Η ελληνική πατριδογνωσία του Στυλιανού Αλεξίου

—του Μανόλη Ι. Βελεγράκη—

Scan-19-252x345

Συμπληρώνεται σήμερα, 12 Νοεμβρίου του 2014, ένας χρόνος από την εκδημία του ομότιμου Καθηγητή του Πανεπιστημίου Κρήτης Στυλιανού Ελ. Αλεξίου (1921-2013), φιλολόγου, βυζαντινολόγου και αρχαιολόγου. Είχα την αγαθή τύχη να γνωρίσω, ως παιδί στο Ηράκλειο της Κρήτης, το Στ. Αλεξίου, λόγω της συναδελφικής σχέσης του πατέρα μου, φιλολόγου δευτεροβάθμιας, με τη σύζυγο του εκλιπόντος Μάρθα Αποσκίτου. Κατά το χρόνο του θανάτου του Αλεξίου, είχα στη βιβλιοθήκη μου αλλά δεν είχα διαβάσει ένα όψιμο σπουδαίο έργο του, την «Ελληνική Λογοτεχνία – Από τον Όμηρο στον 20ο αιώνα» (Εκδόσεις Στιγμή, 2010). Αποφάσισα τότε να ενσκήψω σε αυτό ως ένδειξη τιμής στη σημαντικότερη πνευματική προσωπικότητα του γενέθλιου τόπου μου τα τελευταία πολλά χρόνια, οπωσδήποτε μετά το θάνατο του Παντελή Πρεβελάκη.

9367

Ι. Η Ελληνική Λογοτεχνία του Στ. Αλεξίου έχει ήδη παρουσιαστεί και επαινεθεί από δόκιμους Καθηγητές Φιλολογίας και λόγιους. Ενδεικτικά και μόνον αναφέρω τους Καθηγητές Π. Μαστροδημήτρη[1] και Π. Κιτρομηλίδη[2] αλλά και τους Κ. Γεωργουσόπουλο[3], Π. Γεωργουδή[4] και Λ. Καψετάκη[5]. Σε σχέση με τα κείμενα αυτά, τούτο το δοκίμιο φέρει αναγκαία το στίγμα του ερασιτεχνισμού, για το οποίο προκαταβολικά ζητώ την επιείκεια του φιλόξενου dim/art και των αναγνωστών της. Ο ερασιτεχνισμός ωστόσο έχει και ορισμένα πλεονεκτήματα πέραν του συγγνωστού των αναπόφευκτων αδεξιοτήτων. Επιτρέπει στο γράφοντα να μην συμμορφωθεί αυστηρά με τις αξιώσεις της επιστημονικής μεθόδου και να κάνει ορισμένες παρεκβάσεις.

Ο Στ. Αλεξίου έχει προσφέρει θεμελιώδη έργα για την ελληνική φιλολογία – όπως είναι γνωστό σε όλους όσους έχουν και στοιχειώδη ακόμα σχέση με τα ελληνικά γράμματα (για να περιοριστούμε στη φιλολογική διάσταση της υπερχειλούς δραστηριότητάς του και να μην επεκταθούμε στην προσφορά του στην αρχαιολογία και στις κρητικές ιστορικές σπουδές). Τεκμηρίωσε καταλυτικά την περίοπτη θέση της Κρητικής Λογοτεχνίας της Ύστερης Βενετοκρατίας και του αριστουργήματος της Κρητικής Αναγέννησης, του επικολυρικού Ερωτόκριτου, στην ελληνική λογοτεχνία γενικότερα. Ανέδειξε τη λογοτεχνική ποιότητα της παραγωγής της περιόδου και την αξιοσύνη των δημιουργών της. Θυμίζουμε ότι η ελληνική φιλολογία, κάτω από τη βαριά σκιά του κοραϊσμού, υποτίμησε επί μακρόν τα έργα αυτά και ο ίδιος ο Κοραής που χαρακτήριζε συλλήβδην τα έργα της δημώδους βυζαντινής και νεοελληνικής λογοτεχνίας «εξαμβλώματα της ταλαιπώρου Ελλάδος»[6]. Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται οι νεανικές αλλά στιβαρές Μελέτες του Στ. Αλεξίου «Ο χαρακτήρ του Ερωτόκριτου»[7] και «Η Κρητική Λογοτεχνία και η εποχή της»[8], αλλά και η κριτική έκδοση του Ερωτόκριτου μαζί με εκτεταμένη εισαγωγή (α΄ έκδοση, 1980). Θεμελιώδη προσφορά του συνιστά επίσης η κριτική έκδοση των έργων του Σολωμού (1994), το οποίο ο Αλεξίου θαύμαζε, όπως φαίνεται και στο Έργο.

