Ένας άλλος δρόμος

2700

—του Γιώργου Τσακνιά για τη στήλη Παροράματα και ημαρτημένα

There’s a lady who’s sure all that glitters is gold
And she’s buying a stairway to heaven.
[…]
Yes, there are two paths you can go by, but in the long run
There’s still time to change the road you’re on.
And it makes me wonder.

—Robert Plant, James Patrick—

Θέλει προσπάθεια να τρέχεις μόνος σου και να έρχεσαι δεύτερος. Ή να παίζεις ενάντια σε συνοικιακή ομάδα και να βάζεις απανωτά αυτογκόλ. Διότι κάτι τέτοιο συμβαίνει με τον ΣΥΡΙΖΑ: παίζει χωρίς πολιτικό αντίπαλο και διαλύεται. Η αξιωματική αντιπολίτευση είναι με το ζόρι στο 20%, οι άλλοι είναι από ακίνδυνοι έως αμελητέοι ως μεγέθη, πολιτικά στηρίζουν την περιβόητη συμφωνία του πρωθυπουργού — τι άλλο; Όσο για την ιδέα ότι υπάρχει αντίπαλος του ΣΥΡΙΖΑ και είναι ο Σόιμπλε ή ο νεοφιλελευθερισμός — καλή είναι για εσωτερική κατανάλωση και για τόνωση του αριστερού φρονήματος, αλλά απέχει πολύ από την αλήθεια. Και ο Σόιμπλε και η Μέρκελ και ο ίδιος ο νεοφιλελευθερισμός γνωρίζουν αυτό που αποδείχτηκε στην πράξη, ξανά και ξανά, κατά τη διάρκεια του 20ού αι.: τις συντηρητικές πολιτικές τις επιβάλλουν καλύτερα οι προοδευτικές κυβερνήσεις.

Ενώ λοιπόν η πολιτική ηγεμονία του ΣΥΡΙΖΑ και η προσωπική του Αλέξη Τσίπρα δεν αμφισβητούνται, πώς ερμηνεύεται η εικόνα διάλυσης; Έχει ειπωθεί ότι τα μνημόνια διαλύουν κόμματα και όντως έτσι είναι. Ναι, αλλά γιατί; Δεν είναι καρμικό. Κι αν είναι, κατά τη γνώμη μου δεν φταίει το κάρμα των μνημονίων αλλά το κάρμα των ελληνικών κομμάτων. Και τούτο, όχι βέβαια γιατί τα μνημόνια είναι «καλά». Τα μνημόνια είναι οι όροι που συνοδεύουν τις δανειακές συμβάσεις και, στις δεδομένες συνθήκες, τους όρους τους επιβάλλει όντως το δόγμα της λιτότητας. Αυτές τις μέρες, φτάσαμε επιτέλους στην παραδοχή της πραγματικότητας — να μία από τις δύο λέξεις-κλειδιά που ανέφερε στη χθεσινή του συνέντευξη στην ΕΡΤ ο πρωθυπουργός: «αυταπάτες» και «πραγματικότητα».

Η προσγείωση βέβαια από την πενταετή ρητορική περί αξιοπρέπειας, αντίστασης, περηφάνιας και σκισίματος μνημονίων μόνο ομαλή και εύκολη δεν είναι. Για αυτό όμως δεν φταίει το μνημόνιο, αλλά η ρητορική.

