Γιώργος Απέργης — φυγή προς τα εμπρός

aperghis

Είναι καθήκον όλων όσοι ασχολούμαστε με την τέχνη και τα γράμματα
να κρατήσουμε τους ανθρώπους ξύπνιους.
Πρέπει να προχωρούμε, ακόμη και με ηλεκτροσόκ—.

Με αφορμή τα σημερινά γεννέθλια του, το dim/art επιχειρεί να γνωρίσει λίγο καλύτερα τον πρωτοπόρο έλληνα συνθέτη Γιώργο Απέργη, ο οποίος ζει και εργάζεται στο Παρίσι τα τελευταία 40 χρόνια. Σήμερα γίνεται 68 χρονών και του ευχόμαστε χρόνια πολλά.

Ένα σύντομο βιογραφικό

Ο Γιώργος Απέργης γεννήθηκε στην Αθήνα, σαν σήμερα, στις 23 Δεκεμβρίου του 1945. Με πατέρα γλύπτη και μητέρα ζωγράφο, μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον το οποίο όχι μόνο έδινε την ελευθερία αλλά και ενέπνεε την ανάγκη για έκφραση μέσα από την τέχνη, θέτοντας έτσι τις βάσεις για την μετέπειτα πορεία του ως συνθέτη.

Κατά κύριο λόγο αυτοδίδακτος, ο νεαρός Γιώργος Απέργης διχάστηκε ανάμεσα στην ζωγραφική και τη μουσική την οποία γνώρισε από τα σποραδικά μαθήματα πιάνου από έναν φίλο της οικογένειας αλλά και μέσα από το ραδιόφωνο. Τα έργα των Schoenberg, Bartók και Stravinsky υπήρξαν οι καταλύτες στην τελική του απόφαση να εγκαταλείψει, το 1963, οριστικά τις εικαστικές τέχνες και να συνεχίσει τις μουσικές σπουδές του στο Παρίσι, όπου μυήθηκε στους μουσικούς πειραματισμούς του Domaine Musical και των Pierre Schaeffer και Pierre Henry. Στα τρία πρώτα έργα του, Antistixis για τρία έγχορδα κουαρτέτα, Anakroussis για επτά όργανα (1967) και Bis για δύο ορχήστρες (1968), τα οποία ο ίδιος περιγράφει ως μελέτες, είναι εμφανής η επιρροή της έρευνάς του πάνω στην σειραϊκή μουσική και στο έργο του Iάννη Ξενάκη. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’70, η εσωτερική του ανάγκη για έκφραση μέσα από μια πιο ελεύθερη και προσωπική μουσική γλώσσα τον κάνει να στραφεί προς το έργο του John Cage και του Mauricio Kagel καθώς και προς το θέατρο, τη στενότερη γνωριμία του με το οποίο οφείλει στην σύζυγό του, ηθοποιό  Edith Scob.

Το 1971 συνθέτει το La tragique histoire du nécromancien Hieronimo et de son miroir για δύο γυναικείες φωνές (τραγούδι/απαγγελία), λαούτο και τσέλο, το οποίο αποτελεί την πρώτη του απόπειρα στο μουσικό θέατρο και δείγμα της γοητείας που ασκεί επάνω του η αναζήτηση της σχέσης ανάμεσα στη μουσική και τις λέξεις πάνω στη θεατρική σκηνή, μια αναζήτηση την οποία εξακολουθεί να υπηρετεί μέχρι σήμερα. Το έργο γράφτηκε για το φεστιβάλ της Avignon, το οποίο από τότε παρουσιάζει σταθερά παραγωγές του.

Από το 1976 και μετά μοιράζει το χρόνο και το συνθετικό του έργο ανάμεσα στα τρία μεγάλα πάθη του: Το 1976 δημιουργεί το L’Atelier théâtre et musique («AΤΕΜ») με έδρα αρχικά —και για 15 χρόνια στο Bagnolet— και από το 1992 ως το 1996 στην Nanterre και η δουλειά που γίνεται εκεί αφορά αποκλειστικά το μουσικό θέατρο. Επαναπροσδιορίζει το συνθετικό του έργο με βάση την άποψη πως ο συνθέτης «οφείλει να φτιάχνει μουσική από το κάθε τι» ενώ, την ίδια στιγμή, ανακαλύπτει νέες φόρμες όπου συναντιούνται μουσικοί και τραγουδιστές με ηθοποιούς ─ακόμα και κωμικούς. Τα 20 συνολικά έργα που δίνει ανάμεσα στο 1976 (La bouteille à la mer) και τις αρχές της δεκαετίας του ’90 αποτελούν έναν συγκερασμό φωνητικών, ορχηστρικών, αφηγηματικών, σκηνικών και παραστατικών στοιχείων μέσα σε μοναδικά εκφραστικά.

