«Ρόζα Εσκενάζυ, Καλλιτέχνις»

—της Νατάσσας Συλλιγνάκη— 1366752675

Στις εικόνες που ξεθάβει το μυαλό από την παιδική μου ηλικία, θυμάμαι μια μικροκαμωμένη γυναίκα, κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’70, να περπατάει στους δρόμους της γειτονιάς και να τραγουδάει «σαν πουλί», λέγανε όλοι. Με εντελώς ασυνήθιστη εμφάνιση: πλουμιστά, χρωματιστά ρούχα, πασουμάκια χρυσοκέντητα, πάντα χτενισμένα σγουρά μαλλιά, έντονο ρουζ και κραγιόν στα χείλη. Περνούσε και τραγουδούσε δυνατά, με μια φωνή παράξενη. Όλα τα παιδιά την ξέραμε. Ήταν η καλή κυρία Ρόζα, η μόνη που άνοιγε πάντα το σπίτι της στα κάλαντα, μας έδινε περισσότερα χρήματα από κάθε άλλον και μας κερνούσε καραμέλες και γλυκά. Αργότερα άλλαξα σπίτι, δεν ήξερα τι απέγινε. Πολλά χρόνια μετά έμαθα πως η «κυρία Ρόζα» τότε που την θυμάμαι εγώ να τριγυρίζει, έπασχε από τα πρώτα συμπτώματα Αλτσχάιμερ…

Η Ρόζα Εσκενάζυ γεννήθηκε Σάρα Σκιναζί. Ήταν παιδί μιας φτωχής εβραϊκής, σεφαραδίτικης οικογένειας της Κωνσταντινούπολης. Λίγο μετά τις αρχές του αιώνα, η οικογένεια Σκιναζί μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη, η οποία τότε βρισκόταν ακόμη υπό Οθωμανική κυριαρχία. Για μια περίοδο η Σάρα, ο αδελφός της και η μητέρα τους έζησαν στη Κομοτηνή, μια πόλη που την εποχή αυτή είχε σημαντικό τουρκικό πληθυσμό. Η μητέρα της βρήκε εκεί δουλειά ως υπηρέτρια σε μια εύπορη οικογένεια και η Σάρα τη βοηθούσε με το νοικοκυριό. Μια μέρα οι Τούρκοι ιδιοκτήτες μιας τοπικής ταβέρνας την άκουσαν να τραγουδά. Ενθουσιάστηκαν από τη φωνή της και αμέσως πήγαν στο σπίτι της για να της ζητήσουν να εμφανιστεί στο κέντρο τους. Η μητέρα της εξοργίστηκε με την προοπτική η Σάρα – ή οποιοδήποτε άλλο μέλος της οικογένειάς της – να γίνει καλλιτέχνις. Πολλά χρόνια μετά από το επεισόδιο αυτό, η Ρόζα παραδέχθηκε ότι η περίοδος που είχε ζήσει στην Κομοτηνή αποτέλεσε ένα καθοριστικό σημείο στη ζωή της. Εκεί ήταν, είπε, που αποφάσισε να γίνει τραγουδίστρια και χορεύτρια.