ΙΙ. Η Ελληνική Λογοτεχνία συνιστά ωστόσο το Magnum Opus του Αλεξίου και το απαύγασμα της λογιότητάς του. Ο χαρακτηρισμός αυτός δικαιώνεται από πολλές απόψεις:

Πρώτα από όλα η έκταση της πραγματευόμενης ύλης είναι τεράστια. Ο Αλεξίου εκθέτει το σύνολο της ελληνικής γραμματείας ξεκινώντας από τον Όμηρο και φτάνοντας μέχρι το Ρίτσο. Το εγχείρημα είναι ασφαλώς κολοσσιαίο, καθώς η ελληνική γλώσσα έχει να επιδείξει λογοτεχνικά μνημεία για διάστημα που ξεπερνάει τα 2.500 χρόνια. Η ελληνική λογοτεχνία περιοδολογείται ως εξής: α) Ελληνική Αρχαιότητα, β) Χριστιανικοί Χρόνοι – Βυζάντιο και γ) ο Νέος Ελληνισμός. Η παρουσίαση της αρχαιοελληνικής λογοτεχνίας ξεκινάει από τον Όμηρο και τελειώνει με την ύστερη ελληνιστική περίοδο και τα γραπτά ρωμαίων συγγραφέων σε ελληνική γλώσσα. Η ελληνική λογοτεχνία των μέσων χρόνων ξεκινάει με την ελληνόγλωσση χριστιανική γραμματεία (Παλαιά Διαθήκη των Εβδομήκοντα, Καινή Διαθήκη, Παύλος κλπ)  και ολοκληρώνεται με τους σπουδαίους Έλληνες διδασκάλους που διέφυγαν στη Δύση με την οθωμανική εξάπλωση στο βυζαντινό χώρο: Χρυσολωράς, Πλήθων, Χαλκοκονδύλης, Βησσαρίων, Μ. Μουσούρος. Η παρουσίαση της λογοτεχνίας του Νέου Ελληνισμού ξεκινάει με τα κυπριακά έπη και την Κρητική λογοτεχνία και ολοκληρώνεται με τους τρεις κορυφαίους ποιητές των χρόνων μας Σεφέρη – Ελύτη – Ρίτσο. Ο Αλεξίου υιοθετεί ως κριτήριο για τον καθορισμό των τριών εποχών της ελληνικής λογοτεχνίας τη γλώσσα των έργων και την εξέλιξή της σε συνάρτηση προς την ομιλούμενη την αντίστοιχη εποχή και όχι με αντιστοίχηση προς ιστορικές περιόδους. Ωστόσο αναγνωρίζει τη συνέχεια της ελληνικής λογοτεχνίας όλη την παρουσιαζόμενη περίοδο.

Η μεγάλη τομή στην ιστορία του ελληνισμού και της ελληνικής λογοτεχνίας κατ’ ακολουθία συντελείται τώρα, σημειώνει στην εισαγωγή ο Αλεξίου, που φαίνεται έτσι να συμμερίζεται την προϊούσας εμπέδωσης άποψη ότι ζούμε εποχή βαθιά και ριζικά μεταβατική. Ο Σεφέρης έγραφε κάποτε «Η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας αφέθηκε σχεδόν αποκλειστικά στις καθημερινές εφημερίδες. Ύστερα από τόσα χρόνια ελεύθερης ζωής, και σε καιρούς που στις πολιτισμένες χώρες οι πνευματικοί διδάσκαλοι κοιτάζουν πώς να ανυψώσουν την παράδοσή τους, αυτό μονάχα βρήκε η παιδεία μας για ν’ ανταμείψει το έθνος που έσωσε τη γλώσσα τού Σολωμού και τού Παλαμά μέσα από τα σκοτάδια αιώνων. Το αποτέλεσμα είναι το εσπεράντο»[9]. Υποψιάζομαι την απελπισία του Αλεξίου για την κατακρεούργηση και τη χυλοποίηση της γλώσσας αυτής, μέσα στα τιτιβίσματα, τα posts και τα GrEnglish, των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

