Δόξα τω Θεώ, είμαι άθεος

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ, στις 22 Φεβρουαρίου 1900, γεννήθηκε ο Λουίς Μπουνιουέλ (Luis Buñuel Portolés, 22/2/1900-29/7/1983).

Luis Bunuel shooting Robinson Crusoe

Υπόγειες απολαύσεις — Μπουνιουέλ αυτοβιογραφούμενος

ΠΕΡΑΣΑ ΣΤΑ ΜΠΑΡ ΥΠΕΡΟΧΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ. Το μπαρ είναι για μένα ένας χώρος στοχασμού και περισυλλογής, χωρίς την οποία η ζωή θα ’ταν αδιανόητη. Παλιά συνήθεια που δυνάμωνε καθώς περνούσαν τα χρόνια. Όπως ο Άγιος Συμεών ο Στυλίτης, ανεβασμένος στην κολόνα του διαλογιζόταν με τον αόρατο θεό του, έτσι κι εγώ πέρασα στα μπαρ στιγμές μακρόσυρτου ρεμβασμού, μιλώντας σπάνια με τα παιδιά και πιο συχνά με τον εαυτό μου, πλημμυρισμένος luis-bunuelαπό χορό εικόνων που δεν έπαυαν να με εκπλήσσουν. Σήμερα, γέρος σαν τον αιώνα, βγαίνω πολύ λίγο από το σπίτι μου. Μόνος, τις στιγμές του απεριτίφ, στη μικρή γωνιά που είναι αραδιασμένα τα μπουκάλια μου, μ’ αρέσει ν’ αναπολώ τα μπαρ που αγάπησα.

ΚΑΤΑΡΧΗΝ ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΖΩ ΟΤΙ ΥΠΑΡΧΕΙ ΔΙΑΦΟΡΑ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΜΠΑΡ ΚΑΙ ΣΤΑ ΚΑΦΕ. Στο Παρίσι, για παράδειγμα, ποτέ δε μπόρεσα να βρω ένα μπαρ κατάλληλο. Αντίθετα, είναι μια πόλη πλούσια σε θαυμαστά καφέ. Όπου κι αν πάτε, από τη Μπελβίλ μέχρι την Οτέιλ, ποτέ δε θα σας πιάσει αγωνία μήπως και δε βρείτε μια θέση να καθήσετε και ένα γκαρσόν να σας πάρει παραγγελία. Μπορούμε να φανταστούμε το Παρίσι χωρίς τα καφέ, χωρίς τις υπέροχες ταράτσες, χωρίς τα Tabac; Θα ‘ταν σαν να αντικρίζαμε μια πόλη αφανισμένη από την ατομική έκρηξη.

ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ ΞΕΤΥΛΙΧΤΗΚΕ ΣΤΟ ΚΑΦΕ ΣΥΡΑΝΟ, ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΜΠΛΑΝΣ. Μ’ άρεσε επίσης το Σελέκτ στα Ιλίσια Πεδία, κι ήμουν καλεσμένος στα εγκαίνια του Κουπόλ στη Μονμάρτη. Ο Μαν Ρέι και ο Αραγκόν μού είχαν δώσει εκεί ραντεβού, για να οργανώσουμε την πρώτη προβολή της ταινίας «Ένας ανδαλουσιανός σκύλος». Δεν αναφέρω τα υπόλοιπα. Λέω μόνο πως τα καφέ είναι χώρος για συζήτηση, χώρος του πήγαινε-έλα και της ηχηρής, καμιά φορά, φιλίας των γυναικών. Το μπαρ αντίθετα είναι μια tumblr_lstsykX0tH1r4pvbqo1_500άσκηση μοναξιάς. Πρέπει πρωτ’ απ’ όλα να ‘ναι ήσυχο, σκιερό και πολύ άνετο. Η μουσική, ακόμα και σιγανή -σε αντίθεση με την αισχρή χρήση που γίνεται σήμερα-, πρέπει να ‘ναι αυστηρά διαλεγμένη.  Το πολύ δώδεκα τραπέζια με θαμώνες, αν είναι δυνατόν, στο ελάχιστο φλύαρους.

