Ρένα Χατζηδάκη, 1943-2003

Ρένα ΧατζηδάκηΗ Ρένα Χατζηδάκη γεννήθηκε το 1943. Μόλις τα 1958, με πρωτοβουλία της μητέρας της, γνωστής πεζογράφου Λιλής Ζωγράφου, εκδόθηκε η πρώτη ποιητική της συλλογή. Η Ρένα Χατζηδάκη σπούδασε νομικά. Συνεργάστηκε με την εφημερίδα Πανσπουδαστική και το περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης. Από το 1963 μέχρι το 1966 παρέμεινε παντρεμένη με τον Ιωσήφ-Ευγένιο Βεντούρα με τον οποίο εγκαταστάθηκε για ένα περίπου χρόνο στην πόλη Ρεχόβοτ του Ισραήλ. Στις 10.10.1967 η Ρένα Χατζηδάκη συνελήφθη ως μέλος της αντιστασιακής οργάνωσης Πατριωτικό Μέτωπο (ΠΑΜ). Κατά τη διάρκεια της κράτησής της στις φυλακές έμενε στο ίδιο κελί με τη Σύλβα Ακρίτα, με την οποία ανέπτυξαν μια βαθιά φιλία. Στη φυλακή έγραψε το ποίημα-ποταμό με τον τίτλο «Κατάσταση Πολιορκίας», που μελοποιήθηκε από τον Μίκη Θεοδωράκη. Η πρώτη παρουσίασή του έγινε το 1968 στο Ρόουντ Χάουζ στο Λονδίνο και στη συνέχεια, το 1970, ηχογραφήθηκε από την εταιρία Polydor (Paris) με τις φωνές της Μαρίας Φαραντούρη και του Αντώνη Καλογιάννη. Την ενορχήστρωση έκαναν ο Γιάννης Μαρκόπουλος και ο Εύδωρος Δημητρίου. Μετά την αποφυλάκισή της επαγγελματικά δραστηριοποιήθηκε ως μεταφράστρια και επιμελήτρια εκδόσεων και υπήρξε μια από τις στενότερες συνεργάτιδες του Ασαντούρ Μπαχαριάν στην γκαλερί Ώρα. Από το 1980 παρακολούθησε το θεραπευτικό πρόγραμμα και το πρόγραμμα διδακτικής ανάλυσης του «Ανοικτού Ψυχoθεραπευτικού Κέντρου», στο οποίο έμεινε ως θεραπευόμενη, εκπαιδευόμενη και θεραπεύτρια περί τα επτά έτη. Το 1987 άνοιξε δικό της γραφείο, εργαζόμενη έως το θάνατό της ως ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεύτρια. Το 1998 έπαθε ένα οξύ εγκεφαλικό επεισόδιο και πέθανε στις 13 Αυγούστου 2003, από πνιγμό στην αγαπημένη της θάλασσα της Τζιας.

από τη BiblioNet

Η Τζένη Μαστοράκη για τη Ρένα Χατζηδάκη

Πλάσμα ακριβό η Ρένα, όπως τη γνωρίσαμε. Με πολλούς τρόπους ακριβό. Κι ακόμη έναν: όλα τα είχε ακριβoπληρωμένα στη ζωή της. Δεν πήρε τίποτα απ’ όσα της ανήκαν δικαιωματικά. Και σε εποχές που εμείς οι υπόλοιποι ήμαστε πια, λίγο πολύ, δημόσια πρόσωπα, εκείνη, που είχε γίνει άθελά της πρόσωπο ιστορικό μέσα σε μια στιγμή, έμεινε αυστηρά ιδιωτική. Σαν μυστικό την είχαμε γνωρίσει όλοι οι φίλοι της. Στόμα με στόμα. Και δεν άλλαξε ποτέ αυτό.

