Το σκυλί της σελήνης

chi-arthur-pepsi

—της Stucano Closer—

Τιμώντας σήμερα την επέτειο γέννησης ενός σπουδαίου συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας και περίφημου ζωόφιλου, του Άρθουρ Κλαρκ (16 Δεκεμβρίου 1917-19 Μαρτίου 2008), η στήλη «Ποιον είπες ζώο, ρε;» σας προσφέρει ένα διήγημά του μεταφρασμένο από τη Μαργαρίτα Ζαχαριάδου. Ο Κλαρκ ήταν για χρόνια αχώριστος με τη μονόφθαλμη σκυλίτσα του την Pepsi, τη «γυναίκα της ζωής του και μούσα του», σύμφωνα με τον φίλο του Κλαρκ, Πολ Μισό.

Το Σκυλί της Σελήνης

Όταν άκουσα το έξαλλο γάβγισμα της Λάικα, η πρώτη μου αντίδραση ήταν ενόχληση. Γύρισα πλευρό πάνω στην κουκέτα μου και μουρμούρισα νυσταλέα, «Σκάσε». Το ονειρικό αυτό ιντερμέδιο κράτησε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου· έπειτα, η εγρήγορση επέστρεψε, και μαζί της, ο φόβος. Ο φόβος της μοναξιάς, ο φόβος της τρέλας.

Για μια στιγμή δεν τόλμησα ν’ ανοίξω τα μάτια· με τρόμαζε τι ήταν πιθανό να δω. Η λογική μου μού έλεγε ότι κανένα σκυλί δεν έχει πατήσει ποτέ σ’ αυτόν τον κόσμο, ότι με τη Λάικα μάς χωρίζει χώρος διακοσίων πενήντα χιλιάδων μιλίων– και χρόνος, ασυγκρίτως πιο αναπόδραστος, πέντε ετών.

«Όνειρο έβλεπες» σκέφτηκα θυμωμένος. «Σταμάτα να σκέφτεσαι ανοησίες – άνοιξε τα μάτια σου! Τίποτε άλλο δεν θα δεις εκτός από τη λάμψη της μπογιάς στους τοίχους».

Και ήταν, βέβαια, σωστό αυτό. Ο μικρός θάλαμος ήταν άδειος, η πόρτα ερμητικά κλειστή. Ήμουν μόνος με τις αναμνήσεις μου και την υπερβατική εκείνη θλίψη που σε κατακλύζει συχνά όταν ένα φωτεινό όνειρο ξεθωριάζει περνώντας στη μουντή πραγματικότητα. Το αίσθημα της απώλειας ήταν τόσο συντριπτικό που λαχταρούσα να επιστρέψω στον ύπνο. Ήταν καλό που δεν τα κατάφερα, γιατί τη συγκεκριμένη στιγμή ο ύπνος θα σήμαινε θάνατο. Για να το μάθω αυτό, πέρασαν άλλα πέντε δευτερόλεπτα, και στη διάρκεια αυτής της αιωνιότητας, εγώ βρέθηκα ξανά στη Γη να αναζητώ όση παρηγοριά μπορούσα στο παρελθόν.

Κανείς ποτέ δεν ανακάλυψε την προέλευση της Λάικα, μολονότι το προσωπικό του Αστεροσκοπείου ρώτησε δεξιά κι αριστερά, κι εγώ έβαλα κάμποσες αγγελίες στις εφημερίδες της Πασαντίνα. Την είχα βρει, μια χαμένη χνουδωτή μπαλίτσα, ολομόναχη, κουλουριασμένη στην άκρη του δρόμου, κάποιο βράδυ καλοκαιριού καθώς ανέβαινα με το αυτοκίνητο στο Πάλομαρ. Αν και ποτέ δεν συμπαθούσα τα σκυλιά, ούτε και κανένα άλλο ζώο εδώ που τα λέμε, στάθηκε αδύνατο ν’ αφήσω εκείνο το ανυπεράσπιστο πλασματάκι στο έλεος των διερχόμενων αυτοκινήτων. Με κάποιο δισταγμό, και ενώ ευχόμουν να είχα κι ένα ζευγάρι γάντια, την έπιασα και την πέταξα στο πορτ μπαγκάζ. Δεν είχα σκοπό να βάλω σε κίνδυνο την ταπετσαρία της καινούργιας μου Vik, μοντέλο του ’92, και εξάλλου θεωρούσα πως εκεί μέσα ελάχιστη ζημιά μπορούσε να κάνει. Ως προς αυτό, φάνηκε πως δεν είχα και εντελώς δίκιο.

