,
There was work for every single hand, they thought,
There was work for every single hand.

The Joads rolled away to the jungle camp,
There they cooked a stew.
And the hungry little kids of the jungle camp
Said: «We’d like to have some, too.»
Said: «We’d like to have some, too.»

Now a deputy sheriff fired loose at a man,
Shot a woman in the back.
Before he could take his aim again,
Preacher Casey dropped him in his track, poor boy,
Preacher Casey dropped him in his track.

They handcuffed Casey and they took him in jail;
And then he got away.
And he met Tom Joad on the old river bridge,
And these few words he did say, poor boy,
These few words he did say.

«I preached for the Lord a mighty long time,
Preached about the rich and the poor.
Us workin’ folkses, all get together,
‘Cause we ain’t got a chance anymore.
We ain’t got a chance anymore.»

Now, the deputies come, and Tom and Casey run
To the bridge where the water run down.
But the vigilante thugs hit Casey with a club,
They laid Preacher Casey on the ground, poor Casey,
They laid Preacher Casey on the ground.

Tom Joad, he grabbed that deputy’s club,
Hit him over the head.
Tom Joad took flight in the dark rainy night,
And a deputy and a preacher lying dead, two men,
A deputy and a preacher lying dead.

Tom run back where his mother was asleep;
He woke her up out of bed.
An’ he kissed goodbye to the mother that he loved,
Said what Preacher Casey said, Tom Joad,
He said what Preacher Casey said.

«Ever’body might be just one big soul,
Well it looks that a-way to me.
Everywhere that you look, in the day or night,
That’s where I’m a-gonna be, Ma,
That’s where I’m a-gonna be.

Wherever little children are hungry and cry,
Wherever people ain’t free.
Wherever men are fightin’ for their rights,
That’s where I’m a-gonna be, Ma.
That’s where I’m a-gonna be.»

Το κομμάτι αυτό το ανακάλυψα σε διπλό δίσκο βινυλίου του πατέρα μου με τίτλο Tribute to Woody Guthrie, όπου διάφοροι φολκ μουσικοί ερμήνευαν τα τραγούδια του μεγάλου Γούντι. Υποθέτω ότι αυτό που με τράβηξε να το ακούσω για πρώτη φορά ήταν ότι το τραγουδούσε ο Country Joe McDonald — ναι, ο ίδιος που στο Woodstock έβαλε μερικές εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους να φωνάζουν ρυθμικά FUCK. Όταν είσαι δεκαπέντε ετών και έχεις ήδη δει το Woodstock επτά φορές στο σινεμά (δεν υπήρχαν τότε DVD), κάτι τέτοια πράγματα σε εντυπωσιάζουν. Με το που άκουσα το The Ballad of Tom Joad και πρόσεξα τους στίχους, αναγνώρισα την ιστορία. Δεν είχα ακόμα διαβάσει τα Σταφύλια της οργής, είχα δει όμως την ταινία.

Πολλά χρόνια αργότερα, γνώρισα —σε CD, πλέον— και λάτρεψα το εξαιρετικό άλμπουμ Renegades (2000) των Rage Against the Machine. Περιλαμβάνει αποκλειστικά διασκευές, από το Renagades of funk του African Bambaataa και το Microphone Fiend των Eric B & Rakim μέχρι τα κλασικά MaggieFarm του Dylan και Street fighting man των Stones. To Tom Joad ήταν πλέον για μένα όνομα αναγνωρίσιμο. Άκουσα το The ghost of TomJ oad ξανά και ξανά, γοητευμένος από τη φοβερή του δύναμη, και αναγνώρισα στους στίχους τις αναφορές στον ήρωα του Steinbeck, του Ford και του Guthrie, μεταφερμένου όμως στο New World Order, τη Νέα Τάξη του προέδρου George W. Bush.

Men walkin’ ‘long the railroad tracks
Goin’ someplace there’s no goin’ back
Highway patrol choppers comin’ up over the ridge
Hot soup on a campfire under the bridge
Shelter line stretchin’ ’round the corner
Welcome to the new world order
Families sleepin’ in their cars in the Southwest
No home no job no peace no rest

The highway is alive tonight
But nobody’s kiddin’ nobody about where it goes
I’m sittin’ down here in the campfire light
Searchin’ for the ghost of Tom Joad

He pulls a prayer book out of his sleeping bag
Preacher lights up a butt and takes a drag
Waitin’ for when the last shall be first and the first shall be last
In a cardboard box ‘neath the underpass
Got a one-way ticket to the promised land
You got a hole in your belly and gun in your hand
Sleeping on a pillow of solid rock
Bathin’ in the city aqueduct

The highway is alive tonight
Where it’s headed everybody knows
I’m sittin’ down here in the campfire light
Waitin’ on the ghost of Tom Joad

Now Tom said «Mom, wherever there’s a cop beatin’ a guy
Wherever a hungry newborn baby cries
Where there’s a fight ‘gainst the blood and hatred in the air
Look for me Mom I’ll be there
Wherever there’s somebody fightin’ for a place to stand
Or decent job or a helpin’ hand
Wherever somebody’s strugglin’ to be free
Look in their eyes Mom you’ll see me.»

Well the highway is alive tonight
But nobody’s kiddin’ nobody about where it goes
I’m sittin’ down here in the campfire light
With the ghost of old Tom Joad

Η φράση «αναφορές στον Steinbeck» είναι φτωχή και αδικεί το κομμάτι: το φάντασμα του ήρωα βρίσκεται όντως εκεί μέσα. Με μοναδικό τρόπο, ο στιχουργός πατάει ταυτόχρονα στη δεκαετία του 1930, στην ύφεση και στην ερήμωση της υπαίθρου, και στα τελευταία χρόνια της δεύτερης χιλιετίας, στη Νέα Τάξη της ανεργίας, της μετανάστευσης, των αστέγων.

