Όλα ξεκίνησαν με τους λαχανοντολμάδες

Ο Haruki Murakami —ο οποίος κλείνει σήμερα τα 65 του χρόνια και του ευχόμαστε χρόνια πολλά και καλά— εξιστορεί σε ένα σύντομο και ανάλαφρο κείμενο με τίτλο Όλα ξεκίνησαν με τους λαχανοντολμάδες πώς άρχισε την καριέρα του ως πεζογράφος και δίνει συμβουλές σε άλλους επίδοξους συγγραφείς. Η Μαρία Τσάκος μετέφρασε ένα μεγάλο απόσπασμα στα ελληνικά, αποκλειστικά για τους φίλους του dim/art. (Η μετάφραση έγινε από τα αγγλικά: A Long Way From The Stuffed Cabbage, μετάφραση από τα ιαπωνικά: Kazue Uekura).

* * *

[…] Όταν ήμουν φοιτητής, όντως ήθελα να γράψω κάτι. Πιο συγκεκριμένα, ήθελα να γράφω σενάρια. Πρώτα απ’ όλα ήθελα να γράψω σενάρια και μετά μυθιστορήματα, γιατί με ενδιέφερε ο κινηματογράφος. Γι΄αυτό και διάλεξα να γραφτώ στο Waseda University και να σπουδάσω Κινηματογράφο και Δραματουργία, αλλά κάπου στη διαδρομή τα παράτησα γιατί αποφάσισα πως δε μου ταίριαζε τελικά. Δεν είχα την παραμικρή ιδέα, εκείνη την εποχή, τι να γράψω και πώς να το γράψω. Ούτε θέμα είχα, ούτε υλικό — και, υπό αυτές τις συνθήκες, δε θα μπορούσα ποτέ να κάτσω να γράψω σενάριο (ούτε και τίποτε άλλο, βέβαια), αυτό ήταν σαφές. Παρ’ όλα ταύτα, μου άρεσε να διαβάζω σενάρια για τον κινηματογράφο, οπότε πήγαινα στο Μουσείο Δραματουργίας που είχαμε στο Πανεπιστήμιο σχεδόν κάθε μέρα όταν δεν είχα μάθημα και καταβρόχθιζα ό,τι σενάριο είχε γραφτεί ποτέ σ’ Ανατολή και Δύση. Αισθάνομαι, συνεπώς, ότι μπορώ να δώσω μια συμβουλή στους πιο νέους οι οποίοι θέλουν να γράψουν, και αυτή είναι: «δεν είναι ανάγκη να πιεστείτε να γράψετε κάτι εφόσον δεν μπορείτε». Αναρωτιέμαι φυσικά αν αυτή η συμβουλή τους βοηθάει καθόλου.

Αργότερα αποφοίτησα από το Waseda, παντρεύτηκα και άρχισα να εργάζομαι. (Όχι, ανάποδα τα είπα: παντρεύτηκα, άρχισα να εργάζομαι κι έπειτα αποφοίτησα.) Οι απαιτήσεις της καθημερινότητας με οδήγησαν να ξεχάσω εντελώς την επιθυμία μου να γράψω. Για να ξεχρεώσω έπρεπε να δουλεύω από νωρίς το πρωί έως αργά το βράδυ σαν το μουλάρι — ναι, ξέρω πως η μεταφορά τούτη είναι τετριμμένη και διόλου λογοτεχνική. Εξακολούθησα να το κάνω αυτό επί επτά χρόνια. Επειδή στο τζαζ καφέ-μπαρ που είχα σερβίραμε λαχανοντολμάδες*, έπρεπε, παραδείγματος χάριν, να κόβω κάθε πρωί μια σακούλα γεμάτη κρεμμύδια σε μικρά-μικρά κομμάτια. Μέχρι σήμερα έχω την ικανότητα να ψιλοκόβω κρεμμύδια με μεγάλη ταχύτητα και χωρίς να δακρύζω. Τα χέρια μου κινούνται σβέλτα και σαν από μόνα τους, σα να θυμούνται με ακρίβεια τις κινήσεις.

