Η σκοτεινή λάμψη της κυρίας Χάισμιθ

Σαν σήμερα, στις 19 Ιανουαρίου του 1921, γεννήθηκε η ταλαντούχα κυρία Χάισμιθ

—της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου—

Κοιτάς τις δύο φωτογραφίες: μια της νεαρής Πατρίσια Χάισμιθ και μια της Χάισμιθ λίγα χρόνια πριν πεθάνει. Και είναι αδύνατο να αντισταθείς στην εντύπωση πως λες και πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικούς ανθρώπους.

Στην πρώτη, είναι είκοσι ενός ετών, το 1942.

IMG_1784

Το πρόσωπο που βλέπουμε, με το μόλις αντιληπτό μειδίαμα, κοιτάζει τον φακό με συγκρατημένο θράσος και θυμηδία. Το πρώτο της μυθιστόρημα, το Strangers on a train απέχει ακόμα οκτώ χρόνια από την έκδοσή του, και εννιά από τη μεταφορά του στη μεγάλη οθόνη από τον Χίτσκοκ, ο οποίος, όπως ήταν αναμενόμενο, γοητεύτηκε από το ψυχολογικό βάθος του βιβλίου καθώς αυτό διερευνά τη ροπή ενός συνηθισμένου ανθρώπου προς τον φόνο. Τα πρώτα της διηγήματα επίσης δεν έχουν κάνει την εμφάνισή τους στα αμερικανικά περιοδικά, η Χάισμιθ όμως έχει ξεκινήσει ήδη τη συγγραφική της καριέρα ως κειμενογράφος κόμικς. Πίσω της, έχει μια παιδική ηλικία βουλιμικού βιβλιοφάγου: Ντοστογιέφσκι, Κάφκα, Τολστόι.

Τη φωτογραφία έχει τραβήξει ο Rolf Tietgens, σε μια φωτογράφιση που ξεκίνησε με πορτρέτα και ντυμένη και κατέληξε γυμνή. Ο Tietgens υπήρξε χαρακτηριστική περίπτωση ανθρώπου/συντρόφου στη ζωή της Χάισμιθ, τουλάχιστον εκείνη την περίοδο: η ομοφυλοφιλία του τη βόλευε για να εξερευνήσει μια «ερμαφρόδιτη» εκδοχή σχέσης, καθώς και η ίδια συνειδητοποιούσε ήδη, επώδυνα και αναπόδραστα, τη δική της προτίμηση στο ίδιο φύλο. Το δεύτερο μυθιστόρημά της, του 1952, με τον τίτλο The price of salt (η γνωστή μας, πλέον, «Carol») δημοσιεύθηκε με ψευδώνυμο λόγω της gay θεματικής του. Η Χάισμιθ έζησε μια τρικυμιώδη (για να το πούμε ήπια) ερωτική ζωή, με πολλές σύντομες σχέσεις κυρίως με γυναίκες, που έληγαν συνήθως πολύ δραματικά. Προφανώς, η «παράλληλη σχέση» της με το αλκοόλ δεν βοηθούσε, οι βιογράφοι της όμως αποδίδουν τη συνολική της δυσκολία με τους ανθρώπους στο αίσθημα εγκατάλειψης από τη μητέρα της όταν ήταν παιδί και στη σφοδρή της αντιπάθεια για εκείνη. Έμμεσα, το ίδιο αυτό αίσθημα την οδήγησε, ενδεχομένως, στην εμμονική διερεύνηση της πιο σκοτεινής και μύχιας ροπής του κοινού ανθρώπου: την ικανότητα να λύνει τα προβλήματά του σκοτώνοντας.

Τίποτε απ’ αυτά όμως δεν είναι προφανές στη νεανική της φωτογραφία.

Στη δεύτερη φωτογραφία, του 1988, η Χάισμιθ είναι πια 67 ετών.

