Home

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ, στις 16 Δεκεμβρίου του 1866, γεννήθηκε στη Μόσχα ο ρώσος ζωγράφος και θεωρητικός της τέχνης, Βασίλι Καντίνσκι (Василий Кандинский), ο οποίος πέθανε στη Γαλλία στις 13 Δεκεμβρίου 1944.

Από τους σημαντικότερους εικαστικούς καλλιτέχνες του 20ού αιώνα, πρωτοπόρος της μοντέρνας τέχνης, θεωρείται εισηγητής μιας νέας αντίληψης στη ζωγραφική· οι ιδέες του καταγράφονται στο βιβλίο του που έχει κυκλοφορήσει και στα ελληνικά: Βασίλι Καντίνσκι, Για το πνευματικό στην τέχνη, μτφ. Μηνάς Παράσχος, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1981.

«Σκοπός του βιβλίου μου Για το πνευματικό στην τέχνη, καθώς και του Γαλάζιου Καβαλάρη, ήταν να αφυπνίσει τη δυνατότητα να βιώνουμε το πνευματικό στα υλικά και αφηρημένα πράγματα. Αυτή η ικανότητα είναι απόλυτα απαραίτητη για το μέλλον και ανοίγει το δρόμο για μια ατελείωτη ποικιλία ενδεχόμενων εμπειριών».

kandinsky116_v-ARDFotogalerie

Παιδί εύπορης οικογένειας, ανατράφηκε από την αδελφή της μητέρας του, καθώς οι γονείς του χώρισαν όταν ήταν αρκετά μικρός. Από τα πέντε έως τα είκοσί του χρόνια (1886), έζησε στην Οδησσό. Έπειτα, επέστρεψε στη Μόσχα για να σπουδάσει νομικά και οικονομικά, ενώ στον ελεύθερο χρόνο του ζωγράφιζε. Το 1892 αποφοίτησε και του προσφέρθηκε θέση λέκτορα στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας. Εκείνη την περίοδο μια έκθεση με έργα γάλλων ιμπρεσιονιστών στη Μόσχα εντυπωσίασε τον ερασιτέχνη ζωγράφο Καντίνσκι.

Σύντομα, το 1896, στα τριάντα του χρόνια και παντρεμένος ήδη με την ξαδέλφη του Άνια Τσιμιάκινα, θα τα βροντήξει όλα, νομικά και καριέρα, και θα φύγει στο Μόναχο, που ήταν τότε μια πόλη εξαιρετικά καλλιτεχνική. Εκεί, φοίτησε αρχικά στη σχολή ζωγραφικής του Αντόν Αζμπέ και αργότερα έδωσε εξετάσεις στην Ακαδημία του Μονάχου, αλλά απέτυχε! Έπειτα, παρακολούθησε μαθήματα από τον Φραντς φον Στουκ, σημαντικό δάσκαλο του σχεδίου, όπου είχε συμμαθητή τον Πάουλ Κλέε — άλλη μια απόδειξη ότι, για να υπερβεί ένας καλλιτέχνης με αξιώσεις την παράδοση, πρέπει πρώτα να τη μάθει.

Το 1901 οργάνωσε την πρώτη έκθεσή του με την ομάδα Phalanx που δημιούργησε και η οποία, έως το 1904 οπότε διαλύθηκε, παρουσίασε σημαντικές εκθέσεις της σύγχρονης τέχνης, αναδεικνύοντας καλλιτέχνες του συμβολισμού και της Αρ Νουβό, που θεωρήθηκαν πολύ τολμηρές από τη συντηρητική καλλιτεχνική σκηνή του Μονάχου, Την περίοδο αυτή χρονολογείται η αρχή της σχέσης του με τη νεαρή ζωγράφο Γκαμπριέλε Μύντερ, με την οποία έζησε αφότου χώρισε με την Άνια Τσιμιάκινα.

Ακολούθως, ο Καντίνσκι παρουσίασε εκθέσεις του στο Παρίσι, όπου και ήρθε σε επαφή με τα κινήματα του φοβισμού και του κυβισμού. Τον Ιανουάριο του 1909 ίδρυσε τη Νέα Ένωση Καλλιτεχνών και στις ομαδικές εκθέσεις στο Μόναχο που διοργάνωσε κατάφερε να συμμετέχουν σημαντικοί καλλιτέχνες όπως ο Πάμπλο Πικάσο και ο Ζωρζ Μπρακ. Σύντομα, όμως, ο Καντίνσκι υπέβαλε την παραίτησή του από τη θέση του Προέδρου της Ένωσης, καθώς υπήρχαν αντιρρήσεις για το γεγονός ότι υιοθετούσε μια ζωγραφική αφηρημένη.

