Home

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ, στις 24 Αυγούστου 1899, γεννήθηκε στο Μπουένος Άιρες ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες

Archivo - LA NACIONΤο αφιέρωμα του dim/art στον αγαπημένο συγγραφέα περιλαμβάνει αποσπάσματα μιας συζήτησής του με αναγνώστες του σχετικά με τη μυθοπλασία (ανθολογημένα και μεταφρασμένα από τον Γιώργο Θεοχάρη), ποίηματα και πεζά του Μπόρχες και ντοκιμαντέρ σχετικά με τη ζωή και το έργο του (βίντεο στα αγγλικά και στα ισπανικά). Ακόμα, από το αφιέρωμα του περιοδικού Ο Χάρτης (τεύχος 8, Οκτώβριος 1983) αναπαράγονται φωτογραφημένα το χρονολόγιο της ζωής του Μπόρχες μέχρι το 1983, ένα «λήμμα μελλοντικής εγκυκλοπαίδειας» για τον Μπόρχες —γραμμένο από τον Μπόρχες και μεταφρασμένο από τον Αχιλλέα Κυριακίδη—, το διήγημα «25 Αυγούστου 1983» μεταφρασμένο από τον Νάσο Βαγενά και ένα κείμενο με τίτλο «Ο Μπόρχες στην οδό Πανεπιστημίου», όπου ο Νάσος Βαγενάς περιγράφει την τυχαία συνάντησή του με τον Μπόρχες στο κέντρο της Αθήνας, τις μέρες ακριβώς που ετοιμαζόταν το αφιέρωμα του Χάρτη.

Το αφιέρωμα αυτό θα ανανεώνεται και θα εμπλουτίζεται διαρκώς — όχι μόνο γιατί το dim/art αγαπά τον Μπόρχες αλλά και επειδή έτσι του ταιριάζει: ένα αφιέρωμα σαν το «Βιβλίο της Άμμου» ή σαν τον χάρτη της γνωστής παραβολής του Μπόρχες, του χάρτη που σταδιακά κάλυψε ολόκληρη την αυτοκρατορία την οποία απεικόνιζε, σε κλίμακα 1:1, με αποτέλεσμα να καταστεί άχρηστος.

IMG_0985

IMG_0986

IMG_0987

IMG_0988

IMG_0989

* * *

«Η πραγματικότητα δεν είναι πάντα πιθανή»: Ο Μπόρχες περί συγγραφής

–Εισαγωγή, επιλογή αποσπασμάτων, μετάφραση, σημειώσεις: Γιώργος Θεοχάρης–

Την άνοιξη του 1971 ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες επισκέφθηκε το Πανεπιστήμιο Κολούμπια για να δώσει διαλέξεις σε φοιτητές του προγράμματος δημιουργικής γραφής. Στις τρεις δίωρες διαλέξεις ο Μπόρχες μίλησε, κατά σειρά, για τη Μυθοπλασία, την Ποίηση και τη Μετάφραση. Όντας εντελώς τυφλός ήδη από το 1954, χρειάστηκε τη βοήθεια του μεταφραστή και φίλου του Νόρμαν Τόμας ντι Τζιοβάνι στην ανάγνωση αποσπασμάτων, αλλά και στο συντονισμό της συζήτησης. Οι διαλέξεις απομαγνητοφωνήθηκαν και αποτέλεσαν το υλικό του βιβλίου Borges on Writing (eds: Norman Thomas Giovanni, Daniel Halpern & Frank MacShane – E.P Dutton & Co, New York, 1973).

Η πρώτη διάλεξη, για τη Μυθοπλασία –η οποία θα μας απασχολήσει εδώ–, έγινε ως εξής: o ντι Τζιοβάνι διάβασε ολόκληρο το διήγημα «Η άλλη μονομαχία» (βλ. Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Άπαντα Πεζά, Μετάφραση-Επιμέλεια-Σχόλια: Αχιλλέας Κυριακίδης, Ελληνικά Γράμματα, 2005, σσ. 395-398) και ο Μπόρχες το σχολίασε πρόταση-πρόταση. Το διήγημα περιέχεται στη συλλογή Η αναφορά του Μπρόουντι, η οποία ήταν η πιο πρόσφατη εκείνη την εποχή, και είχε μεταφραστεί στα αγγλικά από τον ντι Τζιοβάνι. Μετά τον σχολιασμό του διηγήματος από τον συγγραφέα ου, ακολούθησαν ερωτήσεις από το κοινό (το οποίο ήταν ευάριθμο, για να δημιουργηθεί μια κάποια οικειότητα, και αποτελούταν από φοιτητές και μέλη του διδακτικού προσωπικού).

Μολονότι ο ενδελεχής σχολιασμός του διηγήματος έχει μεγάλο ενδιαφέρον, είναι αδύνατον –λόγω χώρου– να μεταφερθεί εδώ. Συνεπώς, θα περιοριστούμε σε μια επιλογή των απαντήσεων του Μπόρχες στις ερωτήσεις του κοινού.

* * *

ντι Τζιοβάνι: Μπόρχες, πόσον καιρό κουβαλούσες αυτή την ιστορία στο κεφάλι σου πριν κάτσεις να τη γράψεις;

Μπόρχες: Πρέπει να την κουβαλούσα στο κεφάλι μου για 25 ή 30 χρόνια. Όταν την άκουσα για πρώτη φορά, μου είχε κάνει εντύπωση. Εκείνος που μου τη διηγήθηκε [σημ.: ο Κάρλος Ρέιλες, ο γιος του Ουρουγουανού μυθιστοριογράφου] την είχε δημοσιεύσει στη La Nación με τίτλο «Κοκκινωπό λυκόφως», αλλά έτσι που την είχε γράψει, γεμάτη καλολογικά στοιχεία, αισθάνθηκα ότι ήταν πολύ δύσκολο να τον ανταγωνιστώ. Μετά τον θάνατό του κάθισα και την έγραψα όσο πιο απλά μπορούσα. Στο μεταξύ, την κουβαλούσα στη μνήμη μου για χρόνια, κουράζοντας τους φίλους μου με δαύτην.

ΜακΣέιν: Η ερώτησή μου γι’ αυτή την ιστορία, και για άλλες σαν αυτήν που βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα, είναι πώς διαχειρίζεσαι συγκεκριμένες λεπτομέρειες.

Μπόρχες: Θέλεις ίσως να πεις ότι θα έπρεπε να έχω φτιάξει εκείνους τους δύο χαρακτήρες να διαφέρουν μεταξύ τους, αλλά δεν νομίζω ότι δύο γκάουτσο [σημ.: καουμπόηδες της Λατινικής Αμερικής] μπορούν να διαφέρουν. Είναι απλώς πρωτόγονοι άνθρωποι. Αν τους είχα κάνει πιο περίπλοκους, η ιστορία θα είχε καταστραφεί. Έπρεπε να έχουν λίγο-πολύ τον ίδιο χαρακτήρα.

ΜακΣέιν: Εννοούσα ότι έχει ενδιαφέρον ο τρόπος που χρησιμοποιείς τη φαντασία σε μια ιστορία με τέτοιο θέμα.

Μπόρχες: Πρέπει να βάλεις και λίγη φαντασία. Για παράδειγμα, έπρεπε να αιτιολογήσω το γιατί μισούσε ο ένας τον άλλον, και έπρεπε να τους δώσω ονόματα. Θα ήταν άχαρο να γράφω συνέχεια «ο ένας» και «ο άλλος» ή να τους λέω «ο πρώτος» και «ο δεύτερος». Έκανα τη ζωή μου ευκολότερη ονομάζοντάς τους Καρδόσο και Σιλβέιρα, και τα δύο κοινά βραζιλιάνικα ονόματα.

ΜακΣέιν: Τελικά, αυτό που βγήκε δεν ήταν ένα ανέκδοτο, αλλά μια ιστορία. Υπάρχει διαφορά ανάμεσα σε αυτό που σου είπαν και σε αυτό που έγραψες.

Μπόρχες: Ελπίζω να υπάρχει διαφορά. Είναι δύσκολο να τραβήξεις διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε μια ιστορία κι ένα ανέκδοτο· έπρεπε να κάνω την ιστορία να ακούγεται πέρα για πέρα αληθινή. Αυτό ήταν το προφανές καθήκον μου ως αφηγητή. Πιστεύεις ότι θα έπρεπε να έχω γράψει: «Δύο γκάουτσο μισούσαν ο ένας τον άλλον και τους επιτράπηκε να μονομαχήσουν μόνο όταν τους είχαν κόψει τα λαρύγγια»; Έτσι θα ήταν σύντομο και γλυκό, αλλά επίσης αναποτελεσματικό.

