Πέθανε ο ποιητής Τούμας Τρανστρέμερ

Ο βραβευμένος με Νόμπελ Λογοτεχνίας Σουηδός ποιητής Τούμας Τρανστρέμερ άφησε την Πέμπτη την τελευταία του πνοή, σε ηλικία 83 ετών, όπως ανακοίνωσε σήμερα ο εκδοτικός οίκος «Bonnier» με τον οποίο συνεργαζόταν.

Το ίδρυμα Νόμπελ, το οποίο διευκρίνισε ότι ο λογοτέχνης απεβίωσε την Πέμπτη, εξέφρασε τη μεγάλη του θλίψη. Ο Τρανστρέμερ τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2011. Η υγεία του, ωστόσο, ήταν ήδη σε κακή κατάσταση από πολλά χρόνια, καθώς το 1990 είχε υποστεί αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο.

Ο Τρανστρέμερ γεννήθηκε στις 15 Απριλίου 1931 στη Στοκχόλμη και τον μεγάλωσε η μητέρα του αφού έχασε, σε μικρή ηλικία, τον πατέρα του. Το 1956, αφού πήρε το πτυχίο του στην ψυχολογία, διορίστηκε στο Ψυχοτεχνολογικό Ινστιτούτο του Πανεπιστημίου της Στοκχόλμης ενώ από το 1960 ασχολήθηκε με τους ανήλικους παραβάτες σε ένα ειδικό κέντρο. Παράλληλα με το πλούσιο ποιητικό έργο του, ο Τρανστρέμερ εργάστηκε με άτομα με ειδικές ανάγκες, καταδικασθέντες και τοξικομανείς.

Εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή, με τίτλο «17 ποιήματα», σε ηλικία 23 ετών. Το 1966 τιμήθηκε με το βραβείο Bellman και ακολούθησαν πολλές άλλες διακρίσεις, μεταξύ των οποίων το βραβείο «Petrarque» (Γερμανία, 1981) και το «Neustadt International Prize» (ΗΠΑ, 1990). Το 1997, η εργατική πόλη Βέστεραας, όπου έζησε τριάντα χρόνια προτού επιστρέψει στη Στοκχόλμη τη δεκαετία του 1990, δημιούργησε το βραβείο «Tranströmer» για να τον τιμήσει.

Το 1990, κι αφού έχει δημοσιεύσει δεκάδες συλλογές, ο ποιητής υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο, το οποίο του προκάλεσε μερική παράλυση και αφασία. Το πρώτο έργο που δημοσίευσε μετά το εγκεφαλικό, έξι χρόνια αργότερα, ήταν η συλλογή υπό τον τίτλο «Πένθιμη Γόνδολα», η οποία πούλησε 30.000 αντίτυπα. Ο αριθμός των αντιτύπων που πωλήθηκαν θεωρείται περισσότερο από τιμητικός για μια ποιητική συλλογή.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, παρά τα προβλήματα που αντιμετώπιζε, τον κέρδισε η μουσική. Έπαιζε πιάνο καθημερινά, με το αριστερό χέρι, καθώς το δεξί του ήταν παράλυτο μετά το εγκεφαλικό, και περνούσε τα πρωινά του ακούγοντας κλασική μουσική, όπως είχε αναφέρει σε μια συνέντευξή της η σύζυγός του, Μόνικα, με την οποία απέκτησε δύο κόρες.

Στα ελληνικά κυκλοφορούν οι συλλογές του «Τα Ποιήματα» (εκδόσεις Printa) και «Πένθιμη Γόνδολα» (εκδόσεις Νεφέλη).

Πηγή: Ναυτεμπορική

Transtomer

Ανάπαυλα τον Ιούλιο

Αυτός που είναι ξαπλωμένος ανάσκελα κάτω από τα ψηλά δέντρα
είναι επίσης πάνω τους. Διαχέεται σε χιλιάδες κλωνάρια,
κουνιέται πέρα δώθε,
κάθεται σ’ εκτινασσόμενο κάθισμα που εκτοξεύεται σε αργή κίνηση.
Αυτός που στέκει πέρα στην αποβάθρα ατενίζει το νερό.
Οι αποβάθρες γερνάνε πιο γρήγορα απ’ τους ανθρώπους.
Έχουν αργυρότεφρες σανίδες και πέτρες στο στομάχι.
Το εκτυφλωτικό φως φτάνει ως εκεί μέσα.
Αυτός που ταξιδεύει όλη μέρα πάνω σε πλοίο ανοιχτό
σε πέλαγος αστραφτερό
θα κοιμηθεί τελικά μέσα σε μια γαλάζια λάμπα,
ενώ τα νησιά θα έρπουν σαν μεγάλες νυχτοπεταλούδες πάνω στο γυαλί.

