Όσοι γενούν πρωθυπουργοί

…ποτέ τους δεν διαβάζουν

—του Γιώργου Τσακνιά για τη στήλη Παροράματα και ημαρτημένα
[Επιμέλεια στήλης: Ελένη Κεχαγιόγλου]

Δεν ακούω μουσική· όταν όμως ακούω
μουσική, ακούω Μπαχ.

[Από το «Τελειώνω» του Μιχάλη Σιγανίδη]

Στο σπίτι δεν είχαμε τηλεόραση· αποκτήσαμε για πρώτη φορά κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Για τα απολύτως αναγκαία —Η μάχη, Η βιονική γυναίκα, Χαβάη 5-0, Ο Άγιος, Η αστυνομικίνα— πήγαινα είτε σε σπίτια φίλων είτε στη θεία Ευσεβία.­ Ωστόσο νοικιάζαμε τηλεόραση όποτε είχε εκλογές· ήταν κάτι σαν οικογενειακή παράδοση: έρχονταν από νωρίς όλοι οι φίλοι της μαμάς και του μπαμπά, έπιναν, κουτσομπόλευαν, έκαναν προγνωστικά, έβλεπαν τα αποτελέσματα — και μετά έφευγαν κλαίγοντας, γιατί ήταν όλοι ΚΚΕ εσωτερικού.

Θυμάμαι ότι στις 19 ή 20 Οκτωβρίου 1981, την επαύριο της Αλλαγής, είδαμε στην τηλεόραση (δεν την είχαμε επιστρέψει ακόμα, πήγαινε με τη βδομάδα η ενοικίαση) με τον μπαμπά μου τον Ανδρέα Παπανδρέου να απαντά στην ερώτηση: «Κύριε Πρόεδρε, διαβάζετε λογοτεχνία;» που του απηύθυνε κάποια δημοσιογράφος, το εξής: «Αχ, δυστυχώς, δεν έχω πολύ χρόνο· έχω όμως πάντοτε στο κομοδίνο μου τα ποιήματα του Σεφέρη και του Ελύτη και, όποτε ευκαιρώ, διαβάζω λιγάκι».

Κοιταχτήκαμε με τον μπαμπά· ακόμα και σε ένα δεκατριάχρονο (εγώ ήμουν τόσο, όχι ο μπαμπάς), η αμηχανία με την οποία απάντησε ο αείμνηστος ήταν προφανής. Ο μπαμπάς, έβαλε την κοινή μας σκέψη και σε λέξεις: «Ε, κάτι έπρεπε να πει κι αυτός. Τα νόμπελ. Για να κρύψει την απόλυτη άγνοιά του για όλα αυτά».

reading-for-dummies-cartoon1

Αρκετά χρόνια αργότερα, γνωστός μου μου αφηγήθηκε την εξής ιστορία: μια μέρα, πήγε στο Προεδρικό Μέγαρο να συναντήσει έναν συνάδελφό του πανεπιστημιακό, ο οποίος, με την πολιτική του ιδιότητα, βρισκόταν παρά τω Προέδρω της Δημοκρατίας, ο οποίος ήταν τότε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ο Α΄. Κάπου σε κάποιον διάδρομο, βλέπει κάτι στοίβες βιβλία· χαζεύει αφηρημένα —ίσως και από επαγγελματική διαστροφή— μερικά εξώφυλλα και διαπιστώνει ότι ήταν όλα σχετικά με την ιστορία και τον πολιτισμό της Αρχαίας Ελλάδας — γραμμένα όμως όχι από επιστήμονες κύρους, Έλληνες ή μη. Τα ονόματα των συγγραφέων ήταν άγνωστα, η εικονογράφηση μάλλον κακόγουστη, οι τίτλοι κραυγαλέοι. Κοινώς, τα περισσότερα ανήκαν σε εκείνη την κατηγορία βιβλίων που στις μέρες μας πωλούνται τις μεταμεσονύκτιες ώρες από την τηλεόραση. «Για ανακύκλωση τα έχετε;» ρώτησε ο γνωστός μου. Ο συνάδελφός του δαγκώθηκε: «Όχι».