ΑΓΑΠΩ, ΓΙΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ, ΤΟ ΜΠΑΡ ΤΟΥ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟΥ ΠΛΑΖΑ ΣΤΗ ΜΑΔΡΙΤΗ. Ο μετρ του ξενοδοχείου με γνωρίζει και με οδηγεί κατευθείαν στο αγαπημένο μου τραπέζι, με τη ράχη στον τοίχο. Μετά το απεριτίφ, αν θέλεις μπορείς να δειπνήσεις. Ο φωτισμός είναι πάρα πολύ διακριτικός, αλλά τα τραπέζια φωτίζονται αρκετά. Στη Μαδρίτη αγαπούσα πολύ και το Σκοτ, που ήταν γεμάτο από πολύτιμες αναμνήσεις. Σ’ αυτό πήγαινα ευχαρίστως με φίλους, παρά για μοναχικούς στοχασμούς. Στο ξενοδοχείο του Παουλάρ, βόρεια της Μαδρίτης, χτισμένο μέσα σε μια από τις αυλές ενός υπέροχου γοτθικού μοναστηριού, συνήθιζα να παίρνω το απεριτίφ μου το βράδυ, σε μια μεγάλη σάλα με γρανιτένιες κολόνες. Εκτός από το Σάββατο και την Κυριακή, μέρες πάντα ολέθριες, με τους τουρίστες και τα φωνακλάδικα παιδιά να συνωστίζονται, ήμουν ουσιαστικά μόνος, περικυκλωμένος από ρεπροντιξιόν των πινάκων τουMV5BMTQ5Mzk1MDI5MV5BMl5BanBnXkFtZTcwOTY0MzcxOA@@._V1._SX640_SY424_ Ζουρμπαράν, ενός από τους αγαπημένους μου ζωγράφους. Η σιωπηλή σκιά ενός γκαρσονιού περνούσε πότε-πότε από μακριά, σεβόμενος την αλκοολική μου περισυλλογή.

ΜΠΟΡΩ ΜΑ ΠΩ ΟΤΙ ΛΑΤΡΕΨΑ ΑΥΤΟ ΤΟ ΜΕΡΟΣ ΣΑΝ ΤΟΝ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΦΙΛΟ ΜΟΥ. Στο τέλος μια μέρας δουλειάς και περιπάτου, ο Ζαν-Κλοντ Καριέρ, που συνεργαζόταν μαζί μου στα σενάρια, μ’ άφησε για σαράντα πέντε λεπτά. Όταν ήρθε να με βρει άκουσα τα συνεπή βήματά του στο πλακόστρωτο. Κάθησε απέναντί μου και ήμουν αναγκασμένος -ήταν μια συμφωνία που είχαμε κάνει, γιατί πιστεύω ότι η φαντασία είναι μια ποιότητα του πνεύματος, που μπορεί κανείς να την εξασκήσει και να την αναπτύξει όπως τη μνήμη- να του διηγηθώ μια ιστορία, μικρή ή μεγάλη, που μόλις είχα φανταστεί αυτά τα τρία τέταρτα ονειροπόλησης. Αυτή η ιστορία μπορεί να είχε ή να μην είχε σχέση με το σενάριο που δουλεύαμε. Μπορεί να ήταν ευτράπελη ή μελοδραματική, τρομακτική ή ουράνια. Σημασία είχε να τη διηγηθώ.