Επόμενος σημαντικός σταθμός της εξέλιξης του Καντίνσκι είναι η έκθεση «Γαλάζιος καβαλάρης», που εγκαινιάστηκε στι; 18/12/1911, με τη συμμετοχή επίσης του Φραντς Μαρκ, του Αουγκούστ Μάκε, του Ρομπέρ Ντελονέ κ.ά. Η έκθεση αυτή περιόδευσε ακολούθως σε πολλές πόλεις: στο Βερολίνο, στη Φρανκφούρτη, στη Βρέμη και στην Κολωνία. Στον κατάλογο της έκθεσης αυτής προαναγγελόταν η έκδοση του ομώνυμου βιβλίου, που συνυπέγραφε με τον Μαρκ και στο οποίο ο Καντίνσκι θα αναφερόταν στις κατευθύνσεις της μοντέρνας τέχνης. Ο «Γαλάζιος καβαλάρης» για τους δύο δημιουργούς του ήταν ένα κίνημα που φιλοδοξούσε να ανανεώσει κάθε μορφή τέχνης. Ωστόσο, η ομάδα αυτή, ύστερα από τη διοργάνωση δύο ομαδικών εκθέσεων, ολοκλήρωσε τον κύκλο της.

portrait-of-kandinsky-1906

Ο Καντίνσκι παρουσίασε την πρώτη ατομική έκθεσή του στα 46 του χρόνια, το 1912. Δύο χρόνια αργότερα, και ενώ ξεσπά ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Καντίνσκι, ύστερα από μια σύντομη διαμονή στην Ελβετία, επιστρέφει στη Μόσχα. Εκεί, το 1911, παντρεύεται ξανά, τη Νίνα Αντρεγιέφσκαγια, κόρη στρατηγού. Ως επικεφαλής στα Ελεύθερα Κρατικά Καλλιτεχνικά Εργαστήρια (SVOMAS) της Μόσχας δίδαξε μαθήματα βασισμένα στις ιδέες που είχε διατυπώσει στο Για το πνευματικό στην τέχνη, διετέλεσε διευθυντής του Ινστιτούτου για την Καλλιτεχνική Παιδεία (IΝChUK) της Μόσχας, το οποίο εγκατέλειψε για να καταρτίσει το πρόγραμμα σπουδών στη Ρωσική Ακαδημία Αισθητικής. Μέχρι το 1934, οπότε στην τέχνη επιβλήθηκε το δόγμα Ζντάνοφ, το δόγμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, ύστερα από το οποίο τα έργα του Καντίνσκι απαξιώθηκαν και κατέβηκαν άρον άρον από τα μουσεία της χώρας, ο καλλιτέχνης, παράλληλα με διδασκαλία, συμμετείχε σε επτά εκθέσεις και συνέγραψε αρκετά δοκιμιακά έργα για τη ζωγραφική.

Ο Καντίνσκι, υποχρεωμένος τότε να εγκαταλείψει τη Σοβιετική Ένωση, όπου πλέον το κλίμα ήταν εχθρικό απέναντί του, προσεκλήθη από τον Βάλτερ Γκρόπιους και ανέλαβε το εργαστήριο της τοιχογραφίας στη Σχολή Μπαουχάους στη Βαϊμάρη, ενώ σε συνεργασία με τον Κλέε δίδαξαν το αντικείμενο «η μορφή στην τέχνη». Την περίοδο αυτή, που θεωρείται ότι γοητεύεται από τον αποκρυφισμό, τα έργα του εγκαταλείπουν τα θερμά χρώματα της εποχής του Μονάχου και ενισχύουν την «ψυχρή περίοδο» της ζωγραφικής του που είχε ξεκινήσει ήδη στη Ρωσία. Από το 1925 δίδαξε στη Σχολή Μπαουχάους στο Ντεσάου, οπότε και θεωρείται ότι στρέφεται στον «ψυχρό ρομαντισμό». Όταν οι Ναζί κλείνουν τη σχολή, ο Καντίνσκι, διά βίου μέτοικος, εγκαθίσταται στο Νεϊγύ-συρ-Σεν του Παρισιού.

