Από το βιβλίο στο πιάτο

—Της Maria Popova για το Brain Pickings. Μετάφραση για το dim/art: Μαρία Τσάκος—

Το φαγητό και τη λογοτεχνία ενώνει μια σχέση πάθους από πολύ παλιά. Όχι μόνο γιατί λουκούλεια γεύματα παρατίθενται και λαχταριστά εδέσματα περιγράφονται συχνά σε βιβλία λογοτεχνίας αλλά και το αντίστροφο ─ή, τέλος πάντων, σχεδόν το αντίστροφο: βιβλία μαγειρικής αντλούν έμπνευση από μυθιστορήματα και συγγραφείς, σκαρώνουν φανταστικές συνταγές εμπνευσμένες από λογοτεχνικά έργα ή ανθολογούν πραγματικές συνταγές τις οποίες προτείνουν μεγάλοι λογοτέχνες.

Θα έλεγε κανείς, όμως, ότι πουθενά η σχέση αυτή δεν έχει τεκμηριωθεί πιο χειροπιαστά και πιο νόστιμα ─κυριολεκτικώς και μεταφορικώς─ απ’ ότι στο βιβλίο με τίτλο Fictitious Dishes: An Album of Literature’s Most Memorable Meals, μια ευφυέστατη σύλληψη έξοχα υλοποιημένη από την συγγραφέα και σχεδιάστρια Dinah Fried. Στο φωτογραφικό αυτό λεύκωμα το οποίο κυκλοφόρησε πολύ πρόσφατα, η Fried μαγειρεύει, κάνει καλλιτεχνική επιμέλεια και φωτογραφίζει γεύματα που περιγράφονται στις σελίδες βιβλίων της κλασικής ή της σύγχρονης λογοτεχνίας. Κάθε μία φωτογραφία συνοδεύεται από το σχετικό απόσπασμα του βιβλίου όπου εμφανίστηκε το αντίστοιχο πιάτο, μαζί με ενδιαφέροντα σχόλια της δημιουργού τα οποία αφορούν το φαγητό, τον συγγραφέα ή το βιβλίο.

fictitiousdishes_belljar

Sylvia Plath, The Bell Jar (1963): «Μετά περιέλαβα το αβοκάντο με την καβουροσαλάτα… Κάθε Κυριακή, ο παππούς μου συνήθιζε να μου φέρνει ένα αβοκάντο κρυμμένο κάτω-κάτω στον χαρτοφύλακά του, σκεπασμένο από έξι λερωμένα πουκάμισα και τα κυριακάτικα κόμιξ».

fictitiousdishes_catcher

J. D. Salinger, Ο Φύλακας στη Σίκαλη (1951): «Όταν δεν είμαι κάπου έξω, τρώω συνήθως μόνο σάντουιτς μ’ ελβετικό τυρί κι ένα ποτήρι βυνοποιημένο γάλα. Δεν είναι τίποτε ιδιαίτερο, αλλά το βυνοποιημένο γάλα έχει πολλές βιταμίνες. “H. V. Caulfield”. “Holden Vitamin Caulfield”».

Το project ξεκίνησε ως μικρής κλίμακας άσκηση για μάθημα το οποίο παρακολουθούσε η Fried ως σπουδάστρια στο Rhode Island School of Design, πριν δυο χρόνια, αλλά, πολύ γρήγορα, το concept την κέρδισε και κατέληξε να του αφιερώσει πολύ περισσότερο χρόνο και ενέργεια από αυτό που απαιτούσε η σχολική εργασία. Καθώς συνέχιζε να διαβάζει και να μαγειρεύει, επιτελέστηκε ενός είδους αυτό-υπέρβαση (και μήπως άραγε αυτό δεν είναι και το μεγάλο δώρο της λογοτεχνίας;). Η Fried, μια χορτοφάγος, βρέθηκε να δίνει μάχη με νεφρά χοίρου για τον Οδυσσέα του Joyce και να μαγειρεύει μπανάνες με έντεκα διαφορετικούς τρόπους για το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας.

