Καμινάδες

—του Γιάννη Παπαθεοδώρου για τη στήλη Ανώμαλα ρήματα 

Η αντίστροφη μέτρηση για την Πρωτοχρονιά έχει αρχίσει. Με μπόλικη αιθαλομίχλη πάνω από τον αττικό ουρανό, το γαλάζιο καραβάκι της πλατείας Συντάγματος αρχίζει να σαλπάρει για τα θολά νερά του 2014. Κανονικά θα έπρεπε να ανταλλάσσουμε ευχές –τυπικές, έστω– αισιοδοξίας για το μέλλον. Τα τελευταία χρόνια, όμως, άλλαξε κι αυτό. Αντί για ευχές, οι δημοσκοπήσεις που είδαν πρόσφατα το φως της δημοσιότητας καταγράφουν ένα σαφές κλίμα απαισιοδοξίας και φυγής: «»καταστροφή», «στασιμότητα» και «κρίση» είναι οι τρεις λέξεις με τις οποίες οι συμπολίτες μας περιγράφουν το μέλλον της χώρας, ενώ παράλληλα αξιολογούν δικαιολογημένα ως το πιο σημαντικό γεγονός του 2013 την ανεργία[1]. Πέντε χρόνια μετά τον κύκλο της ύφεσης και της κρίσης, η ελληνική κοινωνία έχει μπει πλέον στο πιο επικίνδυνο πολιτισμικό αδιέξοδο της μεταπολίτευσης : στη στέρηση της ελπίδας, που μπορεί να τη φέρει πιο κοντά το ρίσκο της απελπισίας. Τι πιο εύκολο από τους επίδοξους Άι-Βασίληδες να κατέβουν από τις καμινάδες για να μοιράσουν ανύπαρκτα δώρα σε απελπισμένους;

Η ελληνική κοινωνία έχει προ πολλού εξαντλήσει τις ανοχές και τις αντοχές της απέναντι σε ένα αδιέξοδο δημοσιονομικό πρόγραμμα που δεν της επιτρέπει καν να σχεδιάζει το μέλλον της. Κι όμως, το 2024 ίσως να είναι το πιο κρίσιμο έτος για αυτό το μέλλον. Στο πρώτο εξάμηνο του επόμενου έτους, θα κριθούν σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο οι αποφάσεις όχι πλέον για την έξοδό μας από το ευρώ και την ευρωζώνη αλλά οι εγγυήσεις για την santa-claus-climbs-into-chimney-the-life-and-adventures-of-santa-claus-baumανάκαμψη και την πολιτική σταθερότητα της χώρας, με νέους όρους αλλά και με νέους πρωταγωνιστές στο σχέδιο εξόδου από την κρίση. Η πρώτη μνημονιακή περίοδος της Ελλάδας θα τελειώσει σε λίγους μήνες με μια ενδιάμεση πολιτική και πολιτισμική «γέφυρα», που θα συνιστά μια μικρή αλλαγή παραδείγματος. Για να το πω συνοπτικά, η ελληνική κοινωνία θα κληθεί στο προσεχές μέλλον να περάσει από την «κρίση» στη «μετάβαση», αν και οι συνθήκες αυτής της μετάβασης δεν είναι καθόλου δεδομένες και προβλέψιμες. Μέρες που είναι, ωστόσο, ας επιλέξουμε την αισιοδοξία όχι για να σώσουμε την τιμή των Χριστουγέννων αλλά για να υπερασπιστούμε την ορθολογικότητα της πολιτικής.

Είναι σαφές λοιπόν ότι σε αυτή τη μετάβαση, η «πολιτική του άγχους» που καλλιέργησε η Τρόικα (αλλά και κυβέρνηση) μπορεί και πρέπει να αντικατασταθεί πλέον με ένα εταιρικό πλαίσιο διαπραγμάτευσης εντός της ευρωπαϊκής οικογένειας, ενώ παράλληλα τα αναγνωρισμένα λάθη του Μνημονίου πρέπει να δώσουν τη θέση τους σε μια άμεση και εκτεταμένη κοινωνική πολιτική ευρείας κλίμακας απέναντι στις ευάλωτες ομάδας που οδηγήθηκαν στο περιθώριο και τον αποκλεισμό. Αυτό θα ήταν άλλωστε το πιο ευκρινές σήμα για την αλλαγή πολιτικής αλλά και ευρωπαϊκού προσανατολισμού σε μια κοινωνία που δηλώνει δημοσκοπικά, σε ποσοστό 59,6%, πως θα επέλεγε το πρόσωπο της χρονιάς μέσα από τη στρατιά των ανέργων, την ίδια στιγμή που θεωρεί ότι η προτεραιότητα της ελληνικής προεδρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση απασχολεί μόνο το 1,3 % των συμπολιτών μας. Σε δεύτερη φάση, και ειδικά μέσα στην ελληνική προεδρία, το πρόβλημα του «ελληνικού χρέους» θα πρέπει να αναδειχτεί ως πρόβλημα συρρίκνωσης των ευρωπαϊκών θεσμών, που κλυδωνίζονται από τις άκρατες πολιτικές λιτότητας και της έλλειψης δημοκρατικού ελέγχου των αγορών. Αν η άνοδος της ακροδεξιάς και του ευρωσκεπτικισμού διαβαστεί απλώς ως παράπλευρη απώλεια της σκληρής δημοσιονομικής πειθαρχίας, τότε είναι σίγουρο πως η Ευρώπη θα βουλιάξει κάτω από την αναίρεση του ιστορικού εαυτού της. Σε τρίτη φάση, και εφόσον αναγνωριστεί το πρωτογενές πλεόνασμα της  χώρας, το Μνημόνιο θα πρέπει να δώσει τη θέση του σε ένα νέο Σύμφωνο Ανάπτυξης, στο οποίο η «μετάβαση» θα κινητοποιήσει νέες παραγωγικές δυνάμεις.

Ο πολιτικός χρόνος για όλες αυτές τις αλλαγές θα είναι εξαιρετικά πυκνός και εξαιρετικά κρίσιμος. Θα ήταν αστείο να υποστηρίξει κανείς πως η καρικατούρα του περιστασιακού δικομματισμού (ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ) μπορεί να ανταποκριθεί σε αυτή την πρόκληση, ακριβώς επειδή και τα δύο κόμματα εγγράφονται σε μια αντίστροφη αλλά εντέλει αλληλοτροφοδοτούμενη πόλωση μεταξύ φόβου και απελπισίας. Στις τελευταίες δημοσκοπήσεις αλλά και μέσα στις ανησυχίες της κοινωνίας, φαίνεται ξεκάθαρα πως η πολιτική σκηνή σήμερα έχει ανάγκη από έναν προοδευτικό –και όχι απλώς «ενδιάμεσο» – πόλο που θα απελευθερώσει μια νέα «πολιτική της ελπίδας» και θα αναλάβει να υλοποιήσει αυτό το εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης. Αν είναι κάτι να φέρει ο Άι-Βασίλης από την καμινάδα, καλό θα ήταν φέτος να σκεφτεί δημοκρατικά και αριστερά, πριν παραδώσει τα δώρα του σε όλους εμάς που αναρωτιόμαστε: mamacita, donde esta Santa Claus? / donde esta Santa Claus? / and the toys he will leave?

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.