Η Σάρα δεν επρόκειτο να πραγματοποιήσει το όνειρό της παρά μόνο μετά την επιστροφή της στη Θεσσαλονίκη. Την εποχή αυτή η οικογένειά της έμενε σ΄ ένα νοικιασμένο διαμέρισμα κοντά στο θέατρο Grand Hotel και πολλές από τις γειτόνισσές τους εμφανίζονταν στο θέατρο αυτό. Η Σάρα βοηθούσε καθημερινά δύο από τις χορεύτριες αυτές να κουβαλούν τα ρούχα της δουλειάς τους στο θέατρο, ελπίζοντας ότι μια μέρα θα εμφανιζόταν μαζί τους στη σκηνή. Εκεί ήταν που ξεκίνησε τελικά την καριέρα της ως χορεύτρια. Όσο βρισκόταν ακόμη στην εφηβεία της, η Σάρα Σκιναζί ερωτεύτηκε τον Γιάννη Ζαρντινίδη, έναν πλούσιο άνδρα που προερχόταν από μια από τις πιο εύπορες οικογένειες της Καππαδοκίας. Η οικογένεια όμως του Ζαρντινίδη δεν ενέκρινε τη σχέση αυτή, θεωρώντας τη Σάρα αμφιβόλου ηθικής. Ωστόσο, οι δύο νέοι κλέφτηκαν γύρω στο 1913 και η Σάρα άλλαξε το όνομά της σε Ρόζα, το όνομα με το οποίο έγινε γνωστή στη διάρκεια της καριέρας της. Ο Ζαρντινίδης πέθανε από άγνωστη αιτία γύρω στο 1917, αφήνοντας τη Ρόζα με ένα μικρό παιδί, τον Παράσχο. Συνειδητοποιώντας η Ρόζα ότι δεν θα μπορούσε να ακολουθήσει την καριέρα της και να μεγαλώνει ταυτόχρονα ένα παιδί, το παρέδωσε στο οικοτροφείο του Αγίου Ταξιάρχη στην Ξάνθη. Η οικογένεια του πατέρα συμφώνησε να τον στηρίξει και ο Παράσχος Ζαρντινίδης έγινε αργότερα ανώτερος αξιωματικός στην Ελληνική Αεροπορία. Επανασυνδέθηκε με τη μητέρα του αρκετά χρόνια αργότερα, αφότου τη βρήκε στην Αθήνα το 1935. Ο Παράσχος παντρεύτηκε δύο φορές. Από τον πρώτο γάμο με Ελληνοαμερικανίδα γεννήθηκαν δύο παιδιά (ο Γιάννης και η Ρόζα) κι από την δεύτερη σύζυγο του μια κόρη. Πέθανε σχετικά νέος (στα τέλη της δεκαετίας του 80).   rosadancer Η Ρόζα είχε μετακομίσει στην Αθήνα μετά τον θάνατο του Ζαρντινίδη για να ακολουθήσει τη καριέρα της στον χώρο της μουσικής. Σύντομα συνδέθηκε με δύο αρμένισες καλλιτέχνιδες του καμπαρέ, τη Σεραμούς και τη Ζαμπέλα, που ξεχώρισαν τη Ρόζα επειδή μιλούσε τουρκικά και είχε ταλέντο στο τραγούδι. Έτσι, παρόλο που η Ρόζα συνέχισε να εμφανίζεται ως χορεύτρια, άρχισε επίσης να τραγουδά για τους θαμώνες του κέντρου στα ελληνικά, τα τουρκικά και τα αρμένικα. Εκεί ήταν που την ανακάλυψε για πρώτη φορά ο Παναγιώτης Τούντας στα τέλη του 1920. Ο Τούντας κατάλαβε αμέσως το ταλέντο της και τη σύστησε στον Βασίλη Τουμπακάρη της εταιρείας Columbia Records. Οι δύο πρώτες ηχογραφήσεις της Ρόζας για τη Columbia, το «Μαντίλι Καλαματιανό» και το «Κόφτηνε Ελένη την Ελιά» (περίπου το 1928) σηματοδότησαν την απαρχή μιας μεγάλης πορείας στη δισκογραφία, η οποία θα συνεχιζόταν σχεδόν χωρίς διακοπή μέχρι τη δεκαετία του 1960. Έως τα μέσα της δεκαετίας του 1930, η Ρόζα είχε ηχογραφήσει σχεδόν 300 τραγούδια στην εταιρεία, ενώ είχε γίνει πια μια από τις δημοφιλέστερες σταρ της λαϊκής μουσικής.

