Dolce Vita

—του Γιάννη Παπαθεοδώρου για τη στήλη Ανώμαλα Ρήματα

Η υπόθεση του κ. Μιχάλη Λιάπη που πρόσφατα είδε το φως της δημοσιότητας δεν είναι μόνο προκλητική∙ είναι προκλητικά γελοία. Η περίπτωση του πρώην υπουργού Μεταφορών που κυκλοφορούσε με ανασφάλιστο τζιπ και πλαστές πινακίδες είναι η απόλυτη ένδειξη για την αδιαφορία μιας ορισμένης κάστας παλιών πολιτικών απέναντι στη θεσμική τους θέση, απέναντι στους κανόνες του κράτους-δικαίου αλλά και στα ηθικοπολιτικά συμφραζόμενα της κρίσης. Από την άλλη μεριά, η εικόνα του πρώην Υπουργού με τις χειροπέδες στο αυτόφωρο είναι κι αυτή ένα μικρό επεισόδιο μιας άλλης γελοιότητας. Ποιος πολίτης οδηγείται σήμερα με χειροπέδες στο αυτόφωρο για παραβάσεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας; Αστεία πράγματα.

Κι όμως. Εδώ και καιρό, ένα κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας έχει επιλέξει ένα είδος συμβολικής και φαντασιακής αντίστασης μέσω της μιντιακής απαξίωσης και εξόντωσης των προηγούμενων πολιτικών ελίτ. Το να διασύρει κανείς, άλλωστε, τον κ. Λιάπη σήμερα μοιάζει να είναι η πιο εύκολη «γέφυρα» για το επόμενο τηλεοπτικό ρεπορτάζ: «κοτόπουλο αντί για γαλοπούλα στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι για τους Έλληνες». Η ηθικολογική και συγκινησιακά φορτισμένη αντίθεση της επιδεικτικά άνομης χλιδής με το φτωχό χριστουγεννιάτικο τραπέζι των συμπολιτών μας διευκολύνει τo λαϊκιστικό επιχείρημα. Πόσο μάλλον όταν ο κ. Λιάπης βρίσκεται ήδη στο πεντάστερο Sheraton της Κουάλα Λουμπούρ, με 34 βαθμούς Κελσίου.

Το «σκάνδαλο της γελοιότητας» ωστόσο μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα γιατί προσφέρει μια προνομιακή αφετηρία για να κατανοήσουμε τις νέες πολιτισμικές κατασκευές του λαϊκισμού στο περίφημο πεδίο της «πάλης των τάξεων».  Ο κατακερματισμός, η απορρύθμιση και η διάλυση της μεσαίας τάξης έφερε στο προσκήνιο μια μετατόπιση των ταξικών αναπαραστάσεων. Όλο και περισσότερο αρθρώνεται και εδραιώνεται σήμερα ένας λόγος περί «φτωχοποιημένου λαού» που έχει ως αποκλειστικό και απόλυτο εχθρό του τον ηδονοθηρικό καπιταλισμό και το πλουτοκρατικό μοντέλο «απ’ όπου κι αν προέρχεται». Το απέδειξε περίτρανα και η συζήτηση για το «πόθεν έσχες», όταν στο στόχαστρο της κριτικής βρέθηκαν και μερικοί «σούπερ αριστεροί επαναστάτες» του ΣΥΡΙΖΑ. Η νέα ταξικότητα, στην απόλυτα ανθρωπομορφική και προσωποκεντρική εκδοχή της, συνιστά πλέον σήμερα μια ιδιάζουσα πολιτισμική στροφή, σύμφωνα με την οποία οι τάξεις δεν αποτελούν το πεδίο πύκνωσης ορισμένων κοινωνικών και παραγωγικών σχέσεων αλλά διαιρούνται με βάση τη διαρκή καταγγελία των διεφθαρμένων ελίτ.