Στην παρισινή του αυτή περίοδο, στη διάρκεια της οποίας έζησε και εργάστηκε απομονωμένος, στα έργα του κυριάρχησαν τα λεγόμενα «βιομορφικά» σχήματα, έχοντας ως πηγή έμπνευσης τη βιολογία, και οι πρωτότυποι συνδυασμοί χρωμάτων. Πέθανε από αρτηριοσκλήρωση, στις 13 Δεκεμβρίου 1944, τρεις μέρες προτού γιορτάσει τα 78α γενέθλιά του.

* * *

Μουσική και εικόνα

Το 1896, ο τριαντάχρονος Βασίλι Καντίνσκι θα πάρει την οριστική απόφαση να φύγει από τη Μόσχα.

Θα εγκαταλείψει την ακαδημαϊκή του καριέρα -είχε σπουδάσει νομικά και οικονομικά, ενώ του είχε προταθεί και μια θέση λέκτορα στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας- και θα εγκατασταθεί στο Μόναχο για να σπουδάσει ζωγραφική.

Δυο περιστατικά θα τον οδηγήσουν σε αυτή του την απόφαση: η έκθεση των Γάλλων ιμπρεσιονιστών στη Μόσχα και το ανέβασμα του Λόενγκριν του Βάγκνερ στο Βασιλικό Θέατρο.

Η εντελώς «νέα» ενορχήστρωση του Λόενγκριν, θα αποκαλύψει στον Καντίνσκι τις δυνατότητες μιας συναισθητικής εμπειρίας.

Η σχέση ανάμεσα στα χρώματα και τους ήχους, η μυστική συνήχηση εικαστικής και μουσικής εμπειρίας, έμελλε να είναι το θεμέλιο της τέχνης του, που θα συνδύαζε το ορθολογικό με το μυστικιστικό στοιχείο:

Τα βιολιά, οι χαμηλές νότες του βαθύφωνου και κυρίως τα πνευστά ενσάρκωναν συμπυκνωμένη την ώρα του δειλινού, για μένα τότε.

Είδα όλα τα χρώματα που είχα στο νου μου.

Άγριες, σχεδόν παράφορες γραμμές διαγράφονταν μπρος μου.
Δεν τόλμησα να χρησιμοποιήσω την έκφραση ότι ο Βάγκνερ είχε ζωγραφίσει μουσικά την «ώρα μου».

Αλλά συνειδητοποίησα πως η τέχνη είναι γενικά πιο δυνατή απ’ ό,τι νόμιζα και ακόμα πως η ζωγραφική μπορεί να αποκτήσει τόση δύναμη όση και η μουσική…[1]

Το 1909, ο Καντίνσκι αρχίζει να κατατάσσει τα έργα του σε τρεις βασικές ομάδες: Εντυπώσεις, Αυτοσχεδιασμούς καιΣυνθέσεις.

Η πρώτη ομάδα περιλαμβάνει έργα στα οποία υπάρχουν ακόμα στοιχεία νατουραλιστικής αναπαράστασης.

Οι υπόλοιπες δύο, που οι τίτλοι τους παραπέμπουν στη μουσική, μας δείχνουν την -επιτακτική για τον Καντίνσκι- ανάγκηνα μιμηθεί η ζωγραφική τη μουσική: μόνο τότε θα απελευθερωθεί από τη παραστατικότητα και θα διευρύνει τις εκφραστικές δυνατότητες της εικαστικής γλώσσας.

Ο Καντίνσκι θαύμαζε καλλιτέχνες -όπως τον Maeterlink, τον Wagner, τον Musorgskij, τον Debussy, τον Skrjabin- που με το έργο τους εισηγήθηκαν μια «νέα» αντιληπτικότητα, εκθέτοντας τις δημιουργικές δυνατότητες και δυναμικές των καθαρώνκαλλιτεχνικών μέσων:

Καθαρός ήχος: μουσικές μορφές δίχως τη διάθεση να περιγράψουν.
Καθαρός ήχος: λέξεις δίχως τη διάθεση να δηλώσουν κάτι.
Καθαρός ήχος: εικαστικές μορφές δίχως διάθεση να απεικονίσουν.

Είναι επίσης γνωστή η συγγένεια των θεωρητικών απόψεων του Καντίνσκι με εκείνες του Schonberg.