Πρωτότυπος σε σχέση με όσα έχουμε γνωρίσει μέχρι τώρα είναι και ο τρόπος έκθεσης της ύλης. Η Ελληνική Λογοτεχνία του Αλεξίου δεν είναι Γραμματολογία, αντικείμενο της οποίας είναι ο κάθε λόγος, προφορικός ή γραπτός, απλός ή φροντισμένος, έντεχνος ή άτεχνος και με στενότερη έννοια η μελέτη των γραπτών μνημείων, των γραμμάτων ορισμένης εποχής. Δεν είναι ούτε Ιστορία της Λογοτεχνίας, της ελληνικής λογοτεχνίας εν προκειμένω, όπως την έχουμε γνωρίσει τουλάχιστον στα κλασικά έργα των Λ. Πολίτη, Κ.Θ. Δημαρά, Μ. Βίτι, έργα που περιέχουν σημαντικά τμήματα κριτικής θεωρίας. Αρκείται κατά βάση στην παρουσίαση των γραπτών μνημείων της ελληνικής γλώσσας, σε μια σύντομη αλλά περιεκτική και ουσιαστική γνωριμία με το περιεχόμενο των έργων αυτών, αν και σε συνέντευξή του είχε πει ότι αυτό που λείπει στην Ελλάδα δεν είναι η λογοτεχνική παραγωγή αλλά η καλή κριτική που να θέτει τον κανόνα του σπουδαίου και του ταπεινού αντίστροφα. Σε άλλη συνέντευξή του άλλωστε, ερωτώμενος για το πώς μπορεί να μελετηθεί και να διαβάζεται περισσότερο η λογοτεχνία μας, είχε απαντήσει: «Θα πρότεινα όχι τόσο τις θεωρητικές αναλύσεις όσο τη συνεχή επαφή με τα ίδια τα κείμενα, με άλλα λόγια το συχνό και επανειλημμένο διάβασμα. η ανάγνωση βιβλίων»[10].

Έτσι, ελάχιστες δοκιμιακές ή θεωρητικές παρεκβάσεις περιέχονται, κυρίως προς το σκοπό της μετάβασης στο επόμενο κεφάλαιο. Είναι χαρακτηριστικό ότι η γενική εισαγωγή και οι εισαγωγές των περιόδων είναι σύντομες και ο επίλογος του έργου δεν ξεπερνάει τη μισή σελίδα. Σοφές ωστόσο παρατηρήσεις μίας δύο φράσεων καταδεικνύουν το βάθος και της θεωρητικής γνώσης του Αλεξίου.

Τέλος, η απόδοση της ύλης συνέχεται στενά με το γλωσσικό ζήτημα υπό την εξής εκδοχή του. Τα λογοτεχνικά έργα καταξιώνονται στο χρόνο, εφόσον είναι αυθεντικά δημιουργήματα που καλλιεργούν αλλά και πηγάζουν από την καθομιλούμενη γλώσσα της εποχής τους. Χαρακτηριστική είναι η κρίση του για το Μακρυγιάννη (σελ. 456): «Στον Μακρυγιάννη έχομε την απροσδόκητη εμφάνιση ενός ωρίμου και συγκροτημένου πεζού λόγου, γνήσια νεοελληνικού και ζωντανού, με ενιαίο και πάγιο ύφος, χωρίς τις διακυμάνσεις και τις θεωρητικές εμμονές των Βηλαρά, Καταρτζή, Χριστόπουλου, τους οποίους ο Μακρυγιάννης μάλλον αγνοούσε. Αποδείχτηκε για άλλη μια φορά ότι η γλώσσα διαμορφώνεται όχι από θεωρητικούς άλλα από προικισμένους ανθρώπους που απλώς θέλουν και μπορούν να εκφραστούν». Λίγο παρακάτω συγκρίνοντας τους Σούτσους, εξέχοντες εκπροσώπους της φαναριώτικης – αρχαΐζουσας – ποίησης με το Μακρυγιάννη υπενθυμίζει ότι ο Αλέξανδρος Σούτσος χαρακτήριζε «πώποτε μη αναγνώσαντα». Με κομψή ειρωνεία ο Αλεξίου σημειώνει «Δεν φαντάζονταν οι Σούτσοι ότι μετά εκατό χρόνια ο αδιάβαστος Μακρυγιάννης θα θεωρείται κλασικός, ενώ αυτοί θα είναι ανύπαρκτοι».