* * *

Κατάσταση πολιορκίας

_11Η Ρένα Χατζηδάκη έγραψε την Κατάσταση πολιορκίας, ένα σπαρακτικό ερωτικό ποίημα-ποταμό, σε ηλικία είκοσι πέντε ετών, κρατούμενη στις φυλακές Αβέρωφ, με το ψευδώνυμο «Μαρίνα». Τα χειρόγραφα τα έσχιζε αλλά τα διέσωσε η Σύλβα Ακρίτα, συγκρατούμενη της Χατζηδάκη, και έφτασαν με κάποιον τρόπο στον Μίκη Θεοδωράκη που τα μελοποίησε τον επόμενο χρόνο. Ο ίδιος ο Θεοδωράκης άκουσε την πρώτη εκτέλεση του έργου του από τη Μαρία Φαραντούρη στο Λονδίνο κρυφά, από ένα τρανζιστοράκι, ενώ βρισκόταν σε κατ’ οίκον περιορισμό στη Ζάτουνα.

Η Χατζηδάκη αποκάλυψε ότι η ίδια είναι η Μαρίνα μόλις το 1991.

Να σου τραγουδήσω; Μα κι η φωνή μου που αγαπούσες μαχαιρωμένη. Φύκια των ουρανών μες την αγρύπνια τα μαλλιά μου, π’  αγαπούσες, τα χέρια μου πλοκάμια απελπισμένα κι όπου κι αν ψάξω δεν σε βρίσκω πιά. Τετράγωνα κομμάτια σκοταδιού πίσω απ’ τα σίδερα. Η ρωμιοσύνη προδομένη, προδοσά μαχαίρι στην καρδιά. Το πληγωμένο φως μετά τις δέκα, οι θόρυβοι ανεξήγητοι, οι ανάσες. Η δίχως νόημα θυσία, η πολιορκία, η απουσία το τσιγάρο του φρουρού. Και θα μιλώ τούτη τη γλώσσα.

* * *

* * *

* * *

* * *

* * *

Η Ρένα Χατζηδάκη αυτοβιογραφείται

συνέντευξη στον Δημήτρη Γκιώνη (Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 21/4/1991)

Εύα Μ Ρένα Χ

….υπήρξα εκ γενετής πολιτική κρατούμενη. Της Γκεστάπο, εννοώ. Από την κοιλιά της μάνας μου, μάλλον, που την κρατούσαν οι Γερμανοί ως όμηρο στις φυλακές της Αγιάς, κοντά στα Χανιά. Είμαι, λοιπόν, παιδί της Κατοχής και του πολέμου. Ο πατέρας μου βρέθηκε τότε στο Μαουτχάουζεν, η οικογένειά μου σκόρπισε, τα σπίτια χάθηκαν. Ήρθα και μεγάλωσα στην Αθήνα, όπου κυρίως έχω ζήσει, αλλά σε μια συνεχή και επώδυνη παλινδρομική σχέση με την Κρήτη, την πατρίδα μου.

Μπήκα με πολύ ενθουσιασμό στο αριστερό κίνημα, ενιαίο τότε, στα φοιτητικά μου χρόνια, αν και δεν εντάχτηκα AFIERWMA_MIKY_MEROS3_02ποτέ στο κόμμα, τότε, ή σε κανένα κόμμα αργότερα. Θυμάμαι το Σύλλογο Κρητών Σπουδαστών, όπου ακούσαμε τον «Επιτάφιο» και όπου γνώρισα ανθρώπους που γίναμε και είμαστε μέχρι σήμερα στενοί φίλοι. Θυμάμαι την περηφάνια μου για τη συνεργασία μου με την Πανσπουδαστική και την Επιθεώρηση Τέχνης, λαμπρά περιοδικά μιας γεμάτης ελπίδα εποχής. Θυμάμαι το ξύλο που έφαγα, έξω από την πανεπιστημιακή λέσχη, στο συλλαλητήριο που κάναμε για τον Λουμούμπα — καμιά εικοσαριά, όχι παραπάνω, φοιτητές, και καμιά εκατοστή αστυνομικοί.

pali-cover-01Ήταν ακριβώς η εποχή που ανακαλύπταμε τον καλό κινηματογράφο στις κινηματογραφικές λέσχες, με το αρχείο Καβάφη που είχε φέρει και είχε αρχίσει να παρουσιάζει στην Αθήνα ο Σαββίδης, με τις διαλέξεις του Σεφέρη, το Τρίτο στεφάνι του Ταχτσή και το περιοδικό Πάλι. Με τους εξαίσιους δίσκους του Θεοδωράκη και του Χατζιδάκι, την «Όμορφη Πόλη» και τη «Μαγική Πόλη», με τον Τσίρκα, που είχε έρθει στην Αθήνα και μου ‘λεγε επί χρόνια πόσο καλότυχη ήταν η πρώτη κριτική για την τριλογία του (δική μου, στην Πανσπουδαστική), το «Φορτηγό» του νεαρού Σαββόπουλου και τόσα άλλα. Ήταν μια εποχή αυθεντική στις αναζητήσεις της, πριν από το σταρ-σίστεμ, μια ωραία ζωντανή εποχή, μια ευκαιρία που χάθηκε, για την Ελλάδα, εννοώ.