«Ξέρετε το μυστικό για να μην κλαίτε όταν καθαρίζετε κρεμμύδια;», ρωτάω πολλές φορές τους μαθητές μου.  «Όχι», απαντούν. «Φροντίστε να τα έχετε κόψει όλα πριν αρχίσουν να τρέχουν τα δάκρυα». Όταν το ακούνε γελάνε.

Όταν μιλάμε για παρόμοια θέματα, βλέπω να ζωντανεύουν τα μάτια τους. Ίσως γιατί στα άλλα τους μαθήματα δεν ακούνε συχνά τέτοιες ιστορίες· ίσως, πάλι, γιατί λίγο ώς πολύ έχουν μια απροσδιόριστη αγωνία για το μέλλον τους: «Τι διαδρομή θα ακολουθήσει η ζωή μου άραγε;» «Τι ευκαιρίες θα βρεθούν στο δρόμο μου;». Είμαι σε θέση να κατανοήσω την αβεβαιότητά τους για το παρόν και το μέλλον τους. Στην ηλικία των είκοσι, ήμουν κι εγώ έτσι αβέβαιος — για να μην πω ότι, στη δική μου περίπτωση, η λέξη «αβέβαιος» είναι πολύ λίγη για να περιγράψει αυτό που ήμουν. Αν εμφανιστεί μπροστά μου ένας θεός και με ρωτήσει αν θέλω να γυρίσω πίσω στην ηλικία των είκοσι χρόνων, το πιθανότερο είναι πως θ’ αρνηθώ λέγοντάς του: «Να ‘στε καλά, όμως είμαι μια χαρά ικανοποιημένος με το πώς είμαι σήμερα». Και, με την άδειά σας, θα ήθελα να πω με κάθε ειλικρίνεια «Στον αγύριστο η ηλικία των είκοσι χρόνων».

Αργότερα, όταν έγινα 29, μου ήρθε μια ξαφνική παρόρμηση να γράψω ένα μυθιστόρημα. Ήταν, θυμάμαι, απομεσήμερο μιας ανοιξιάτικης μέρας και είχα πάει να δω ένα παιχνίδι μπέιζμπολ ανάμεσα στην ομάδα των Yakult Swallows και στους Hiroshima Carp, στο γήπεδο Jingu. Ήμουν μισοξαπλωμένος στην ακάλυπτη εξέδρα, έπινα μπύρα, και όταν ένας παίχτης που τον έλεγαν Hilton σκοράρησε πήρα την αιφνίδια απόφαση ότι «Τώρα είναι ώρα να γράψω ένα μυθιστόρημα». Και έτσι ξεκίνησα να το γράφω.

Όταν το εξηγώ αυτό στους μαθητές μου μένουν αποσβολωμένοι. «Αυτό σημαίνει πως, εχμ, πως το παιχνίδι είχε μια ξεχωριστή σημασία για εσάς;» «Δε νομίζω. Ίσως η ανοιξιάτικη λιακάδα, η γεύση της μπύρας, ίσως η ωραία μπαλιά, όλα αυτά μαζί συνέπεσαν και ξύπνησαν κάτι μέσα μου, κατά πως φαίνεται», τους εξηγώ. «Φαίνεται πως εκείνο που χρειαζόμουν ήταν ο χρόνος και οι εμπειρίες για να με βοηθήσουν να βρω την ταυτότητά μου. Και δεν είναι ανάγκη να είναι ξεχωριστές εμπειρίες. Δεν πειράζει να είναι ολότελα συνηθισμένες και καθημερινές, φτάνει απλά να είναι εμπειρίες που γράφουν βαθιά μέσα μας. Όταν ήμουν φοιτητής δεν μπορούσα να βρω τι να γράψω, παρά το γεγονός ότι τρωγόμουν και το ήθελα. Είχα ανάγκη αυτά τα επτά χρόνια και τις δυσκολίες που έζησα για να ανακαλύψω το θέμα, προφανώς». «Δηλαδή, κ. Murakami, αν δεν είχατε πάει να δείτε μπέιζμπολ εκείνο το απόγευμα του Απριλίου, σήμερα δε θα είσασταν συγγραφέας;».