Borges-Azaceta-La-Casa-de-A

Luis Cruz Azaceta, La casa de Asterión, 2009, 29.5” x 29.5”, μαρκαδόροι σε χαρτί
Από την έκθεση: Painting Borges: Art Interpreting Literature (curator: Jorge J. E. Gracia, 2010)

ντι Τζιοβάνι: Μπορείς να μας πεις πως διαχειρίζεσαι το υλικό σου, κρατώντας μόνο ό,τι θέλεις; Για παράδειγμα, θυμάσαι κάποια γεγονότα από αυτό το ανέκδοτο που σου είπαν κάποτε, τα οποία δεν χρησιμοποίησες στο διήγημα;

Μπόρχες: Όχι, γιατί μου την είπαν τελείως απογυμνωμένη, μετά ο Ρέιλες την έγραψε με ένα σωρό καλολογικά στοιχεία και με εκλεπτυσμένο τρόπο –το είδος της γραφής που κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου να αποφύγω· εκείνο που εγώ χαίρομαι θα μπορούσε να αποκληθεί συμπτωματική επινόηση. Για παράδειγμα, έπρεπε να τους βάλω να παίζουν τρούκο, και επινόησα το επεισόδιο με το τσοπανόσκυλο, και του έδωσα το σωστό όνομα –Τρέιντα υ τρες (σημ.: Τριάντα Τρία)– γιατί αυτό είναι το είδος του ονόματος που μπορεί να έχει ένας σκύλος, αν και γενικά τους ονομάζουν Γιασμίν.

ΜακΣέιν: Παίρνεις καμιά φορά ένα πραγματικό γεγονός και το συνδυάζεις με ένα άλλο για να φτιάξεις κάτι καινούργιο – μια ιστορία από δύο απολύτως ασύνδετες και διαφορετικές πηγές;

Μπόρχες: Ναι. Σ’ αυτή την ιστορία, για παράδειγμα, έχω δει να παίζουν τρούκο όχι στην Ουρουγουάη, αλλά στην παλιά βόρεια μεριά του Μπουένος Άιρες.

Ερώτηση: Αναρωτιέμαι εάν ο κύριος Μπόρχες μπορεί να μας πει τι εννοεί όταν μιλάει για πρωτόγονους χαρακτήρες.

Μπόρχες: Αναρωτιέμαι κι εγώ ο ίδιος τι εννοώ. Ότι δεν ήταν παρά απλοϊκοί χωριάτες, υποθέτω· ότι δεν αναλύουν τα συναισθήματά τους. Δεν σκέφτονται μια μάχη πριν αυτή γίνει, επειδή κάτι τέτοιο απαιτεί φαντασία. Εκείνοι που ζουν στο παρόν δεν στοχάζονται προκαταβολικά τη μοίρα τους, και αυτό υπονοείται πολλές φορές μέσα στο διήγημα. Τους πάνε στον πόλεμο, αλλά δεν ξέρουν για τι πολεμάνε· δεν τους ενδιαφέρει καθόλου αυτό. Και όταν τους δίνεται η ευκαιρία να ρίξουν έναν γερό ύπνο πριν τους κόψουν τα λαρύγγια, πέφτουν και κοιμούνται. Οι υπόλοιποι κρατούμενοι έχουν περιέργεια για τη μονομαχία· θέλουν να την παρακολουθήσουν. Δεν τους πειράζει να περιμένουν άλλα πέντε λεπτά ή κάπου τόσο πριν κόψουν και τα δικά τους λαρύγγια. Κάποιοι φοβούνται, γιατί ένας από αυτούς προσπαθεί να πει το Πάτερ Ημών, αλλά δεν τα καταφέρνει, καθώς δεν ξέρει τα λόγια.

Ερώτηση: Η επιλεκτικότητα σημαίνει ότι η μυθοπλασία πρέπει να είναι λιγότερο απίθανη από τη ζωή;

Μπόρχες: Ναι, γιατί όπως είπε ο Μπουαλό, “La réalité n’est pas toujours vraisemblable”. Η πραγματικότητα δεν είναι πάντα πιθανή, ή αληθοφανής. [σημ.: Ο Γάλλος ποιητής Νικολά Μπουαλό Ντεπρεό (1636-1711) είχε γράψει σε κάποια επιστολή του τον αφορισμό Le vrai nest pas toujours vraisemblable, δηλαδή, Η αλήθεια δεν είναι πάντα πειστική.]  Αλλά όταν γράφεις μια ιστορία, πρέπει να την κάνεις όσο πιο αληθοφανή μπορείς, γιατί αλλιώς η φαντασία του αναγνώστη θα την απορρίψει.

ντι Τζιοβάνι: Ξέρω ότι αυτό σε απασχολεί πολύ γιατί πάντα μου λες, «Έτσι έγινε στην πραγματικότητα, αλλά δεν μπορώ να το χρησιμοποιήσω γιατί ακούγεται απίθανο». Πάντα απαλύνεις τις καταστάσεις.

Μπόρχες: Υποθέτω ότι κάθε συγγραφέας είναι αναγκασμένος να το κάνει αυτό, γιατί αν γράψεις μία απίστευτη ιστορία με απίστευτο τρόπο, θα είναι απολύτως χαμένη υπόθεση.

Ερώτηση: Ένα χαρακτηριστικό που έχω εντοπίσει σε αυτό το διήγημα και σε άλλα που έχετε γράψει είναι ότι πάντα υπονοείτε  ότι υπάρχουν και άλλοι παράγοντες, άλλες αλήθειες πέρα από αυτές που αφηγείστε. Αναρωτιέμαι εάν υπάρχει οτιδήποτε το οποίο τελικά μπορείτε να επιβεβαιώσετε ως αληθές, ως υπαρκτό – εκτός του εαυτού σας.

Μπόρχες: Δεν θα περιλάμβανα ούτε τον εαυτό μου. Νομίζω ότι πρέπει κανείς να περνάει σε ένα διήγημα την ιδέα ότι δεν είναι βέβαιος για τα πάντα, επειδή έτσι συμβαίνει στην πραγματικότητα. Εάν καταθέτεις ένα γεγονός ως δεδομένο και μετά δηλώνεις ότι δεν ξέρεις απολύτως τίποτα για κάποιο δευτερεύον στοιχείο, τότε το πρώτο γεγονός καθίσταται πραγματικό, γιατί η μερική άγνοια δίνει στο σύνολο μία ευρύτερη υπόσταση.

Ερώτηση: Νομίζω ότι σε ένα δοκίμιό σας γράφετε ότι ένα διήγημα μπορεί να επικεντρώνεται είτε στους χαρακτήρες είτε στην κατάσταση. Σε αυτό το διήγημα, οι χαρακτήρες είναι σχεδόν ανύπαρκτοι.

Μπόρχες: Έτσι έπρεπε να γίνει γιατί οι δύο χαρακτήρες είναι λίγο-πολύ ίδιοι. Είναι δύο γκάουτσο, αλλά θα μπορούσαν να είναι διακόσιοι ή δύο χιλιάδες. Δεν είναι Αμλέτοι, ούτε Ρασκόλνικοφ ή Λόρδοι Τζιμ. Είναι απλώς γκάουτσο.

Ερώτηση: Άρα, εκείνο που μετράει είναι η κατάσταση;

Μπόρχες: Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ναι. Και γενικά μιλώντας, αυτό που θεωρώ το πλέον σημαντικό σε ένα διήγημα είναι η πλοκή ή η κατάσταση, ενώ σε ένα μυθιστόρημα το σημαντικό είναι οι χαρακτήρες. Μπορεί να νομίζετε ότι ο Δον Κιχώτης είναι μία συλλογή από επεισόδια, αλλά εκείνο που είναι πραγματικά σημαντικό είναι οι δύο χαρακτήρες, ο Δον Κιχώτης και ο Σάντσο Πάντσα. Στο έπος του Σέρλοκ Χόλμς, επίσης, αυτό που είναι πραγματικά σημαντικό είναι η φιλία μεταξύ ενός πολύ έξυπνου άντρα και ενός μάλλον ανόητου τύπου, όπως είναι ο Δόκτωρ Γουάτσον. Συνεπώς –αν μου επιτρέπετε μία γενίκευση– όταν γράφει κανείς μυθιστόρημα πρέπει να γνωρίζει τα πάντα γύρω από τους χαρακτήρες, και οποιαδήποτε πλοκή θα κάνει τη δουλειά της, ενώ σε ένα διήγημα είναι η κατάσταση που μετράει. Αυτό ισχύει για τον Χένρι Τζέιμς, για παράδειγμα, ή για τον Τσέστερτον.