Fictitious Dishes: Alice's Adventures in Wonderland

Lewis Carroll, Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων (1865): «Μα πιείτε λίγο κρασί», είπε ο Λαγός του Μάρτη ενθαρρυντικά. Η Αλίκη κοίταξε γύρω-γύρω στο τραπέζι, μα δεν υπήρχε τίποτε άλλο πάνω του εκτός από τσάι».

fictitiousdishes_ontheroad

Jack Kerouac, Στο Δρόμο (1957): «Αλλά έπρεπε να ξεκινήσω επιτέλους και να πάψω να γκρινιάζω, οπότε πήρα την τσάντα μου στα χέρια, είπα αντίο στον γερο-ξενοδόχο που καθόταν δίπλα στο πτυελοδοχείο του, και πήγα για φαγητό. Έφαγα μηλόπιτα με παγωτό ─όσο πιο βαθιά έμπαινα μέσα στην Άϊοβα, τόσο καλύτερα μού φαίνονταν, το κομμάτι μεγαλύτερο, το παγωτό πιο παχύ».

Το βιβλίο, άλλωστε, δηλώνει από την πρώτη γραμμή τις προθέσεις του, ξεκινώντας με ένα υπέροχο παράθεμα από το κλασικό βιβλίο του Ray Bradbury, Fahrenheit 451, όπου ο αφηγητής περιγράφει δεξιοτεχνικά, χρησιμοποιώντας έξυπνες και γλαφυρές μεταφορές, το πώς καταβροχθίζει τα βιβλία.

fictitiousdishes_gatsby

F. Scott Fitzgerald, Ο Μεγάλος Γκάτσμπυ (1925): «Στους μπουφέδες, γαρνιρισμένα με λαχταριστά ορεκτικά, πιπεράτα χοιρομέρια στριμώχνονταν ανάμεσα σε σαλατικά κομμένα σε σχήμα καρό και σε πιτάκια με λουκάνικα και γαλοπούλα ροδοκοκκινισμένα με μαεστρία».

fictitiousdishes_secret

Frances Hodgson Burnett, Ο Μυστικός Κήπος (1910-1911): «Τα ψητά αυγά ήταν μια πολυτέλεια ως τότε άγνωστη, και οι ζεματιστές πατάτες με αλάτι και φρέσκο βούτυρο ήταν γεύμα που ταίριαζε σε άρχοντα του δάσους ─εκτός του ότι ήταν και υπέροχα χορταστικές».

Η συγγραφέας αναστοχάζεται την —μακροχρόνια, πλέον— ερωτική της σχέση με τις γαστριμαργικές περιγραφές διάσημων έργων της λογοτεχνίας, οι οποίες έχουν την ικανότητα, επικαλούμενες τις αισθήσεις του αναγνώστη, να τον μεταφέρουν σε έναν ξεχωριστό κόσμο και να του κάνουν ένα μοναδικό δώρο: εξόχως ζωντανές αναμνήσεις:

Πολλές από τις πιο ζωηρές αναμνήσεις που έχω από βιβλία που έχω διαβάσει είναι από τα γεύματα που τρώνε οι ήρωες. Διάβασα την Heidi πριν από περισσότερα από είκοσι χρόνια, κι όμως μπορώ ακόμα να γευστώ το χρυσαφί λιωμένο τυρί στο σάντουιτς που της ετοίμαζε ο παππούς της, και μπορώ ακόμα να νιώσω την προσμονή και την ανακούφιση που ένιωθε εκείνη όσο της το έψηνε. Μερικά γεύματα τα θυμάμαι από το ότι αποτελούν ορόσημο για ένα σημαντικό γεγονός μέσα στο μυθιστόρημα. Άλλα, από την ατμόσφαιρα που μεταφέρουν. Τελευταία, ένας φίλος μού ομολόγησε πως αφότου διάβασε τη Λολίτα άρχισε να πίνει τζιν με χυμό ανανά, αγαπημένο κοκτέιλ του αφηγητή του μυθιστορήματος, Χάμπερτ Χάμπερτ. Διάβασα τη Λολίτα όταν ήμουν λίγο μεγαλύτερη από την ίδια τη Λολίτα και μου έκανε εντύπωση πώς η περιγραφή του κοκτέιλ από το φίλο μου με πήγε πίσω σ΄εκείνον τον ιδιαίτερο κόσμο που δημιούργησε ο Ναμπόκοφ: στο υγρό καλοκαιρι της Νέας Αγγλίας όπου ο λάγνος Χάμπερτ Χάμπερτ κουρεύει το γρασίδι κάτω από τον καυτό ήλιο, λιώνοντας για την Ντολόρες η οποία λείπει στην κατασκήνωση. Με παρόμοιο τρόπο, η περιγραφή από τον Melville της αχνιστής σούπας με στρείδια στο Moby Dick ανακαλεί την εικόνα της ζωής του Ισμαήλ ως ναυτικού· την παρηγοριά της ζεστής και άνετης ατμόσφαιρας του πανδοχείου κι εκείνης της σάλας που ήταν γεμάτη από ευθυμία κι από την πλούσια μυρωδιά των φρέσκων θαλασσινών.