Κοινός συντελεστής η γοητεία που τους ασκούσε ο Βάγκνερ και οι ιδέες του περί συνολικού έργου τέχνης (Gesamtkunstwerk), όπου εγκαταλείπει κανείς “τα όρια των επιμέρους τεχνών στο όνομα του απείρου που τις διαπερνά όλες”.[2]

Στο βιβλίο του Για το πνευματικό στην τέχνη – επηρεασμένο από τη γερμανική ιδεαλιστική φιλοσοφία των Καντ, Φίχτε, Σέλινγκ και από τη διάχυτη στους καλλιτεχνικούς κύκλους αντίθεση στον θετικισμό- θεωρεί δεδομένη μια εσωτερική σχέση μεταξύ μουσικής και ζωγραφικής.

Η μουσική δεν είναι υποχρεωμένη να περιγράφει την εξωτερική πραγματικότητα και, όπως το μουσικό έργο βασίζεται στον ρυθμό και το τονικό ύψος των ήχων, έτσι και η ζωγραφική θα έπρεπε να περιοριστεί στα απόλυτα αληθινά της στοιχεία: το σχέδιο και το χρώμα.

Για τον Καντίνσκι, σχέδιο και χρώμα είναι η μόνη πραγματικότητα που γνωρίζει η ζωγραφική. Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο που χαρακτήριζε τη δουλειά του «μεγάλο ρεαλισμό».

Ο Καντίνσκι έβλεπε τα χρώματα και τις φόρμες του σαν «ήχους» και «δονήσεις».  Μιλούσε για «μελωδικές», απλές δηλαδή, μορφές και για «συμφωνίες», δηλαδή σύνθετες.

Συμμεριζόταν την ιδέα του Γκαίτε πως η Τέχνη θα πρέπει να έχει κι αυτή το δικό της basso continuo.

Πολλοί θα προσπαθήσουν, με τρόπο επιφανειακό, να ερμηνεύσουν τη ζωγραφική του ως εικαστική εκδοχή μουσικών κανόνων, όμως η νεότερη έρευνα θα επιχειρήσει να καταγράψει τους ποικίλους τρόπους με τους οποίους ο Καντίνσκι επεξεργάζεται, καλλιτεχνικά και θεωρητικά, την ουσιαστική αλληλεπίδραση και συλλειτουργία οπτικών και ηχητικών διεργασιών.[3]

Η Τέχνη του, δεν είναι άσκοπη δημιουργία αλλά απόπειρα ευαισθητοποίησης, ανάπτυξης της ανθρώπινης ψυχής, «έκφραση πνευματικής ενόρασης».[4]

«Ωραίο είναι εκείνο που πηγάζει από μια εσωτερική αναγκαιότητα.
Ωραίο είναι εκείνο που είναι εσωτερικά ωραίο
».[5]

[1] Kandinsky W., Ανασκοπήσεις
[2] Adorno Th. W., Μουσικό Δράμα, μτφρ. Αναγνώστου Λ., περιοδικό Τα Μουσικά, τεύχος 2, Χειμώνας 1996-97 (εκδ. Εξάντας)
[3] Αλεξάκη Ε., Ο Καντίνσκι και η μουσική, άρθρο στην Καθημερινή (27/2/05)
[4] Στεφανίδης Μ., Μια ιστορία της ζωγραφικής, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1994
[5] Kandinsky W., Για το πνευματικό στην Τέχνη

Ενδεικτική βιβλιογραφία, στα ελληνικά:

Kandinsky W., Για το πνευματικό στην Τέχνη, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1981
Kandinsky W., Αναδρομή 1901-1913 , εκδ. Διάττων, Αθήνα 1988
Kandinsky W., Σημείο – Γραμμή – Επίπεδο. Συμβολή στην ανάλυση των ζωγραφικών στοιχείων, εκδ. Δωδώνη, Αθήνα 1996
Kandinsky W., Τέχνη και καλλιτέχνες , εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1986
Duechting H., Βασίλι Καντίνσκι 1866-1944, εκδ. Γνώση, Αθήνα 2005

Πηγή: vouliakis.gr

* * *

* * *

Επιμέλεια αφιερώματος: Ελένη Κεχαγιόγλου, Γιώργος Τσακνιάς

Εδώ άλλες επετειακές αναρτήσεις του dim/art

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s