IMG_1787.JPG

Έχει μετακομίσει ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 σε ένα μικρό χωριό της Ελβετίας, όπου ζει σχεδόν απομονωμένη, γράφει συνεχώς, ζωγραφίζει, ακούει κλασική μουσική απολαμβάνοντας μόνο την παρέα των γατιών της και ενός πλήθους από σαλιγκάρια που διατηρεί ως κατοικίδια (και αντικείμενα παρατήρησης).  Οι επτά συλλογές διηγημάτων που έχει εκδώσει και τα είκοσι-τόσα μυθιστορήματα που έχει γράψει έως τότε, με «ναυαρχίδα» τη σειρά του Ρίπλεϊ, της έχουν χαρίσει και πλούτο και καταξίωση. Έχει δει περισσότερα βιβλία της να γίνονται ταινίες από κάθε άλλον σύγχρονο συγγραφέα. Το πρόσωπό της όμως δεν φανερώνει κανένα ίχνος από τη μακαριότητα που θα φανταζόταν κανείς ως απόσταγμα ενός τέτοιου, ειδυλλιακού, τρόπου ζωής.

Ο Γκράχαμ Γκρην, μεγάλος της θαυμαστής, έγραψε κάποτε: «Η Χάισμιθ είναι μια συγγραφέας που έχει δημιουργήσει έναν δικό της κόσμο – έναν κόσμο κλειστοφοβικό και παράλογο, στον οποίο κάθε φορά μπαίνουμε με μια αίσθηση προσωπικού κινδύνου». Η παρατήρησή του μοιάζει κάτι παραπάνω από ακριβής. Φαίνεται όμως ότι η ίδια η Χάισμιθ εγκλωβίστηκε στον κόσμο που δημιούργησε. Ανατέμνοντας διαρκώς την ποταπότητα του ανθρώπου, την αποτυχία της δικαιοσύνης (ο Ρίπλεϊ πάντα καταφέρνει να ξεφεύγει και να μένει ατιμώρητος), δείχνει σαν να πείστηκε οριστικά, αμετάκλητα και ουσιαστικά για όλα αυτά. Για τη Χάισμιθ, ο άνθρωπος είναι πηγή δυστυχίας, ένα πλάσμα ικανό (σε αντίθεση με τα ζώα) μόνο για το κακό.

Υπάρχει όμως και μια τρίτη φωτογραφία.

IMG_1788

Εδώ, η Χάισμιθ είναι 45 χρονών, στην καλύτερη εποχή της συγγραφικής της καριέρας. Κι αυτό που φανερώνει η εικόνα είναι ένα πρόσωπο γελαστό – το γέλιο είναι, βέβαια, σαρδόνιο, γέλιο ανθρώπου που αντιλαμβάνεται το γελοίον του πράγματος. Και ίσως τελικά αυτό να είναι που κάνει τη Χάισμιθ τόσο μεγάλη συγγραφέα: στα καλύτερά της, τα έργα της είναι ποτισμένα με το φλέγμα του άνωθεν παρατηρητή, που είναι σε θέση να διακρίνει την αστειότητα τόσο της ηθικολογίας όσο και της καταγέλαστης αδυναμίας που χαρακτηρίζει την ανθρώπινη φύση, ακόμα και τον πολιτισμό. Στα μάτια της Χάισμιθ, η προσπάθεια του ανθρώπου (και η αποτυχία του) να ακολουθήσει ηθικούς κανόνες ισοδυναμεί περίπου με θέατρο μπουρλέσκ. Με κάτι θλιβερά αστείο, αλλά πάντοτε αστείο. Τα κείμενά της αναδίδουν μια σκοτεινή λάμψη, κάτι το παιγνιωδώς μακάβριο και ένα βάθος ιλιγγιώδες ενώ καταπιάνονται με ανθρώπους μικρούς και ρηχούς.

Η Χάισμιθ πέθανε στην Ελβετία το 1995, αφήνοντας την αξιόλογη περιουσία της στην καλλιτεχνική κοινότητα Yaddo, που την είχε στηρίξει στο συγγραφικό της ξεκίνημα. Άφησε επίσης περίπου οκτώ χιλιάδες σελίδες ημερολογίων. Κάποια πρωτοχρονιάτικη καταχώριση έχει ως εξής: «My New Year’s Eve Toast: Η πρόποσή μου για τη νέα χρονιά: σε όλοους τους δαίμονες, τους πόθους, τα πάθη, τις απληστίες, τους φθόνους, τους έρωτες, τα μίση, τις παράξενες επιθυμίες, τους εχθρούς, φασματικούς και αληθινούς, στις στρατιές των αναμνήσεων με τις οποίες πολεμάω – είθε να μην μ’ αφήσουνε ποτέ σε ησυχία».

 

0831_bks_HARRIS

Εικόνα εξωφύλλου: Κολάζ του Lutz Widmaier, με βάση μια φωτογραφία του F. J. Goodman

* * *

One comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.