Αφού πάρκαρα το αυτοκίνητό μου στο Μοναστήρι –τον χώρο διαμονής των αστρονόμων, όπου επρόκειτο να περάσω την επόμενη εβδομάδα– επιθεώρησα με ελάχιστο ενθουσιασμό το εύρημά μου. Σ’ εκείνη τη φάση, πρόθεσή μου ήταν να παραδώσω το κουτάβι στον επιστάτη· τότε όμως αυτό κλαψούρισε και άνοιξε τα μάτια. Και ήταν τέτοια η έκφραση αδυναμίας και εμπιστοσύνης που – ε, ναι, άλλαξα γνώμη.

Υπήρξαν στιγμές που μετάνιωσα για την απόφασή μου, αλλά ποτέ δεν κρατούσαν πολύ. Δεν είχα ιδέα τι μπελάς μπορεί να γίνει, επί τούτου ή μη, ένα κουτάβι που μεγαλώνει. Τα έξοδά μου για καθαριότητα και επισκευές εκτοξεύτηκαν· δεν μπορούσα ποτέ να είμαι σίγουρος αν θα έβρισκα κάλτσες να μην είναι ξεσκισμένες και τεύχη της Αστροφυσικής να μην είναι μασουλημένα. Τελικά όμως η Λάικα έμαθε να ζει τόσο στο σπίτι όσο και στο Αστεροσκοπείο: πιθανότατα ήταν το μοναδικό σκυλί που του επιτράπηκε ποτέ η είσοδος στον θόλο με το τηλεσκόπιο των 200 ιντσών. Καθόταν με τις ώρες ήσυχη εκεί, στα σκοτάδια, όσο εγώ ήμουν επάνω, στο κλουβί και έκανα ρυθμίσεις, πλήρως ικανοποιημένη, αρκεί να άκουγε κατά διαστήματα τη φωνή μου. Το ίδιο τη συμπάθησαν και οι άλλοι αστρονόμοι (το όνομα το πρότεινε ο δρ. Άντερσον), ευθύς εξ αρχής όμως ήταν δικό μου σκυλί, και δεν υπάκουε κανέναν άλλο. Όχι πως κι εμένα με υπάκουε πάντα, δηλαδή.

Ήταν όμορφο ζώο, αλσατικός ποιμενικός κατά ενενήντα πέντε τοις εκατό. Υποθέτω πως εκείνο το υπόλοιπο πέντε τοις εκατό οδήγησε και στην εγκατάλειψή της. (Ακόμα νιώθω την οργή να με πνίγει όποτε το σκέφτομαι, αφού όμως δεν πρόκειται ποτέ να μάθω τι ακριβώς συνέβη, ίσως και να βγάζω επιπόλαια συμπεράσματα.) Με εξαίρεση τις δύο σκούρες βούλες πάνω από τα μάτια της, σχεδόν όλο το υπόλοιπο σώμα της ήταν ένα ανοιχτό γκρίζο, και το τρίχωμά της απαλό σαν μετάξι. Όταν τέντωνε τα αυτιά της, φαινόταν απίστευτα ξύπνια και ευφυής· κατά καιρούς, συζητούσα με τους συναδέλφους μου για φασματικούς τύπους ή για την εξέλιξη των άστρων, και ήταν δύσκολο να μην πιστέψω πως η Λάικα δεν παρακολουθούσε ακριβώς την κουβέντα.

