Αίμα, δάκρυα κι ιδρώτας

—του Γιάννη Παπαθεοδώρου για τη στήλη Ανώμαλα Ρήματα

Ένα σερφάρισμα στο Διαδίκτυο μας πείθει πως η είδηση που απασχόλησε περισσότερο τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης την περασμένη εβδομάδα δεν ήταν ούτε η επίσπευση της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας, ούτε η απεργία πείνας του Νίκου Ρωμανού αλλά η βράβευση του Σάκη Ρουβά για τον θερινό ρόλο του στις «Βάκχες». Το θέμα δεν είχε πάρει τόση δημοσιότητα, αν η Χρυσούλα Διαβάτη δεν είχε αρνηθεί να πάρει το δικό της βραβείο «Κάρολος Κουν», καταγγέλλοντας παράλληλα την επιτροπή για την χαλάρωση των κριτηρίων της αλλά και ζητώντας – μεταφορικά, υποθέτω— «μια αστυνομία θεάτρου», που θα διαχωρίζει τους ηθοποιούς από τους σταρ, τους διασκεδαστές, τις τηλεπερσόνες, τα μοντέλα κλπ.[1]

Η συζήτηση ανατροφοδοτήθηκε, τις επόμενες μέρες, από τις πρωινές και τις μεσημεριανές εκπομπές της τηλεόρασης, που συνέχισαν τη διαμάχη γύρω από το συμβάν αλλά και γύρω από το ίδιο το θεατρικό επάγγελμα. Μπορεί, άραγε, μια media persona σαν τον Σάκη Ρουβά να βραβεύεται ως ηθοποιός αρχαίου δράματος; Μήπως στην ουσία και η ρητορική της άρνησης αυτού του δικαιώματος εγγράφεται σε μια συντεχνιακή υπεράσπιση ενός «κλειστού επαγγέλματος»; Και τελικά, ποιος έχει το δικαίωμα να κρίνει τον Σάκη Ρουβά, όταν πολλοί από τους αναγνωρισμένους θεατρικούς ηθοποιούς συμμετέχουν και οι ίδιοι στην μέχρι πρότινος καλοπληρωμένη τηλεοπτική φούσκα της μαζικής ψυχαγωγίας; Φτάνει η «ψυχή» που επικαλέστηκε ο Ρουβάς ως αποκλειστικό προνόμιο για να εξελιχτεί ένας τραγουδιστής με παντελή έλλειψη θεατρικής παιδείας σε ηθοποιό;

Πολύ γρήγορα, η συζήτηση πήρε τη γνωστή εκφυλιστική χροιά που παίρνουν οι περισσότερες δημόσιες συζητήσεις στην Ελλάδα της κρίσης. Η επιχειρηματολογία εξελίχτηκε σε μια παραταξιακή λογική («ποιος είναι με ποιόν») ενώ παράλληλα η κριτική της βράβευσης μετατράπηκε σε μια κριτική ad hominem: στο στόχαστρο μπήκε ο ίδιος ο Ρουβάς και η Διαβάτη. Η μόνη απόπειρα για να ακουστούν τα κριτήρια της βράβευσης έγινε από ένα μέλος της κριτικής επιτροπή ∙ από ένα θεατρικό κριτικό με μεγάλη θητεία και μεγάλο κύρος στο χώρο αυτό: τον Λέανδρο Πολενάκη. Ο κ. Πολενάκης είναι άλλωστε αυτός που συνέταξε και το σκεπτικό της βράβευσης του Ρουβά, το οποίο κάνει λόγο για μια «εκ βαθέων προσέγγιση, με τρόπο ευθύ, άμεσο, ρευστό και χειροπιαστό, σαν από πνεύμα και ύλη, γη, νερό, αέρα και φωτιά». Ο ίδιος κριτικός διαβεβαιώνει ότι είναι σε θέση να κρίνει ποια ερμηνεία ήταν η καλύτερη, αφού  παρακολούθησε  όλες τις παραστάσεις αρχαίας τραγωδίας  της χρονιάς. «Ο Ρουβάς ήταν ο καλύτερος όλων αναμφισβήτητα», λέει σε δήλωσή του ο κ. Πολενάκης. Και συνεχίζει : «Έχει ξεφύγει  το πράγμα και είναι εντελώς παράλογος  ο ντόρος που έχει ξεσπάσει. Μπορεί κανείς να διαφωνεί με την  κρίση μου αλλά δεν μπορεί να μιλάει για σκάνδαλο. Γιατί το θέατρο δεν έχει επετηρίδα»….[2]