Η αισιοδοξία της εποχής είχε και την ανόητη πλευρά της. Οι εφημερίδες την απέκλειαν [την δικτατορία], ακόμα και PETRIS_EpitheorisiTexnis_Bτην παραμονή της. Το ίδιο περίπου ήταν το συμπέρασμα σε μια σύναξη του επιτελείου της Επιθεώρησης Τέχνης, που έγινε στα γραφεία της, στις 19 ή 20 Απριλίου. Θυμάμαι που παρακολουθούσα αμίλητη το Δεσποτίδη (που τον είχα βαφτίσει «στρατηγό») και τον Πορφύρη να λένε ότι πρέπει να στηρίξουμε το δοκίμιο, τη δημιουργία δοκιμίου, ότι πάσχουμε σ’ αυτόν τον τομέα, και σκεφτόμουνα συνεχώς «Μα αφού θα γίνει δικτατορία – ή μήπως δεν γίνει;»

Δεν νομίζω ότι με «μύησε» κανείς [στην αντίσταση]. Βρέθηκα μάλλον αβίαστα και φυσικά στην οργάνωση, όπως και όλοι οι τότε φίλοι και συναγωνιστές. Άλλωστε είχαμε πολύ ενθουσιασμό και πατριωτισμό, ελάχιστη όμως έως καθόλου συνωμοτικότητα. Θυμάμαι μια φορά, το καλοκαίρι του ’67, παιζόταν σ’ ένα κινηματογράφο τέχνης το «Πεθαίνοντας στη Μαδρίτη». Βρήκα θέση μόνο στην πρώτη σειρά και είδα όλο το έργο σχεδόν ανάσκελα και με δάκρυα στα μάτια. Το κοινό περιλάμβανε σχεδόν ολόκληρο το Π.Μ., εν σώματι. Αν έκανε ντου η Ασφάλεια εκείνο το βράδυ, λέγαμε στο διάλειμμα, θα μας έπιαναν όλους και θα ησύχαζαν.

Έγινα μέλος [στο Π.Μ.] το Μάιο του ’67 και μ’ έπιασαν στις 10 Οκτωβρίου, αφού είχα αποχωρήσει, επειδή είχα διαφωνήσει με την προσπάθεια να το διεκδικήσει το Κ.Κ.Ε. Η μητέρα μου ήταν τότε στη Γαλλία και μου είχε στείλει ένα πλαστό διαβατήριο. Εγώ όμως δεν ήθελα να φύγω και να βρεθώ απελπισμένη σε καφενεία του Παρισιού, και μολονότι δεν είμαι φύση ηρωική, επειδή ήθελα να τα έχω καλά με τον εαυτό μου υπαρξιακά, είπα, αν με πιάσουν θα το αντιμετωπίσω. Έγινε, λοιπόν, τότε ένα ξήλωμα, είπαν κάποια ονόματα, είπαν φαίνεται και το δικό μου, και βρέθηκα στη Μπουμπουλίνας, όπου έμεινα 43 μερόνυχτα.