Ερώτηση: Βρίσκετε κάποια ειδική όψη της ζωής στα ανέκδοτα που χρησιμοποιείτε;

Μπόρχες: Είναι γεγονός ότι τα περισσότερα από τα διηγήματά μου προέρχονται από ανέκδοτα, μολονότι τα διαστρεβλώνω ή τα αλλάζω. Κάποια, βέβαια, προέρχονται από χαρακτήρες, από ανθρώπους που γνωρίζω. Σε ένα διήγημα, πιστεύω ότι ένα ανέκδοτο μπορεί να χρησιμεύσει ως εναρκτήριο σημείο.

Ερώτηση: Πιστεύετε ότι οι αλλαγές που κάνετε είναι εγγενείς στο ανέκδοτο;

Μπόρχες: Δύσκολο να το πει κανείς. Δεν ξέρω αν είναι εγγενείς στο ανέκδοτο ή όχι, αλλά ξέρω ότι τις χρειάζομαι. Εάν γράψω μια ιστορία εν συντομία και κοφτά, δεν θα είναι καθόλου αποτελεσματική. Προσπάθησα αυτή τη συγκεκριμένη να την κάνω αποτελεσματική επιβραδύνοντάς την. Δεν μπορούσα να ξεκινήσω γράφοντας, «Δύο γκάουτσο μισούσαν ο ένας τον άλλον», γιατί κανείς δεν θα το πίστευε. Έπρεπε να κάνω το μίσος να μοιάζει αληθινό.

Ερώτηση: Θα ήθελα να μας πείτε τι βρήκατε σε αυτό το ανέκδοτο για τους δύο γκάουτσο που σας γοήτευσε τόσο πολύ που σας έγινε έμμονη ιδέα για τριάντα χρόνια.

Μπόρχες: Δύσκολη ερώτηση. Δεν γνωρίζω – θα μπορούσατε κάλλιστα να με ρωτήσετε γιατί μου αρέσει ο καφές ή το τσάι ή το νερό.

Ερώτηση: Ήταν το αστείο της υπόθεσης;

Μπόρχες: Όχι, δεν ήταν το αστείο. Η ιστορία μού είχε φανεί ζοφερή και την έκανα αστεία για να γίνει ακόμα πιο ζοφερή. Επινόησα κάποιους ανθρώπους να λένε την ιστορία με αστείο τρόπο έτσι ώστε να γίνει σκληρότερη και πιο ανηλεής.

Ερώτηση: Σας άκουσα να λέτε ότι ο χρόνος δεν ήταν αυτό που σας ενδιέφερε σε αυτή την ιστορία, αλλά κατά περίεργο τρόπο οι δυο τους έρχονται αντιμέτωποι στη μονομαχία τους όταν είναι νεκροί, όταν έχουν περάσει πέρα από τον χρόνο.

Μπόρχες: Καλή παρατήρηση. Φανερώνει ότι δεν μπορώ να ξεφορτωθώ την εμμονή μου με τον χρόνο.

Sierra - Asterion

Paul Sierra, Asterión, 2009, λάδι σε καμβά
Από την έκθεση: Painting Borges: Art Interpreting Literature (curator: Jorge J. E. Gracia, 2010)

Ερώτηση: Τι πιστεύετε για την άποψη ότι η μυθοπλασία πρέπει να καταπιάνεται με τα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα των καιρών;

Μπόρχες: Νομίζω ότι πάντα καταπιάνεται με αυτά. Δεν χρειάζεται να ανησυχούμε γι’ αυτό. Ζώντας στην εποχή μας, είμαστε υποχρεωμένοι να γράφουμε με ύφος και τρόπο ταιριαστό στη εποχή αυτή. Εάν γράψω μια ιστορία –ας είναι και μια ιστορία για έναν άνθρωπο στο φεγγάρι– θα είναι μια αργεντίνικη ιστορία γιατί είμαι Αργεντινός· και θα εντασσόταν στον Δυτικό πολιτισμό, γιατί σε αυτόν τον πολιτισμό ανήκω. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει ανάγκη να το κάνουμε αυτό συνειδητά. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, το μυθιστόρημα του Φλομπέρ Σαλαμπώ. Ο ίδιος το αποκαλούσε καρχηδόνιο μυθιστόρημα, αλλά καθένας μπορεί να δει ότι είναι γραμμένο από έναν Γάλλο ρεαλιστή του 19ου αιώνα. Υποθέτω ότι ένας Καρχηδόνιος δεν θα καταλάβαινε τίποτα απ’ αυτό· δεν αποκλείεται να το θεωρούσε ένα κακό αστείο. Δεν πιστεύω ότι πρέπει κανείς να προσπαθεί να είναι πιστός στον αιώνα του ή στις απόψεις του, γιατί είναι έτσι κι αλλιώς πιστός σε αυτές συνεχώς. Έχεις μία συγκεκριμένη φωνή, έναν συγκεκριμένο τρόπο γραφής, ένα πρόσωπο, και δεν μπορείς να τους ξεφύγεις, ακόμα κι αν το θέλεις. Συνεπώς, γιατί να σε απασχολεί να είσαι μοντέρνος ή σύγχρονος, από τη στιγμή που δεν γίνεται να είσαι οτιδήποτε άλλο;

Ερώτηση: Πώς νομίζετε ότι πρέπει ένας καλλιτέχνης να συνδέεται με την εποχή του;

Μπόρχες: Ο Όσκαρ Ουάιλντ είχε πει ότι ο μοντερνισμός του χειρισμού και των θεμάτων είναι κάτι που πρέπει ενδελεχώς να αποφεύγεται από τον μοντέρνο καλλιτέχνη. Ασφαλώς έκανε πνεύμα, αλλά αυτό που είπε βασιζόταν σε μία προφανή αλήθεια. Ο Όμηρος, για παράδειγμα, έγραψε αρκετούς αιώνες μετά τον Τρωικό πόλεμο. Η ιδέα ότι ένας συγγραφέας πρέπει να συμβαδίζει με την εποχή του είναι και η ίδια σύγχρονη, αλλά θα έπρεπε να πω ότι ανήκει περισσότερο στη δημοσιογραφία παρά στη λογοτεχνία. Ουδείς πραγματικός συγγραφέας δεν προσπάθησε ποτέ να είναι σύγχρονος.

Ερώτηση: Στα κείμενά σας, παραθέτετε αποσπάσματα από πολλές πηγές, από πολλές γλώσσες απ’ όλο τον κόσμο. Η ερώτησή μου –και ελπίζω να μην είναι αγενής– είναι κατά πόσον αυτά τα παραθέματα είναι αληθινά ή επινοημένα.

Μπόρχες: Κάποια από αυτά, λυπάμαι που το λέω, είναι αληθινά. Αλλά όχι όλα. Στο συγκεκριμένο διήγημα, εντούτοις – το «Η άλλη μονομαχία»– έχω κάνει ό,τι μπορούσα για να είμαι όσο πιο ειλικρινής γινόταν. Το κόλπο το έχω ξεσηκώσει από το πρώτο έργο του Κίπλινγκ, το Απλές Ιστορίες από τους Λόφους. Έχω πλέον παρατήσει τη λογιότητα ή μάλλον την ψευδολογιότητα. Προσπαθώ να γράφω απλές, ειλικρινείς ιστορίες.

Ερώτηση: Υπάρχει ένα διήγημα για μία εγκυκλοπαίδεια…

Μπόρχες: Υποθέτω ότι αναφέρεστε στο «Tlön, Uqbar, Orbis Tertius», στο οποίο όλος ο κόσμος αλλάζει σε μία εγκυκλοπαίδεια. Αυτό το διήγημα το έγραψα όταν ήμουν πολύ νέος. Δεν θα δοκίμαζα να γράψω κάτι τέτοιο σήμερα – στο κάτω-κάτω, θέλω να αλλάξω. Θέλω να δοκιμάσω να γίνω κάποιος άλλος, να γράψω διαφορετικά, με τρόπο απρόσμενο.

Ερώτηση: Σε ένα από τα διηγήματά μας λέτε ότι μπορεί και να είμαστε χαρακτήρες στα όνειρα κάποιου άλλου.

Μπόρχες: Ναι, το διήγημα έχει τίτλο «Τα κυκλικά ερείπια», και απ’ όσο μπορούμε να γνωρίζουμε αυτό μπορεί και να αληθεύει. Με ονειρεύεστε. Όχι, λάθος· εγώ σας ονειρεύομαι.

Ερώτηση: Πώς λειτουργεί αυτή η ιδέα του ονείρου;

Μπόρχες: Είναι πολύ παλιά ιδέα, μία ιδέα των ιδεαλιστών, του Μπέρκλεϊ και των Ινδουιστών, καθώς επίσης και του Κόκκινου Βασιλιά στον Λούις Κάρολ, νομίζω.