Luis BunuelΣΤΗ ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ, ΕΧΩ ΦΥΛΑΞΕΙ ΜΙΑ ΥΠΕΡΟΧΗ ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΜΠΑΡ ΤΟΥ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟΥ ΠΛΑΖΑ, αν και ήταν ένας τόπος συχνών ραντεβού και απαγορευμένος στις γυναίκες. Συνήθιζα να λέω στους φίλους μου, που το επαλήθευσαν αρκετές φορές: «Αν περάσετε από τη Νέα Υόρκη και αναρωτιέστε αν είμαι εκεί, πηγαίνετε στο μπαρ του Πλάζα, μεσημέρι. Αν βρίσκομαι στη Νέα Υόρκη, θα είμαι εκεί». Αυτό το εξαίσιο μπαρ, με θέα στο Σέντραλ Παρκ, δυστυχώς σήμερα είναι πιο πολύ εστιατόριο. Για το μπαρ έχουν απομείνει δυο τραπέζια (…)

ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΜΕΝΟΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΔΙΑΣΤΡΟΦΕΣ ΠΟΥ ΠΑΡΑΜΟΝΕΥΟΥΝ ΣΤΟΥΣ ΑΝΗΜΠΟΡΟΥΣ ΓΕΡΟΥΣ, με ήρεμο βλέμμα και χωρίς καμία μεταμέλεια, θυμάμαι τις πουτάνες της Μαδρίτης, τα παρισινά μπουρδέλα και τα ταξιγκέρλς της Νέας Υόρκης. Εκτός από μερικά ζωντανά σόου στο Παρίσι, πιστεύω ότι έχω δει μόνο μια πορνό ταινία στη ζωή μου, με τον εξαίσιο τίτλο η «Αδελφή Βαζελίνη». Άρχιζε με μια καλή αδελφή στον κήπο ενός μοναστηριού. Την πήδαγε ο κηπουρός, ο οποίος με τη σειρά του σοδομιζόταν από κάποιον άλλο, μέχρι που και οι τρεις φάνηκαν σε μια κοινή σκηνή. Ξαναβλέπω ακόμα τη μαύρη βαμβακερή κάλτσα της καλής αδελφής που σταμάταγε πάνω από το γόνατο. Ο Ζαν Μοκλαίρ, του Στούντιο 28, μου χάρισε αυτήν την ταινία, μα την έχασα.

ΘΑ ΘΕΛΑ ΝΑ ΠΩ ΚΑΙ ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΑ ΕΡΓΑ. Εκείνη την εποχή η ιδέα να συμμετάσχουμε σ’ ένα όργιο μας αναστάτωνε αφάνταστα. Μια μέρα στο Χόλιγουντ, ο Τσάρλι Τσάπλιν οργάνωσε ένα όργιο για μένα και images bunuelδυο ισπανούς φίλους μου. Έφτασαν τρεις όμορφες νεαρές κοπέλες της Πασαντένα, αλλά για κακή μας τύχη άρχισαν να μαλώνουν μεταξύ τους, γιατί και οι τρεις ήθελαν τον Τσάρλι Τσάπλιν. Τελικά έφυγαν. Μια άλλη φορά στο Λος Άντζελες, με το  φίλο μου Ουγκάρτ, προσκαλέσαμε σπίτι μου τη Lya Lys, που έπαιζε στη «Χρυσή Εποχή», και μια φίλη της. Όλα ήταν έτοιμα, τα λουλούδια, η σαμπάνια. Καινούργια αποτυχία. Οι δυο γυναίκες έμειναν μόλις μια ώρα και μετά έφυγαν.

ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΕΠΟΧΗ ΕΝΑΣ ΡΩΣΟΣ ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΟΣ, τ’ όνομά του μου διαφεύγει, εξουσιοδοτημένος να ‘ρθει στο Παρίσι, μου ζήτησε να οργανώσω ένα μικρό παρισινό όργιο. Ήταν αρκετά καταβεβλημένος. Απευθύνθηκα στον Αραγκόν που με ρώτησε: «Λοιπόν, αγαπητέ μου φίλε, θα ‘θελες να σου…;» Εδώ, με τη μεγαλύτερη λεπτότητα του κόσμου, ο Αραγκόν χρησιμοποίησε μια λέξη, που μαντεύετε, αλλά δε μπορώ να τη γράψω. Τίποτα δε  μου φαίνεται πιο περιφρονητικό, εδώ και κάτι χρόνια, όσο ο πολλαπλασιασμός των αισχρών λέξεων, χωρίς κανένα νόημα, στα έργα και τις εργασίες των συγγραφέων μας. Αυτή η υποτιθέμενη ελευθεροποίηση είναι ένα άθλιο μασκάρεμα της ελευθερίας. Γι’ αυτό αρνούμαι κάθε σεξουαλική αυθάδεια και λεκτική επιδειξιομανία. Στην ερώτηση του Αραγκόν απάντησα: «Καθόλου». Μετά απ’ αυτό ο Αραγκόν με συμβούλεψε να αποφεύγω τα όργια και ο ρώσος γύρισε άπρακτος στην πατρίδα του.

