Home

«Σημασία δεν έχει τόσο ποιες νότες παίζεις, όσο ποιες δεν παίζεις».

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ, στις 9 Αυγούστου του 1995, έφυγε από τη ζωή ο Jerry «Captain Trips» Garcia, κιθαρίστας και τραγουδιστής των Grateful Dead (Jerome John Garcia, 1943-1995).

—του Γιώργου Τσακνιά—

Για μένα δεν ήταν μόνο εξαιρετικός μουσικός και φίλος· ήταν κάτι σαν μεγάλος μου αδερφός. Με δίδαξε, μου έμαθε ένα σωρό πράγματα, πολύ περισσότερα από όσα αντιλαμβανόταν ότι μου μάθαινε. [Bob Dylan]

Όταν o Jerry ήταν παιδί ο αδερφός του κατά λάθος του έκοψε το μεσαίο δάχτυλο του δεξιού χεριού με το τσεκούρι, κόβοντας ξύλα, ο πατέρας του ήταν μουσικός της jazz και του swing, Jose Ramon Garcia, μετανάστης από την Ισπανία, ήρθε στις ΗΠΑ το 1919, ο Jerry στα πέντε του είδε τον πατέρα του να πνίγεται στη θάλασσα και η εικόνα τον στοίχειωνε σε όλη του τη ζωή, ο Jerry πιτσιρικάς κυκλοφορούσε όλη μέρα στους δρόμους του San Francisco και δοκίμαζε όλων των ειδών τα ναρκωτικά, τις Κυριακές όμως πήγαινε στην εκκλησία για να ακούσει Μπαχ, ο Jerry που ως ασθματικό παιδί περνούσε περιόδους που δεν έβγαινε από το σπίτι και μόνο διάβαζε, καταβρόχθιζε βιβλία, ήθελε να γίνει ζωγράφος ή μουσικός αλλά κατάλαβε ότι έπρεπε να εστιάσει σε μία τέχνη και διάλεξε τη μουσική, δεν εγκατέλειψε όμως τα εικαστικά, έκανε την πρώτη του έκθεση το 1991 στη Weir Gallery στο Berkley, έκανε διάφορες δουλειές μικρός, μάζευε φρούτα στα χωράφια, κατατάχτηκε και στον στρατό αλλά αποπέμφθηκε εννιά μήνες αργότερα, ύστερα από δύο στρατοδικεία («είχαν την καλοσύνη να μην πουν δημοσίως ότι ήμουν παθολογικά αντιαυταρχικός»), ο Jerry ο διψασμένος για ζωή, με το λεπτό και αστείρευτο χιούμορ, ο Jerry που αγαπούσε τους ανθρώπους τόσο πολύ που καμιά φορά τους έκανε κακό με την αδυναμία του να τους στενοχωρεί, ακόμη και όταν έπρεπε, ο Jerry λοιπόν έδωσε το όνομά του σε ένα παγωτό, το Cherry Garcia, και σε έναν αστεροειδή, τον 4442 μεταξύ του Άρη και του Δία, τη ζωγραφική τη σπούδασε στην Καλών Τεχνών του San Francisco, μουσική δεν σπούδασε ποτέ, άκουγε μανιωδώς τα πάντα, έπαιζε πολλά όργανα, στον πρώτο solo δίσκο του έπαιζε όλα τα όργανα εκτός από ντραμς, το 1962 έφτιαξε μια μπάντα bluegrass όπου έπαιζε μπάντζο, όταν γνώρισε τον Bob Weir —που ήταν τότε μόλις δεκαέξι, ενώ ο Jerry ήταν μεγάλος, είκοσι ενός— το 1964 έφτιαξαν τους McCree’s Uptown Jug Champions, με χειροποίητα και αυτοσχέδια όργανα, ο Jerry όμως τον επόμενο χρονο είδε τους Beatles στο σινεμά και αποφάσισε να το γυρίσουν στα ηλεκτρικά όργανα, το συγκρότημα μετονομάστηκε σε Warlocks, έκαναν πρόβες σε ένα μαγαζί με μουσικά όργανα, η πρώτη τους συναυλία ήταν σε μια πιτσαρία, όταν έμαθαν ότι υπάρχει και άλλο συγκρότημα με το όνομα αυτό άρχισαν να αναζητούν νέο, μια μέρα ο  Jerry τράβηξε το λεξικό Webster από τη βιβλιοθήκη, το άνοιξε σε μια τυχαία σελίδα και διάβασε τη φράση Grateful Dead, ο ευγνώμων νεκρός, ο μύθος της αιώνιας επιστροφής, οι Grateful Dead έγιναν το συγκρότημα των acid tests, γύρναγαν την Αμερική με τους Merry Pranksters του Ken Kesey, του συγγραφέα του Στη φωλιά του κούκου και τον Owsley Stanley, γνωστό ως “The Bear”, ο οποίος κατασκεύαζε αρίστης ποιότητος LSD, που ήταν ακόμη νόμιμο, διοργάνωναν πάρτι όπου μπορούσε να συμβεί οτιδήποτε, ο Allen Ginsberg διάβαζε ποιήματα, οι Pranksters ζωγράφιζαν τους καλεσμένους με φλούο χρώματα, ο Ken Kesey ντυμένος Captain America έπαιζε με τους φωτισμούς ή μιλούσε από τα μεγάφωνα, οι Dead έπαιζαν μουσική —όταν, όσο και όπως μπορούσαν—, κυκλοφορούσε άφθονη πορτοκαλάδα με LSD (acid) και το λεωφορείο το έλεγαν Futhur και το οδηγούσε ο Neal Cassady, φίλος του Kerouac, ο “Dean Moriarty” του Στο δρόμο.