Ο οποίος στιχουργός και συνθέτης ποιος είναι; Κοιτάω το CD και μετά το ξανακοιτάω για να βεβαιωθώ ότι διάβασα καλά: Bruce Springsteen. Μάιστα. Ποιος, αυτός που είχε βγάλει εκείνη την αμερικανιά, το Born in the USA; Ναι, αυτός. Το The Ghost of Tom Joad περιλαμβάνεται στο ομώνυμο άλμπουμ του, που κυκλοφόρησε στο 1995. Μάλλον είχα βιαστεί να τον κακοχαρακτηρίσω και να τον διαγράψω τότε, στα μέσα της δεκαετίας του ’80.

Σε ένα πρόσφατο αφιέρωμα στον Springsteen στο NewYorker, δημοσιεύονται φωτογραφίες του από τις τέσσερις δεκαετίες της καριέρας του, συνοδευόμενες από σύντομα κείμενα των φωτογράφων. Ο Peter Cunningham, σχολιάζοντας τη φωτογραφία του Springsteen που τράβηξε το 1974, γράφει: «Η πρώτη μου επαγγελματική δουλειά ως φωτογράφου ήταν τον Φεβρουάριο του 1973, που τράβηξα τις πρώτες φωτογραφίες του Bruce Springsteen για την Columbia Records. Ήταν λίγο πριν κυκλοφορήσει το Greetings from Ashbury Park — και η αμοιβή μου ήταν είκοσι πέντε δολάρια. Ο Bruce τότε ήταν ένα παιδαρέλι από το Νιου Τζέρζι. Ήρθε μαζί με τη φίλη του την Diane. Αργότερα, πέρασε και ο John Hammond, όπως συνήθως, εκείνη την εποχή. Μερικοί ήξεραν τον Bruce ως την “τελευταία τρέλα” του John (άλλη τρέλα του, νωρίτερα, υπήρξε κι ο Dylan). Έτσι τυφλωμένοι από τα φώτα, κάποιοι θεώρησαν πως ο μικρός πουλούσε μούρη μ’ αυτούς τους μπερδεμένους, ασυνάρτητους, ασυγκράτητους στίχους που κατρακυλούσαν από το στόμα του. Υπήρξαν ακόμα και αμφιβολίες αν ήταν όντως καλός κιθαρίστας ή όχι. Αλλά όταν καθίσαμε και κουβεντιάσαμε, στο δωμάτιο δεν υπήρχε ούτε ίχνος προσποίησης και “μούρης”. Τα κατάφερνε προφανώς μια χαρά να είναι αυτός που ήταν».

Στη φωτογραφία, ο Bruce είναι μάλλον καρεκλάς —για να χρησιμοποιήσω ορολογία της εποχής—, με κατσαρό μαλλί-λασπωτήρα, αμάνικο μπλουζάκι και γυαλί απίστευτο. Κι όμως, ο τύπος αυτός έχει όντως επιδείξει μια εκπληκτική συνέπεια στη διάρκεια της καριέρας του — καθώς και ορισμένες εκτιμητέες εμμονές, όπως το ότι παίζει τρεις, τέσσερις ώρες σε κάθε συναυλία και ξεχνιέται τζαμάροντας (μόλις πρόσφατα, στο Λονδίνο, το τζαμάρισμά του με τον Paul McCartney διακόπηκε απότομα —ίσα που πρόλαβαν να ολοκληρώσουν το She was just seventeen, από τα πρώιμα αριστουργήματα των Lennon-McCartney— γατί είχαν ξεπεράσει τον χρόνο για τον οποίον είχαν πάρει άδεια [!]). Last but not least στις εμμονές του Bruce, του ολίγον καρεκλά από το Νιου Τζέρζι, του «μοναδικού ίσως μουσικού που δεν έχει πάρει ποτέ ναρκωτικά» (σύμφωνα με άλλο αφιέρωμα του NewYorker), η πίστη του στην παράδοση της folk, των τραγουδιών με πολιτικό και κοινωνικό περιεχόμενο, των τεράστιων (άρα και αντι-ραδιοφωνικών) κομματιών που με μονότονη μουσική και λιτή ενορχήστρωση λένε μια ιστορία, λένε όλη την ιστορία. Εξήντα δύο χρόνων πια, ο πρώην νεαρός, η δεινότητα του οποίου στην κιθάρα εξακολουθεί να είναι υπό συζήτηση, επιμένει να μισοτραγουδά-μισομουρμουρίζει με μισόκλειστα μάτια τους μπερδεμένους, ασυνάρτητους, ασυγκράτητους στίχους του, άξιος συνεχιστής του Woody Guthrie, του Pete Seeger, του Bob Dylan, του Country Joe και τόσων άλλων μουσικών, που δεν έμειναν στην ιστορία για τη μουσική τους μόρφωση ή για την καλή τους άρθρωση, παρά για τη δύναμη της τέχνης τους και για την επιμονή τους να παίρνουν θέση και να διεκδικούν έναν καλύτερο κόσμο.

 

* * *

That lonesome valley, του Διονύση Καψάλη

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία It’s only rock and roll

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

3 thoughts on “Το φάντασμα του Τομ Τζόουντ

  1. παρολαυτα jimmy και εγω, φανταζομαι και αλλοι-υποθετω, ειχαμε παρασυρθει απο τον bruce των 80s και τον ειχαμε καταταξει σε μια αμφιλεγομενη κατηγορια. ισως φταει και το look

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s