Η μύγα του διαβάσματος

tumblr_maylb1BE0u1rw3fqbo1_1280

Ιστορίες ανάγνωσης #47 — μια στήλη για επίμονους αναγνώστες, γραμμένη από λάτρεις της ανάγνωσης

Απόσπασμα από την αυτοβιογραφία του Πωλ Κ. Φεγεράμπεντ με τίτλο: Σκοτώνοντας το χρόνο, μετάφραση: Γιάννης Παρασκευόπουλος, Εκκρεμές, Αθήνα 1997.

* * *

Ξεκίνησα το σχολείο όταν ήμουν στα έξι. Ήταν μια παράξενη εμπειρία. Κρατημένος μακριά από τους δρόμους, δεν είχα ιδέα πώς ζούσαν οι άλλοι άνθρωποι ούτε και πώς να φερθώ απέναντί τους. Ο μπαμπάς μού έδωσε το στρατιωτικό σάκο του αντί για τη συνηθισμένη τσάντα. «Τα παιδιά θα σε ζηλεύουν» μου εξήγησε. Με περιγέλασαν. «Υπερασπίσου τον εαυτό σου», είπε η μαμά. Την επόμενη μέρα έκανα ακριβώς ό,τι μου είχε πει. Μόλις τελείωσε το σχολείο, ξεκίνησα για το σπίτι. Είδα τη μαμά στο παράθυρο, θυμήθηκα τη συμβουλή της, στράφηκα στον κυρίως υπαίτιο για τις κοροϊδίες και του έσπασα το χέρι. Σιγά σιγά τα πράγματα ηρέμησαν και άρχισε η εκπαίδευση. Πρώτα πρώτα, αυτό που δεν μπορούσα να καταλάβω ήταν γιατί εγώ έπρεπε να κάθομαι ακίνητος όση ώρα ο δάσκαλος περιφερόταν πάνω-κάτω. Έτσι άρχισα να κόβω και εγώ βόλτες μαζί του. Με έστειλε πίσω στη θέση μου. Έμεινα εκεί, μόλις όμως τα πρώτα γράμματα έκαναν την εμφάνισή τους στον πίνακα, άρχισα να ξερνάω. Με έστειλαν στο σπίτι και με καθάρισαν. Ο μπαμπάς μού ανακοίνωσε επισήμως την προειδοποίησή του: «Μην επαναλάβεις την ίδια παράσταση γιατί θα τις φας». Να με ξανά στο σχολείο, καθισμένος στη θέση μου, προσπαθώντας να μείνω ήρεμος. Πάλι ο δάσκαλος πήγε στον πίνακα, έγραψε μερικά γράμματα, πάλι εγώ ξέρασα. «Δεν είναι ακόμα έτοιμος για το σχολείο», είπε ο δάσκαλος, «φέρτε τον πάλι του χρόνου». «Θα ηρεμήσει», είπε ο μπαμπάς, «είναι από αυτά που τον πιάνουν πότε πότε». Και είχε δίκιο. Μετά από δύο βδομάδες συνήθισα την καινούργια μου ζωή και μου άρεσε. Δύο χρόνια αργότερα αναγκάστηκα κιόλας να αλλάξω τάξη — η δασκάλα μου, η δεσποινίς Βούντερερ, παραπονέθηκε πως παραήμουν σκληρό καρύδι για τα δόντια της. Δεν έχω ιδέα τι προκάλεσε αυτά τα παράπονα — παρ’ όλα αυτά φαινόταν πως τα προβλήματά μου είχαν εξαφανιστεί. Τρέμω στη σκέψη τι θα μπορούσα να είχα τραβήξει στα χέρια ενός Αμερικανού παιδοψυχιάτρου.