Ο Neal Cassady στο τιμόνι του Futhur 

Στις αρχές του 1966, το LSD κηρύχτηκε παράνομο. Μετά από ένα τελευταίο acid test κοντά στο Los Angeles, αποφασίσαμε, μερικοί από τους Merry Pranksters, να περάσουμε στο Μεξικό, όπου θα ήμασταν σχετικά ασφαλείς. Ελπίζαμε να βρούμε τον Ken Kesey που βρισκόταν ήδη εκεί — λίγους μήνες νωρίτερα σκηνοθέτησε την αυτοκτονία του και το έσκασε, κυνηγημένος από την αστυνομία. Στα σύνορα χρειάστηκε να ξεφορτώσουμε το λεωφορείο από όλα τα όργανα, τους ενισχυτές, τα φώτα, τα πάντα. Οι μεξικάνοι αστυνομικοί τα κοίταζαν για τέσσερις ώρες και μετά απλώς μας άφησαν και περάσαμε. Ταξιδεύαμε μέρες. Έκανε τρομερή ζέστη, είχαμε ελάχιστα χρήματα, το λεωφορείο ήταν σε κακή κατάσταση. Περνούσαμε από χωριά και οι ενήλικες έκαναν τον σταυρό τους και τα παιδιά ζητωκραύγαζαν κι έτρεχαν πίσω από το πολύχρωμο λεωφορείο μας. Τελικά, βρήκαμε τον Kesey κάπου στη ζούγκλα, μεταμφιεσμένο σε ορνιθολόγο. Έγινε έξαλλος που τον βρήκαμε και προδώσαμε την κρυψώνα του (όπως και να το κάνεις, δεν περνούσαμε απαρατήρητοι) και αρνήθηκε να μας ακολουθήσει. Συνεχίσαμε λοιπόν να ταξιδεύουμε νότια. Έξι μήνες αργότερα, επιστρέψαμε στις ΗΠΑ. Μαζί μας και ο Kesey, καταζητούμενος ακόμα, πέρασε τα σύνορα μεταμφιεσμένος σε μεθυσμένο τραγουδιστή της Country & Western που έχασε το πορτοφόλι του σε καυγά και μας βρήκε λίγο πιο πέρα. Γυρίσαμε στην Καλιφόρνια και, όπως ήμασταν, πήγαμε κατευθείαν με το λεωφορείο σε μια συναυλία των Grateful Dead. Ο τίτλος του event ήταν “Whatever it is”. [Carolyn “Mountain Girl” Garcia]