Δεν ξέρω αν όντως κατέρρευσε το δίλημμα «μνημόνιο / αντιμνημόνιο» που προσδιόριζε την ελληνική πολιτική σκηνή τα τελευταία χρόνια, γιατί δεν μπορώ να ξέρω τι γίνεται στα μυαλά των ανθρώπων. Μόνο να εικάζω μπορώ, κι αυτά που εικάζω δεν είναι και πολύ αισιόδοξα. Οι αντιλήψεις δεν αλλάζουν εύκολα.. Διαβάζω στο κείμενο των 109 μελών της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ που καλούν σε ανατροπή της συμφωνίας: Στις 12 Ιουλίου συντελέστηκε στις Βρυξέλλες ένα πραξικόπημα που απέδειξε ότι στόχος των ευρωπαϊκών ηγεσιών ήταν η παραδειγματική εξόντωση ενός λαού που οραματίστηκε ότι μπορεί να ακολουθηθεί ένας άλλος δρόμος πέραν και έξω από το νεοφιλελεύθερο μοντέλο της ακραίας λιτότητας. Ένα πραξικόπημα που στρέφεται ευθέως εναντίον κάθε έννοιας δημοκρατίας και λαϊκής κυριαρχίας. Αυτό το κείμενο μου φαίνεται ότι δεν έχει επαφή — όχι μόνο με την πραγματικότητα, αλλά ούτε καν με τον πλανήτη Γη. Μαζεύτηκαν δεκατόσοι πρωθυπουργοί, λέει, για να τιμωρήσουν έναν λαό που οραματίστηκε — τι ακριβώς; Ποιον άλλον δρόμο; Μέχρι τώρα, το μάντρα ήταν «μέσα στο ευρώ / όχι στη λιτότητα». Ωραία θα ήταν, ναι. Αλλά αυτό είναι επιθυμία, δεν είναι «δρόμος». Μας το είπε μόλις χθες ο πρωθυπουργός, πολύ καθαρά. Ποιον άλλον δρόμο; Τα 22 δισ. της Τράπεζας της Ελλάδος με τα οποία, όπως λέει η Αριστερή Πλατφόρμα του ΣΥΡΙΖΑ, θα πληρώνουμε μισθούς και συντάξεις μέχρι να κόψουμε δικό μας νόμισμα; Οι μισοί κεντροεπίτροποι του κυβερνώντος κόμματος, στην πιο κρίσιμη στιγμή της ιστορίας της χώρας, γράφουν έκθεση ιδεών που δεν έχει την παραμικρή επαφή με τις συνθήκες, με την οικονομία, με τον λαό, με την εργατική τάξη, με την ίδια την πολιτική, αλλά που μιλά για το όραμα ενός άλλου, απροσδιόριστου δρόμου, που μπορεί να ακολουθηθεί.

Για να είμαστε δίκαιοι, οι 109 δεν εμφανίστηκαν ξαφνικά από το πουθενά, ούτε έπαθαν παράκρουση· απλώς εξακολουθούν να κάνουν και να λένε αυτά που έκανε και έλεγε μέχρι πριν από λίγες μέρες σύσσωμο το κόμμα τους, συμπεριλαμβανομένου του Αλέξη Τσίπρα. Κοινώς, του πρωθυπουργού του έσκασε στα μούτρα η χρόνια επένδυση στη σκόπιμη ασάφεια περί ενός άλλου δρόμου, «εντός του ευρώ αλλά κόντρα στη λιτότητα», ασάφεια η οποία επελέγη συνειδητά για σπεκουλάρισμα και δεν έγινε καν προσπάθεια να μετατραπεί σε κάποιου είδους πραγματική πολιτική στόχευση με σχεδιασμό, με τακτική, με δημιουργία συμμαχιών κ.λπ. Αντίθετα, η κατάληξή της ήταν το Μνημόνιο 3, κι αυτό χάρις στη βοήθεια μερικών ευρωπαίων ηγετών όπως ο πρόεδρος Ολάντ, τον οποίον ο Αλέξης Τσίπρας προειδοποιούσε προ τριών ετών να μη γίνει Ολαντρέου, δηλαδή «μνημονιακός», τότε ακόμα που ο ίδιος ήταν αντιμνημονιακός και χαριεντιζόταν με τον Μελανσόν.

Υπάρχει πάντως κι ένας ακόμα δρόμος που μπορεί να ακολουθηθεί — και αυτός, σε αντίθεση με τον έναν άλλον (των 109), δεν είναι και τόσο δύσκολο να προσδιοριστεί. (Είναι κι αυτός «ένας άλλος» από τον έναν άλλον — τον οποίον έναν άλλον, εδώ που τα λέμε, έχουμε φάει στη μάπα ως φαντασίωση εδώ και δεκαετίες, ενώ η ζωή περνούσε). Στο πλαίσιο της συμφωνίας που έρχεται, και η οποία πρέπει να περάσει και πρέπει να εφαρμοστεί —γιατί όπως έλεγαν τόσον καιρό διάφοροι κινδυνολόγοι και γερμανοτσολιάδες και χθες το είπε επιτέλους και ο Αλέξης Τσίπρας, η εναλλακτική είναι απολύτως καταστροφική για τον λαό—, υπάρχει περιθώριο να γίνουν τα εξής δύο: πρώτον, να φροντίσουμε οι μνημονιακές πολιτικές να εφαρμοστούν με τον δικαιότερο δυνατό τρόπο, προστατεύοντας κατά προτεραιότητα τους πιο αδύναμους και όχι τους πελάτες μας· δεύτερον, αποδεχόμενοι το μνημονιακό πλαίσιο, να καταπιαστούμε πολιτικά και με χίλια δυο θέματα που είναι πέρα από μνημόνια, και που δεν απαιτούν αναγκαστικά πόρους — θέματα δημοκρατίας, θεσμών, διαφάνειας, λειτουργίας του κράτους, δικαιωμάτων, θέματα όπως αυτό της ιθαγένειας, που άριστα έπραξε η κυβέρνηση και το έλυσε νομοθετικά.