Οι ανεμώνες

Τίποτε πιο απλό απ’ το να σε μαγεύουν. Είναι απ’ τα πιο παλιά τεχνάσματα της γης και της άνοιξης: οι ανεμώνες. Είναι κατά κάποιο τρόπο αναπάντεχες. Ξεπετάγονται μέσ’ απ’ το περσινό καφετί θρόισμα σε παραμελημένα μέρη, όπου ποτέ δεν πέφτει το βλέμμα σου. Φλέγονται και αιωρούνται, πράγματι αιωρούνται, εξαιτίας του χρώματος. Το έντονο μενεξεδί και μπλε χρώμα τους δεν έχει κανένα βάρος τώρα. Εδώ βασιλεύει έκσταση, αλλά χαμηλών τόνων. «Καριέρα» -άσχετο! «Εξουσία» και «δημοσιότητα» – γελοίο! Διοργάνωσαν βέβαια μεγάλη δεξίωση πάνω στη Νινευί, «έκαναν φασαρία και μεγάλο σαματά». Ψηλοτάβανα – πάνω απ’ όλα τα κεφάλια κρέμονταν κρυστάλλινοι πολυέλαιοι σαν όρνια από γυαλί. Αντί για ένα τέτοιο παραστολισμένο και θορυβώδες αδιέξοδο οι ανεμώνες ανοίγουν ένα μυστικό πέρασμα που βγάζει στην πραγματική γιορτή, όπου επικρατεί νεκρική σιωπή.

Κατακλείδα

Σέρνομαι σαν άγκυρα στον πυθμένα της θάλασσας.
Και τι δεν πιάνω που δεν το χρειάζομαι.
Κουρασμένη αγανάκτηση, πυρωμένη αυτοεγκατάλειψη.
Οι δήμιοι φέρνουν πέτρες, ο Θεός γράφει στην άμμο.
Σιωπηλά δωμάτια.
Τα έπιπλα στο φως του φεγγαριού, έτοιμα να πετάξουν.
Εισέρχομαι αργά στον εαυτό μου
μέσ’ από ένα δάσος από άδειες πανοπλίες.

Το όνομα

Με πιάνει νύστα στο τιμόνι και σταματώ κάτω από τα δέντρα στην άκρη
του δρόμου. Κουλουριάζομαι στο πίσω κάθισμα και κοιμάμαι. Πόσο;
Ώρες. Το σκοτάδι έχει ήδη πέσει.

Ξαφνικά ξυπνώ και δεν αναγνωρίζω τον εαυτό μου. Εντελώς ξύπνιος.
Αλλά δεν βοηθά. Πού είμαι; ΠΟΙΟΣ είμαι; Είμαι κάτι που ξυπνά σ’ ένα πίσω κάθισμα
που στριφογυρνά πανικόβλητο σαν γάτα σε σακί. Ποιος;

Η ζωή μου επιστρέφει τελικά. Τ’ ονομά μου έρχεται σαν άγγελος.
Έξω από τα τείχη ηχεί μια σάλπιγγα (όπως στην ουβερτούρα Λεονόρα)
και τα λυτρωτικά βήματα κατεβαίνουν γοργά-γοργά την
πολύ μακριά σκάλα. Εγώ είμαι! Εγώ είμαι!

Αδύνατο όμως να ξεχαστούν τα δεκαπέντε δευτερόλεπτα του αγώνα στην
κόλαση της λήθης, μερικά μέτρα από το μεγάλο δρόμο, όπου τρέχουν
τ’ αυτοκίνητα με τα φώτα αναμμένα.