Και ακολούθησε η ιστορία των Grateful Dead, του κοινοβίου των Dead στο Haight Ashbury (Hashbury) του San Francisco, το summer of love του 1967 αλλά και μετά, μια ιστορία τριών δεκαετιών, what a long strange trip it’s been, το συγκρότημα κατέχει ρεκόρ ωρών συναυλίας, υπήρξαν χρονιές που ο Jerry, είτε με τους Dead είτε με άλλα σχήματα, έπαιζε εκατό συναυλίες τον χρόνο, τα live των Dead κρατούσαν τέσσερις, πέντε, έξι, εφτά ώρες, ρεκόρ ακροατηρίων, απέκτησαν φανατικούς οπαδούς, τους Deadheads, που τους ακολουθούσαν στις περιοδείες («Τι κάνεις;» «Ακολουθώ τους Dead»), είναι το μόνο συγκρότημα που ακόμα και στο απόγειο της φήμης του δεν έβγαλε λεφτά από τους δίσκους αλλά έχανε (μήνες ολόκληρους περνούσαν στο στούντιο, οι παραγωγοί της Warner —που αρχικά έτριβαν τα χέρια τους γιατί βρήκαν το νέο κελεπούρι της Δυτικής Ακτής— τελικά φρικάρανε, πάνω που νόμιζαν ότι τελείωνε η παραγωγή κάποιος πεταγόταν και έλεγε έχω μια καταπληκτική ιδέα, να ηχογραφήσουμε τον αέρα της ερήμου και τον αέρα της θάλασσας και να τα μιξάρουμε και πάνω σε αυτά να παίξουμε και οι άλλοι ενθουσιάζονταν και έλεγαν ναι, ναι, αυτό να κάνουμε, και μια άλλη φορά μάζεψαν εκατοντάδες τζιτζίκια για να τα ηχογραφήσουν αλλά το κουτί δεν έκλεινε καλά κι αυτά το έσκασαν και το στούντιο πλημμύρισε τζιτζίκια, ο εφιάλτης του ηχολήπτη) κι έτσι λοιπόν οι δίσκοι είχαν τρελά έξοδα και το συγκρότημα έχανε χρήματα αλλά αναπλήρωνε τη χασούρα από τις συναυλίες —στις οποίες, και πάλι εντελώς αντιεμπορικά, όχι μόνο δεν αποθάρρυναν την ηχογράφηση και τη βιντεοσκόπηση αλλά, αντίθετα, παρείχαν ειδικό χώρο στους ακροατές που ήθελαν να κάνουν κάτι τέτοιο— αν και δεν έχαναν ευκαιρία να κάνουν δωρεάν live για κάποιον σκοπό, κοινωνικής αλληλεγγύης ή περιβαλλοντικό, ή γιατί απλώς κάποιος τους το ζητούσε, οι συναυλίες ήταν εντελώς απρόβλεπτες, δεν έβγαιναν ποτέ στη σκηνή με λίστα, απλώς, άρχιζε κάποιος απ’ όλους να παίζει ένα κομμάτι και οι άλλοι ακολουθούσαν, το ένα κομμάτι οδηγούσε στο άλλο, ένα μικρό κομμάτι μπορούσε να κρατήσει μια ώρα ή ένα τεράστιο λίγα μόνο λεπτά, ο Jerry ήταν ο ηγέτης αν και ποτέ δεν αποδέχτηκε το «αξίωμα», όπως αρνιόταν σταθερά την πολιτική διάσταση του κινήματος των hippies και τον ρόλο που ήθελαν να του προσδώσουν σε αυτήν, προτιμούσε την έμπρακτη και αθόρυβη αλληλεγγύη και κατά τα άλλα ήθελε να παίζει μουσική, με τους Grateful Dead ή με τους Jerry Garcia Band ή με ένα από τα πολλά συγκροτήματα στα οποία κατά καιρούς συμμετείχε ή με φίλους ή με όποιον τύχαινε να βρεθεί εκεί δίπλα και να κρατάει μια κιθάρα, με την αγαπημένη του Janis Joplin, με τον Bob Dylan, με τους Allman Brothers, με τους Beach Boys, με τον David Crosby, με τον Ornette Coleman, με τους Quicksilver Messenger Service, με τους Band, με τον David Grisman, με τον Elvis Costelo, με τον Carlos Santana, με τον John Fogerty, με τον Merl Saunders, με τους Jefferson Airplane, let there be songs to fill the air, να παίζει κιθάρα και να αυτοσχεδιάζει, να παίζει πεντάχορδο μπάντζο πιστός στη bluegrass παράδοση, να τραγουδά μπλουζ, ροκ εντ ρολ, σουίνγκ, κάντρι, προσευχές, τον εθνικό ύμνο, οτιδήποτε — τον εθνικό ύμνο όντως τον τραγούδησε ο Jerry μαζί με τον Bob Weir και τον Vince Welnick το 1993 στο Candlestick Park πριν από έναν αγώνα των San Francisco Giants, παράξενο ίσως, εξάλλου και ο Al Gore, αντιπρόεδρος επί Clinton, στα νιάτα του ήταν deadhead και όταν έγινε αντιπρόεδρος κάλεσε τους Dead σε επίσημο γεύμα και τους ξενάγησε στον Λευκό Οίκο, παράξενο ίσως λοιπόν αλλά οι ΗΠΑ είναι όντως παράξενη χώρα, στο κάτω κάτω εκεί είναι που έγινε ακαδημαϊκός ο William Burroughs.