Ερώτηση: Πώς σας ήρθε να επινοήσετε τον Πιερ Μενάρ, τον συγγραφέα του Δον Κιχώτη;

Μπόρχες: Είχα κάνει μία εγχείρηση και δεν γνώριζα αν θα μπορούσα να συνεχίσω να γράφω. Τότε είπα στον εαυτό μου, εάν δοκιμάσω να γράψω ένα σύντομο κριτικό δοκίμιο και αποτύχω, τότε θα ξέρω ότι δεν έχω καμία ελπίδα. Εάν δοκίμαζα να γράψω ένα ποίημα, από αυτό δεν θα μπορούσαν βγάλω κανένα συμπέρασμα, γιατί εκεί τα λάφυρα τα χαρίζει η μούσα ή το Άγιο Πνεύμα. Έτσι δοκίμασα κάτι καινούργιο –μια ιστορία που ήταν επίσης και λιγάκι απάτη– και όταν είδα ότι την έβγαλα καθαρή με αυτό, ήξερα ότι μπορούσα να επιστρέψω στη λογοτεχνία και να είμαι, εντάξει, ίσως όχι ένα ευτυχισμένος άνθρωπος, αλλά τουλάχιστον να αισθανθώ ότι η ζωή μου είχε κατά κάποιον τρόπο δικαιωθεί. Πολλοί άνθρωποι στο Μπουένος Άιρες και δύο γνωστοί μου, άνθρωποι των γραμμάτων, πήραν την όλη υπόθεση στα σοβαρά. Ένας από αυτούς μου είπε, «Ασφαλώς και γνωρίζω τα πάντα για τον Πιερ Μενάρ. Υποθέτω ότι δεν ήταν στα καλά του». Και εγώ είπα, «Ναι, μάλλον έτσι είναι. Αλλά είχε ένα ενδιαφέρον είδος τρέλας, έτσι δεν είναι;» Ήταν μία από τις πρώτες ιστορίες που έγραψα. Λέω διαρκώς ότι ήταν η πρώτη, αλλά στην πραγματικότητα ήταν η δεύτερη ή η τρίτη.

Ερώτηση: Πώς ξέρετε ότι ένα ανέκδοτο μπορεί να σας φανεί χρήσιμο;

Μπόρχες: Όταν ακούω ένα ανέκδοτο που πιστεύω ότι είναι ενδιαφέρον, το λέω στους φίλους μου. Τότε, με κάποιον τρόπο, αισθάνομαι ότι πρέπει να το καταγράψω. Αυτό μπορεί να συμβεί πολλά χρόνια αργότερα. Αν μου πείτε ένα ανέκδοτο σήμερα, δεν θα το δείτε τυπωμένο παρά κάπου τέσσερα ή πέντε χρόνια αργότερα, γιατί η διαδικασία είναι αργή. Υποθέτω ότι άλλοι συγγραφείς με το που ακούνε ένα ανέκδοτο έχουν έτοιμη και την ιστορία, αλλά στην περίπτωσή μου πρέπει να αποστασιοποιηθώ και να περιμένω, και τότε, όταν έρθει η ώρα, πρέπει να είμαι πολύ δεκτικός και να μην προσπαθήσω να την αλλοιώσω, ούτε να την πειράξω τόσο ώστε να την καταστρέψω.

Ερώτηση: θα ήθελα να ρωτήσω κάτι για το διήγημα «Άντρας σε ρόδινο στέκι».

Μπόρχες: Αυτό ήταν το πρώτο που έγραψα. Το απεχθάνομαι σφόδρα.

Ερώτηση: Έχει ειπωθεί ότι είναι επηρεασμένο από τις γκανγκστερικές ταινίες του Γιόζεφ φον Στέρνμπεργκ.

Μπόρχες: Ναι, σωστό είναι αυτό, και επίσης από τις ιστορίες του Τσέστερτον. Δοκίμασα αυτή την ιστορία ως λογοτεχνικό πείραμα. Ήθελα να γράψω ένα διήγημα στο οποίο όλα τα πράγματα να είναι ορατά. Έτσι το διήγημα δεν γράφτηκε με ρεαλιστικό τρόπο, καθόλου. Σκέφτηκα το όλο πράγμα ως ένα είδος χοροδράματος. Αργότερα, το ξαναέγραψα σαν να είχε πραγματικά συμβεί και του έδωσα τον τίτλο «Η ιστορία του Ροσέντο Χουάρες». Όταν έγραφα το «Άντρας σε ρόδινο στέκι», ήξερα καλά ότι δεν ήταν αληθινή ιστορία, αλλά από τη στιγμή που δεν ήταν η πραγματικότητα αυτό που επεδίωκα, δεν με πείραζε. Απλώς ήθελα να γράψω μία πολύ ζωντανή και οπτικοποιημένη ιστορία. Μου βγήκε κάπως οπερετική και πρέπει να σας ζητήσω συγγνώμη γι’ αυτό.

Ερώτηση: Στις ταινίες του Στέρνμπεργκ υπάρχει μία ισορροπία μεταξύ της εικαστικής ματιάς και του ρεαλισμού. Είχατε κάτι τέτοιο κατά νου;

Μπόρχες: Σκεφτόμουν τον Γιόζεφ φον Στένμπεργκ και τον Τσέστερτον όλη την ώρα. Είμαι ευγνώμων στον Στέρνμπεργκ κυρίως γιατί κατάφερνε να είναι πολύ αποτελεσματικός στα τελειώματα, αλλά εκείνος γύριζε ταινίες και συνεπώς ήταν υποχρεωμένος να μιλήσει με εικόνες· στη δική μου περίπτωση δεν νομίζω ότι τα οπτικά εφέ ήταν πραγματικά απαραίτητα. Μπορείς να πεις μια ιστορία χωρίς να είσαι πολύ παραστατικός ή περιγραφικός. Μάλιστα, πιστεύω ότι αν είσαι πολύ παραστατικός στην ουσία δημιουργείς κάτι πλασματικό, γιατί όταν βλέπεις τα πράγματα κατ’ αυτόν τον τρόπο, τα πράγματα θολώνουν. Ήξερα ότι η ιστορία μου ήταν μυθοπλαστική, αλλά ποτέ δεν πίστευα ότι οι αναγνώστες θα την έπαιρναν τοις μετρητοίς. Στον πρόλογο του βιβλίου όπου περιλαμβάνεται το συγκεκριμένο διήγημα, στην Παγκόσμια Ιστορία της Ατιμίας, αναφέρω τον Στίβενσον, τον Τσέστερτον και εκείνες τις αξιοθαύμαστες ταινίες του Στέρνμπεργκ.

Ερώτηση: Και όμως είναι μία πανέμορφη ιστορία.

borgestango

Σκίτσο του Μπόρχες σε χειρόγραφό του

Μπόρχες: Τολμώ να διαφωνήσω μαζί σας. Είναι το χειρότερο πράγμα που έχω ποτέ γράψει.

ντι Τζιοβάνι: Οι πάντες στο Μπουένος Άιρες λατρεύουν αυτή την ιστορία…

Μπόρχες: Επειδή είναι συναισθηματική, επειδή δίνει στον αναγνώστη την ψευδαίσθηση ότι κάποτε ήμασταν πολύ γενναίοι και πολύ τολμηροί και πολύ ρομαντικοί.

Ερώτηση: Αλλά έχει γίνει πολύ σημαντικό για τη λογοτεχνία της Λατινικής Αμερικής. Πιστεύω ότι έχει μία νέα προσέγγιση.

Ντι Τζιβάνι: Το θέμα είναι ότι ο Μπόρχες ποτέ δεν ξανάγραψε κάτι παρόμοιο. Προχώρησε και έκανε πολύ καλύτερα πράγματα. Το «Άντρας σε ρόδινο στέκι» γράφτηκε το 1933.

Μπόρχες: Ασφαλώς πολλοί πιστεύουν ότι έχω κατρακυλήσει έκτοτε.

ντι Τζιοβάνι: Στο καινούργιο σου βιβλίο, την Αναφορά του Μπρόουντι, επιστρέφεις στα ίδια θέματα, αλλά με εντελώς διαφορετικό τρόπο.

Μπόρχες: Ναι, με πιο ειλικρινή τρόπο.

Ερώτηση: Σε πολλά από τα διηγήματα και τα ποιήματά σας φαίνεται ότι σας απασχολεί πολύ ο χρόνος.

Μπόρχες: Κοιτάξτε, ο χρόνος όπως μας δίνεται από το ρολόι είναι συμβατικός, έτσι δεν είναι; Αλλά ο αληθινός χρόνος, για παράδειγμα, όταν σου βγάζουν έναν δόντι, παραείναι αληθινός. Ή εντελώς διαφορετικός, ας πούμε, από τον χρόνο του φόβου, όταν η άμμος του χρόνου τελειώνει. Ναι, πάντα είχα εμμονή με τον χρόνο.