IΙΙ. Με αυτά τα χαρακτηριστικά το Έργο είναι μια πραγματική πατριδογνωσία, η ελληνική πατριδογνωσία του Στυλιανού Αλεξίου και θα μπορούσε να τιτλοφορείται κάλλιστα Ελληνική Παιδεία (κατά το πρότυπο της μνημειώδους «Παιδείας» του κορυφαίου γερμανού ελληνιστή Werner Jaeger). Είναι το οριστικό έργο ενός ανθρώπου που αφιέρωσε όχι απλώς τη ζωή του αλλά την ύπαρξή του με τρόπο απόλυτο στη μελέτη της ελληνικής λογοτεχνίας. Είναι ένας πραγματικός «λόγος βίου». Εντυπωσιάζει πράγματι το εύρος και το βάθος της γνώσης που ο Αλεξίου διαθέτει επί της ελληνικής γραμματείας και η άνεση με την οποία διηγείται το περιεχόμενο των έργων που επιλέγει να παρουσιάσει.

Δεν έχω αμφιβολία ότι ο Στ. Αλεξίου θα αισθανόταν ολοένα και πιο ξένος σε σχέση με την εποχή του, καθώς περνούσαν τα χρόνια. Έτσι τον διαβάζουμε να παρατηρεί σχετικά με Σολωμό (σελ. 442) «Ο μέσος άνθρωπος σήμερα είναι μακριά από το εύρος των ενδιαφερόντων και της ευαισθησίας του Σολωμού. Το εθνικό, το φιλοσοφικό και το θρησκευτικό στοιχείο δεν έχουν πια τη σημασία που είχαν για τον Σολωμό. Η εποχή μας βλέπει μόνο οικονομικά οράματα». Νομίζω ότι η παρατήρηση αυτή δεν αφορά μόνον τον αγαπημένο του Σολωμό αλλά και τον ίδιο τον Αλεξίου.

Τέλος, δεν μπορούμε παρά να θυμίσουμε ότι ο Αλεξίου είναι τέκνο και ενός πνευματικού και ειδικότερα φιλολογικού κλίματος και ενός πνευματικού κινήματος, θα μπορούσαμε να πούμε, που κατά τη διάρκεια σχεδόν ολόκληρου του 20 αιώνα, είδε το Ηράκλειο της Κρήτης από τους Καλοκαιρινούς και το Στέφανο Ξανθουδίδη, στον Ν. Πλάτωνα, τον Αλεξίου, το φωτισμένο δάσκαλο και συγγραφέα Μενέλαο Παρλαμά (ένθερμα συστήνεται στους φίλους του dim/art να διαβάσουν την έκδοση των Επιφυλλίδων του Σαββάτου, σε έκδοση της Εταιρείας Κρητικών Μελετών), τους πρόωρα χαμένους Νίκο Γιανναδάκη (Διευθυντή της Βικελαίας Βιβλιοθήκης) και Νίκο Παναγιωτάκη (Διευθυντή του Ελληνικού Ινστιτούτου της Βενετίας), Στέλλα Παπαδάκη-Όκλαντ (Καθηγήτρια Βυζαντινής Αρχαιολογίας), τον ακόμα δραστήριο Θεοχάρη Δετοράκη (Καθηγητή Βυζαντινής Φιλολογίας και έγκριτο ιστορικό της Κρήτης) και πολλούς άλλους. Παρέες, φιλολογικές συζητήσεις, ευγενής δημιουργική πνευματική άμιλλα, διαφωνίες και συμπτώσεις ήταν τα συστατικά μιας εστίας που έδωσε άξια στελέχη στο νεαρό Πανεπιστήμιο Κρήτης, στο επίσης νεαρό επιστητό της Κρητολογίας αλλά και στην αρχιτεκτονική, την οικονομική και πολιτική ζωή. Αυτό δηλαδή που έχει σημασία είναι ότι ο πνευματικός απλός κύκλος δεν ήταν απομονωμένος από την κοινωνία και το περιβάλλον του, αλλά αποτελούσε τη σεβαστή πρωτοπορία του τόπου. Αυτό το κλίμα δεν υπάρχει ή τουλάχιστον έχει υποχωρήσει σημαντικά, κάτω από την πίεση δύο κυρίως παραγόντων, αφενός του νεοπλουτισμού, αφετέρου της καταναλωτικής πρόσληψης και χρήσης της κρητικής παράδοσης, αποτέλεσμα των σοβαρών κοινωνικών ανακατατάξεων που σημειώθηκαν στο νησί τα τελευταία 35 χρόνια.