Όλες οι φωτογραφίες της Fried είναι προσεγμένες στην κάθε τους λεπτομέρεια (το σπαρτιάτικο δείπνο του Ισμαήλ στο Moby Dick δεν είναι απλά μια ναυτική —σε ποσότητα—  μερίδα στρειδόσουπας αλλά και σερβιρισμένο υπό το φως ενός κεριού), μερικές, δε, από αυτές φέρουν μια ιδιάζουσα διακριτική νότα πολιτισμικής meta-σάτιρας (για παράδειγμα, αντιπροσωπευτικό γεύμα από τον Συνασπισμό Ηλιθίων είναι η υπέρτατη φαγώσιμη αμερικανιά: ένα χοτ ντόγκ σερβιρισμένο στο κλασικό αμερικάνικο καρό τραπεζομάντηλο).

fictitiousdishes_confederacy

John Kennedy Toole, Συνασπισμός Ηλιθίων (1980): «Σταμάτησε πριν το στενόμακρο γκαράζ και εισέπνευσε με εξαιρετική ηδονή τις αναθυμιάσεις που έβγαιναν από τον «Παράδεισο»· οι τρίχες που προεξείχαν απ’ τα ρουθούνια του ανέλυαν, κατέγραφαν, κατηγοριοποιούσαν και κατέτασσαν τις διαφορετικές μυρωδιές : χοτ ντογκ, μουστάρδα, λιπαντικό». 

fictitiousdishes_mobydick
Herman Melville, Μόμπι Ντικ (1851): «Καθώς η όρεξή μας είχε ανοίξει μετά το ταξίδι μες στο βαθύ ψύχος, —και ιδιαίτερα o Κουίκουεγκ, βλέποντας μπροστά του το αγαπημένο του ψαρικό και την ασύγκριτη στρειδόσουπα—, το καταβροχθίσαμε βιαστικά».

Εκφράζοντας μια σκέψη που θυμίζει τον παραλληλισμό που κάνει ο Lewis Carroll ανάμεσα στο φαγητό και την πνευματική τροφή, η Fried γράφει στο βιβλίο της:

Το διάβασμα και το φαγητό είναι αυτονόητοι σύντροφοι κι έχουν πολλά κοινά μεταξύ τους. Και τα δύο είναι κατανάλωση. Και τα δύο παρηγορούν, τρέφουν, αποκαθιστούν, ξεκουράζουν και, κυρίως, διασκεδάζουν. Και το ένα και το άλλο δίνουν ενέργεια —αλλά μπορεί να φέρουν και ύπνο. Τα βαριά βιβλία, όπως και τα βαριά γεύματα, αργείς να τα χωνέψεις. Με τον ίδιο τρόπο που η ανάγνωση ενός σπουδαίου μυθιστορήματος σε μεταφέρει σε άλλο τόπο και χρόνο, έτσι κι ένα γεύμα ─είτε καλό είναι, είτε κακό─ μπορεί να σε κάνει να ανακαλέσεις εικόνες πολύ μακρινές. Μερικά από τα αγαπημένα μου γεύματα μεταφέρουν αφηγήσεις από τη χώρα και την παράδοση που τα γέννησε· και, ως λαίμαργη αναγνώστρια, είναι φορές που καταβροχθίζω αγαπημένα βιβλία.