«Ποιος ξέρει;»

Το εννοώ: «Ποιος ξέρει;» Ίσως, αν δεν είχα πάει στο γήπεδο εκείνο το απόγευμα, να είχα ζήσει μια συνηθισμένη ζωή χωρίς να γράφω βιβλία. Αλλά νά που βρέθηκα σ’ εκείνες τις άδειες κερκίδες του Jingu εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα —ναι, εκείνο τον καιρό το γήπεδο δε γέμιζε— και από εκεί που ήμουν ξαπλωμένος και παρακολουθούσα τον Dave Hilton να κάνει μια όμορφη μπαλιά βρέθηκα να γράφω το πρώτο μου βιβλίο, το Hear the Wind Sing. Ίσως και να είναι το μόνο αξιοπερίεργο γεγονός όλης μου της ζωής.

«Κύριε Μουρακάμι, πιστεύετε πως κάτι παρόμοιο θα συμβεί σε όλους τους ανθρώπους;»

«Δεν έχω ιδέα». Και αυτή είναι η μόνη απάντηση που μπορώ να δώσω. «Φαντάζομαι, όμως, πως, αν όχι το ίδιο ακριβώς, κάτι παρόμοιο θα σας συμβεί όταν διάφορες συνθήκες ξαφνικά συμπέσουν. Ή, αν μη τι άλλο, δε συμφωνείτε πως η ζωή μας θα ήταν πιο ευτυχισμένη αν τη ζούσαμε πιστεύοντας πως, πράγματι, μια τέτοια στιγμή σίγουρα θα μας συμβεί;»

Σε κάθε περίπτωση, νιώθω πως έμαθα πάρα πολλά απ΄τη δουλειά μου. Πριν από λίγα χρόνια, ένα βιβλίο με τίτλο All I Really Need to Know I Learned in Kindergarten (Όσα πραγματικά πρέπει να ξέρω τα έμαθα στο νηπιαγωγείο) έγινε μπεστ-σέλερ στην Αμερική και στη δική μου περίπτωση θα μπορούσαμε να πούμε το ίδιο: «Όσα πραγματικά πρέπει να ξέρω τα έμαθα στο μπαρ μου». Στα σχολεία που πήγα κατά καιρούς απέκτησα διάφορες γνώσεις αλλά, για να λέμε την πάσα αλήθεια, αυτού του είδους οι γνώσεις δε με βοήθησαν και πολύ όταν έγραφα τα βιβλία μου. Δεν εννοώ φυσικά πως κάθε είδους σχολική εκπαίδευση είναι άνευ σημασίας, όμως, είναι σπάνιες οι στιγμές που αισθάνθηκα πως όσα έμαθα στα σχολεία που πήγα ήταν σημαντικά. Όταν ήμουν μικρός, η μητέρα μου μου είπε:  «αν δε δουλέψεις τώρα σκληρά, θα το μετανοιώσεις κάποτε, όταν μεγαλώσεις». Η κουβέντα της αυτή μου δημιούργησε την αόριστη αίσθηση πως μάλλον είχε δίκιο αλλά και μέχρι σήμερα ακόμα δεν έχω κατανοήσει πλήρως τι ακριβώς ήθελε να πει. Κι αυτό γιατί, όταν μεγάλωσα, ποτέ δε μετάνοιωσα «που δεν δούλεψα πιο σκληρά όταν ήμουν μικρότερος». Απεναντίας, η δεκαετία που μου έμαθε αλήθειες για τη ζωή ήταν ανάμεσα στα είκοσι και τα τριάντα μου, όταν κυριολεκτικά κάθε μέρα έκανα χειρωνακτική εργασία. Δούλευα καθημερινά και μάλιστα πάρα πολύ σκληρά για να μπορώ να πληρώνω τα χρέη μου στο τέλος του μήνα και δεν ήμουν σε θέση να σκεφτώ τίποτε άλλο εκτός από αυτό, ακόμα κι αν το ήθελα. Σαν αποτέλεσμα, όμως, αυτού του είδους η σκληρή χειρωνακτική δουλειά με μεγάλωσε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Η δουλειά στάθηκε ο καλύτερος δάσκαλός μου και το «πραγματικό μου πανεπιστήμιο».