Ο Στυλιανός Αλεξίου μέσα σε αυτό το κλίμα ανδρώθηκε πνευματικά, δημιούργησε πρόσφερε και πέρασε μια γεμάτη ζωή, ώστε δεν είναι τυχαία αλλά βαθιά προσωπική η επιλογή του εξής παραθέματος από τα κυπριακά έπη «Ελάφιν τόσα γλήγορα στην στράταν/Δεν τρέχει, ουδ’ άλλον ζον μέσα στο δάσος,/‘δε ποταμός βιασμένος ‘που ψυχάδιν,/‘δε νέφος όντα φεύγει ομπρός στ’ ανέμιν,/‘δε τόσα γλήγορα πετά ξουφάριν/γοιόν φεύγουν τούτης της ζωής οι χρόνοι»[11].

[1] Ελληνική λογοτεχνία 30 αιώνων σε 560 σελίδες, Καθημερινή 3-10-2010.

[2] Ανασκόπηση της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Το Βήμα / Βιβλία, 27-12-2013.

[3] Από τον Όμηρο στο Ριτσο, Τα Νέα / Βιβλιοδρόμιο, 5-2-2011.

[4] Με τη μοναδική πένα του Στυλιανού Αλεξίου, Ελευθεροτυπία / Βιβλιοθήκη, 20-11-2010.

[5] Ιστορία μιας μακρόχρονης επαφής με τα λογοτεχνικά κείμενα, Περιοδικό «Νέα Εστία», Μάιος 2011.

[6] Θα μας επιτραπεί να συστήσουμε στους φίλους της DIM/ART το εξαιρετικό το δοκίμιο του Γ. Γιαννουλόπουλου, Σεφέρης και Κοραής, στην Athens Review of Books, Ιούλιος-Αύγουστος 2014, για την θεμελιώδώς διαφορετική εθνική αυτοσυνειδησία μεταξύ κοραϊσμού και λαϊκοστραφούς λογοτεχνικής παράδοσης

[7] Κρητικά Χρονικά 1953:

[8] Κρητικά Χρονικά 1954

[9] Δοκιμές Α, 322-3.

[10] Απομαγνητοφωνημένη συνέντευξη στο Ρ/Σ SKY Ηρακλείου, Κατάλογος 25, Εκδόσεις Στιγμή, 2011.

[11] Ελάφι τόσο γρήγορα το δρόμο/ δεν τρέχει, ούτε άλλο ζώο μέσα στο δάσος/ ούτε ποτάμι που τρέχει δυνατά/ ούτε σύννεφο όταν το διώχνει ο άνεμος/ούτε πουλί πετά τόσο γρήγορα/ όπως περνούν τα χρόνια αυτής της ζωής.

* * *

Στυλιανός Αλεξίου, 1921-2013

Εδώ άλλες επετειακές αναρτήσεις του dim/art

Το dim/art στο Facebook
Το dim/art στο Facebook

2 comments

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.