Το άλλο σταθερό ενδιαφέρον του Jerry ήταν τα ναρκωτικά, όλα τα ναρκωτικά, δεν πήγαινε πουθενά χωρίς το βαλιτσάκι του με τα ναρκωτικά, η απόλυτη ποικιλία ναρκωτικών, στο αεροπλάνο που τον έφερνε στην Ευρώπη το ’72 για περιοδεία κλείστηκε στην τουαλέτα και δεν έβγαινε και η αεροσυνοδός παρακάλεσε τους υπόλοιπους να πείσουν τον φίλο τους να βγει διότι έχει δημιουργηθεί ουρά και το αεροπλάνο μυρίζει ολόκληρο λιβάνι και κάντε κάτι παρακαλώ, όταν ο Jerry γνώρισε τον Νταλί είχε μεγάλη περιέργεια να μάθει τη γνώμη του για τα ναρκωτικά και φυσικά τον ρώτησε, «κύριε Νταλί, παίρνετε ναρκωτικά;» και η απάντηση του Νταλί ήταν, “Mister Garcia, I am drugs”, δεν έχουν τέλος οι ιστορίες με τα ναρκωτικά, το πάρτι του Playboy στο οποίο κάλεσε τους Dead ο Hugh Hefner —πλάι στην πισίνα, ανάμεσα στα ημίγυμνα κουνελάκια, ο Jerry εμφανίστηκε με πόντσο— έμεινε αξέχαστο στους καλεσμένους γιατί κάποιος από το συγκρότημα είχε τη φαεινή ιδέα να ρίξει LSD στη γαβάθα με τη σανγκρία, ο μόνος από τους Dead που δεν έβαζε ποτέ ναρκωτικά στο στόμα του ήταν ο Pigpen, ο οποίος όμως έπινε ουίσκι και κατέστρεψε το συκώτι του και πέθανε το ’73 στα εικοσιοχτώ του ­—στον τάφο του υπάρχει ανάγλυφη η φράση: “Pigpen was and is now forever a grateful dead”—, ο Jerry παραλίγο να πεθάνει το ’86, όταν έπεσε σε διαβητικό κώμα, του πήρε καιρό να συνέλθει, στην αρχή δεν μπορούσε καν να παίξει κιθάρα, την κοιτούσε και δεν καταλάβαινε τι πρέπει να κάνει, αλλά φίλοι του κάθισαν μαζί του με υπομονή και έπαιζαν και λίγο λίγο τη θυμήθηκε, από τότε πότε έκοβε τα ναρκωτικά και πότε ξανακυλούσε, η υγεία του είχε επιβαρυνθεί φοβερά από τη χρόνια κατάχρηση συν το μανιώδες κάπνισμα, τα μπόλικα περιττά κιλά και τον διαβήτη κι έτσι στις 9 Αυγούστου του 1995 τα ξημερώματα ο Jerry έφυγε από ανακοπή στο δωμάτιό του, στην κλινική αποτοξίνωσης, αφήνοντας πίσω του δύο πρώην συζύγους και μία νυν και τέσσερις κόρες.

The Grateful Dead Live on Haight Street 1968.

Ο Rick Danko των Band, εντελώς μεθυσμένος, τζαμάρει με την Janis Joplin, τον Jerry και τον Bob Weir στη διάρκεια περιοδείας με τρένο στον Καναδά το 1970 (το κινηματογραφικό υλικό από την περιοδεία αυτή έχει γίνει ταινία με τίτλο Festival Express). O Rick είναι τόσο χάλια, που ακόμη και η Joplin ανησυχεί.

Grateful Dead, U.S. Blues 1974.

Οι Dead τζαμάρουν με τον Hamza el Din και το συγκρότημά του στην Αίγυπτο, στις 16/9/1978.

Grateful Dead, Touch of Grey official video 1987 (το μοναδικό single των Dead που έγινε εμπορική επιτυχία).

Jerry Garcia Band, C’est la vie.

Dylan and the Dead, Rainy day women, 1994:

O Jerry για το δάσος του Αμαζονίου (1990)

If my words did glow with the gold of sunshine 
And my tunes were played on the harp unstrung, 
Would you hear my voice come thru the music, 
Would you hold it near as it were your own?

[Robert Hunter, The Grateful Dead]

* * *

Εδώ άλλες επετειακές αναρτήσεις του dim/art

Το dim/art στο facebook

follow-twitter-16u8jt2 αντίγραφο

One thought on “Jerry Garcia: a grateful dead

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s