fictitiousdishes_heidi

Johanna Spyri, Χάιντι (1880): «Σε λίγο, άρχισε να βράζει το νερό στο βραστήρα, κι εντωμεταξύ ο γέρος κρατούσε ένα μεγάλο κομμάτι τυρί καρφωμένο σ΄ένα μακρύ σιδερένιο πιρούνι πάνω απ’ τη φωτιά και το γύριζε γύρω-γύρω, μέχρι που πήρε ένα ωραίο χρυσοκίτρινο χρώμα σε κάθε πλευρά. Η Χάιντι παρακολουθούσε όλα όσα συνέβαιναν με ιδιαίτερη περιέργεια»

fictitiousdishes_metamorphosis

Franz Kafka, Η Μεταμόρφωση (1915): «Υπήρχαν παλιά, μισο-σαπισμένα λαχανικά⋅ κόκαλα από το δείπνο της προηγούμενης μέρας καλυμμένα με μια λευκή σως που είχε πετρώσει⋅ μια χούφτα σταφίδες κι αμύγδαλα⋅ λίγο τυρί που ο Γκρέγκορ είχε ανακηρύξει ακατάλληλο προς κατανάλωση δυο μέρες νωρίτερα⋅ ένα ξεραμένο ψωμάκι κι αλατισμένο βούτυρο…»

fictitiousdishes_gonzo
Hunter S. Thompson, Φόβος και παράνοια στο Λας Βέγκας (1971): «“Όλοι οι γαμημένοι ασπρουλιάρηδες ίδιοι είσαστε”. Είχε ήδη ανοίξει καινούργιο μπουκάλι τεκίλα και το εξαφάνιζε… Έκοψε το γρέιπφρουτ στα τέσσερα… μετά στα οκτώ… μετά στα δεκάξι… κι έπειτα άρχισε, αφηρημένα, να κάνει τη φλούδα κομμάτια με το μαχαίρι». 

fictitiousdishes_olivertwist

Charles Dickens, Όλιβερ Τουίστ (1837): «Σαν παιδί που ήταν, η πείνα τον έκανε απεγνωσμένο και η δυστυχία ριψοκίνδυνο. Σηκώθηκε από το τραπέζι· με το πιάτο και το κουτάλι στο χέρι, στάθηκε μπροστά στο αφεντικό και του είπε — ξαφνιασμένος κι ο ίδιος από την τόλμη του: “Σας παρακαλώ, κύριε, θέλω κι άλλο”».

fictitiousdishes_mockingbird

Harper Lee, Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια (1960): «“Για όνομα του Θεού, Καλ, τι είν’ όλο τούτο;” Κοιτούσε το πιάτο με το πρωινό του. Η Καλπούρνια είπε, “Ο πατέρας του Τομ Ρόμπινσον σού έστειλε αυτό το κοτόπουλο το πρωί. Στο έφτιαξα”. “Πες του πως είναι τιμή μου —πάω στοίχημα πως δεν τρώνε κοτόπουλο για πρωινό ούτε στον Λευκό Οίκο”».

fictitiousdishes_dragon

Stieg Larsson, Το κορίτσι με το τατουάζ (2005): «Έφτιαξε αυτοσχέδιες γάζες και κάλυψε το τραύμα πρόχειρα. Έπειτα έφτιαξε καφέ και του έδωσε ένα σάντουιτς. “Δεν πεινάω, να σου πω την αλήθεια”, είπε εκείνος. “Δε δίνω δεκάρα αν πεινάς ή όχι. Φά’το”, διέταξε η Σάλαντερ κόβοντας μια γερή δαγκωνιά από το δικό της σάντουιτς με τυρί”»

fictitiousdishes_proust

Marcel Proust, Αναζητώντας το χαμένο χρόνο – Από τη μεριά του Σουάν (1913): «Μια μέρα του χειμώνα, μόλις μπήκα στο σπίτι, η μητέρα μου, βλέποντας πως κρύωνα, πρότεινε να μου φτιάξει να πιω τσάι, παρότι δεν το συνήθιζα. Στην αρχή αρνήθηκα αλλά μετά, δεν ξέρω γιατί, άλλαξα γνώμη. Έστειλε ν’ αγοράσουν απ΄αυτά τα πλακουτσωτά αφράτα μικρά κέικ που τα λένε petites madeleines…».

fictitiousdishes_sendak

Maurice Sendak, Chicken Soup with Rice (1962).

Στο τέλος του Ficticious Dishes, που είναι ολόκληρο ένα αξιολάτρευτο βιβλίο-λεύκωμα, η Dinah Fried έχει γράψει την παρακάτω συγκινητική αφιέρωση:

Ένα ευχαριστώ και πολλή αγάπη στο πατέρα μου, που μου έμαθε να διαβαζω με προσοχή, και στη μητέρα μου, που μου έμαθε να βλέπω με διαύγεια.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Βιβλίο

Το dim/art στο facebook

 

One comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Google photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.