9-cebccf80cebfcf85cebccf80cebfcf85cebbceb9cebdceb1cf82-cf84ceb1cf81ceb1cf84cf83ceb1-cebccf80cebfcf85cebccf80cebfcf85cebbceb9cebdceb1cf82Ήταν ένας κόσμος παράλογος, βίας και απόλυτου κακού, ένας άλλος πλανήτης. Ένιωθες τελείως ανυπεράσπιστος, χωρίς τις συνήθεις αξίες που μας επιτρέπουν να ζούμε ανθρώπινα. Ένας κόσμος εφιαλτικός, αφού εκτός των άλλων η προσπάθεια ήταν να μην εμπιστεύεται κανένας κανέναν. Πέρα από αυτά, η ίδια η εμπειρία της σύλληψης και της κράτησης, το ίδιο το βίωμα, ήταν βίωμα θανάτου, έστω και συμβολικού. Πολλοί από μας ήρθαν κοντά στην αποπροσωποποίηση — την τρέλα — την αποσωματοποίηση. Χάσαμε πολιτικές ψευδαισθήσεις, δικαιώματα που τα θεωρούσαμε αυτονόητα. Και δεν μιλάω για όσους έχασαν τότε ή αργότερα τη σωματική τους ακεραιότητα ή και την ίδια τους τη ζωή. Γιατί αυτό είναι το φοβερό: στις συνθήκες αυτής της βίας, αισθάνεσαι εσύ, ο αθώος, ότι χάνεις για πάντα την αθωότητά σου, ότι λερώνεσαι από την προσβολή του σώματος, το αίμα και τον ιδρώτα, τα δικά σου ή των άλλων, εσύ ότι είσαι ο ένοχος για τα βασανιστήρια και τους εξευτελισμούς.

Σαν ανακριτές ήταν ανίκανοι, γιατί δεν ήταν σε θέση να κάνουν, να καταλάβουν κάτι προφανές. Μόνο αν έλεγες κάτι συγκεκριμένο το αξιοποιούσαν. Με ανέκριναν πάντα νύχτα, δεν με χτύπησαν. Ήταν νύχτες που δεν κοιμόμουνα, περιμένοντας να με πάρουν. Είχες να παλέψεις με πολλά πράγματα. Ο φόβος ο προσωπικός, η απερίγραπτη εμπειρία ν’ ακούς τα βασανιστήρια των άλλων. Εκείνο όμως που σύντομα κατάλαβα, ήταν η στήριξη εκείνων που βρίσκονταν στην ίδια θέση.

Για ένα διάστημα [ήμουν] μόνη. Έπειτα με ανέβασαν στο τέταρτο πάτωμα, σ’ ένα διάδρομο, με μια άλλη, και προς το τέλος, πριν με στείλουν στις φυλακές Αβέρωφ, σ’ έναν κανονικό θάλαμο, με περισσότερες. [Εκεί] ήταν ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Ανδρέας Λεντάκης, ο Γιώργος Κουπαρούσος — συνολικά 40-50. Μετά, στις φυλακές Αβέρωφ, ως κρατούμενη, όπου έμεινα περί τους 4 μήνες ως το Μάρτιο του ’68, οπότε μ’ άφησαν με πενταετή αναστολή ποινικής δίωξης, όπως και άλλους.

Στις γυναικείες φυλακές Αβέρωφ ήταν άλλο το κλίμα που επικρατούσε. Υπήρχαν κανόνες, υπήρχαν ωράρια, ένας Alexandras_Fylakes Averofκαθημερινός ρυθμός. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, μετά τον απόλυτο τρόμο της Ασφάλειας, μπορέσαμε, όσο και να φαίνεται παράδοξο, να αισθανθούμε υπαρξιακή ελευθερία και να βρούμε μια δημιουργικότητα, να οργανώσουμε τη καθημερινή μας ζωή, με ώρες όπου ζωγραφίζαμε, διαβάζαμε ποιήματα δυνατά, οργανώναμε θεατρικές παραστάσεις — μια αυτοσχέδια θεραπευτική κοινότητα θα την ονόμαζα σήμερα.

Ήμαστε κάπου 40-50 πολιτικές. Οι μισές περίπου νεαρής ηλικίας 18-30 χρόνων, ήρθαμε σ’ επαφή με τις ποινικές, συνδεθήκαμε σε ορισμένες περιπτώσεις προσωπικά, οργανώσαμε κάποιες κοινές εκδηλώσεις με πόρνες, διαρρήκτριες, φόνισσες, νεαρές που παίρνανε ναρκωτικά, με ανθρώπους δηλαδή της πιάτσας, ζωντανούς, πλούσιους, πονεμένους, κατακερματισμένους, που τη φωνή τους την ξανακούσαμε και μετά στο έξοχο περιοδικό Της φυλακής που έβγαλε η Κατερίνα Ιατροπούλου.