Ακόμα και τώρα αδυνατώ να καταλάβω γιατί προσκολλήθηκε τόσο πολύ επάνω μου, αφού κι από ανθρώπους, ελάχιστους φίλους έχω. Κι όμως, όποτε επέστρεφα στο Αστεροσκοπείο μετά από μια περίοδο απουσίας, η Λάικα σχεδόν τρελαινόταν από τη χαρά της, χοροπηδούσε όρθια στα πίσω πόδια κι έβαζε τα μπροστινά της στους ώμους μου –τους οποίους έφτανε με ευκολία– ενώ ταυτόχρονα έβγαζε μικρούς τσιριχτούς ήχους ευτυχίας που ακούγονταν εξαιρετικά ανάρμοστοι για ένα τόσο μεγάλο σκυλί. Δεν μου άρεσε καθόλου να την εγκαταλείπω για παραπάνω από λίγες μέρες, και μολονότι δεν μπορούσα να την παίρνω μαζί μου σε μακρινά ταξίδια, με συνόδευε στα περισσότερα κοντινά. Μαζί μου ήταν κι όταν πήγα βόρεια με το αυτοκίνητο για να παρακολουθήσω εκείνο το μοιραίο σεμινάριο στο Μπέρκλεϊ.

Μας φιλοξενούσαν γνωστοί από το πανεπιστήμιο· είχαν φανεί ευγενικοί, αλλά ήταν προφανές ότι δεν ανυπομονούσαν κιόλας να έχουν ένα τέρας μέσα στο σπίτι τους. Παρά ταύτα, τους διαβεβαίωσα ότι η Λάικα δεν δημιουργούσε ποτέ το παραμικρό πρόβλημα, κι έτσι, μάλλον διστακτικά, την άφησαν να κοιμηθεί στο σαλόνι. «Απόψε, δεν έχετε κανένα λόγο να φοβάστε για ληστές», είπα. «Δεν έχουμε ληστές στο Μπέρκλεϊ», μου απάντησαν, μάλλον ψυχρά.

Μέσα στη νύχτα, φάνηκε σαν να είχαν άδικο. Ξύπνησα από ένα υστερικό, τσιριχτό γάβγισμα της Λάικα, που μόνο μια ακόμα φορά το είχα ξανακούσει – τότε που πρωτοείδε αγελάδα και δεν καταλάβαινε τι στην ευχή ήταν αυτό. Βρίζοντας, πέταξα από πάνω μου τα σκεπάσματα και άρχισα να τριγυρνάω σκουντουφλώντας μέσα στο σκοτάδι του άγνωστου σπιτιού. Η πρώτη μου έγνοια ήταν να κάνω τη Λάικα να σταματήσει προτού ξυπνήσει τους οικοδεσπότες μου – αν, βέβαια, δεν ήταν ήδη πολύ αργά γι’ αυτό. Αν υπήρχε όντως εισβολέας, σίγουρα θα το είχε σκάσει πια. Για την ακρίβεια, ήλπιζα πως θα το έχει σκάσει.

Στάθηκα για μια στιγμή δίπλα στον διακόπτη, στην κορυφή της σκάλας, προσπαθώντας να αποφασίσω αν θα τον ανάψω ή όχι. Έπειτα γρύλισα, «Σκάσε, Λάικα», και πλημμύρισα το σπίτι στο φως.

Η Λάικα γρατζουνούσε με μανία την πόρτα, σταματώντας κατά διαστήματα για να κλαψουρίσει υστερικά. «Αν θες να βγεις», είπα θυμωμένος, «δεν υπάρχει λόγος για όλο αυτόν τον σαματά». Κατέβηκα τα σκαλιά, τράβηξα τον σύρτη, κι εκείνη πετάχτηκε έξω, στη νύχτα, σαν πύραυλος.

Όλα ήταν πολύ ήσυχα και γαλήνια, μ’ ένα φεγγάρι στη χάση του που πάσχιζε να διαπεράσει την ομίχλη του Σαν Φρανσίσκο. Στάθηκα μέσα στη φωτεινή αχλή ατενίζοντας τα φώτα της πόλης στην άλλη πλευρά του κόλπου και περίμενα τη Λάικα να επιστρέψει ώστε να τη μαλώσω καταλλήλως. Κι ακόμα περίμενα όταν, για δεύτερη φορά μέσα στον εικοστό αιώνα, το Ρήγμα του Σαν Αντρέας ξύπνησε από τον ύπνο του.