Συχνά προσπάθησα να ξεδιαλύνω το πώς έμαθα να διαβάζω. Πρέπει να υπήρχε μια περίοδος που δεν μπορούσα να διαβάσω, μετά ένα ενδιάμεσο στάδιο που μπορούσα να διαβάζω λίγο και, τέλος, ένα στάδιο που μπορούσα να διαβάσω πολύ καλά. Έτσι τουλάχιστον το σκεφτόμουν αργότερα. Δεν μπορώ όμως να αναγνωρίσω αυτά τα στάδια. Φαίνεται πως όταν πρωτοπήγα σχολείο, ήμουν σε θέση να διαβάζω, δεν ξέρω όμως πώς το είχα μάθει. Ο μπαμπάς έφερνε διάφορα κόμικ. Οι ήρωες μιλούσαν: αυτά που έλεγαν περιέχονταν σε συννεφάκια πάνω από τα κεφάλια τους. Μπορεί να έμαθα να διαβάζω προσπαθώντας να κατανοήσω αυτά που υπήρχαν μέσα στα συννεφάκια. Χωρίς μεγάλο κόπο. Θυμάμαι ακόμα πόσο ζωντανά ήταν τα σκίτσα. Ζούσαν, ενεργούσαν, σχεδόν πηδούσαν έξω από τις σελίδες. Εδώ υπήρχε ένας άλλος κόσμος, πραγματικός, γεμάτος μυστήριο. Είχα επίσης και μία εγκυκλοπαίδεις με εικόνες ζώων, φυτών, πόλεων. Μερικά φυτά φαίνονταν εντάξει. Άλλα με φόβιζαν και γυρνούσα γρήγορα σελίδα. Μια φορά το χρόνο ο μπαμπάς μάς πήγαινε στο Πράτερ, στο τοπικό πανηγύρι, με αλογάκια, το «ρώσικο βουνό» και μια ολόκληρη πόλη σε μικρογραφία, όπου ζούσαν νάνοι. Το μαγικό τραίνο ήταν η αδυναμία μου. Παρκαρισμένο έξω, στα διαλείμματα ανάμεσα στα ταξίδια του, φάνταζε εντελώς αθώο: μικρά βαγόνια με σκέτα καθίσματα και απλές ζωγραφιές. Ο μπαμπάς αγόραζε εισιτήριο, καθόμαστε στις θέσεις μας και περιμέναμε. Επιτέλους το τραίνο άρχιζε να κινείται. Περνούσε μέσα από μια γραφική σπηλιά και ύστερα, μετά τα δυσοίωνα σκοτάδια, ένα μαγευτικό τοπίο ξανοιγόταν στα δεξιά μας, ένα τερατώδες πλάσμα μάς την έπεφτε από τα αριστερά, ιστοί από αράχνες σου έρχονταν στα μούτρα, χέρια τεντώνονταν και πήγαιναν να μας αγγίξουν. Χρόνια μετά ταξίδεψα με το ίδιο τραίνο, όλο κι όλο όμως αυτό που είδα ήταν τα φθαρμένα καθίσματα, οι κακοφτιαγμένες πόλεις, το γελοίο χάρτινο τέρας. Και τα κόμικ δεν είναι παρά μόνο σχέδια. Μπορεί να είναι αστεία και ενδιαφέροντα —ακόμα τα γουστάρω— αλλά δεν ζουν πια. Ακόμα και ο χαρακτήρας των ιστοριών έχει αλλάξει. Θυμάμαι μια ιστορία για έναν άνθρωπο και μια μύγα. Ο άνθρωπος κάθεται στο δωμάτιό του και διαβάζει. Η μύγα τον διακόπτει με θόρυβο. Ο άνθρωπος κοιτάζει γύρω του, βλέπει τη μύγα, κινείται προς το μέρος της. Η μύγα εξαφανίζεται και η σιωπή επιστρέφει. Ο άνθρωπος κάθεται και ξαναρχίζει το διάβασμα. Πάλι η μύγα τον διακόπτει… και πάει λέγοντας. Σκεφτόμουν πως η μύγα ήταν κάποια εξαιρετική μύγα, ότι είχε εξατμιστεί στο μηδέν για να σχηματιστεί πάλι στη συνέχεια. Μπορώ να φανταστώ μια τέτοια μύγα σήμερα, μπορώ ακόμα να φανταστώ μερικές περιπέτειες στις οποίες θα μπορούσε να μπλεχτεί. Θα ήταν όμως μια φανταστική ιστορία. Η ατμόσφαιρα της πραγματικότητας θα είχε χαθεί. Είναι λοιπόν να απορεί κανείς που αντιπαθώ αναθεωρητές όπως ο Μπρεχτ, που μετατρέπουν το θέατρο, μία από τις τελευταίες προσβάσεις στη μαγεία που απέμειναν, σε εργαστήριο κοινωνιολογίας;

* * *

Επιμέλεια στήλης: Γιώργος Τσακνιάς

Εδώ άλλες Ιστορίες ανάγνωσης

Το dim/art στο Facebook

One comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s