Ερώτηση: Στο διήγημα «Το Άλεφ» έχετε έναν χαρακτήρα που ονομάζεται Μπόρχες. Από τη στιγμή που, όπως φαντάζομαι, ό,τι του συμβαίνει είναι στη σφαίρα της μυθοπλασίας και όχι της πραγματικότητας, αναρωτιέμαι γιατί χρησιμοποιήσατε το δικό σας όνομα.

Μπόρχες: Να, σκέφτηκα αυτά τα πράγματα να συμβαίνουν σε μένα. Εκτός αυτού, με είχε εγκαταλείψει και η Μπεατρίς Βιτέρμπο –εννοείται ότι αυτό δεν είναι το πραγματικό της όνομα– και έτσι χρησιμοποίησα το δικό μου όνομα.

Borges the Hierophant

Keith Lima, «Μπόρχες ο Ιεροφάντης»

Ερώτηση: Θα ήθελα να μας πείτε γιατί αφήσατε τον κόσμο του φανταστικού και της εγκυκλοπαίδειας και πλησιάσατε περισσότερο τον πραγματικό κόσμο.

Μπόρχες: Το έκανα επειδή υπάρχουν αρκετά λογοτεχνικά χέρια στο Μπουένος Άιρες που γράφουν μπορχεσιανές ιστορίες για λογαριασμό μου. Καταπιάνονται με λαβύρινθους και καθρέφτες, με τίγρεις και τα λοιπά, και ασφαλώς το κάνουν καλύτερα από μένα. Είναι νεαρότεροι από μένα, που είμαι μάλλον γέρος και κουρασμένος. Εκτός αυτού, θέλω να δοκιμαστώ σε καινούργια πράγματα· η πιο πρόσφατη συλλογή μου, η Αναφορά του Μπρόουντι, που μπορεί να φανεί σε πολλούς αναγνώστες ήπια, είναι για μένα, υπό μία έννοια, ένα τόλμημα, ένα πείραμα.

Ερώτηση: Έχετε μιλήσει πολύ εμπεριστατωμένα σχετικά με τη διαφορά μεταξύ διηγήματος και μυθιστορήματος. Έχετε ποτέ μπει στον πειρασμό να γράψετε μυθιστόρημα;

Μπόρχες: Όχι, επειδή σπανίως έχω μπει στον πειρασμό να διαβάσω ένα μυθιστόρημα. Μου αρέσουν τα διηγήματα, αλλά παραείμαι τεμπέλης για να κάτσω να γράψω μυθιστόρημα. Θα βαριόμουν την όλη ιδέα μετά τη συγγραφή δέκα ή δεκαπέντε σελίδων. Πάντως, πρόσφατα έγραψα ένα μεγάλο διήγημα με τίτλο «Η Βουλή» [σημ.: Περιλαμβάνεται στη συλλογή Βιβλίο από Άμμο και είναι όντως το μεγαλύτερο διήγημα που έγραψε ποτέ – 17 σελίδες στη μετάφραση του Κυριακίδη.] το οποίο μπορεί και να είναι ένα από τα καλύτερά μου. Τουλάχιστον, νομίζω ότι είναι, ίσως επειδή είναι το πιο πρόσφατο, και χρειάζεται κανείς αυτή την αίσθηση αν είναι να συνεχίσει να γράφει.

Ερώτηση: Νομίζω ότι έχετε κάποτε πει ότι όταν οι συγγραφείς αποκτούν φήμη είναι για τους λάθος λόγους. Πιστεύετε ότι αυτό ισχύει και για εσάς;

Μπόρχες: Είμαι απολύτως βέβαιος ότι ισχύει. Πιστεύω ότι οι άνθρωποι σε αυτή τη χώρα έχουν καλή γνώμη για μένα επειδή είναι καλοί άνθρωποι, αλλά επίσης επειδή με σκέφτονται ως ξένο, και ένας ξένος δύσκολα είναι ανταγωνιστής. Επίσης σκέφτονται ότι είμαι τελείως τυφλός, και η τυφλότητα εκβιάζει τη συμπάθεια. Συνεπώς, όπως καταλαβαίνετε, αυτά τα στοιχεία –ξένος, γέρος, τυφλός– αποτελούν έναν πολύ δυνατό συνδυασμό.

ντι Τζιοβάνι: Ναι, αλλά η φήμη σου δεν έχει να κάνει με τους ίδιους τους αναγνώστες των ιστοριών σου.

Μπόρχες: Θα έλεγα ότι οι άνθρωποι με συμπαθούν παρά τις ιστορίες μου.

Ερώτηση: Όταν γράφετε ένα διήγημα όπως το «Πιερ Μενάρ, συγγραφεύς του Δον Κιχώτη», κάνετε μια φάρσα στους αναγνώστες σας ή στον εαυτό σας.

Μπόρχες: Νομίζω ότι κάνω μία απρόσωπη φάρσα. Δεν κοροϊδεύω κανέναν. Δεν κοροϊδεύω τον εαυτό μου. Το κάνω για την ίδια την πλάκα της όλης ιστορίας.

ντι Τζιοβάνι: Φοβάμαι πως ο χρόνος μας τελείωσε.

Μπόρχες: Αλλά, βέβαια, από τη στιγμή που ο χρόνος δεν είναι πραγματικός…

jorge-luis-borges

* * *

* * *

IMG_0990

IMG_0991

Εγώ

Το κρανίο, η κρυφή καρδιά,
οι δρόμοι του αίματος που δε βλέπω,
οι σήραγγες του ονείρου, αυτός ο Πρωτέας,
τα έντερα, ο σκελετός, ο αυχένας.
Είμαι όλ’ αυτά. Απίστευτο,
αλλά είμ’ ακόμα η μνήμη ενός σπαθιού
κι ενός μοναχικού ήλιου που δύει
και γίνεται χρυσάφι, ίσκιος, τίποτα.
Είμαι αυτός που βλέπει τις πλώρες από το λιμάνι·
είμαι τα σπάνια βιβλία, οι σπάνιες
γκραβούρες, καταπονημένες απ’ το χρόνο·
είμαι αυτός που ζηλεύει όσους έχουν κιόλας πεθάνει.
Ακόμα πιο παράξενο είναι να ‘σαι
ο άνθρωπος που πλέκει λέξεις μέσα σε μια κάμαρα.

Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Ποιήματα. Μετάφραση, εισαγωγή, σχόλια: Δημήτρης Καλοκύρης, «Ελληνικά Γράμματα», Αθήνα 2006.

1348616597421.cached

Ένας τυφλός

Δεν ξέρω πώς είναι το πρόσωπο που με κοιτάει
όταν αντικρίζω τον καθρέφτη·
δεν ξέρω πώς είναι ο γέρος που ψάχνει μες στην αντανάκλασή του
με κουρασμένη και σιωπηλή πια μανία.
Αργά μες στο σκοτάδι μου, εξερευνώ με το χέρι
τα αδιόρατα χαρακτηριστικά μου. Μια αναλαμπή
με διασχίζει. Διακρίνω τα μαλλιά σου
σταχτιά ή κάπως χρυσαφένια.
Λέω πάλι πως το μόνο που έχω χάσει
είναι η ασήμαντη επιφάνεια των πραγμάτων.
Τη φράση αυτή την έχει πει ο Μίλτον και είναι σπουδαία,
όμως και πάλι ο νους μου πάει σε τριαντάφυλλα και γράμματα.
Θαρρώ πως αν μπορούσα να ‘βλεπα το πρόσωπό μου
τούτο το παράξενο απόγεμα θα ήξερα ποιος είμαι.

Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Ποιήματα. Μετάφραση, εισαγωγή, σχόλια: Δημήτρης Καλοκύρης, «Ελληνικά Γράμματα», Αθήνα 2006.

borges-y-gato

Ο καθρέφτης

Από παιδί φοβόμουνα πως ο καθρέφτης
θα μου ’δειχνε άλλο πρόσωπο ή μια τυφλή
απρόσωπη προσωπίδα που θα ’κρυβε
κάτι ασφαλώς φοβερό. Φοβόμουνα επίσης
πως ο σιωπηλός χρόνος του καθρέφτη
θα ξέφευγε από τη συνηθισμένη ροή του,
τις ώρες του ανθρώπου, και θα εγκαθιστούσε
στα ακαθόριστα φανταστικά όριά του
όντα, μορφές και χρώματα καινούργια.
(Δεν το ’πα σε κανέναν, ντρέπονται τα παιδιά.)
Τώρα φοβάμαι ότι ο καθρέφτης περικλείνει
το αληθινό πρόσωπο της ψυχής μου,
χτυπημένο από ίσκιους και λάθη,
και που το βλέπει ο Θεός· ίσως κι όλος ο κόσμος.

Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Ποιήματα. Μετάφραση, εισαγωγή, σχόλια: Δημήτρης Καλοκύρης, «Ελληνικά Γράμματα», Αθήνα 2006.