Απόσπασμα από το βιβλίο Υπόγειες απολαύσεις (τρία αυτοβιογραφικά κείμενα του Λουίς Μπουνιουέλ), Περιοδικό, Εκδόσεις Νεφέλη  (1984). Πηγή: doctv

164946134_640

Un Chien Andalou 1929
Ένας Ανδαλουσιανός Σκύλος

Ένα μπαλκόνι, βράδυ.
Ένας άντρας ακονίζει το ξυράφι του κοντά στο μπαλκόνι.
Ο άντρας κοιτά μες απ’ τα τζάμια τον ουρανό και βλέπει…
Ένα ελαφρύ σύννεφο που πλησιάζει το γεμάτο ολοστρόγγυλο φεγγάρι.
Κατόπιν, το κεφάλι ενός νεαρού κοριτσιού με ολάνοιχτα μάτια.
Σ’ ένα απ’ τα μάτια της προχωρεί η λάμα ενός ξυραφιού.
Το ελαφρύ σύννεφο περνά τώρα μπροστά απ’ το φεγγάρι.
Η κόψη του ξυραφιού περνά και κόβει στα δύο τα μάτια του κοριτσιού.
Ο Ανδαλουσιανός Σκύλος (πρωτότυπος τίτλος στα γαλλικά Un chien andalou) είναι κινηματογραφική ταινία μικρού μήκους, του σκηνοθέτη Λουίς Μπουνιουέλ σε συνεργασία με τον ζωγράφο Σαλβαδόρ Νταλί. Η ταινία γυρίστηκε το 1929 και αποτελεί ίσως το μοναδικό δείγμα τόσο καθαρής υπερρεαλιστικής έκφρασης στο χώρο της έβδομης τέχνης. Βασισμένη σε όνειρα, των Μπουνιουέλ και Νταλί, ο Ανδαλουσιανός σκύλος αποτελεί συρραφή φαινομενικά ασύνδετων, απρόσμενων και αισθητικά προκλητικών σκηνών, οι οποίες έχουν κατά καιρούς ερμηνευτεί ως αλληγορίες, συχνά υπό το πρίσμα των φροϋδικών θεωριών. Το σενάριο της ταινίας ολοκληρώθηκε σε διάστημα περίπου έξι ημερών, ενώ τα γυρίσματα είχαν διάρκεια περίπου δεκαπέντε ημερών. Η πρώτη δημόσια προβολή της ταινίας οργανώθηκε στην αίθουσα Ursulines στο Παρίσι, συγκεντρώνοντας διάσημους καλλιτέχνες μεταξύ των οποίων ο Ζαν Κοκτώ και ο μουσικός Ζωρζ Ωρίκ, καθώς και την υπερρεαλιστική ομάδα. Στη συνέχεια αγοράστηκε και προβλήθηκε στις αίθουσες για περίπου οκτώ μήνες.