Παραδόξως, δεν φοβήθηκα – στην αρχή. Θυμάμαι ότι από το μυαλό μου πέρασαν δύο σκέψεις, ακριβώς τη στιγμή πριν συνειδητοποιήσω τον κίνδυνο. Μα δεν έπρεπε, σκέφτηκα, να μας είχαν προειδοποιήσει κάπως οι γεωφυσικοί; Κι έπειτα έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται, κατάπληκτος, «Δεν είχα ιδέα πως κάνουν τόσο πολύ θόρυβο οι σεισμοί!»

Κάπου εκεί κατάλαβα ότι δεν επρόκειτο για συνηθισμένο σεισμό· όσα συνέβησαν στη συνέχεια, θα προτιμούσα να τα ξεχάσω. Ο Ερυθρός Σταυρός δεν με απομάκρυνε παρά μόνο αργά το άλλο πρωί, καθώς αρνήθηκα να φύγω χωρίς τη Λάικα. Κοιτούσα το σμπαραλιασμένο σπίτι που περιείχε τα πτώματα των φίλων μου και ήξερα ότι της χρωστούσα τη ζωή μου· μα δεν περίμενα να το καταλάβουν αυτό οι πιλότοι του ελικοπτέρου, κι ούτε τους κατηγορώ που πήραν κι εμένα για παλαβό, όπως και τόσους άλλους που βρήκαν να τριγυρνούν ανάμεσα στα ερείπια και τις φωτιές.

Μετά από αυτό, νομίζω πως δεν ξαναμείναμε χώρια για παραπάνω από λίγες ώρες. Μου έχουν πει –και δεν έχω κανένα πρόβλημα να το πιστέψω– ότι έκτοτε η ανθρώπινη συντροφιά άρχισε να με ενδιαφέρει όλο και λιγότερο, χωρίς ωστόσο να έχω γίνει ενεργά αντικοινωνικός ή μισάνθρωπος. Τα αστέρια και η Λάικα κάλυπταν όλες μου τις ανάγκες. Πηγαίναμε μαζί μεγάλες βόλτες στα βουνά· ήταν η πιο ευτυχισμένη εποχή στη ζωή μου. Μόνο ένα μελανό σημείο υπήρχε: ήξερα, έστω κι αν η Λάικα δεν μπορούσε να το ξέρει, πόσο σύντομα θα τέλειωνε όλο αυτό.

Σχεδιάζαμε εδώ και τουλάχιστον δέκα χρόνια να μετακομίσουμε. Ήδη από τη δεκαετία του ’60 είχαμε συνειδητοποιήσει ότι η Γη δεν ήταν κατάλληλο μέρος για αστεροσκοπεία. Ακόμα και τα μικρά πιλοτικά όργανα που είχαμε στη Σελήνη είχαν απείρως καλύτερη απόδοση από τα τηλεσκόπια που προσπαθούσαν να διαπεράσουν τη μαυρίλα και τη θολούρα της γήινης ατμόσφαιρας. Η ιστορία του Όρους Ουίλσον, του Πάλομαρ και του Γκρίνουιτς και όλων των άλλων μεγάλων ονομάτων έφτανε πια στο τέλος της· θα εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούνται για εκπαιδευτικούς σκοπούς, το μέτωπο της έρευνας όμως έπρεπε να μεταφερθεί στο διάστημα.

Μαζί του έπρεπε να μεταφερθώ κι εγώ· μάλιστα, μου είχαν ήδη προσφέρει τη θέση του υποδιευθυντή στο αστεροσκοπείο της Σκοτεινής Πλευράς. Ήλπιζα πως μέσα σε λίγους μήνες θα μπορούσα να λύσω προβλήματα τα οποία μελετούσα επί χρόνια. Έξω από την ατμόσφαιρα, θα ήμουν σαν τυφλός που ξαφνικά βρίσκει το φως του.