Jorge Luis Borges -

Ένας αναγνώστης

Άλλοι, ας καυχηθούν για τις σελίδες που έχουν γράψει·
εγώ, είμαι περήφανος για κείνες που έχω διαβάσει.
Μπορεί να μην υπήρξα φιλόλογος,
ή να μην έχω ερευνήσει τις πτώσεις, τις εγκλίσεις τις δύσκολες
μεταφωνίες των γραμμάτων,
το δέλτα που μετατρέπεται σε ταυ
την ισοδυναμία του χι με το κάπα,
αλλά, χρόνο με το χρόνο, μ’ έχει κυριέψει
ένα πάθος για τη γλώσσα.
Τις νύχτες μου γεμίζει ο Βιργίλιος·
έχοντας μάθει κάποτε και έχοντας ξεχάσει τα λατινικά
μένει κάποιο όφελος, γιατί η λησμονιά
είναι μία από τις πλευρές της μνήμης, το αχανές κελάρι της,
η άλλη όψη, η μυστική, του νομίσματος.
Και καθώς έσβηναν από τα μάτια μου
οι πρόσκαιρες αγαπημένες μορφές,
τα πρόσωπα, οι σελίδες,
αφοσιώθηκα στη μελέτη της δύσκαμπτης γλώσσας
που χρησιμοποιούσαν οι προγονοί μου τραγουδώντας
για σπαθιά και μοναξιές,
και τώρα, ύστερα από εφτά αιώνες,
από την Έσχατη Θούλη,
φτάνει ως εμένα η φωνή σου, Σνόρι Στούρλουσον.
Ο νέος, ανοίγοντας το βιβλίο, σπουδάζει έναν συγκεκριμένο κλάδο
ζητώντας να αποκομίσει μια επακριβή γνώση’
στην ηλικία την δική μου, κάθε τέτοιο τόλμημα είναι μια περιπέτεια
που αγγίζει τα όρια της απόγνωσης.
Δεν θα μπορέσω ποτέ ν΄αποκρυπτογραφήσω τις πανάρχαιες γλώσσες του Βορρά,
κι ούτε να βυθίσω τα άπληστα χέρια μου στο χρυσάφι του Σίγκουρντ’
το έργο που αναλαμβάνω είναι ανεξάντλητο
και θα με συντροφέψει μέχρι τέλους,
πάντα εξίσου αινιγματικό καθώς το σύμπαν
ή και καθώς εγώ, ο αρχάριος.

Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Ποιήματα. Μετάφραση, εισαγωγή, σχόλια: Δημήτρης Καλοκύρης. Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 2006.

* * *

* * *

Το βιβλίο της άμμου [απόσπασμα]

Άνοιξα το βιβλίο στην τύχη. Τα στοιχεία μού ήταν ξένα, ασυνήθιστα. Οι σελίδες, φθαρμένες και τυπογραφικά φτωχές, ήταν στοιχειοθετημένες σε δύο στήλες, όπως στη Βίβλο. Το κείμενο ήταν πυκνοτυπωμένο, σε διάταξη στίχων. Στις πάνω γωνίες των σελίδων υπήρχαν αραβικοί αριθμοί. Πρόσεξα πως μια σελίδα στ’ αριστερά έφερε τον αριθμό (ας πούμε) 40.514 και η σελίδα που ήταν απέναντί της τον αριθμό 999. Γύρισα το φύλλο· ήταν αριθμημένο με έναν οκταψήφιο αριθμό. Έφερε, επίσης, μια μικρή εικόνα, του είδους που βλέπουμε στα λεξικά — μια άγκυρα σχεδιασμένη με πένα και μελάνι, σαν καμωμένη απ’ το αδέξιο χέρι ενός μαθητή.

Τότε ήταν που ο ξένος είπε: «Κοιτάξτε καλά την εικόνα. Δεν θα την ξαναδείτε ποτέ».

Σημείωσα το μέρος κι έκλεισα το βιβλίο. Ευθύς αμέσως, το ξανάνοιξα. Μάταια έψαξα, σελίδα προς σελίδα, για την εικόνα της άγκυρας. «Μοιάζει σα μετάφραση των Γραφών σε κάποια γλώσσα των Ινδιών, έτσι δεν είναι;» είπα για να κρύψω την ανησυχία μου.

«Όχι», απάντησε. Έπειτα, σα να εμπιστευόταν κάποιο μυστικό, χαμήλωσε τη φωνή. «Απόχτησα το βιβλίο σε μια πόλη, στον κάμπο, για μερικές ρουπίες και μία Βίβλο. Ο ιδιοκτήτης του δεν ήξερε να διαβάζει. Υποψιάζομαι πως έβλεπε το Βιβλίο των Βιβλίων σα φυλαχτό. Ανήκε στην κατώτατη κάστα· κανείς, εκτός από τους άλλους παρίες, δεν θα μπορούσε να πατήσει τον ίσκιο του χωρίς να μολυνθεί. Μου είπε πως το βιβλίο του λεγόταν Το Βιβλίο της Άμμου, γιατί ούτε το βιβλίο ούτε η άμμος έχουν αρχή και τέλος.

Χ. Λ. Μπόρχες, Το βιβλίο της άμμου, μετάφραση: Σπύρος Τσακνιάς, Νεφέλη, Αθήνα 1982. Από το ομώνυμο διήγημα.

* * *

Argentine writer Jorge Luis Borges at home in Buenos Aires, Argentina, 1983. (Photo by Christopher Pillitz/Getty Images)

Στο σπίτι του, στο Μπουένος Άιρες, το 1983. Φωτό: Christopher Pillitz/Getty Images

Θεωρώ τον εαυτό μου κυρίως αναγνώστη

Θεωρώ τον εαυτό μου κυρίως αναγνώστη. Όπως γνωρίζετε, έχω τολμήσει την περιπέτεια της γραφής. Αλλά πιστεύω πως αυτά που έχω διαβάσει είναι πολύ πιο σημαντικά απ’ αυτά που έχω γράψει. Γιατί κάποιος διαβάζει αυτά που του αρέσουν. Ωστόσο γράφει όχι αυτά που θα ήθελε να γράψει, αλλά αυτά που είναι ικανός να γράψει… Τι σημαίνει για μένα να είμαι συγγραφέας; Σημαίνει απλώς το να είμαι πιστός στη φαντασία μου. Όταν γράφω κάτι, το σκέφτομαι όχι ως πραγματικά αληθινό, αλλά ως αληθινό ως προς κάτι βαθύτερο. Όταν καταστρώνω μια πλοκή, τη γράφω γιατί κατά κάποιον τρόπο πιστεύω σ’ αυτήν — όχι όπως πιστεύει κάποιος στην ιστορία αλλά όπως πιστεύει σε ένα όνειρο ή σε μιαν ιδέα.

[…]

Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω αποκαλύψεις να προσφέρω. Έχω περάσει τη ζωή μου διαβάζοντας, αναλύοντας (ή προσπαθώντας να γράψω) και απολαμβάνοντας. Κατάλαβα πως το πιο σημαντικό απ’ όλα είναι το τελευταίο. «Απολαμβάνοντας» την ποίηση, έχω φτάσει σε μιαν οριστική άποψη γι’ αυτήν. Πράγματι, κάθε φορά που βρίσκομαι αντιμέτωπος με μια λευκή σελίδα, νιώθω πως πρέπει να ξαναανακαλύψω τη λογοτεχνία για τον εαυτό μου. Αλλά το παρελθόν δεν έχει απολύτως καμιά χρησιμότητα για μένα. Έτσι, όπως είπα, έχω να προσφέρω μόνο τις αμηχανίες μου.

Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Η τέχνη του στίχου, μτφ. Μαρία Τόμπρου, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης 2006.

Argentina's writer Jorge Luis Borges talks in his Buenos Aires apartment on Nov. 20, 1981. (AP Photo/Eduardo Di Baia)

20 Νοεμβρίου 1981 (AP Photo / Eduardo Di Baia)

Πέρασα τη ζωή μου διαβάζοντας

Τα πρώτα μου διαβάσματα ήταν, θυμάμαι, τα παραμύθια των αδελφών Γκρίμ, οι Χίλιες και μία νύχτες, η Αλίκη του Λιούις Κάρολ και, φυσικά, η ελληνική μυθολογία.

Από τον πατέρα μου, που ήταν καθηγητής της ψυχολογίας, διδάχτηκα φιλοσοφία, αρχίζοντας από τον Ζήνωνα τον Ελεάτη, από τον περίφημο αγώνα δρόμου του Αχιλλέα με τη χελώνα. Είχα βαθιά εντυπωσιαστεί από το παράδοξο αυτό, μου φαινόταν σαν εφιάλτης: ότι ο αγώνας συνεχιζόταν, ότι ο Αχιλλέας δεν μπορούσε να φτάσει τη χελώνα, ότι η χελώνα ήταν συνεχώς μπροστά από τον Αχιλλέα και ότι αυτό συνεχιζόταν επ’ άπειρον.