  Η Ρόζα είχε ως βασικό της και πολύχρονο σημείο, στο οποίο εμφανιζόταν επί σειρά ετών, το κέντρο «ο Ταΰγετος» (ουζερί-μπυραρία-κοσμική ταβέρνα), με πολύ καλό κόσμο και σπουδαίες οικογένειες να συμπληρώνουν το πελατολόγιο, επί της οδού Δώρου στην Ομόνοια. Ανάμεσα στους θαμώνες της οδού Δώρου και της Ρόζας, ήσαν και ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Φώτης Κόντογλου, ο Ανδρέας Ξυγγόπουλος – βυζαντινολόγος, ο Τζούλιο Καΐμη – Ιουδαίος Ελληνιστής. Τη Ρόζα ο Τσαρούχης την είχε γνωρίσει από τον Καΐμη. Από εκείνη την περίοδο “κυκλοφορεί” ένα ανέκδοτο (από διήγηση του Π. Κουνάδη σε τηλεοπτική εκπομπή): «Ο Τσαρούχης είχε πείσει τη σπουδαία Σοφία Σπανούδη, κυρία της καλής κοινωνίας, διακεκριμένη μουσικοκριτικό, αδίστακτη πολέμια των ρεμπέτικων, να πάνε να ακούσουν τη Ρόζα στον Ταΰγετο.  Η Σπανούδη ενθουσιάστηκε και, σε κάποιο διάλειμμα, φώναξαν τη Ρόζα στο τραπέζι τους. Της λέει η Σπανούδη: Είμαι κριτικός και θα γράψω καλά λόγια για σένα. Η Ρόζα: Α, Κυρία! Δεν τα ξέρω εγώ τα κρητικά, να με σχωρνάτε! Η Σπανούδη, πικαρισμένη: Δεν κατάλαβες κορίτσι μου! Είμαι μουσικοκριτικός και γράφω σε εφημερίδα! Και η Ρόζα: Ε, Κυρία, βοήθειά σας! Ό τι κάνει κανείς, καλό είναι. Και εγώ, έχω έναν αδελφό, δουλεύει στου Λαμπρόπουλου!» Για σχεδόν δεκαπέντε χρόνια, βρέθηκε η Ρόζα Εσκενάζη εκεί, στο κέντρο αυτό, παρέα με τους αχώριστους συνεργάτες της, Αγάπιο Τομπούλη – ούτι, Λάμπρο Λεονταρίδη – λύρα και τον αείμνηστο Δημήτρη Σέμση το Σαλονικιό, το μεγάλο βιολιστή. Ο Δημήτρης Σέμσης ή Σαλονικιός καταγράφεται ως ο καλλίτερος βιολιστής όλων των εποχών. 77762-eskenazy-tompoulis Να σημειώσουμε πως ο Αγάπιος Τομπούλης την είχε πάντοτε υπό την προστασία του, την υποστήριζε δε πάντα. Ήταν αυτός που της είχε δώσει και τα πρώτα πολλά χρήματα για μεροκάματο. Άλλωστε με τη συνοδεία του Τομπούλη ταξίδεψαν σε όλες τους σχεδόν τις περιοδείες, ανά τον κόσμο. Η Εσκενάζυ όμως ήταν η μεγάλη σταρ των εμφανίσεων αυτών και έβγαζε το άνευ προηγουμένου ποσό των 200 δραχμών κάθε βράδυ. Πολλά χρόνια αργότερα, εμπιστεύτηκε στον βιογράφο της, τον Κώστα Χατζηδουλή, ότι θα έπρεπε να είχε γίνει πλουσιότερη μόνο και μόνο από τις εμφανίσεις της, αλλά είχε αδυναμία στα ακριβά κοσμήματα και ξόδευε μεγάλο μέρος από το εισόδημά της σ’ αυτά. Καθώς εξελισσόταν η καριέρα της, η Ρόζα υπέγραψε αποκλειστικό συμβόλαιο με την Columbia Records, περίπου το 1931 ή 1932. Σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου, έπρεπε να γραμμοφωνεί 40 τραγούδια τον χρόνο και να λαμβάνει 5% για καθένα δίσκο που πουλιόταν. Την εποχή εκείνη, ήταν η μοναδική τραγουδίστρια που είχε συνάψει συμφωνία για ποσοστά με μια δισκογραφική εταιρεία. Η καριέρα της δεν άργησε να απλωθεί πέρα από τα σύνορα της Ελλάδας, στην ελληνική διασπορά. Μαζί με τον Τομπούλη ταξίδεψε στην Αίγυπτο, την Αλβανία και τη Σερβία, μέρη στα οποία την υποδέχθηκαν με ιδιαίτερη θέρμη όχι μόνο οι τοπικές ελληνικές κοινότητες, αλλά και οι τουρκικές. Τα τραγούδια της περιείχαν και κάποια αιχμηρότητα και μάλιστα ένα από αυτά, το «Πρέζα όταν Πιεις» λογοκρίθηκε από τον ίδιο τον δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά. Ως αποτέλεσμα της απόφασης αυτής, πολλοί άλλοι καλλιτέχνες του ρεμπέτικου περιθωριοποιήθηκαν, ενώ το καινούριο ρεύμα μέσα στο πλαίσιο του ρεμπέτικου, το οποίο εκπροσωπούσε ο Βασίλης Τσιτσάνης, θα κέρδιζε έδαφος μετά τον Πόλεμο.