Φυσικά, ήταν εντελώς αδύνατο να πάρω μαζί μου τη Λάικα. Τα μόνα ζώα που επιτρέπονταν στη Σελήνη ήταν εκείνα που χρειάζονταν για πειράματα· το πιθανότερο ήταν ότι ζώα συντροφιάς θα επιτρέπονταν πια στην επόμενη γενιά, αλλά ακόμα και τότε θα κόστιζε μια περιουσία να τα μεταφέρεις εκεί – και να τα διατηρήσεις στη ζωή. Είχα υπολογίσει ότι για το συνηθισμένο ένα κιλό κρέας της Λάικα τη μέρα, θα απαιτούνταν ποσό κάμποσες φορές πολλαπλάσιο του αρκετά παχυλού μισθού μου.

Η επιλογή ήταν απλή και ξεκάθαρη. Μπορούσα να μείνω στη Γη και να εγκαταλείψω την καριέρα μου. Ή να πάω στη Σελήνη – και να εγκαταλείψω τη Λάικα. Στο κάτω-κάτω, ένα σκυλί ήταν. Σε καμιά δεκαριά χρόνια εκείνη θα ήταν νεκρή, ενώ εγώ θα έφτανα στο απόγειο της δουλειάς μου. Κανείς λογικός άνθρωπος δεν θα δίσταζε, κι όμως, εγώ δίσταζα, κι αν μέχρι τώρα δεν έχετε καταλάβει γιατί, καμιά άλλη εξήγηση δεν πρόκειται να βοηθήσει.

Τελικά, άφησα τα πράγματα να πάνε όπως ήταν φυσικό. Μέχρι την τελευταία βδομάδα πριν την αναχώρησή μου δεν είχα προγραμματίσει τίποτα για τη Λάικα. Όταν ο δρ. Άντερσον προσφέρθηκε να τη φροντίζει εκείνος, δέχτηκα μουδιασμένα, ψελλίζοντας ένα σκέτο «ευχαριστώ». Ο γερο-φυσικός και η γυναίκα του ανέκαθεν την αγαπούσαν, και πολύ φοβάμαι ότι με θεώρησαν αδιάφορο και άκαρδο – ενώ στην πραγματικότητα ίσχυε το ακριβώς αντίθετο. Πήγαμε άλλη μια βόλτα στους λόφους· έπειτα, την παρέδωσα σιωπηλά στους Άντερσον και δεν την ξανάδα πια.

Η απογείωση καθυστέρησε σχεδόν είκοσι τέσσερις ώρες ώσπου μια μεγάλη ηλεκτρική καταιγίδα να απομακρυνθεί από την τροχιά της Γης· αλλά ακόμα και τότε, οι ζώνες Βαν Άλλεν παρέμεναν τόσο ενεργές ώστε χρειάστηκε να περάσουμε μέσα από το Διάκενο του Βόρειου Πόλου. Η πτήση ήταν άθλια· πέρα από τα συνηθισμένα προβλήματα με την έλλειψη βαρύτητας, ήμασταν όλοι ζαβλακωμένοι από τα φάρμακα για τη ραδιενέργεια. Το σκάφος βρισκόταν ήδη πάνω από τη Σκοτεινή Πλευρά όταν κατάφερα να ενδιαφερθώ για την όλη διαδικασία, έτσι έχασα τη θέα της Γης που χανόταν πίσω από τον ορίζοντα. Δεν στενοχωρήθηκα και πολύ· δεν ήθελα κανενός είδους υπενθυμίσεις, σκόπευα να σκέφτομαι μόνο το μέλλον. Κι ωστόσο, μου ήταν αδύνατο να απαλλαγώ από μια αίσθηση ενοχής: είχα εγκαταλείψει ένα πλάσμα που με αγαπούσε και με εμπιστευόταν, άρα δεν ήμουν καθόλου καλύτερος από εκείνους που είχαν παρατήσει τη Λάικα όταν ήταν κουτάβι στην άκρη του σκονισμένου δρόμου για το Πάλομαρ.