Οι ιστορίες είναι ενδεικτικές. Αν έρθουμε στο σήμερα, εύκολα κανείς προσθέτει στους Ηγέτες Που Αν Διαβάσουν Κάνα Βιβλίο Μπορεί Να Πάθουν Τίποτα τον Αλέξη Τσίπρα: στις ομιλίες του, πάει μονά-ζυγά τον Μπέρτολντ Μπρεχτ και τον Ναζίμ Χικμέτ (με ένα διαλειμματάκι για Ναόμι Κάμπελ-Κλάιν), αποδεικνύοντας (σε όποιον τυχόν αμφέβαλλε) ότι η εγκύκλια παιδεία του ξεκίνησε και ολοκληρώθηκε στην ΚΝΕ.

Δεν έχω καμία ρομαντική ψευδαίσθηση του τύπου «αν οι πολιτικοί διάβαζαν ποίηση ο κόσμος θα ήταν καλύτερος» και τέτοια· απλώς, με τρομάζει η έλλειψη γενικής παιδείας και μιας μέσης εξοικείωσης με τον πολιτισμό, και με τρομάζει επίσης το γεγονός ότι αυτό δεν ενοχλεί ιδιαίτερα, παρά ελάχιστους. Δεν αποτελεί αξία για την ελληνική κοινωνία το να είσαι κάπως μορφωμένος περί τις τέχνες και τα γράμματα. Τα πολιτικά στελέχη προέρχονται από την κοινωνία και τη διαμορφώνουν, βέβαια: η κότα και το αυγό.

Πού μου ήρθαν όλα αυτά, ε; Μα από τον πρωθυπουργό μας. «Ο “μέγας ανηφορίζων” (σ.σ. αναφορά στον Καζαντζάκη) στον χώρο της τέχνης, της σκηνοθεσίας είναι ο Γιάννης Σμαραγδής, που σηκώνει πάνω στα δικά του φτερά όλο και πιο ψηλά την Ελλάδα μας. Γι’ αυτό θέλω να τον χειροκροτήσουμε όλοι», είπε ο Αντώνης Σαμαράς. Τόσο ο δημόσιος πρωθυπουργικός έπαινος προς τον σκηνοθέτη όσο και η υμνητική μαντινάδα του δεύτερου προς τον πρώτο σχολιάστηκαν ήδη εκτενώς (εδώ σχετικό κείμενο της Βένας Γεωργακοπούλου, εδώ άλλο της Μαρίας Κατσουνάκη). Να προσθέσω μόνο ότι υποθέτω πως το διαβατήριο του Γιάννη Σμαραγδή προς το πάνθεον των Μεγάλων Ανηφοριζόντων είναι το γεγονός ότι γυρίζει ταινίες για Μεγάλους Έλληνες, που αυτοί πρώτοι σήκωσαν πάνω στα φτερά τους πιο ψηλά την Ελλάδα μας. Κατά τα άλλα, θα σταθώ κυρίως σε αυτά τα φτερά που σηκώνουν πιο ψηλά  (γιατί πιο; Είναι ήδη ψηλά;) την Ελλάδα μας: εντάξει, αναμενόμενη η φράση αυτή από τον αρχηγό της Πολιτικής Άνοιξης, μπορεί να πει κανείς. Φοβάμαι όμως πως αυτή είναι η μισή αλήθεια· η άλλη μισή είναι πως το Viagraακροατήριο της φράσης αυτής είναι πολύ, πάρα πολύ μεγαλύτερο από την Πολιτική Άνοιξη αλλά και από τη Νέα Δημοκρατία ή από τη δεξιά και την ακροδεξιά γενικώς.