 

Σύντομα όμως η ίδια η ανεξαρτησία της Ελλάδας θα δεχόταν καίριο πλήγμα. Το 1940 η Ιταλία εισέβαλε στην Ελλάδα και το 1941 ο γερμανικός στρατός κατέλαβε τη χώρα. Παρά το καταπιεστικό καθεστώς της Κατοχής, η Ρόζα συνέχισε να εμφανίζεται και το 1942 μάλιστα άνοιξε το δικό της μουσικό κέντρο, το «Κρυστάλ», μαζί με τον γιο της τον Παράσχο, με τον οποίο είχαν επανασυνδεθεί στο μεταξύ. Μολονότι ήταν Εβραία, κατάφερε να βγάλει ένα πλαστό πιστοποιητικό γεννήσεως. Ωστόσο εκείνο που διασφάλισε την προστασία της ήταν η σχέση της με έναν Γερμανό αξιωματικό. Η Ρόζα όμως δεν ήταν συνεργάτιδα των Γερμανών. Αντιθέτως, χρησιμοποίησε την προνομιούχο θέση της για να στηρίξει την ελληνική Αντίσταση, κρύβοντας αντιστασιακούς μαχητές, ακόμη και Άγγλους απεσταλμένους αντιστασιακούς, μέσα στο σπίτι της. Κατάφερε επίσης να γλυτώσει αρκετούς Εβραίους στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Ανάμεσα σ’ εκείνους που έσωσε η Ρόζα από τη μεταφορά τους στο Άουσβιτς ήταν και η δική της οικογένεια. Το 1943 όμως η κάλυψή της κατέρρευσε και τη συνέλαβαν. Παρέμεινε τρεις μήνες στη φυλακή και στη συνέχεια την άφησαν ελεύθερη, μετά από τις συντονισμένες προσπάθειες του Γερμανού εραστή της αλλά και του γιου της. Κρυβόταν για το υπόλοιπο διάστημα έως το τέλος του πολέμου, φοβούμενη ότι θα μπορούσε να συλληφθεί ξανά από τους Γερμανούς. Στη μακρά διάρκεια της καριέρας της η Ρόζα ανέπτυξε καλές σχέσεις όχι μόνο με τον Βασίλη Τουμπακάρη, τον διευθυντή της Columbia Records, αλλά και με τον Μίνωα Μάτσα, που είχε ιδρύσει στο μεταξύ την Odeon/Parlophone. Το γεγονός αυτό της επέτρεψε να προωθήσει πολλούς άλλους γνωστούς καλλιτέχνες, όπως τη Μαρίκα Νίνου και τη Στέλλα Χασκήλ. Τους έβαλε στο σωματείο των μουσικών, την «Αλληλοβοήθεια», και ύστερα από λίγο καιρό άρχισαν να ηχογραφούν τα τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη. Το 1949, η Ρόζα, που τραγουδούσε την εποχή αυτή στην Πάτρα, πήγε στο αστυνομικό τμήμα για να βγάλει καινούρια ταυτότητα. Το γεγονός που καθόρισε όλη την υπόλοιπη ζωή της εμφανίστηκε όταν συνάντησε εκεί τον Χρήστο Φιλιππακόπουλο, έναν νεαρό αξιωματικό της αστυνομίας, που ήταν περίπου 30 χρόνια νεότερός της. Παρόλη όμως τη διαφορά ηλικίας ανάμεσά τους, ερωτεύτηκαν. Η σχέση αυτή επρόκειτο να διαρκέσει, με διάφορους τρόπους, έως το τέλος της ζωής της Ρόζας. Rosa_Eskenazi Μολονότι η Ρόζα είχε πραγματοποιήσει μέχρι τότε πολλές περιοδείες στα Βαλκάνια, ταξίδεψε στις ΗΠΑ για πρώτη φορά το 1952, προκειμένου να τραγουδήσει στις ελληνικές και τουρκικές κοινότητες της διασποράς. Η περιοδεία αυτή, που χορηγός της ήταν το ελληνικό εστιατόριο και μπαρ «Πάνθεον» στη Νέα Υόρκη, διήρκεσε τελικά πολλούς μήνες. Αυτή ήταν η πρώτη από μια σειρά από περιοδείες της Ρόζας στο εξωτερικό. Το 1955 ο Αλβανός ιμπρεσσάριος Ayden Leskoviku από την Balkan Records Company την προσκάλεσε να εμφανιστεί και να ηχογραφήσει στην Κωνσταντινούπολη, την πόλη όπου είχε γεννηθεί. Τελικά η Ρόζα ηχογράφησε γύρω στα 40 τραγούδια και έλαβε περίπου 5.000 δολάρια για τις ηχογραφήσεις αυτές. Αν κι επρόκειτο για μια σχετικά χαμηλή αμοιβή, η