Σελίδα απ’ το βιβλίο της νύχτας

Μια μαγιάτικη νύχτα με κρύο φεγγαρόφωτο
αποβιβάστηκα
εκεί που το χορτάρι και τα λουλούδια ήταν γκρίζα,
αλλά η μυρωδιά πράσινη.

Πήρα ευκίνητα τον ανήφορο
στην άχρωμη νύχτα,
ενώ λευκές πέτρες
κάνανε σήματα στο φεγγάρι.

Ένα χρονικό διάστημα
μερικών λεπτών μήκους
πενήντα οχτώ ετών πλάτους.

Και πίσω μου,
πέρα από τη μολυβένια λάμψη των νερών,
υπήρχε η άλλη ακτή
κι εκείνοι που εξουσίαζαν.

Άνθρωποι με μέλλον
αντί για πρόσωπο.

Ο μισοτελειωμένος ουρανός

Η κατάθλιψη διακόπτει την πορεία της.
Η αγωνία διακόπτει την πορεία της.
Ο γύπας διακόπτει την πτήση του.
Το έντονο φως ρέει ελεύθερο,
ακόμη και τα φαντάσματα πίνουν μια γουλιά.
Κι οι πίνακές μας βγαίνουν στο φως,
τα κόκκινα ζώα από τα εργαστήριά μας της εποχής των παγετώνων.
Τα πάντα αρχίζουν να ρίχνουν ματιές τριγύρω.
Βαδίζουμε στον ήλιο κατά εκατοντάδες.
Κάθε άνθρωπος και μια μισάνοιχτη πόρτα
που βγάζει σ” ένα δωμάτιο για όλους.
Το απέραντο έδαφος κάτω από τα πόδια μας.
Το νερό λάμπει ανάμεσα στα δέντρα.
Η λίμνη είναι παράθυρο προς τη γη.

Περί ιστορίας IV

Ο Ριζοσπαστικός κι ο Αντιδραστικός συζούν σαν δυστυχισμένο ζευγάρι,
ο ένας έχει διαμορφώσει τον άλλο κι εξαρτάται απ” αυτόν.
Εμείς όμως που είμαστε τα παιδιά τους πρέπει να απελευθερωθούμε.
Κάθε πρόβλημα φωνάζει στη γλώσσα του.
Τρέχα σαν λαγωνικό εκεί που έχει πατήσει η αλήθεια!

Το ζευγάρι

Σβήνουν το φως και ο λευκός γλόμπος θαμποφέγγει
για μια στιγμή πριν διαλυθεί
σαν χάπι σ” ένα ποτήρι σκοτάδι. Κατόπιν μεταρσιώνονται.
Οι τοίχοι του ξενοδοχείου υψώνονται στον σκοτεινό ουρανό.
Οι κινήσεις του έρωτα έχουν κοπάσει και τους έχει πάρει ο ύπνος,
αλλά οι πιο κρυφές τους σκέψεις συναντιώνται
σαν δύο χρώματα που ρέουν το ένα μέσα στο άλλο
πάνω στο υγρό χαρτί με τη ζωγραφιά του μαθητή.
Επικρατεί σκοτάδι και ησυχία. Η πόλη όμως έχει έρθει πιο κοντά
απόψε. Με σβηστά παράθυρα. Τα σπίτια πλησίασαν.
Στέκονται στριμωγμένα και περιμένουν κοντά κοντά,
ένα πλήθος με ανέκφραστα πρόσωπα.

Ελεγεία

Ανοίγω την πρώτη πόρτα.
Ένα μεγάλο ηλιόλουστο δωμάτιο.
Ένα βαρύ αυτοκίνητο περνά απ’ τον δρόμο
και κάνει τα πιάτα να τρέμουν.

Ανοίγω την πόρτα νούμερο δύο.
Φίλοι! Ήπιατε το σκοτάδι
και γίνατε ορατοί.

Πόρτα νούμερο τρία. Στενό δωμάτιο ξενοδοχείου.
Θέα προς τον πίσω δρόμο.
Ένα φανάρι που αστράφτει στην άσφαλτο.
Τα ωραία απόβλητα των εμπειριών.

Τούμας Τρανστρέμερ, Τα ποιήματα, μτφ. Βασίλης Παπαγεωργίου, Printa, Αθήνα 2004, σελ. 232

tomas transtromer

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Βιβλίο

Το dim/art στο facebook

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.