Αυτό που ήθελα αρχικά να κάνω, ήταν μια ταινία που να μοιάζει με εφημερίδα και να έχει διάφορες στήλες: ειδήσεις, δικαστήρια, δραματικά γεγονότα, αστυνομικό δελτίο. Επισκέφθηκα, μάλιστα, έναν διευθυντή εφημερίδας, ο οποίος συμφώνησε να κινηματογραφήσω τα πιεστήρια κι ό,τι άλλο ήθελα. Ύστερα επισκέφθηκα τον Νταλί στο Καδακές. Από το 1920-’21 ήμαστε πολύ φίλοι. Κι ήταν φυσικό να μιλήσουμε για την ταινία. Ένα πρωινό, μου λέει: «Είδα ένα αστείο όνειρο: είχα μια τρύπα στο χέρι κι από μέσα έβγαιναν μυρμήγκια». «Ε, λοιπόν», του λέω, «κι εγώ ονειρεύτηκα παράξενα πράγματα. Είδα τη μητέρα μου, το φεγγάρι κι ένα σύννεφο που το διέσχιζε κι ύστερα ήθελαν να χαράξουν το μάτι της μητέρας μου, που ολοένα οπισθοχωρούσε». Και λέμε κι οι δυο μαζί: «Να, η ταινία μας!» Αρχίσαμε να δουλεύουμε. Γράψαμε το σενάριο μέσα σε δέκα μέρες, αποκλείοντας κάθε είδους συνειρμό που μας φαινόταν λογικός, φυσιολογικός ή μνημονικός. Για παράδειγμα, ο Νταλί έπαιρνε ένα πακέτο τσιγάρα και το ακουμπούσε σ’ ένα χαμηλό τραπέζι. Κι εγώ του έλεγα: «Τώρα, αντί για πακέτο, έχουμε ένα βάτραχο». Το απορρίπταμε – κακιά ιδέα. Δεν υπήρχε μαγεία. Αφήναμε μόνο εκείνα τα πράγματα που μας ευχαριστούσαν, που δε σήμαιναν τίποτα… εικόνες που αγαπούσαμε… Απ’ τις έξι, απορρίπταμε τις πέντε. Οι πρώτες εικόνες μας ήρθαν πολύ εύκολα: το φεγγάρι, το σύννεφο, ο άνθρωπος που ξυρίζεται, που ακονίζει το ξυράφι… Αυτό το τελευταίο ήταν ιδέα του Νταλί, όπως κι ο ποδηλάτης…

Buñuel dali 1933…Με τον Νταλί δουλέψαμε μέσα σε πλήρη ομοφωνία. Συγκεντρώναμε τις ιδέες μας και τις απορρίπταμε όταν νιώθαμε ότι δεν ταίριαζαν, είτε γιατί η αλληλοδιαδοχή των εικόνων ήταν τελείως προφανής, είτε γιατί, αντιθέτως, τραβούσαμε τα πράγματα από τα μαλλιά. Ψάχναμε να βρούμε μια ισορροπία ανάμεσα στο ορθολογικό και το ανορθολογικό, έτσι ώστε μέσα από το τελευταίο να κατανοήσουμε αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί με λόγια, να ενώσουμε το όνειρο με την πραγματικότητα, τη συνείδηση με το ασυνείδητο, πέρα από κάθε συμβολισμό. Μετά τον πρόλογο, ήμαστε διστακτικοί κι απορρίπταμε τη μια ιδέα μετά την άλλη, ώσπου ο Νταλί είχε εκείνη του ποδηλάτη με το κουτί: «Πολύ ωραία» είπα, και ξεκινήσαμε πάνω σ’ αυτό το μοτίβο. Δε θέλαμε να συνδέσουμε τη μια εικόνα με την άλλη σύμφωνα με κάποια λογική ή, έστω, απουσία λογικής, αλλά να βρούμε μια συνέχεια που να ικανοποιεί το ασυνείδητο μας, χωρίς να πληγώνει το συνειδητό μας και, ταυτόχρονα, να μην έχει άμεση σχέση με την αιτιοκρατία. Μ’ άλλα λόγια, σκοπός μας ήταν να πλησιάσουμε, θεωρητικά, όσο γίνεται περισσότερο αυτό που ο Μπρετόν είχε ορίσει ως την ουσία του σουρεαλισμού. Δεν είναι σωστό να μιλούν για έλλειψη λογικής συνέχειας στον Ανδαλουσιανό σκύλο. Αν ήταν έτσι, θα ντεκουπάριζα την ταινία σε φλασάκια, θα έβγαζα απ’ το μαγικό καπέλο διάφορα γκαγκ και θα κολλούσα τις σεκάνς στην τύχη. Δεν έγινε έτσι, όχι πως δεν μπορούσα να το κάνω, κι ούτε μ’ εμπόδιζε τίποτα. Όμως, πρόκειται για μια σουρεαλιστική ταινία όπου οι εικόνες, οι σεκάνς ακολουθούν μια λογική τάξη, της οποίας η έκφραση εξαρτάται από το ασυνείδητο, που έχει τη δική του τάξη…