Το δεύτερο πάθος του είναι η σύνθεση μουσικής δωματίου και ορχηστρικών έργων, και έργα για σόλο φωνή και σόλο όργανα ενώ έχει γράψει και μεγάλο αριθμό έργων για συγκεκριμένους σολίστ τα οποία συχνά περιέχουν θεατρικά και παραστατικά στοιχεία. Το ενδιαφέρον του για τον πειραματισμό και την πρωτοπορία είναι και εδώ προφανές — όπως, για παράδειγμα, στο έργο για πολυμελή ορχήστρα Die Wände haben Ohren (1972)—, όμως, εδώ, η δουλειά του δεν προορίζεται συγκεκριμένα για το θέατρο.

Τέλος, ο τρίτος του έρωτας, η Όπερα, γίνεται ο τόπος συνάντησης για όλες τις παραπάνω ανησυχίες: εδώ οι λέξεις γίνονται ο ζωτικής σημασίας συνδετικός κρίκος και η φωνή αποτελεί το κατ’ εξοχήν εκφραστικό μέσο. Έχει δώσει οπερατικά έργα εμπνευσμένα από το έργο συγγραφέων ή φιλοσόφων όπως ο Ιούλιος Βερν (Pandaemonium, 1973), ο Ντιντερό (Jacques le fataliste, 1974), ο Φρόυντ (Histoire de loups, 1976), ο Πόε (Je vous dis que je suis mort, 1978).

Πολυγραφότατος και ευρηματικός, ο Απέργης έχει γράψει πολυάριθμα εξόχως προσωπικά και δύσκολα στην κατηγοριοποίησή τους έργα, σοβαρά αλλά όχι σοβαροφανή, με γερές βάσεις στις μουσικές παραδόσεις δίχως όμως τους περιορισμούς του μουσικού κατεστημένου. Στους ερμηνευτές των έργων του επιτρέπει τεράστια ελευθερία και ευρύτατους εκφραστικούς ορίζοντες. Στο δε κοινό προσφέρει με μοναδική επιδεξιότητα μουσικές εμπειρίες που απευθύνονται όχι μόνο στην ακοή μα και στην όραση.

Πηγή: Institut de Recherche et Coordination Acoustique/Musique (IRCAM) – Centre Pompidou. Απόδοση για το dim/art: Μαρία Τσάκος

Με δικά του λόγια

«Δεν είμαι Γάλλος. Έχω πάντα το ελληνικό διαβατήριο και μόνο αυτό […] Η γνωριμία μου με ανθρώπους, η τύχη και η σύμπτωση με έκαναν να μείνω στη Γαλλία. Και η αλήθεια είναι ότι, όταν άρχισα να δουλεύω, είχα τέτοιες ευκαιρίες που δεν θα είχα ποτέ στην Ελλάδα. Δεν είναι ζήτημα χρημάτων αλλά ανθρώπων που ενδιαφέρθηκαν γι΄ αυτό που έκανα. ΄Ημουν τυχερός […] Στη δικτατορία δεν είχα διαβατήριο για να έρθω στην Ελλάδα και έτσι βρέθηκα εκτός, οπότε κόπηκαν όλοι οι σύνδεσμοι. Δεν μπορούσα να ζήσω με τη νοσταλγία του τόπου μου, γιατί αυτό θα με κρατούσε πίσω. Δεν ένιωσα όμως μετανάστης. Ένιωσα ξένος. Και μάλιστα σε μια χώρα που είχε τότε πολλές κατηγορίες ξένων —μαύροι,Αραβες,Ευρωπαίοι—, και ας μην υπήρχε η έννοια της Ευρώπης όπως υπάρχει σήμερα. Στα μέσα του ΄70 η πολιτική απέναντι στους ξένους ήταν πολύ πιο “ευγενική”».

