Κάποτε θα ’ρθουν

Αυτό δεν είναι τραγούδι # 327
Dj της ημέρας, ο Γιώργος Θεοχάρης

Όταν ο Μίκης Θεοδωράκης έμαθε ότι ο Σάκης Ρουβάς θα τραγουδούσε (δημοσίως!) το «Άξιον Εστί», έβγαλε ανακοίνωση όπου έλεγε ότι είναι κατά των απαγορεύσεων. Δεν ήταν ενθουσιασμένος με την επιλογή Ρουβά, αλλά προτιμούσε μια κακή εκτέλεση από την απαγόρευση. Σωστή αντιμετώπιση. Όμως, ευκαιρίας δοθείσης, στην ίδια ανακοίνωση, επανέλαβε για πολλοστή φορά ότι οι Έλληνες δεν τον έχουμε τιμήσει όσο του αξίζει. Σαράντα χρόνια τώρα, το ίδιο παράπονο. Γιατί όμως; Δεν νομίζω να έχει τιμηθεί άλλος –εν ζωή– άνθρωπος της τέχνης όσο ο Μίκης. (Εκτός κι αν έχει κατά νου καμιά εξτραβαγκάντζα, λ.χ., να πέφτουμε στα γόνατα πανεθνικώς μια συγκεκριμένη ώρα κάθε μέρα και να προσκυνάμε κατά Βραχάτι μεριά.) Τότε, προς τι η τόση πίκρα; Να φταίει άραγε η αχαριστία ημών, των συμπατριωτών του, ή μήπως η δική του αμετροέπεια; Η παρακάτω ιστορία ας διαβαστεί ως σχόλιο την τελευταία ερώτηση.

Κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ’70 έφτασαν στα χέρια του Θεοδωράκη κάποιοι στίχοι του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Ο Μίκης τούς μελοποίησε και τους έβαλε στο συρτάρι. Το 1979, ο Αντρέας Θωμόπουλος γύρισε μία ταινία, με τίτλο «Ο ασυμβίβαστος», όπου πρωταγωνιστούσε ο Παύλος Σιδηρόπουλος και τη μουσική είχε γράψει ο Θεοδωράκης. Σε κάποια σκηνή, ο Παύλος τραγουδάει μια εξαιρετική μπαλάντα, το “Κάποτε θα ’ρθουν”, κάπου στην Αθήνα. Μόνος του, με μια κιθάρα. Και γύρω του κόσμος, τυχαίοι περαστικοί. Η ταινία ήταν κακή, ακόμα και για την εποχή της. Μόνο αυτή η σκηνή αξίζει, όχι με κινηματογραφικούς αλλά με κοινωνιολογικούς και ιστορικούς όρους. Και για το τραγούδι. Πρόκειται για εκείνο που είχε γράψει ο Μίκης σε ανύποπτο χρόνο σε στίχους του Παπαδόπουλου. Εδώ βρήκε την ευκαιρία και το κόλλησε. Και καλά έκανε: χωρίς αυτό (και την πρόωρη αναχώρηση του Παύλου, βέβαια) κανείς δεν θα θυμόταν την ταινία.  Το τραγούδι ακούγεται ευχάριστα ακόμα και σήμερα – ο στίχος «υπερασπίσου το παιδί / γιατί αν γλιτώσει το παιδί / υπάρχει ελπίδα» δεν πρόκειται να παλιώσει.

Λίγα χρόνια μετά την ταινία (και το OST που ακολούθησε), ο Παπαδόπουλος πήρε μια συνέντευξη για τα Νέα από έναν άλλο μονίμως αδικημένο, τον Στέλιο Καζαντζίδη. Εκεί, ο παροπλισμένος τότε τραγουδιστής τα έχωνε, μεταξύ πολλών άλλων, και στο ιερό τοτέμ της φυλής, τον Μίκη, ο οποίος, διαβάζοντας τη συνέντευξη, τα πήρε στο κρανίο και με τον Καζαντζίδη και με τον Παπαδόπουλο. Εκείνο τον καιρό (1982) ο Μίκης ήταν στο στούντιο για τους Χαιρετισμούς, με ερμηνεύτρια τη Δήμητρα Γαλάνη, όπου θα συμπεριλαμβανόταν σε νέα εκτέλεση και το «Κάποτε θα ’ρθουν». Πάνω στα νεύρα του, έδωσε στον αδερφό του, τον Γιάννη Θεοδωράκη, την ίδια μελωδία για να γράψει νέους στίχους, έτσι ώστε να μην χρησιμοποιήσει τους στίχους του καλού του– κατά τα άλλα– φίλου Λευτέρη. Έτσι προέκυψε το «Μη με προδώσεις», το οποίο στιχουργικά είναι κατώτερο από το «Κάποτε θα ’ρθουν», αν κρίνουμε από την αντοχή των δύο εκδοχών στον χρόνο: η πρώτη έχει πάρει πίστωση, ενώ η δεύτερη έχει προ πολλού ξεχαστεί, όπως –νομίζω– της άξιζε.

Επιμύθιο: Δεν πρέπει να συγχέουμε τον δημιουργό με τη δημιουργία – αλλά πρέπει και ο δημιουργός να μας αφήσει ν’ αγιάσουμε!

* * *

Κάθε βράδυ, ένας συνεργάτης ή φίλος του dim/art διαλέγει ένα τραγούδι — ή, μάλλον όχι· αυτό δεν είναι τραγούδι, ή δεν είναι μόνο ένα τραγούδι: είναι μια ιστορία για ένα τραγούδι. Στείλτε μας κι εσείς ένα τραγούδι που δεν είναι τραγούδι στο dimartblog@gmail.com.

* * *

Εδώ άλλα τραγούδια που δεν είναι τραγούδια

Το dim/art στο facebook

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.