[Τη σκηνή του κομμένου ματιού] τη γύρισα με αυτοθυσία λέγοντας: «Πρέπει να την κάνω, όπως θυσιάζεται κανείς για την πατρίδα». Ήταν ένα μάτι από ψόφιο βόδι, στο οποίο είχα βάλει ρίμελ. Θα μπορούσαμε, όμως, να το κάνουμε και μ’ ένα ζωντανό βόδι. Ο Νταλί δε συμμετείχε καθόλου στα γυρίσματα. Ήρθε μόνο την τελευταία μέρα με τη μητέρα του και τη θεία του. Το μόνο που έκανε ήταν να βάλει τους γαϊδάρους στα πιάνο και ν’ αλείψει με πίσσα τα μάτια τους. Ύστερα έφυγε για το Φιγκέρας.

Max Aub, Conversaciones con Bunuel, Joaquin Mortis, Πόλη του Μεξικού 1972, και Aguilar de Ediciones, Μαδρίτη 1985.

luis-bunuel (1)

Αν μου ‘λέγαν: σου μένουν είκοσι χρόνια ζωής, πως θα ‘θελες να περάσεις το κάθε εικοσιτετράωρο που σου απομένει να ζήσεις; Θα απαντούσα: δώστε μου δυο ώρες ενεργητικότητας και είκοσι δύο ώρες για να ονειρεύομαι υπό την προϋπόθεση ότι θα μπορώ να θυμάμαι — γιατί το όνειρο δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο μέσα από τη μνήμη που το τρέφει.

Λατρεύω τα όνειρα, ακόμη κι όταν είναι εφιάλτες, όπως συμβαίνει συνήθως με τα δικά μου. Τα όνειρά μου είναι διαρκώς σπαρμένα από εμπόδια, που τα συναντώ ξανά και ξανά. Αλλά το ίδιο μου κάνει.

Αυτός ο τρελός έρωτας για το όνειρο, για την απόλαυση του να ονειρεύομαι τελείως απαλλαγμένος από οποιαδήποτε ανάγκη για εξήγηση, είναι ένα από τα βαθιά αισθήματα που μ’ έφεραν κοντά στο σουρεαλισμό. Ο Ανδαλουσιανός σκύλος γεννήθηκε από τη συνάντηση ενός ονείρου μου με ένα όνειρο του Νταλί. Αργότερα εισήγαγα όνειρα στις ταινίες μου, προσπαθώντας να αποφύγω τον λογικό κι επεξηγηματικό ρόλο που παίζουν συνήθως. Μια μέρα είπα σ’ ένα μεξικανό παραγωγό — που όμως δεν του άρεσε καθόλου το αστείο μου: «Αν η ταινία βγει πολύ μικρή, θα βάλω μέσα ένα όνειρο».

Λουίς Μπουνιουέλ, Η τελευταία πνοή, μτφ. Μαρία Μπαλάσκα, «Οδυσσέας».

paradoxes-de-bunuel-04-g

Ο Ανδαλουσιανός σκύλος δεν θα υπήρχε χωρίς τον σουρεαλισμό. Ένα πετυχημένο φιλμ, να τι σκέφτονται οι περισσότεροι απ’ όσους το ‘χουν δει. Όμως, τι μπορώ να κάνω εναντίον όλων αυτών των ένθερμων οπαδών κάθε ανανέωσης , ακόμα κι αν αυτή η ανανέωση προσβάλλει τις πιο βαθιές τους πεποιθήσεις, εναντίον ενός Τύπου πουλημένου ή ψεύτικου, εναντίον αυτής της ηλίθιας μάζας που βρήκε ωραίο και ποιητικό αυτό που κατά βάθος δεν είναι παρά μια απελπισμένη και παθιασμένη πρόκληση για δολοφονία.