Για να σας δώσω να καταλάβετε, όταν έχεις μπαρ, έχεις πολλούς πελάτες κάθε μέρα και δεν είναι απαραίτητο να αρέσει το μπαρ σου σε όλους — ή μάλλον, για την ακρίβεια, σε πολύ λίγους αρέσει πραγματικά. Αλλά κατά περίεργο τρόπο, τα βγάζεις πέρα, φτάνει το μαγαζί σου ν’ αρέσει σε έναν ή δύο πελάτες στους δέκα κι αυτοί οι ένας-δύο να θέλουν να έρθουν ξανά και ξανά. Και καμιά φορά, μάλιστα, συμβαίνει να τα πηγαίνεις καλύτερα αν το αγαπήσουν αυτοί οι ένας ή δύο παρά αν υπάρχουν οκτώ ή εννέα που απλώς να τους αρέσει κάπως. Αυτό ακριβώς είναι ένα από τα μαθήματα που εμπέδωσα όταν δούλευα την επιχείρισή μου, κι ας πονούσε πολλές φορές το κορμί μου σα να μου είχαν συνθλίψει κάθε κόκαλο. Ακόμα κι όταν βρεθούν πολλοί άνθρωποι που θα μιλήσουν άσχημα για ένα βιβλίο μου, έχω τη βαθιά πεποίθηση —που ψήθηκε μέσα σ’ εκείνη την καθημερινή εμπειρία— ότι δεν πειράζει, αρκεί να υπάρχουν ένας ή δύο που διαισθητικά θα καταλάβουν τι θέλω να πω. Και αυτό αποδείχτηκε ανεκτίμητο μάθημα για μένα. Χωρίς αυτά τα βιώματα, ίσως να είχε αποδειχθεί πολύ δυσκολότερο να ζήσω ως συγγραφέας· ενδεχομένως μια άσχημη κριτική για ένα βιβλίο να με αναστάτωνε σοβαρά. Όταν έκανα μια κουβέντα για όλα αυτά με τον Ryu Murakami (έναν από τους σύγχρονους γιαπωνέζους πεζογράφους· το μυθηστόρημά του Σχεδόν διάφανο μπλε κέρδισε το 1976 τα βραβεία για νέους λογοτέχνες Akutagawa και Gunzou), εντυπωσιάστηκε και αναφώνησε «είσαι πραγματικά φοβερός, Haruki, εγώ, αν δεν με εξυμνήσουν και οι δέκα στους δέκα κριτικούς, τρελαίνομαι». Αλλά και το δικό του σχόλιο, αντίστοιχα, εντυπωσιάζει εμένα, γιατί ταιριάζει τόσο με τον χαρακτήρα του.

