Thomas Pynchon, Bleeding Edge: η πρώτη σελίδα

images

Το dim/art προδημοσιεύει την πρώτη σελίδα του νέου, ανέκδοτου ακόμη, μυθιστορήματος του Τόμας Πίντσον Bleeding Edge, σε μετάφραση Γιώργου Κυριαζή. Θα κυκλοφορήσει στις ΗΠΑ στις 17/9/2013, λέγεται δε ότι δεν έχει καν ολοκληρωθεί ακόμη. Τέσσερα χρόνια μετά το Inherent Vice (2009 — στα ελληνικά: Έμφυτο ελάττωμα, μετάφραση Γιώργος Κυριαζής, 2011, «Καστανιώτης») οι απανταχού μανιώδεις αναγνώστες του αμερικανού συγγραφέα περιμένουν το Bleeding Edge με ανυπομονησία. Την ημερομηνία έκδοσης την προανήγγειλαν οι εκδόσεις Penguin, οι οποίες και δημοσίευσαν την πρώτη σελίδα του μυθιστορήματος ως teaser.

Αύριο, ο Τόμας Πίντσον κλείνει τα 76 (γεννήθηκε στις 8 Μαΐου του 1937). Η ελληνική κοινότητα Πιντσονόφιλων γιορτάζει τα γενέθλια του μυστηριώδους συγγραφέα —που αποφεύγει τη δημοσιότητα όπως ο διάολος το λιβάνι (κι όπως το λιβάνι τον διάολο) και αρνείται να φωτογραφηθεί— «με έναν Μαραθώνιο Ανάγνωσης από τα βιβλία του, με μουσικές παρεμβάσεις, και εικαστικές διαθέσεις», αύριο Τετάρτη 8/5 από τις 12 το μεσημέρι μέχρι όσο τραβήξει, στο Poems & Crimes bar των εκδόσεων «Γαβριηλίδη» (Αγίας Ειρήνης 17, Μοναστηράκι). Εκεί θα αναγνωστεί δημόσια και η πρώτη σελίδα του Bleeding Edge, την οποία προδημοσιεύουμε σήμερα.

Το dim/art ευχαριστεί τον Γιώργο Κυριαζή, μεταφραστή του Τόμας Πίντσον στην Ελλάδα, βραβευμένο το 2010 με το βραβείο του ΕΚΕΜΕΛ για τη μετάφραση του Ενάντια στη μέρα.

* * *

Thomas Pynchon, Bleeding Edge: η πρώτη σελίδα

Είναι η πρώτη μέρα της Άνοιξης του 2001, και η Μαξίν Τάρνοφ, αν και κάποιοι την έχουν ακόμη καταγραμμένη στα συστήματά τους ως Λέφλερ, πηγαίνει τα αγόρια της στο σχολείο με τα πόδια. Μπορεί να έχουν περάσει πια την ηλικία που χρειάζονταν συνοδεία, και μπορεί η Μαξίν να μη θέλει να σταματήσει να τα συνοδεύει. Είναι μόλις δυο τετράγωνα, και είναι στο δρόμο για τη δουλειά της, και το απολαμβάνει, πού είναι, λοιπόν, το πρόβλημα;

Αυτό το πρωινό, κατά μήκος όλων των δρόμων, φαίνεται πως όλες οι αχλαδιές στο Άνω Δυτικό Μανχάταν αποφάσισαν μέσα σε μια νύχτα ν’ ανθίσουν, σχηματίζοντας με τα μπουμπούκια τους πανομοιότυπα λευκά σύννεφα. Μπροστά στα μάτια της Μαξίν, το ηλιόφως τρυπώνει μέσα από στέγες και υδατοδεξαμενές, φτάνει στο τέρμα του τετραγώνου και πέφτει πάνω σε ένα συγκεκριμένο δέντρο, που μονομιάς γεμίζει φως.

«Μαμά», λέει ο Ζίγκι, βιαστικός, όπως πάντα. «Έλα».

«Παιδιά, κοιτάξτε εκείνο το δέντρο».

Ο Ότις σταματάει και το κοιτάζει. «Απίθανο, μαμά».

«Δεν είναι κακό», συμφωνεί ο Ζιγκ. Τα αγόρια προχωρούν, και η Μαξίν απολαμβάνει για μισό λεπτό ακόμη το δέντρο, και μετά τα ακολουθεί. Στη γωνία, με μια ανακλαστική κίνηση που έχει πια φυτευτεί βαθιά μέσα της, μπαίνει μπροστά τους ώστε να βρίσκεται ανάμεσα στα παιδιά της και σε οποιονδήποτε οδηγό μπορεί να έχει για χόμπι να παίρνει άγρια τις στροφές και να πατάει κόσμο.