Προφανώς, δεν εννοώ ότι εγώ θέλω «η Ελλάδα μας» να πάει στα Τάρταρα αντί για «ψηλά»· αλλού είναι το θέμα: για τον πρωθυπουργό της χώρας, για πολλούς πολιτικούς και για ένα τεράστιο κομμάτι του ελληνικού λαού —το οποίο ψηφίζει μερικά κόμματα περισσότερο από άλλα, μη γελιόμαστε όμως, δεν περιορίζεται σε αυτά παρά διατρέχει, αν και μάλλον σε μικρότερα ποσοστά, οριζοντίως όλο το πολιτικό φάσμα— πολιτισμός είναι κάτι που σηκώνει την Ελλάδα μας ψηλά. Ένα γαλάζιο χαπάκι, σα να λέμε. Έτσι και τα δύο νόμπελ, του Σεφέρη και του Ελύτη — αξιοσημείωτο πολιτισμικό επίτευγμα βεβαια, δύο νόμπελ λογοτεχνίας για ποιητές που έγραψαν σε μια γλώσσα που τη μιλούν τόσο λίγοι άνθρωποι στον κόσμο: φοβάμαι ότι, αν κάναμε μια έρευνα, θα διαπιστώναμε ότι τα νόμπελ αυτά οι περισσότεροι Έλληνες τα τοποθετούν στο ίδιο βάθρο με τα τιμημένα τρόπαια του Eurobasket του 1987 και του Euro 2004.

podosfairo_KaragounisZagorakisEuro2004_889847470

Τι να λέμε, αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στη λίστα των υπουργών πολιτισμού των τελευταίων δεκαετιών, να θυμηθεί ποιους επέλεξαν τα δύο μεγάλα κόμματα — ή ποιοι κατέληξαν, λόγω καραμπόλας, στο «ευκολάκι», στο «ανώδυνο« υπουργείο. Έλα μωρέ, τι ζημιά θα κάνει άμα τον βάλουμε εκεί; Κατά τα άλλα, ο πολιτισμός είναι βαριά βιομηχνία μπλα μπλα, Παρθενώνες vs βελανίδια, φώτα, κοιτίδα, γενέτειρα κ.ο.κ. Βεβαίως, το εν λόγω «ανώδυνο» υπουργείο διαχειρίζεται ουκ ολίγα χρήματα, έχει τεράστια (και σημαντική) ακίνητη περιουσία και σχετίζεται αμεσότατα με την άλλη «βαριά βιομηχανία» —και μοναδική, εδώ που τα λέμε, πηγή εσόδων—, τον τουρισμό, καθώς έχει την ευθύνη για την πολιτιστική μας κληρονομιά, η οποία είναι ένας από τους βασικότερους λόγους που επισκέπτονται τη χώρα μας οι τουρίστες.

Από αυτό το υπουργείο πέρασε και ο αλήστου μνήμης Σωτήρης Κούβελας, που έμεινε στην ιστορία για τη φράση «οι ποιητές είναι λαπάδες». Όποιος θέλει, ας κάνει μια δημοσκόπηση και με αυτό το ερώτημα: «Πιστεύετε πως οι ποιητές είναι λαπάδες;» Ο καθένας μας ας φανταστεί τις απαντήσεις και τα ποσοστά. Φαντάζομαι πως, εκτός από λαπάδες, οι ποιητές θα είναι και ολίγον αδερφές. Γιατί, ας μην το ξεχνάμε: οι Έλληνες είναι άντρες και φοράνε παντελόνια (αυτό το τελευταίο σημαίνει ότι κρατάνε τον λόγο τους). Κάπου μέσα σε όλη αυτή την ελληνική αντρίλα και περηφάνια, λοιπόν, τα περί σύγχρονου πολιτισμού μπερδεύονται εντελώς: πολιτισμός είναι οι αρχαίοι ημών πρόγονοι (οι άντρες), τα κείμενά τους (που κανείς μας δεν έχει διαβάσει) και τα «αρχαία» («τς τς τς, κοίτα τι φτιάχναμε [όλοι εμείς μαζί, προφανώς] όταν οι άλλοι  έτρωγαν βελανίδια»), τα οποία «αρχαία», είπαμε, διαχειρίζεται το αποπαίδι των υπουργείων, όπου παρκάρουμε κάποιον που δεν έχουμε τι να τον κάνουμε. Κατά τα άλλα, υπάρχουν κάτι αδερφές και κάτι λαμόγια που όλο ζητάνε τζάμπα φράγκα αλλά υπάρχει και κάτι που λέγεται σύγχρονος πολιτισμός το οποίο είναι ό,τι σηκώνει την Ελλάδα μας ψηλά, δηλαδή ο Σεφέρης, ο Ελύτης και ο Σμαραγδής. Αυτά.

Εδώ άλλες αναρτήσεις από τη στήλη Παροράματα και ημαρτημένα

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο facebook