Κι όμως, εγώ, δεν μπορώ να καυχηθώ για τον εαυτό μου — ο εαυτός μου δεν αξίζει καν να παινευτείς γι΄αυτόν, δεν είμαι άνθρωπος που σκέφτεται με το μυαλό αλλά άνθρωπος που σκέφτεται με την κίνηση. Μπορώ να μάθω ή να γράψω μόνο μέσω του σώματος. Κι αυτό γιατί έβγαζα το ψωμί μου για πολλά χρόνια ταλαιπωρώντας το από το πρωί ώς το βράδυ. Αυτό σήμαινε για μένα η λέξη «δουλειά». Και αυτός μου ο χαρακτήρας με κάνει πολλές φορές να νιώθω έξω απ’ τα νερά μου στον «κόσμο της λογοτεχνίας». Και ίσως, εν μέρει, αυτή η αίσθηση της απόστασης να με έκανε να φύγω από την Ιαπωνία και να ζω στο εξωτερικό για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Και το γεγονός ότι δεν μπορώ να κάνω μακριά από τις αγαπημένες μου δραστηριότητες, το τρέξιμο και το κολύμπι, ίσως να έχει την ίδια ρίζα.

Σχετικά με τη συγγραφική διαδικασία, δεν έχω σχεδόν τίποτε να «διδάξω» στους μαθητές μου. «Το μόνο που έχετε να κάνετε είναι, ουσιαστικά, να ζείτε. Αν επιθυμείτε με όλη σας την καρδιά να γράψετε κάτι ή να εκφραστείτε, σίγουρα θα έρθει κάποια στιγμή η ώρα που θα μπορέσετε να το κάνετε ακόμα κι αν τώρα δεν έχετε την ικανότητα να γράψετε κάτι που να αξίζει. Μέχρι εκείνη τη στιγμή απλά συνεχίστε να αθροίζετε τις εμπειρίες της κάθε μέρας, μία προς μία, σα να τοποθετείτε τούβλα το ένα δίπλα στο άλλο. Για παράδειγμα, αγαπήστε κάποιον βαθιά», τους λέω, και συνήθως ένας μαθητής μου απαντάει «Α, αυτό μπορώ να το κάνω», και οι υπόλοιποι ξεσπάνε σε γέλια. Θα βρεθεί πάντα ένας μαθητής που θα πει «Και τι να κάνω αν δεν έρθει ποτέ αυτή η στιγμή για μένα;» και μερικοί θα χαχανίσουν. Σ’ αυτή την περίπτωση, χωρίς κανέναν ενδοιασμό, του λέω την ωμή ατάκα που λέει στον «Πολίτη Κέιν» ένας καθηγητής φωνητικής: «Άλλοι μπορούν να τραγουδήσουν, άλλοι όχι».

Όταν κέρδισα το βραβείο Gunzou για νέους συγγραφείς για το πρώτο μου μυθιστόρημα και το ανήγγειλα στους κοντινούς μου ανθρώπους —συγγενείς, φίλους, γνωστούς—, δεν με πίστεψαν. Νόμισαν πως αστειευόμουν. Είμαι βέβαιος δε, πως κάνας-δυο απ’ αυτούς έχουν ακόμα σοβαρές αμφιβολίες για το γεγονός ότι αποκαλούμαι συγγραφέας. Στα μάτια τους, φαντάζομαι, δεν έχω κανένα από τα χαρακτηριστικά που έχουν οι συγγραφείς.

Έχοντας αφήσει πίσω μου εκείνα τα χρόνια και την Ιαπωνία, έχοντας αφήσει πάρα πολύ πίσω μου και τους λαχανοντολμάδες, κάνω τώρα αναδρομή στην παλιά μου ζωή και σκέφτομαι πως είναι τόσο μα τόσο δύσκολο να διηγηθούμε τις ζωές μας, είτε είναι γεμάτες με συναρπαστικές εμπειρίες είτε όχι.

murakami drawing

* Σ.τ.Μ: ένα παραδοσιακό γιαπωνέζικο πιάτο με λαχανόφυλλα γεμιστά με κιμά, κρεμμύδι και μανιτάρια, κάτι σαν τους δικούς λαχανοντολμάδες.

* * *

Εδώ άλλες επετειακές αναρτήσεις από το dim/art

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο facebook

2 comments

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.