Το ηλιόφως που καθρεφτίζεται στα παράθυρα των διαμερισμάτων έχει αρχίσει να σχηματίζει θολά σχέδια στις προσόψεις των απέναντι κτηρίων. Διπλά λεωφορεία, καινούργια σ’ αυτές τις γραμμές, σέρνονται στις οδικές αρτηρίες σαν γιγάντια έντομα. Τα ατσάλινα ρολά ανεβαίνουν, τα πρωινά φορτηγά διπλοπαρκάρουν, και διάφοροι τύποι έχουν βγει έξω και με μάνικες καθαρίζουν το πεζοδρόμιο μπροστά από τα μαγαζιά τους. Άστεγοι κοιμούνται σε εισόδους, απορριματοσυλλέκτες με τεράστιες πλαστικές σακούλες γεμάτες άδεια κουτάκια από μπίρες και αναψυκτικά πηγαίνουν στα σουπερμάρκετ για να τα πουλήσουν, εργατικά συνεργεία περιμένουν μπροστά από κτήρια για να έρθει ο επιστάτης. Δρομείς κάνουν τροχάδην επιτόπου στη γωνία περιμένοντας να ανάψει το πράσινο. Μπάτσοι βρίσκονται μέσα σε καφετέριες και αναπληρώνουν την έλλειψή τους σε κουλούρια. Παιδιά, γονείς και παραμάνες, με καρότσια ή με τα πόδια, πηγαίνουν προς όλες τις κατευθύνσεις καθοδόν για τα σχολεία της γειτονιάς. Τα μισά παιδιά είναι πάνω σ’ αυτά τα καινούργια πατίνια, τα Ρέιζορ, οπότε στον κατάλογο των πραγμάτων που πρέπει να προσέχεις, πρόσθεσε την αιφνιδιαστική επίθεση από τροχήλατο αλουμίνιο.

* * *

Ο Τόμας Πίντσον μάς μεταφέρει στη Νέα Υόρκη των πρώτων χρόνων του Διαδικτύου

Βρισκόμαστε στο 2001 στη Νέα Υόρκη, σ’ εκείνη τη περίοδο νηνεμίας ανάμεσα στη χρηματιστηριακή κατάρρευση των εταιρειών τεχνολογίας και στα φοβερά γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου. Η Silikon Alley είναι μια πόλη-φάντασμα, το «Διαδίκτυο 1.0» περνάει τις εφηβικές του αγωνίες, η Google δεν έχει βγει ακόμα στην αγορά για επενδυτές και η Microsoft δεν έχει πάψει να θεωρείται η Αυτοκρατορία του Κακού. Μπορεί να μην κυκλοφορούν πλέον τα χρήματα που υπήρχαν στο απώγειο της «φούσκας» της τεχνολογίας, παραταύτα δεν λείπουν οι τυχοδιώκτες που κοιτάνε να αρπάξουν ό,τι μπορούν από όσα έχουν περισσέψει.

Η Maxine Tarnow έχει μια μικρή επιχείριση εξιχνίασης οικονομικής απάτης στο Upper West Side και καταδιώκει λογιών-λογιών μικροαπατεώνες. Πριν από λίγο καιρό, το πρακτορείο ερευνών της ήταν νόμιμο, αλλά έχει πλέον χάσει την άδειά της, γεγονός που αποδεικνύεται σωτήριο καθότι τώρα είναι σε θέση να εφαρμόζει τον δικό της κώδικα ηθικής —να κουβαλάει μια Μπερέτα, να κάνει δουλειές με ανθρώπους του υποκόσμου ή να χακάρει τραπεζικούς λογαριασμούς—, χωρίς να αισθάνεται ιδιαίτερες τύψεις για τίποτε απ’ όλα αυτά. Κατά τα άλλα, είναι μια τυπική εργαζόμενη μητέρα —δύο αγόρια στο δημοτικό, σχέση «ήξεις αφήξεις» με τον σχεδόν πρώην άντρα της, τον Horst, ζωή όσο γίνεται φυσιολογική για τη γειτονιά όπου μένει— ώς τη στιγμή που η Maxine αρχίζει να ερευνά τα οικονομικά μιας εταιρείας που παρέχει υπηρεσίες διαδικτυακής ασφάλειας και του ξενέρωτου δισεκατομμυριούχου CEO της· και τότε, τα πράγματα αρχίζουν να στριμώχνουν και παίρνουν τάχιστα τον κατήφορο. Σύντομα θα βρεθεί ανάμεσα σ’ ένα «βαποράκι» με σκάφος τύπου «αρ ντεκό», έναν τύπο που είχε κάνει τη μύτη του επάγγελμα και ήταν εμμονικός με το αφτερσέιβ του Χίτλερ, ένα νεοφιλελεύθερο όργανο της τάξης που είχε θέμα με τα είδη υπόδυσης, μέλη της ρωσικής μαφίας, διάφορους μπλόγκερ, χάκερ, ιντερνετάδες και επιχειρηματίες, μερικοί από τους οποίους θα καταλήξουν μυστηριωδώς νεκροί. Και όχι βεβαίως από φυσικά αίτια.