georgeaperghis

«Αναζητώ με τη μουσική μου μια φυγή προς τα εμπρός. Αναζητώ τα μέσα για να αφηγηθώ τη σημερινή ζωή, τους ήχους που μας περιβάλλουν,  τους οποίους πια τους έχουμε συνηθίσει και ίσως γι΄ αυτό δεν τους ακούμε. Πρέπει να προσπαθήσουμε να αγαπήσουμε τους σύγχρονους ήχους, γιατί είναι ήχοι επιθετικοί  — αλλά είναι το λεξιλόγιό μας, το περιβάλλον μας. Ελπίζω ότι όποιος φεύγει από μια συναυλία μου βρίσκει στο εξής τους ήχους πιο ενδιαφέροντες».

Πηγή: Το ΒΗΜΑ – Μυρτώ Λοβέρδου, 3/4/2011

Το έργο του

Η «avant garde» δημιουργία του Απέργη (που εμφανίζεται ως ο πολυγραφότερος Έλληνας συνθέτης σε όλα τα είδη της μουσικής) θα μπορούσε να ταξινομηθεί σε: 1) έργα «καθαρής μουσικής» (που χρησιμοποιούν ευρύτατο φάσμα μέσων εκτέλεσης) και 2) σε έργα πρωτοποριακού μουσικού θεάτρου (που φαίνεται να τον απασχολούν όλο και περισσότερο).

Τα πρώτα περιέχουν έργα που εκτελούνται από σόλο όργανα ή από λίγα όργανα που απαρτίζουν ορχήστρα (με ή χωρίς φωνές σολίστ) ώς έργα που χρησιμοποιούν μεγάλα ορχηστρικά και χορωδιακά σύνολα και συχνά αναφέρονται χρησιμοποιώντας μορφές κολλάζ είτε στο ευρωπαϊκό μπαρόκ (όπως το «Ascoltare Stanca», για 20 όργανα, 1972) είτε στον Μπαχ (όπως στο «ΒWV» για 6 φωνές και 21 όργανα, 1973) είτε κάποτε και στον εξωτισμό της αφρο-ασιατικής μουσικής. Τα δεύτερα, «έργα πέρα από την παραδοσιακή όπερα», συχνά αποτελούν σκηνικούς πειραματισμούς, στους οποίους συμμετέχει και το κοινό. Εννοιολογικά οι εμπνεύσεις του ακολουθούν φάσμα ιδεών παράλληλης ευρύτητας που διαθλάται από την ψυχανάλυση και τον υπερρεαλισμό ώς τη στράτευση και τον κομμουνισμό, με σαφείς διαθέσεις παρωδίας-καταγγελίας των πάντων. «Από τα έργα του», γράφει ο Γ. Λεωτσάκος*, «αποκομίζει κανένας την εντύπωση μιας συνειρμικής γραφής που ανακατεύει διάφορες τεχνοτροπίες δίχως να προτείνει μία μόνο στον ακροατή, γραφής που θυμίζει κολλάζ και που καταλήγει σε «νωπογραφήματα κυβιστικά που ανακατεύουν τις γνωστές τεχνοτροπίες, τις εποχές και τις μορφές σ’ ένα άπειρο παιχνίδι κατόπτρων» (Jacques Lonchampt)».

"Machinations" -Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών, 8/4/2011 (φωτογραφία © Γιάννης Σούλης)
«Machinations» -Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών, 8/4/2011 (φωτογραφία © Γιάννης Σούλης)