Προϋπόθεση και ζητούμενο —για να επιστρέψουμε στο κάρμα των κομμάτων— είναι ο αναγκαστικός αποπληθωρισμός της ρητορικής που έχει επικρατήσει στην πολιτική σκηνή εδώ και δεκαετίες. Ο δρόμος αυτός, η «πραγματική πολιτική στον καιρό των μνημονίων», δεν προσφέρεται ιδιαίτερα για οράματα, ελπίδες κ.ο.κ. Και θα θέλει και μερικές συγκρούσεις με συμφέροντα —όχι αναγκαστικά «μεγάλα»—, τα οποία γεννήθηκαν και εξακολουθούν να τρέφονται από έναν συγκεκριμένο τρόπο λειτουργίας του κράτους και του πολιτικού συστήματος. Παρ’ όλο όμως που τα κουκιά δεν θα μετριούνται με τον τρόπο που έχουμε μάθει, πολιτικά οφέλη θα υπάρχουν για όποιον επιδιώξει, σχεδιάσει, ψηφίσει και εφαρμόσει τέτοιες πολιτικές.

Ξέρω ότι δεν πρωτοτυπώ περιγράφοντας αυτόν τον τρόπο του πολιτεύεσθαι, κι έχω επίσης συναίσθηση ότι, ακόμα και στην παρούσα κρίσιμη φάση, αποτελεί μάλλον ευσεβή πόθο. Δεν είναι μόνο τα μυαλά των ανθρώπων, που αλλάζουν αργά ή δεν αλλάζουν καθόλου — που ιδίως σε περιόδους παρατεταμένης παρακμής, όπως αυτή που ζούμε, νεκρώνονται, ακόμα και απέναντι στο σοκ. Είναι και το έλλειμμα πολιτικής: διότι, αν με κάποιο μαγικό τρόπο σταματούσαμε να μιλάμε με ιδεαλιστικούς βερμπαλισμούς, επικαλούμενοι οράματα, ελπίδες, δρόμους, αντιστάσεις, πατρίδες, πεπρωμένα κ.ο.κ., θα άνοιγε το πεδίο για να φανούν καθαρά οι πραγματικές πολιτικές διαφορές. Και μπορεί τότε να διαπιστώναμε την τρομακτική μας ανεπάρκεια σε πολιτικά εργαλεία. Μπορεί και να αρχίζαμε να αναρωτιόμαστε για τις βεβαιότητές μας, για τις αξιωματικές καταφάσεις ή αρνήσεις μας, για την εργαλειακή χρήση παρωχημένων ιδεολογημάτων που δεν γειώνονται στις ανάγκες του τώρα, για την προσαρμογή της πραγματικότητας στις αντιλήψεις μας, για τα τσιτάτα μας, για τις κόκκινες γραμμές μας, για το «πολιτικό DNA» μας. Μπορεί αίφνης να αναγκαζόμασταν να παραδεχτούμε ότι η ταξική ανάλυση εκ του προχείρου με όρους δεκαετίας του ’60 είναι παντελώς άχρηστη για την εργατική τάξη του 2015· ή μπορεί να ανακαλύπταμε ότι η ιδέα πως όλα τα προβλήματα της χώρας θα λυθούν αύριο το πρωί αν απόψε απολύσουμε καμιά εκατοστή χιλιάδες δημοσίους υπαλλήλους είναι πιο αστεία κι από τα 22 δισ. της Αριστερής Πλατφόρμας.

Μπορεί, εν τέλει, να μέναμε ξαφνικά χωρίς απαντήσεις. Μπορεί όμως έτσι να αναγκαζόμασταν ξαφνικά να κάνουμε τις σωστές ερωτήσεις. Ερωτήσεις πεζές, βαρετές, άχρωμες, καθημερινές — όπως είναι συνήθως οι ερωτήσεις που αφορούν την πραγματική ζωή των πραγματικών ανθρώπων.

* Οι στίχοι του μότο προέρχονται από το Stairway to heaven των Led Zeppelin. Μετάφραση εκ του προχείρου: Είναι μια γυναίκα που πιστεύει πως ό,τι λάμπει είναι χρυσός / κι αγοράζει μια σκάλα για τον παράδεισο […] Ναι, υπάρχουν δυο δρόμοι που μπορείς να ακολουθήσεις, αλλά στην τελική / προλαβαίνεις πάντα να αλλάξεις δρόμο / κι έτσι αναρωτιέμαι.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από τη στήλη Παροράματα και ημαρτημένα

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο facebook

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.