Θα συμφωνήσω πλήρως με τον κ. Πολενάκη. Το «θέατρο δεν έχει επετηρίδα». Αλλά τα βραβεία που φέρουν το όνομα «Κάρολος Κουν» και αφορούν το αρχαίο δράμα οφείλουν καταρχάς να μη μιλάνε για «γη, νερό, αέρα και φωτιά» αλλά να ανταποκρίνονται στο οργανωμένο σύστημα σκέψης και στη σκληρή πρακτική εργασία, που εγκαινίασε ο Κάρολος Κουν με το έργο του, χωρίς όλες αυτές τις «αερολογίες». Ήδη από το 1979, ο Δ. Ν. Μαρωνίτης έχει παρουσιάσει ένα σύνθετο πλέγμα συλλογισμών για τον τρόπο με τον οποίο προσέγγισε ο Κάρολος Κουν το αρχαίο δράμα αλλά και την κωμωδία αποφεύγοντας τη μετατροπή τους σε «ιδεολογικό κήρυκα, πολιτικό μπαλκόνι, στερεοφωνική συσκευή».[3]

Η επίπονη επεξεργασία του Κουν, υποστηρίζει ο Μαρωνίτης, στηρίχτηκε σε μια βαθιά μελέτη των κειμένων και κατέληξε σε μια θεατρική πρόταση που αφορά τον ίδιο τον πυρήνα του αρχαίου δράματος, καθώς αυτό «εκθέτει τον άνθρωπο σ’ ένα πολύ κρίσιμο αιώνα της ευρωπαϊκής ιστορίας: όταν τον εγκαταλείπουν ο παραδοσιακός μύθος και η αρχαϊκή θεοδικία, και όταν καλείται να αναμετρηθεί με τον εαυτό του πια, ενώπιος ενωπίω, μέσα στο πλαίσιο της πόλης, δίχως μεταφυσικά υποστηρίγματα. Η μετάβαση αυτή από τον μυθικό στον πολιτικό ανθρωπισμό υπήρξε οδυνηρή για τον αρχαίο κόσμο του πέμπτου αιώνα, και συντελέστηκε κάπου ανάμεσα στους περσικούς πολέμους (που το τέλος τους άνοιξε πανηγυρικά τον κύκλο) και στον πελοποννησιακό πόλεμο (που φρικιαστικά σχεδόν έκλεισε τον κύκλο). Αυτός ο σπαραγμένος και κάποτε λιτά σπαραχτικός ανθρωπισμός γνώρισε και την τραγική προβολή του και την κωμική προσβολή του στην αρχαιότητα, και αποτελεί συγγενές μοντέλο για τους καιρούς μας. Νομίζω πως τη συγγένεια αυτή ανακάλυψε ο Κουν και δόθηκε με πάθος και κρίση στο αρχαίο δράμα. Εδώ εξάλλου βρίσκεται και η βαθύτερη πολιτική σημασία της θεατρικής παραγωγής του Κουν στον τομέα της αρχαίας τραγωδίας και κωμωδίας».[4]

Το τελευταίο, νομίζω, που θα σκεφτόταν ο Κουν είναι όλες αυτές οι ανοησίες που ακούσαμε πρόσφατα για τον «Έλληνα θεό Διόνυσο» και τις προβολές του στο σώμα του Σάκη Ρουβά. Ανοησίες συνδυασμένες με «γη, νερό, αέρα και φωτιά»∙ κενά σημαίνοντα μιας ανύπαρκτης κριτικής σκέψης, που μάλλον παραπέμπει στο ίδιο το ρεπερτόριο του Ρουβά («αίμα, δάκρυα και ιδρώτας»), παρά σε ένα τιμητικό βραβείο στη μνήμη του Κουν. Μήπως αντί για τους βραβευμένους να μιλήσουμε επιτέλους για τους ίδιους τους κριτές;

 

[1] Βλ. και http://m.lifo.gr/team/parastasi/53733

[2] http://news247.gr/eidiseis/weekend-edition/giati-dwsame-to-vraveio-ston-sakh-royva.3193914.html

[3] http://www.theatro-technis.gr/o-karolos-koun-kai-to-arxaio-drama/

[4] Στο ίδιο

* * *

Αναμετρήσεις — της Μαρίλυς Αργυροκαστρίτη

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Ανώμαλα ρήματα

Το dim/art στο Facebook
Το dim/art στο Facebook

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.