Έχει επενδύσει με μουσική όλα τα έργα που σκηνοθέτησε ο Αντουάν Βιτέζ από το 1972 ώς το θάνατό του, το 1990 («Παρασκευάς», «Φαίδρα», «Φάουστ», «Τάφος για 500.000 στρατιώτες», «Falsh», «Ηλέκτρα», «Το σατέν παπούτσι», «Οι γάμοι του Φίγκαρο», «Η Ουρανία», κ.λπ.). Από τα πολυάριθμα έργα του αναφέρουμε τις 7 όπερές του: «Πανδαιμόνιο» («Pandoemonium», κατά Ι. Βερν, Ε.Τ.Α. Χόφμαν και Γκαίτε, 1973), «Ιάκωβος ο μοιρολάτρης» («Jacques le fataliste», κατά Ντιντερό σε διασκευή Henry Mary, 1974), «Ιστορία των λύκων» («Histoire de loups», κατά Μ.Ν.Ρίο από τις «5 Ψυχαναλύσεις» του Φρόυντ, 1976), «Σας λέω ότι είμαι νεκρός» («Je vous dis que je suis mort», κατά τον Ε.Α.Πόε σε λιμπρέτο Φρανσουά Ρενιώ, 1978), «Ερωτοθάνατος» («Liebestod», κατά Μαρί Νοέλ Ρίο, 1981), «Η κόκκινη εσάρπα» («L’ echarpe rouge», σε λιμπρέτο Α. Μπαντιού, 1984), «Θλιβεροί Τροπικοί» (1994-95, κατά το γνωστό βιβλίο του Κλωντ Λεβί Στρως)` τα σκηνικά και φωνητικά έργα: «Η τραγική ιστορία του νεκρομάντη Ιερωνύμου και του καθρέφτη του» («La tragique histoire du ne’cromancien Hie’ronimo et de son miroir» για 2 γυναικείες φωνές, λαούτο,τσέλο και μαριονέτες, 1971), «Επικήδειος» («Oraison fun`ebre, σε κείμενα του Ε.Τ.Α. Χόφμαν, Ντα Βίντσι, Filiou για βαθύφωνο, βαρύτονο, 2 φαγκότα, 2 τρομπόνια, τούμπα και κοντραμπάσο, 1971), «Εσπερινός» («Vesper», ορατόριο σε κείμενο Ρ. Ρουσέλ για φωνητικό κουαρτ. και οργανικό σύνολο, 1972), «Ο Πύργος των Καρπαθίων» (1973, σε κείμενα του Γκαίτε από το «Φάουστ Ι και ΙΙ») και του Ε.Τ.Α. Χόφμαν (από το «Ο έμπορος της άμμου») και με διανομη (4 μεσόφωνους, 4 βαρύτονους, 4 ηθοποιούς, οργανικό συγκρότημα και μαγνητοταινία), «Αθλήματα και επαναδραστηριοποιήσεις» («Sporta et rebondissements», για 6 τραγουδιστές, ηθοποιούς και οργανικό σύνολο, 1974), «Περί της φύσεως του νερού» («De la nature de l’ eau» σε κείμενο ντα Βίντσι για 4μεσόφωνους, 2 βαρύτονους, 2 ηθοποιούς, κρουστά και πιάνο, 1974), «Ο Γίγας Γολιάθ» («ΙΙ Gigante Golia» για υψίφωνο και ορχ. δωματίου, 1975), «Οι Δάφνες κόπηκαν» («Les lauriers sont coupes»: παλιό γαλλικό τραγούδι, για υψίφωνο, μεσόφωνο, φλάουτο, όμποε, αγγλικό κόρνο, φαγκότο, βιόλα και τρομπόνι, 1975), «H μπουκάλα στη θάλασσα» («La bouteille a la mer», 1976), «`Eμπορος τέρψης, έμπορος λήθης» («Marchand de plaisir, marchand d’ oublies», μουσικά παιχνίδια από παιδιά σε συσχετισμό με την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, 1977), «Περί της φύσεως της βαρύτητος» («Dans la nature de la gravite», 1979), «Tα 7 αμαρτήματα του έρωτα» («Les sept crimes de l’ amour» για φωνή, κλαρινέτο και κρουστά, 1979), «Φύγαμε…Πάμε…» («On y va, allons-y», 1980), «Θρήνος» («Complainte» για φωνή και μουσικό πριόνι, 1982), «Ένα μουσείο του ανθρώπου» («Un muse’e de l’ homme» για φωνή, χορωδία και ορχ., 1982), «Απαλή κοινωνία» («Societe’ adoucie»‘, 1983), «Μερική έκλειψη» («Eclipse partielle», 1985), «Ο Πύργος της Βαβέλ» («La tour de Babel», 1986), «Φάουστ και Ράνγκντα» («Faust et Rangda», 1987), «Λυρική ακαταστασία» («De’sordre lyrique», 1988), «Επτά παρανοήσεις» («Sert malentendus» για φωνή καικρουστά, 1988), «Γιογιό» («Jojo», 1990), «Ρητορείες» («Declamations» για βαρύτονο, κλαρινέτο, κοντραμπάσο και ορχ., 1990), «Ritournelles» (για 2 βαρύτονους και οργανικό σύνολο, 1992), «Moυσική Λιτανεία κοινωνικής ισότητας» («Litanie musicale et e’galitaire» για φωνή, 3 εκτελεστές κρουστών και 4 κωμικούς, 1992), «Sextuor» (για 5 γυναικείες φωνές καιτσέλο, 1993), «L’ Adieu» (γιαμεσόφωνο και ορχ., 1994), «Simulacre II» (για υψίφωνο,κλαρινέτο καικρουστά, 1994), κ.λπ. για ορχήστρα και οργανικά σύνολα: «Μουσική για μια μικρή πορτοκαλένια» (κατά Ελύτη, 21 όργανα, 1968), «Μπις» («Βis» για 2 ορχήστρες, 1968), «Ο Μίτος της Αριάδνης» («Le fil d’ Ariane» για κύματα Μαρτενό και μαγνητοταινία, 1967), «Παραλλαγές» (2 κουαρτ.: ξύλινων και εγχ., πιάνο,κρουστά, 1969) «Σύμπλεξις» (για ορχ. και 22 σολίστ τζαζ, 1970), «Eluding Game» (για ηλεκτρ. κιθάρα, κοντραφαγκότο, κοντραμπάσα τούμπα, 2 τρομπέτες, 2 τρομπόνια, βιολί, τσέλο, κοντραμπάσο, 1970), «Κρυπτόγραμμα» (για 6 εκτελεστές κρουστών, 1970), «Από καιρό σε καιρό» («Von Zeit zu Zeit» για ορχ. δωματίου, 1971), «Εγκώμιο στον Ιούλιο Βερν» («Hommage `a Jules Verne» για 17 όργανα, 1972), «Κοντσέρτο Γκρόσο» (για 30 μουσικούς, 1972), «Οι τοίχοι έχουν αφτιά» («Die Waende haben Ohren» για μεγάλη ορχ., 1972), «Παραλλαγές» (14 όργανα, 1973), «Παρενθέσεις» («Parenth`eses για κοντραμπάσο και 14 όργανα, 1977), «Αποσπάσματα και δοκίμιο αναπαράστασης» («Fragments et essai de reconstitution» για οργανικό σύνολο, 1980), «Κομμάτια για 12″ (12 Όργανα 1991), κ.λπ.