Ρόζα έλεγε αργότερα ότι η αμοιβή της για τις εμφανίσεις αυτές, μαζί με τα φιλοδωρήματα, ήταν δέκα φορές υψηλότερη από το ποσό αυτό. Λίγο καιρό μετά την Κωνσταντινούπολη, η Ρόζα έφυγε για δύο ακόμη περιοδείες στην Αμερική. Εμφανίστηκε στη Νέα Υόρκη, το Ντητρόιτ και το Σικάγο. Στις 5 Ιουλίου του 1958, στη διάρκεια του δεύτερου ταξιδιού της στις ΗΠΑ, παντρεύτηκε τον Frank Alexander. Ο γάμος όμως αυτός ήταν μόνον κατ’ όνομα. Η Ρόζα τον έκανε για να πάρει άδεια εργασίας στις ΗΠΑ. Ωστόσο, η Εσκενάζυ αγάπησε την Αμερική και θα είχε εγκατασταθεί εκεί εάν δεν είχε αφήσει πίσω της την άλλη της μεγάλη αγάπη, τον Χρήστο Φιλιππακόπουλο. Έτσι, επέστρεψε στην Αθήνα το 1959 για να βρίσκεται κοντά του. Με τα χρήματα που είχε βγάλει στην Αμερική αγόρασε για τους δυο τους ένα μεγάλο σπίτι στην Κηπούπολη, καθώς και δύο φορτηγά και μερικά άλογα. Μαζί με τον Φιλιππακόπουλο θα ζούσαν στο σπίτι αυτό έως το τέλος της ζωής της Ρόζας. 324792 Η Εσκενάζυ βρισκόταν πια στα εξήντα της και η μουσική σκηνή στην Ελλάδα είχε αλλάξει σημαντικά μέσα στα τελευταία 40 χρόνια, δηλαδή από την εποχή που εκείνη είχε ξεκινήσει την καριέρα της. Το σμυρναίικο και το ρεμπέτικο είχαν χάσει πια τη δημοτικότητά τους και έτσι η Ρόζα, όπως και άλλες μεγάλες προσωπικότητες του είδους αυτού, εμφανίζονταν πια περιστασιακά σε επαρχιακά φεστιβάλ και σε μικρότερης εμβέλειας καλλιτεχνικά γεγονότα. Μολονότι ηχογράφησε μερικά τραγούδια στα χρόνια που ακολούθησαν, επρόκειτο κυρίως για επανεκτελέσεις των παλαιότερων γνωστών επιτυχιών της που ηχογράφησε σε μικρές δισκογραφικές εταιρείες στην Αθήνα. Ήταν μόνο στα τέλη της δεκαετίας του 1960 που άρχισε να εκδηλώνεται ένα ενδιαφέρον για την πρώιμη περίοδο της δουλειάς της. Η RCA κυκλοφόρησε δύο 45άρια δισκάκια που περιείχαν τέσσερα τραγούδια της (περιλαμβανομένου του «Αμανέ Σαμπάχ») με τον βιολιστή Δημήτρη Μανισαλή, αλλά η κυκλοφορία τους ήταν περιορισμένη. Όλο αυτό το σκηνικό όμως άλλαξε στις αρχές της δεκαετίας του 1970, κατά την τελευταία περίοδο της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα. Ξαφνικά η ελληνική νεολαία άρχισε να ενδιαφέρεται για τα αστικά λαϊκά τραγούδια του παρελθόντος και κυκλοφόρησαν πολλές σημαντικές συλλογές. Μια από τις σημαντικότερες ήταν η «Ρεμπέτικη Ιστορία», μια συλλογή από έξι δίσκους ρεμπέτικης μουσικής, η οποία πούλησε εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα. Έπειτα από ένα μακρύ διάστημα μακρυά από το προσκήνιο, η Ρόζα, που ήταν πια στα εβδομήντα της, έγινε σταρ και πάλι. Αυτό που έκανε τη διαφορά κατά τη δεκαετία του 1970 ήταν η μεγάλη διάδοση της τηλεόρασης. Η Ρόζα προσαρμόστηκε γρήγορα στο νέο αυτό μέσο και εμφανίστηκε σε μια σειρά από εκπομπές. Το 1973 εμφανίστηκε σ’ ένα ντοκιμαντέρ, «Το Μπουζούκι» (σε σκηνοθεσία του του Βασίλη Μάρου) και το 1976 σε μια τηλεοπτική εκπομπή αφιερωμένη στη Χαρούλα Αλεξίου, η οποία περιείχε συνεντεύξεις και τραγούδια. Όλο αυτό το διάστημα όμως η Ρόζα δεν ξέχασε ποτέ τις ρίζες της που βρίσκονταν στα μουσικά κέντρα και έτσι εμφανίστηκε σε κάποιες εβδομαδιαίες παραστάσεις στο «Θεμέλιο», μια μπουάτ στην Πλάκα.