Από την ελληνική μυθολογία μεγάλη εντύπωση μου έκαναν οι δώδεκα άθλοι του Ηρακλή, η Αργοναυτική εκστρατεία και, βέβαια, ο μύθος του λαβύρινθου.

Πέρασα τη ζωή μου διαβάζοντας και, αλίμονο, γράφοντας, κι αυτά τα δύο μ’ έκαναν ευτυχισμένο. Ο μύθος του λαβύρινθου με κατείχε πάντοτε. Όμως ο λαβύρινθος δεν μου γεννά μόνο τρόμο αλλά κι ένα είδος ελπίδας. Γιατί αν κόσμος είναι ένα χάος, είμαστε χαμένοι. Αν όμως είναι ένας λαβύρινθος, τότε υπάρχει ακόμα ελπίδα· υπάρχει ένας σκοπός: ένα κρυμμένο ή μυστικό σχέδιο μέσα σ’ αυτό το φαινομενικό χάος.

[Απόσπασμα από την ομιλία του Χόρχε Λουίς Μπόρχες στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης (Μάιος 1984) από το βιβλίο Ο Μπόρχες στην Κρήτη. Αναμνηστική έκδοση (εκδόσεις Στιγμή, Αθήνα 1985) με την ευκαιρία της τελετής αναγόρευσης του Μπόρχες σε επίτιμο διδάκτορα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης].

Jacques Derrida and Jorge Luis Borges

Μπόρχες και Ντεριντά

Η δεισιδαίμων ηθική του αναγνώστη

Ακολουθεί «Η δεισιδαίμων ηθική του αναγνώστη» του Χόρχε Λουίς Μπόρχες από τη συλλογή του Συζήτηση (1932). Το κείμενο αντλήθηκε από την έκδοση: Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Δοκίμια, μετάφραση, επιμέλεια, σχόλια: Αχιλλέας Κυριακίδης, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2010.

* * *

Η πενιχρότητα των γραμμάτων μας και η αδυναμία της να σαγηνεύει, έδωσαν τη θέση τους σε μια δεισιδαιμονία του ύφους, σε μια αφηρημένη ανάγνωση που μόνο κάπου κάπου εστιάζει σε κάποια σημεία. Όσοι έχουν προσβληθεί απ’ αυτή τη δεισιδαιμονία εννοούν ως ύφος όχι την αποτελεσματικότητα ή μη μιας σελίδας, αλλά τις έκδηλες δεξιότητες του συγγραφέα: τις παρομοιώσεις του, την αρμονία του, τα ρυθμικά επεισόδια της στίξης του και του συντακτικού του. Αδιαφορούν για τις πεποιθήσεις ή τα συναισθήματά του: ψάχνουν για «τεχνικαρίες» (ο νεολογισμός είναι του Μιγκέλ ντε Ουναμούνο) που θα τους δείξουν αν το γραφτό έχει ή όχι το δικαίωμα να τους αρέσει. Έχουν ακούσει ότι η επιλογή των επιθέτων πρέπει να ξενίζει, και πιστεύουν ότι μια σελίδα είναι κακογραμμένη αν δεν κρύβει εκπλήξεις στη σύνδεση επιθέτων και ουσιαστικών, ακόμα κι αν ο γενικός στόχος έχει επιτευχθεί. Έχουν ακούσει ότι η λακωνικότητα είναι αρετή, και θεωρούν λακωνικό όποιον μακρηγορεί σε δέκα σύντομες φράσεις και όχι όποιον χειρίζεται με επιτυχία μια μεγάλη. (Κλασικά παραδείγματα αυτής της αδολεσχίας στον τρόπο με τον οποίο μιλούσε ο διάσημος δανός πολιτικός Πολώνιος στον Άμλετ, ή εκείνος ο άλλος, ο πραγματικός Πολώνιος, ο Μπαλτάσαρ Γκραθιάν). Έχουν ακούσει ότι η κοντινή επανάληψη κάποιων συλλαβών συνιστά κακοφωνία, και προσποιούνται ότι αυτό τους ενοχλεί στην πεζογραφία, αν και στην ποίηση τους προξενεί ιδιαίτερη απόλαυση (εξίσου προσποιητή, κατά τη γνώμη μου). Μ’ άλλα λόγια, δεν κοιτάζουν την αποτελεσματικότητα του μηχανισμού, αλλά τη διάταξη των εξαρτημάτων του. Υποτάσσουν το συναίσθημα στην ηθική, ή μάλλον, σ’ ένα θέσφατο πρωτόκολλο. Σήμερα, αυτό το κώλυμα είναι τόσο διαδεδομένο, ώστε δεν υπάρχουν πια αναγνώστες με την απλούστερη έννοια του όρου, παρά μόνον δυνάμει κριτικοί.

Αυτή η δεισιδαιμονία είναι τόσο διαδεδομένη ώστε κανείς δε θα τολμήσει να παραδεχτεί απουσία ύφους σε έργα χωρίς κάποιο στιλιστικό χαρακτηριστικό που κανείς δεν μπορεί να το αγνοήσει — εκτός από τον συγγραφέα του. Ας πάρουμε για παράδειγμα τον Δον Κιχώτη. Οι ισπανοί κριτικοί, μπροστά στην αποδεδειγμένη σπουδαιότητα αυτού του μυθιστορήματος, απαξίωσαν να σκεφτούν πως η πιο μεγάλη (και, ίσως, η μόνη ακλόνητη) αξία του ήταν η ψυχολογική, και του αποδίδουν υφολογικά χαρίσματα που σε πολλούς φαίνονται μυστηριώδη. Πράγματι, αρκεί να ξαναδιαβάσει κανείς κάποιες παραγράφους του Δον Κιχώτη, για να καταλάβει ότι ο Θερβάντες δεν ήταν στιλίστας (τουλάχιστον με τη σημερινή ακουστικο-διακοσμητική παραδοχή του όρου) κι ότι η μοίρα του Δον Κιχώτη και του Σάντσο τον ενδιέφερε τόσο πολύ, ώστε του ήταν αδύνατον ν΄αφήσει τον εαυτό του να παρασυρθεί απ’ την ίδια τη φωνή του. Η τέχνη της φρόνησης του Μπαλτάσαρ Γκραθιάν —διόλου φειδωλού σε εγκώμια για άλλα αφηγήματα, όπως π.χ., τοΓκουθμάν ντε Αλφαράτσε— δεν καταδέχεται ούτε ν’ αναφέρει τον Δον Κιχώτη. Ο Κεβέδο στιχουργεί ένα χωρατό για το θάνατό του και τον ξεχνάει. Θα αντιτάξει κανείς πως αυτά τα δύο παραδείγματα είναι αρνητικά· ο Λεοπόλδο Λουγόνες, στις μέρες μας, εκδίδει μια σαφή ετυμηγορία: «Το στιλ είναι το αδύνατο σημείο του Θερβάντες, και οι καταστροφές που επέφερε η επιδρασή του, ήταν μεγάλες. Χρωματική πενία, δομική αστάθεια, ασθμαίνουσες παράγραφοι που ποτέ δε βρίσκουν στόχο και εκτυλίσσονται σε ατέλειωτες περιελίξεις· επαναλήψεις, δυσαναλογίες — αυτά ήταν τα μόνα που κληροδοτήθηκαν σε όσους, βλέποντας μόνο στη φόρμα το υπέρτατο επίτευγμα αυτού του αθάνατου έργου, επέμειναν να ροκανίζουν το κέλυφος που κάτω απ’ την τραχιά του επιφάνεια έκρυβε τη δύναμη και τη γεύση του» (Το ιησουιτικό κράτος, σ. 39). Κι ο δικός μας, Γκρουσάκ: «Για να πούμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους, πρέπει να ομολογήσουμε πως σχεδόν το μισό έργο παρουσιάζεται με μια φόρμα υπερβολικά αδύναμη και ατημέλητη, κάτι που δικαιώνει και με το παραπάνω τη μομφή για “φτωχή γλώσσα” που της απηύθυναν οι αντίπαλοι του Θερβάντες. Και δεν εννοώ μόνο και κυρίως τις λεκτικές ανακολουθίες, τις αφόρητες επαναλήψεις και λογοπαίγνια, ούτε τα κομμάτια βαριάς μεγαλοστομίας που μας εξουθενώνουν, αλλά την ίδια την κατά κανόνα άτολμη υφή αυτής της “επιδόρπιας” πρόζας» (Φιλολογικά κριτικά, σ. 14). Πρόζα «επιδόρπια», πρόζα που ομιλείται αλλά δεν απαγγέλεται: αυτή είναι η πρόζα του Θερβάντες, γιατί αυτή η πρόζα τού έκανε τη δουλειά. Φαντάζομαι πως η ίδια παρατήρηση πρέπει να ισχύει και ως προς τον Ντοστογιέφσκι, τον Μονταίνιο ή τον Σάμιουελ Μπάτλερ.