Λουίς Μπουνιουέλ,περιοδικό Σουρεαλιστική Επανάσταση

bunueldali

Χρειάστηκε να φτάσω στη ηλικία των εξηντα πέντε ετών για να κατανοήσω και να αποδεχτώ πλήρως την αθωότητα της φαντασίας. Μου χρειάστηκε όλος αυτός ο χρόνος για να παραδεχτώ πως ό,τι συνέβαινε μέσα στο μυαλό μου δεν αφορούσε παρά μόνο εμένα, οτι δεν ήταν με κανένα τρόπο αυτό που ονόμαζαν «κακές σκέψεις», δεν ήταν με κανένα τρόπο αμάρτημα, και οτι έπρεπε να αφήσω τη φαντασία μου ελεύθερη, ακόμη και αν ήταν αιμοδιψής και διεστραμένη.

Καθώς πλησιάζει η τελευταία μου πνοή, συχνά φαντάζομαι μια τελευταία φάρσα. Καλώ τους παλιούς μου φίλους, εκείνους που είναι ορκισμένοι άθεοι, σαν κι εμένα. Τεθλιμμένοι, παίρνουν θέση γύρω από το κρεβάτι μου. Τότε καταφθάνει ένας ιερέας, που τον έχω καλέσει εγώ. Προς μεγάλο σκανδαλισμό των φίλων μου εξομολογούμαι, ζητάω άφεση των αμαρτιών μου και δέχομαι την τελευταία μετάληψη. Ύστερα γυρίζω στο πλάι και πεθαίνω.

Λουίς Μπουνιουέλ, Η τελευταία πνοή, μτφ. Μαρία Μπαλάσκα, «Οδυσσέας».

croppedimage690358-BUNUEL

 

Επιμέλεια αφιερώματος: Γιώργος Τσακνιάς

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Επετειακά

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

7 comments

  1. Reblogged this on ungratefulassassin7* and commented:
    »Αν μου ‘λέγαν: σου μένουν είκοσι χρόνια ζωής, πως θα ‘θελες να περάσεις το κάθε εικοσιτετράωρο που σου απομένει να ζήσεις; Θα απαντούσα: δώστε μου δυο ώρες ενεργητικότητας και είκοσι δύο ώρες για να ονειρεύομαι υπό την προϋπόθεση ότι θα μπορώ να θυμάμαι — γιατί το όνειρο δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο μέσα από τη μνήμη που το τρέφει.

    Λατρεύω τα όνειρα, ακόμη κι όταν είναι εφιάλτες, όπως συμβαίνει συνήθως με τα δικά μου. Τα όνειρά μου είναι διαρκώς σπαρμένα από εμπόδια, που τα συναντώ ξανά και ξανά. Αλλά το ίδιο μου κάνει.

    Αυτός ο τρελός έρωτας για το όνειρο, για την απόλαυση του να ονειρεύομαι τελείως απαλλαγμένος από οποιαδήποτε ανάγκη για εξήγηση, είναι ένα από τα βαθιά αισθήματα που μ’ έφεραν κοντά στο σουρεαλισμό. Ο Ανδαλουσιανός σκύλος γεννήθηκε από τη συνάντηση ενός ονείρου μου με ένα όνειρο του Νταλί. Αργότερα εισήγαγα όνειρα στις ταινίες μου, προσπαθώντας να αποφύγω τον λογικό κι επεξηγηματικό ρόλο που παίζουν συνήθως. Μια μέρα είπα σ’ ένα μεξικανό παραγωγό — που όμως δεν του άρεσε καθόλου το αστείο μου: «Αν η ταινία βγει πολύ μικρή, θα βάλω μέσα ένα όνειρο».»

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.