Καθώς ήταν μια από τις ελάχιστες τραγουδίστριες του ρεμπέτικου που ζούσαν ακόμα, οι καλλιτέχνες και οι μουσικολόγοι της εποχής αυτής άρχισαν να μελετούν το ύφος της μουσικής της, στο οποίο έβλεπαν την «αυθεντικότητα» του μουσικού αυτού είδους. Όλο αυτό επηρέασε σημαντικά μια νέα γενιά ερμηνευτών, όπως η Χάρις Αλεξίου (με την οποία είχαν εμφανιστεί μαζί στην τηλεόραση) και η Γλυκερία αργότερα. Δυστυχώς, παρόλο που οι μουσικοί και οι ακαδημαϊκοί ενθουσιάζονταν με το ταλέντο της, όπως και με τη γνώση της σχετικά με έναν μουσικό κόσμο που είχε χαθεί, το ευρύτερο κοινό δεν έδειχνε το ίδιο ενδιαφέρον και θεωρούσε τη Ρόζα περισσότερο ως κάτι το αξιοπερίεργο. Ωστόσο, εκείνη συνέχισε να εμφανίζεται. Η τελευταία της εμφάνιση ήταν στην Πάτρα, τον Σεπτέμβριο του 1977. Θαυμαστές της κάθε ηλικίας ήρθαν για να τη δουν να τραγουδά και να χορεύει, αλλά και για να πάρουν μια γεύση από τη μουσική του παρελθόντος. roza2 Η Ρόζα Εσκενάζυ πέρασε ήρεμα τα τελευταία χρόνια της ζωής της στο σπίτι της στην Κηπούπολη, μαζί με τον Χρήστο Φιλιππακόπουλο. Παρόλο που είχε γεννηθεί Εβραία, βαπτίστηκε Ορθόδοξη Χριστιανή το 1976 και πήρε το όνομα Ροζαλία Εσκενάζυ. Τα επόμενα δύο χρόνια άρχισε να εμφανίζει σημάδια της νόσου του Αλτσχάιμερ και συχνά έχανε τον προσανατολισμό της καθώς επέστρεφε στο σπίτι της. Το καλοκαίρι του 1980 έπεσε κάτω και έσπασε το γοφό της. Έμεινε στο νοσοκομείο για τρεις μήνες, με τον Χρήστο να βρίσκεται διαρκώς δίπλα της για να τη φροντίζει. Επέστρεψε για λίγο καιρό στο σπίτι της, αλλά στη συνέχεια ξαναβρέθηκε σε μια ιδιωτική κλινική εξαιτίας μιας μόλυνσης. Άφησε την τελευταία της πνοή στην κλινική αυτή στις 2 Δεκεμβρίου του 1980. Την έθαψαν σε έναν πρόχειρο τάφο στο χωριό Στόμιο της Κορινθίας.  Λίγα χρόνια μετά, δίπλα της, έθαψαν και τον Χρήστο – το δικό του χωριό ήταν άλλωστε, εκείνος την πήγε εκεί. Το 2008 το πολιτιστικό σωματείο του χωριού συγκέντρωσε χρήματα και πρόσθεσε έναν απλό μαρμάρινο σταυρό, που γράφει  «Ρόζα Εσκενάζυ, Καλλιτέχνις»«Ρόζα Εσκενάζυ, Καλλιτέχνις» Πηγές:

* * *

Εδώ άλλες επετειακές αναρτήσεις του dim/art

Το dim/art στο facebook

follow-twitter-16u8jt2 αντίγραφο

3 comments

  1. Η Κυρία Ρόζα πότε δεν τραγουδούσε στον δρόμο.
    Η Κυρία Ρόζα πότε δεν έμεινε στο ίδιο σπίτι με τον κύριο Χρήστο. Εκείνος έμενε πάντα στο χωριό του κι ερχόταν συχνά για εκείνην.
    Η κύρια Ρόζα δεν είχε μεγάλο σπίτι στην Κηπουπολη. 80 τμ είναι και το έχω αγοράσει εγώ, που την βρήκα πεσμένη ένα πρωί στην βεράντα της. Ποτέ δεν είχε ξεχάσει τ όνομα μου μιας και μεγάλωσα δίπλα της μέχρι το τέλος.

    Μου αρέσει!

    1. Κυρία Μητσογλου:
      – Η ανάμνηση της Ρόζας να τραγουδά στο δρόμο (περπατώντας, ίσως, χαμένη, προσπαθώντας να γυρίσει σπίτι της) είναι δική μου – δεν μου το είπαν, δεν το διάβασα, την θυμάμαι σαν να είναι σήμερα. Και ξέρω ακόμα τουλάχιστον 10 ανθρώπους που ζούσαν τότε στη γειτονιά, και θυμούνται το ίδιο.
      – Το κείμενο λέει: «Η Ρόζα Εσκενάζυ πέρασε ήρεμα τα τελευταία χρόνια της ζωής της στο σπίτι της στην Κηπούπολη, μαζί με τον Χρήστο Φιλιππακόπουλο.» Πέρασε τα χρόνια της «μαζί» δεν σημαίνει απαραίτητα «συγκατοικούσαν όλη μέρα». Είναι γνωστό, άλλωστε, πως ο Χρήστος ήταν παντρεμένος με την κα. Βούλα, που ήξερε (και ανεχόταν) αυτήν τη σχέση.
      – Ένα σπίτι 80 τετραγωνικά για Έναν άνθρωπο που μένει μόνος είναι μεγάλο, δεν βρίσκετε;
      :-)

      Σας ευχαριστώ για το σχόλιο, πάντα αναρωτιόμουν ποιος να μένει τώρα σ’ αυτό το σπίτι :-)

      Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.