Αυτή η ματαιοδοξία του στιλ συγχωνεύεται με μιαν άλλη, ακόμα πιο αξιολύπητη: τη ματαιοδοξία της τελειότητας. Δεν υπάρχει στιχοπλόκος, όσο ευκαιριακός και ελάσσων κι αν είναι, που να μην έχει σμιλέψει (το ρήμα αυτό εμφανίζεται κατά κόρον στο λεξιλόγιό του) το τέλειο σονέτο του, μικροσκοπικό μνημείο που εξασφαλίζει την ενδεχόμενη αθανασία του και που οι νεωτερικότητες και οι προγραφές του χρόνου οφείλουν να το σεβαστούν. Πρόκειται για ένα σονέτο κατά κανόνα χωρίς παραγεμίσματα, γιατί είναι ολόκληρο ένα παραγέμισμα· δηλαδή, κάτι εντελώς άχρηστο. Αυτή η αθάνατη φενάκη (σερ Τόμας Μπράουν Urn Burial) διατυπώθηκε και υπαγορεύτηκε από τον Φλομπέρ στην ακόλουθη φράση: «Η διόρθωση (με την υψηλότερη έννοια του όρου) προκαλεί στη σκέψη ό,τι και το νερό της Στυγός στο σώμα του Αχιλλέα: την καθιστά άτρωτη και άφθαρτη» (Αλληλογραφία, ΙΙ, σ. 199). Η κρίση είναι τελεσίδικη, αλλά μέχρι στιγμής δεν έχει υποπέσει στην αντίληψή μου τίποτα που να την επαληθεύει. (Εξαιρώ τις τονωτικές ιδιότητες της Στυγός, μια καταχθόνια αναφορά που είναι μάλλον έμφαση παρά επιχείρημα). Η σελίδα της τελειότητας, η σελίδα που καμία λέξη της δεν μπορεί να αλλοιωθεί αζημίως, είναι η πιο ευάλωτη απ’ όλες. Οι μεταλλάξεις της γλώσσας διαγράφουν τις παράλληλες έννοιες και τις αποχρώσεις· «τέλεια» σελίδα είναι αυτή που συντίθεται από κάτι τέτοιες λεπτές αξίες, αλλά κι αυτή που φθείρεται πιο εύκολα απ’ όλες. Αντίθετα, η σελίδα που προσβλέπει στην αιωνιότητα, μπορεί να περάσει μέσα απ’ τη φωτιά των παροραμάτων, των παραπλήσιων εκδοχών, των αφηρημένων αναγνώσεων, των ακατονησιών, χωρίς να χάσει την ψυχή της σ’ αυτή τη δοκιμασία. Δεν μπορούμε να τροποποιήσουμε ατιμωρητί (το βεβαιώνουν αυτοί που αποκαθιστούν το κείμενό του) καμία απ’ τις αράδες που συνέθεσε ο Γκόνγκορα όμως ο Δον Κιχώτης κερδίζει μεταθανάτιες μάχες κατά των μεταφραστών του και επιβιώνει κάθε αστόχαστης μεταγραφής του. Ο Χάινε, που δεν τον άκουσε ποτέ στα ισπανικά, μπόρεσε να τον υμνήσει για πάντα. Το γερμανικό, το σκανδιναβικό ή το ινδουστανικό φάντασμα του Δον Κιχώτη είναι πιο ζωντανό από τα αγχωμένα λεκτικά τεχνάσματα του στιλίστα.

Δε θα ήθελα, το ηθικό απόσταγμα αυτής της επιχειρηματολογίας να φανεί απαισιόδοξο ή μηδενιστικό. Δε θέλω να υποθάλψω αμέλειες, ούτε πιστεύω σε καμιά μυστικιστική αρετή της αδέξιας φράσης και του πλαδαρού επιθέτου. Δηλώνω ότι η εκούσια παράλειψη αυτών των δύο-τριών ελασσόνων τέρψεων —οπτικών ως προς τη μεταφορά, ακουστικών ως προς το ρυθμό, αναπάντεχων ως προ το επιφώνημα ή το υπερβατό— δε μας αποδεικνύει παρά μόνον ότι το πάθος του πραγματευόμενου θέματος κυριεύει τον συγγραφέα. Η τραχύτητα μιας φράσης είναι τόσο αδιάφορη στην αυθεντική λογοτεχνία όσο και η απαλότητά της. Η προσωδιακή οικονομία δεν είναι λιγότερο ξένη προς την τέχνη απ’ όσο η καλλιγραφία, η ορθογραφία ή η στίξη: αυτή η βεβαιότητα, οι απαρχές της ρητορικής και της προσωδίας — μας την έκρυβαν ανέκαθεν. Το αγαπημένο σφάλμα της σημερινής λογοτεχνίας είναι η έμφαση. Λέξεις αφοριστικές, λέξεις που υποδηλώνουν σοφίες μάντεων ή αγγέλων, ή υπεράνθρωπες αποφάσεις — «μόνο εσύ, ποτέ, πάντα, όλα, τελειότητα, εντέλεια»— είναι «ψωμοτύρι» κάθε συγγραφέα. Δε σκέφτονται ότι το να πεις πάρα πολλά είναι δείγμα αδεξιότητας ισοβαρούς με το να μην πεις τίποτα, ότι οι επιπόλαιες γενικεύσεις και εντατικοποιήσεις είναι η ένδειξη φτώχειας που ο αναγνώστης την καταλαβαίνει πολύ καλά. Οι απερισκεψίες τους προκαλούν μια υποβάθμιση της γλώσσας. Κάτι τέτοιο έχει συμβεί στα γαλλικά: η έκφραση «Je suis navré» συνήθως σημαίνει: «Δεν μπορώ να έρθω σπίτι σας για τσάι», το δε ρήμα «aimer» κατάντησε να σημαίνει και «μ’ αρέσει». Αυτές τις υπερβολές στις οποίες αρέσκεται η γαλλική γλώσσα, τις ξαναβρίσκουμε στον γραπτό λόγο: ο Πολ Βαλερί, ήρωας της μεθοδικής διαύγειας, μεταγράφει κάποιες αξιολησμόνητες και λησμονημένες φράσεις του Λα Φοντέν, και τις χαρακτηρίζει (προφανώς για να πικάρει κάποιον): «ces plus beaux vers du monde» (Varieté, σ. 84).

Θέλω τώρα να αναπολήσω το μέλλον και όχι το παρελθόν. Ήδη η ανάγνωση ασκείται εν σιωπή — ευτυχές σύμπτωμα. Ήδη υπάρχουν σιωπηλοί αναγνώστες στίχων. Η απόσταση απ’ αυτή τη διακριτική διάθεση ώς μια γραφή καθαρά ιδεογραφική —ευθεία μετάδοση εμπειριών, όχι ήχων— είναι ανεξάντλητη, αλλά, όπως και να ‘χει, όχι τόσο μακρά όσο το μέλλον.

Ξαναδιαβάζω αυτές τις αρνητικές παρατηρήσεις και σκέφτομαι: δεν ξέρω αν η μουσική μπορεί ν’ απελπιστεί απ’ τη μουσική, και το μάρμαρο απ’ το μάρμαρο· ξέρω, όμως ότι η λογοτεχνία είναι μια τέχνη που γνωρίζει να προφητέψει πότε θα σωπάσει, θα κονταροχτυπηθεί λυσσαλέα με τις ίδιες τις αρετές της, θα ερωτευτεί την ίδια της τη διάλυση και θα ερωτοτροπήσει με το τέλος της.

1930

* * *

* * *

01

02

03

04

05

00b

00a

* * *

Casa Borges Foto detalle Julie Méndez Ezcurra

Επιμέλεια αφιερώματος: Γιώργος Τσακνιάς

Εδώ άλλες επετειακές αναρτήσεις του dim/art

Το dim/art στο Facebook

4 thoughts on “Μπόρχες

  1. Παράθεμα: Μπόρχες – Μεταρρύθμιση

  2. Παράθεμα: Συνδέσεις της Παρασκευής 26.08.2016 | ΤΟ ΑΠΛΟ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΛΥΠΛΟΚΟ

  3. Παράθεμα: Το σύμπαν που το λένε «βιβλιοθήκη» | dimart

  4. Παράθεμα: Γνώση: δυο-τρία πράγματα που δεν ξέρω γι’ αυτήν | dimart

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s