Η εγγενής αυτή απόρριψη του «συστήματος», μια πολιτισμική, εντέλει, στάση απέναντι στην κρίση εκπροσώπησης, εγκαθιδρύει νέα πεδία εννοιολόγησης της πολιτικής αντιπαράθεσης, στα οποία η μυθοπλαστική φιγούρα που κυριαρχεί είναι ο κρυφός ή φανερός «εχθρός του λαού». Αυτός ο λαϊκιστικός μανιχαϊσμός που αναζητά διαρκώς τους διάφορους Λιάπηδες για να επιβεβαιώσει το δίκιο του και τις αξίες του, αρκείται σε μια τιμωρητική πρακτική της ταξικής σύγκρουσης, (με «κρεμάλες», «φυλακές», διαπομπεύσεις προσώπων κλπ). Μοναδικό κριτήριο σε αυτή τη σύγκρουση είναι το ποιος και γιατί συνεχίζει να ζει ως άτομο τη ντόλτσε βίτα που κάποτε ζούσαν οι πολλοί. Η «απόλαυση» ως κριτήριο ταξικής συνειδητοποίησης αποτελεί σήμερα το νοσταλγικό σημείο ανακαθορισμού της ιδεολογίας. Γι αυτό και το σύγχρονο «κυνήγι μαγισσών» έχει σαφέστατη αντιδραστική χροιά.

Στις εποχές του αυριανικού λαϊκισμού και του ακμαίου παπανδρεϊσμού, το πρόβλημα δεν ήταν η διαφθορά των ελίτ αλλά κυρίως  η πολιτική διαχείριση της διαφθοράς, με τη διανομή και τη διάχυση της «προς τα κάτω». Σήμερα, η ρητορική της τιμωρίας διαχέεται σε όλο το αντιμνημονιακό μπλοκ, διαμορφώνοντας ένα νέο ύφος διαταξικού και διακομματικού αντιπολιτευτικού λόγου. Εκκινώντας από μια ερμηνεία που έχει θέσει στο επίκεντρό της την κριτική στο «παλαιό σύστημα», το κοινωνικό σώμα των «μη προνομιούχων» επιλέγει τα θύματα που προσιδιάζουν στις ερμηνευτικές απλουστεύσεις του. Μετά την παραδειγματική εκλογική τιμωρία του παραδοσιακού δικομματισμού, και μέσω μιας νοοτροπιακής ροπής προς τον εκδικητικό κοινοτισμό, η πτωχευμένη μικροαστική τάξη ζει την τελευταία απόλαυση που της έμεινε : την απομυθοποίηση της μεταπολίτευσης. Και μόνο η απόσταση, άλλωστε, που χωρίζει το ιστορικό αεροπλάνο με το οποίο έφτασε ο θείος «εθνάρχης» Καραμανλής με το ανασφάλιστο τζιπ του ανεψιού του, είναι αρκετή για να δείξει επικοινωνιακά πως το μεταπολιτευτικό οικοδόμημα καταρρέει μέσα από τα ίδια τα χτεσινά κοινωνικά του ερείσματα αλλά συχνά με κωμικό τρόπο.

Το πραγματικό ζητούμενο, ωστόσο, είναι άλλο. Αν ο χρεοκοπημένος δικομματισμός εξακολουθεί να διαχειρίζεται αντιφατικά το μεταπολιτευτικό «πολιτικό παράδειγμα», ο νέος διπολισμός κλυδωνίζεται σήμερα μέσα από την ίδια τη λαϊκιστική ηθικολογία που εκπέμπει. Ο «εχθρός του λαού» είναι η νέα γραφική φιγούρα που διευκολύνει την καρικατούρα της «πάλης των τάξεων».  Με άλλοθι τη «ντόλτσε βίτα» ορισμένων πολιτικών ξεκινούν –υποτίθεται– κάποιες εσωτερικές εκστρατείες ηθικής εξυγίανσης των κομμάτων με στόχο την εκκαθάριση συγκεκριμένων προσώπων. Λες και το πρόβλημα είναι τα πρόσωπα και όχι οι πρακτικές. Όταν όμως η πολιτική επιστρέφει ως ηθικολογία, τότε η ταξικότητα έχει παραχωρήσει τη θέση της στη σκανδαλολογία. Ας μην αναρωτιόμαστε επομένως γιατί η ΧΑ εξακολουθεί να είναι ακόμη το τρίτο κόμμα στις δημοσκοπήσεις. Κυκλοφορεί παντού ανάμεσά μας, ακόμη και με πλαστές πινακίδες.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Ανώμαλα ρήματα

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο facebook

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.