Εκεί, στη φυλακή [έγραψα την Κατάσταση πολιορκίας]. Ποιήματα έγραφα πάντοτε. Αλλά δεν δημοσίευα συχνά. Το έγραψα όντας ερωτευμένη, σαν ένα ερωτικό γράμμα. Έγραψα συνολικά πέντε ενότητες και τις διοχέτευσα έξω. Οι δύο χάθηκαν, οι άλλες τρεις είναι αυτές που μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης, στου οποίου τα χέρια έπεσαν τυχαία από κάποιο κοινό φίλο.

[….] Με τη μεταπολίτευση έλπισα για ένα διάστημα ότι θα γινόταν πραγματική αποχουντοποίηση, πήρα μάλιστα και προσωπικά μέρος σε δύο προγράμματα αποχουντοποίησης σε δημόσιους οργανισμούς. Τη μια φορά κινδύνεψα να πάω φυλακή για συκοφαντική δυσφήμιση (του χουντικού) και την άλλη με απέλυσαν κακήν κακώς, αφού είχαν ξαναρχίσει να με παρακολουθούν ανοιχτά. Εντέλει, καθώς περνούσαν τα χρόνια το πήρα απόφαση —σταδιακά, είναι η αλήθεια και με μεγάλη δυσκολία— ότι δεν μπορούσα να έχω πια πολιτική δραστηριότητα, είτε με τα προδικτατορικά, είτε με άλλα σχήματα που δεν με ικανοποιούσαν, και αφιερώθηκα έκτοτε στον πολιτικό —και πολιτιστικό— μικρόκοσμο της καθημερνής μου δουλειάς και ζωής.

Πηγή: Αυτοβιογραφικά — ανθολόγιο αυτοβιογραφικών κειμένων

Συλλογος Κρητων Σπουδαστων 1961

Υστερόγραφο: η Αλφονσίνα και η θάλασσα

Η ιστορία της Αλφονσίνας —ποιήτριας από την Αργεντινή— που πνίγηκε μόνη της στη θάλασσα κι έγινε τραγούδι με αυτούς τους στίχους.

Απόδοση από τα ισπανικά: Μέμη Σπυράτου

Στην ξανθιά άμμο που τη γλείφει η θάλασσα οι πατημασιές της πάνε
μα δεν ξανάρχονται.
Ένα μοναχικό μονοπάτι από θλίψη και σιωπή φθάνει
μέχρι τα βάθη της θάλασσας,
ένα μοναχικό μονοπάτι ανείπωτης πίκρας φτάνει μέχρι τον αφρό.
Ένας θεός ξέρει ποια απελπισία σε συντροφεύει…
Πόνοι παλιοί πόνοι σώπασαν τη φωνή σου
για να ξαπλώσεις νανουρισμένη απ τα θαλασσινά σαλιγκάρια
απ’ το τραγούδι που τραγουδάει στο μαύρο βυθό, ο κοχλίας.

Φεύγεις Αλφονσίνα παρέα με τη μοναξιά σου.
Τα καινούργια ποιήματα πας νάβρεις;
Μια αρχαία φωνή από άνεμο κι αλάτι
σου ξεσχίζει τα σωθικά και σε καλεί θρηνώντας.
Και προς τα κει πορεύεσαι σαν μέσα σε όνειρα
Κοιμισμένη Αλφονσίνα, ντυμένη με θάλασσα.

Πέντε μικρές σειρήνες σε οδηγούν μέσα στους δρόμους
με φύκια και κοράλλια, φωσφορίζοντες ιππόκαμποι
χορεύουν γύρω σου και τα πλάσματα του νερού παίζουν μαζί σου.

«Χαμήλωσε λίγο ακόμα το φως …άσε με να κοιμηθώ
εν ειρήνη, καλή μου παραμάνα
Κι αν αυτός με φωνάξει, μην του πεις πως βρίσκομαι εδώ…
Η Αλφονσίνα δεν θα ξανάρθει.
Κι αν με φωνάξει αυτός, ποτέ μην το πεις πως εδώ
βρίσκομαι, πες του πως έφυγα.»

Επιμέλεια αφιερώματος: Γιώργος Ζεβελάκης

Εδώ άλλες επετειακές αναρτήσεις του dim/art

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s