Επίσης, πολυάριθμα έργα μουσικής δωματίου για κάθε είδους συνδυασμό οργάνων και πολλές συνθέσεις για όργανα ή για φωνές σόλο. Παρτιτούρες του υπάρχουν στις Εκδόσεις «Αμφίων» και «Salabert».

Τον Μάιο 1997 το ΜΜΑ παρουσίασε το έργο του «Σχόλια» (που είχε πρωτοπαρουσιαστεί στο Φεστιβάλ της Αβινιόν 21.7.1996). Η Δισκογραφία περιέχει έργα του στους ακόλουθους δίσκους: «3η Ελληνική Εβδομάδα Σήγχρονης Μουσικής» (Columbia SCXG59, 1970 και στην Ανατύπωση: 70028, 1975), «Le piano prepare'» (Philips 6521009, 1970), «Κρυπτόγραμμα» (Philips 6521030, 1971), «4η Ελληνική Εβδομάδα Σύγχρονης Μουσικής» (Columbia 70199, 1973), «Recitations» (Harmonia HM5135, CD, 1983), «Chojnacka et Gualda» (Adda 581224, CD, 1990).

*(Για περισσότερες πληροφορίες, ανατρέξτε μεταξύ άλλων στο βιβλίο του Ant. Gindt «G. Aperghis, le corps musical», στο σχετικό λήμμα του Γ. Λεωτσάκου στο «Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», στο λήμμα της Αλέκας Συμεωνίδου στο «Λεξικό των Ελλήνων Συνθετών» και στο εξαιρετικά εμπεριστατωμένο σχετικό άρθρο του Θωμά Ταμβάκου στην εφημερίδα «Νέοι Αγώνες Ηπείρου», 7/2/1995).

Πηγή: ΜΟΥΣΙΠΑΙΔΕΙΑ

 Επιμέλεια Αφιερώματος: Μαρία Τσάκος

* * *

Εδώ άλλα επετειακά αφιερώματα του dim/art

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο facebook

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.