Η είδηση ότι ήταν νεκρή έφτασε σε μένα ένα μήνα αργότερα. Ο λόγος ήταν άγνωστος· οι Άντερσον είχαν κάνει ό,τι καλύτερο μπορούσαν, και στενοχωρήθηκαν φοβερά. Ήταν λες και έχασε το ενδιαφέρον για τη ζωή. Νομίζω πως για ένα διάστημα συνέβη και σε μένα το ίδιο. Αλλά η δουλειά είναι θαυμάσιο παυσίπονο, και το πρόγραμμά μου μόλις άρχιζε να κινείται. Αν και ποτέ δεν την ξέχασα, πολύ σύντομα η ανάμνηση της Λάικα έπαψε να με πονά.

Γιατί, λοιπόν, είχε έρθει τώρα, πέντε χρόνια μετά, να με στοιχειώσει εδώ, στη Σκοτεινή Πλευρά της Σελήνης; Αναζητούσα μέσα στο μυαλό μου τον λόγο, όταν ξαφνικά το μεταλλικό κτίριο γύρω μου σείστηκε σαν να είχε δεχτεί βαρύ χτύπημα. Αντέδρασα χωρίς να το σκεφτώ και ήδη έκλεινα το κράνος της στολής εκτάκτου ανάγκης όταν τα θεμέλια βούλιαξαν και ο τοίχος άνοιξε με μια σύντομη κραυγή του αέρα που διέφευγε. Επειδή πρόλαβα και πάτησα το κουμπί του Γενικού Συναγερμού, χάσαμε μόνο δύο άνδρες, παρά το γεγονός ότι ο σεισμός –ο χειρότερος που είχε ποτέ καταγραφεί στη Σκοτεινή Πλευρά– διέρρηξε και τους τρεις θόλους συμπίεσης του Αστεροσκοπείου.

Δεν χρειάζεται καν να αναφέρω ότι δεν πιστεύω στο υπερφυσικό· όλα όσα συνέβησαν έχουν απολύτως λογική εξήγηση, προφανή σε οποιονδήποτε διαθέτει έστω και ελάχιστες γνώσεις ψυχολογίας. Στον δεύτερο σεισμό του Σαν Φρανσίσκο, η Λάικα δεν ήταν το μόνο σκυλί που διαισθάνθηκε την επερχόμενη καταστροφή· πολλές άλλες τέτοιες περιπτώσεις καταγράφηκαν. Και στη Σκοτεινή Πλευρά, οι ίδιες μου οι αναμνήσεις θα πρέπει να μου χάρισαν εκείνη την οξυμμένη εγρήγορση όταν το μηδέποτε κοιμώμενο υποσυνείδητό μου αντιλήφθηκε τις πρώτες αμυδρές δονήσεις μέσα στη Σελήνη.

Έχει παράξενους και δαιδαλώδεις τρόπους το ανθρώπινο μυαλό για να κάνει τη δουλειά του· το μυαλό μου ήξερε το σινιάλο που θα με ειδοποιούσε ταχύτερα για τον κίνδυνο. Αυτό είναι όλο· αν και, κατά μία έννοια, μπορεί κανείς να πει ότι η Λάικα με ξύπνησε και στις δύο περιπτώσεις, μυστήριο δεν υπάρχει, ούτε και καμιά υπερφυσική προειδοποίηση από την άλλη πλευρά ενός χάσματος που ούτε άνθρωπος ούτε σκύλος μπορεί ποτέ να γεφυρώσει.

Αν μπορώ να είμαι σίγουρος για κάτι, είμαι γι’ αυτό. Κι ωστόσο, καμιά φορά ξυπνάω μέσα στη σιγή της Σελήνης και εύχομαι να είχε κρατήσει το όνειρο μερικά δευτερόλεπτα παραπάνω – να προλάβαινα να δω για λίγο εκείνα τα φωτεινά καστανά μάτια που ξεχείλιζαν από μια αγάπη χωρίς απαιτήσεις και τόσο άδολη που όμοια δεν ξαναβρήκα ούτε σ’ αυτόν τον κόσμο ούτε σε κανέναν άλλο.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Ποιον είπες ζώο, ρε;

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s