Μέσω περιηγήσεων άλλοτε στο Βαθύ Διαδίκτυο και άλλοτε στην εξοχή του Long Island, ο Τόμας Πίντσον δίνει φωνή στην Εβραία μάνα που κρύβει μέσα του, και μας προσφέρει ένα μυθιστόρημα εποχής με σκηνικό τη Νέα Υόρκη των πρώτων ετών του Διαδικτύου, μιας περιόδου όχι τόσο απομακρυσμένης ημερολογιακά, αλλά πάντως σε διαφορετικό γαλαξία από αυτόν στον οποίον βρεθήκαμε έκτοτε.

Θα αποκαλυφθεί η ταυτότητα των ενόχων — ακόμα κι αν δεν λογοδοτήσουν ενώπιον του νόμου; Θα χρειαστεί η Maxine να βγάλει από το τσαντάκι το όπλο της; Θα ξανασμίξουν με τον Horst; Θα κάνει έκτακτη εμφάνιση ο κωμικός Jerry Seinfeld ως γκεστ σταρ; Θα αποδοθεί κοσμική ή καρμική δικαιοσύνη;

Εδώ που τα λέμε: ποιος δίνει μία για τις απαντήσεις;

[Από τον κατάλογο των εκδόσεων Penguin. Μετάφραση για το dim/art: Μαρία Τσάκος]

* * *

C.P. Snow, The Two Cultures

946751_10151599731852140_1748419846_n

Σαν σήμερα, στις 7 Μαΐου 1959 (πριν από πενήντα τέσσερα χρόνια — και είκοσι δύο χρόνια παρά μία ημέρα από τη γέννηση του Τόμας Πίντσον), ο Βρετανός χημικός και συγγραφέας C.P. Snow έδινε μια διάλεξη που έμελλε να πυροδοτήσει μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση: υποστήριξε πως η κατάρρευση της επικοινωνίας ανάμεσα στις «δύο κουλτούρες» του δυτικού πολιτισμού, την επιστήμη και τις ανθρωπιστικές σπουδές, ευθύνεται για πολλά από τα προβλήματα του (τότε σημερινού) κόσμου.

Δεν μπορούμε να ξέρουμε αν ο Πίντσον εμπνεύστηκε τον τίτλο από τις απόψεις του Snow. Το βέβαιο είναι ότι η φράση «bleeding edge» του Snow καθιερώθηκε ως slang που σημαίνει την τελευταία τεχνολογία· από εκεί, πιθανότατα, προέρχεται και η ελληνική έκφραση «τεχνολογία αιχμής». Επίσης βέβαιο είναι ότι ο ιδιόρρυθμος κύριος Πίντσον τηρεί μια μάλλον εχθρική στάση απέναντι στην τεχνολογία γενικά,και στο Διαδίκτυο ειδικότερα. Σε πρόσφατο άρθρο του Γρηγόρη Μπέκου στο Βήμα για το Bleeding Edge διαβάζουμε:

«Θα ασχολείται με την τεχνολογία και το διαδίκτυο, το οποίο ο Πίντσον γενικώς δεν το βλέπει με καλό μάτι, είναι πολύ επιφυλακτικός με την τεχνολογία» λέει στο «Βήμα» ο επί μια εικοσαετία μεταφραστής του Γιώργος Κυριαζής. «Για το διαδίκτυο συγκεκριμένα έχει γράψει σε μια εισαγωγή του «1984» του Τζορτζ Όργουελ ότι «είναι μια ανακάλυψη που προδιαγράφει κοινωνικό έλεγχο σε κλίμακα που εκείνοι οι γραφικοί τύραννοι του 20ού αιώνα με τα κωμικά μουστάκια μόνο να ονειρευτούν μπορούσαν».

* * *

imageΟ Τόμας Πίντσον γεννήθηκε στο Λόνγκ Άιλαντ της Νέας Υόρκης το 1937. Υπηρέτησε για δύο χρόνια στο αμερικανικό ναυτικό και πήρε πτυχίο αγγλικής φιλολογίας από το Πανεπιστήμιο Cornell. Είναι συγγραφέας των βιβλίων: V., 1963, The Crying of Lot 49, 1966, Το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας, 1973, Slow Learner (Βραδείας Καύσεως), διηγήματα, 1984, Βάινλαντ, 1990, Μέισον και Ντίξον, 1997, Against the Day (Ενάντια στη μέρα), 2006 και Inherent Vice (Έμφυτο ελάττωμα), 2009. Το 1974 κέρδισε το National Book Award για το Ουράνιο τόξο της βαρύτητας. Ζει στη Νέα Υόρκη και είναι υπότροφος του προγράμματος MacArthur. Ορκισμένος εχθρός της δημοσιότητας, δεν είναι γνωστό σχεδόν τίποτα για την προσωπική του ζωή, δεν παραχωρεί συνεντεύξεις και έχει αποφύγει, όλα αυτά τα χρόνια, να φωτογραφηθεί.

[από τη ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ]

Άλλες προδημοσιεύσεις («πριν από το βιβλιοπωλείο») του dim/art 

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο facebook

One comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.