Γιατί οι Έλληνες δεν αγαπούν τα τριγενή και δικατάληκτα επίθετα;

1044825_612559095430231_2016354868_n

—της Σεβαστής Λιοναράκη-Χρηστίδου—

Είναι αποδεδειγμένο. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες δεν αγαπάνε τα τριγενή και δικατάληκτα επίθετα. Είτε οξύτονα είναι είτε παροξύτονα, ουδείς φαίνεται να τα αγαπά στην Ελλάδα που, αποδεδειγμένο κι αυτό, είναι η αναμφισβήτητη πατρίδα τους. Ακόμα κι αν κάποιος τα θεωρεί ολίγον συμπαθή, δεν έχουν γίνει ποτέ τα δύσμοιρα αυτά επίθετα προσφιλή και δημοφιλή. Δύσκολα τα ερωτεύεται κανείς και ακόμα δυσκολότερα τα παντρεύεται δια βίου. Κι όσοι τελικά ενθουσιώδεις και μανιώδεις υποστηρικτές του δικαιώματός τους να ζήσουν κι αυτά τα κακόμοιρα μια έστω ολιγοετή ζωής εντός ενός υγιούς γλωσσικού περιβάλλοντος, αποφασίζουν σε γάμο να έρθουν μαζί τους, σε γάμο με κίνητρα ευγενή και καθόλου ευτελή, συχνά για λόγους υπεράνω γραμματικών γνώσεων, τα απατούν. Με παραστρατήματα της γλώσσας βέβαια και ουχί της σαρκός τα απατούν. Αλλά και η γλώσσα σαρξ εκ της θεμελιώδους σαρκός μας είναι. Δεν είναι κάποιο πρόσθετο ευπαθές τεχνητό μέλος που προσθέτουμε στο ευτραφές ή ελλιποβαρές —ανάλογα με την ποσότητα λιπώδους ιστού— σώμα μας για να αποκαταστήσουμε τη χαμένη μας εκφραστική αρτιμέλεια. Αρτιμέλεια που προϋποθέτει μία εμφανή κινητικότητα της σκέψης μας στα δαιδαλώδη και χαώδη μονοπάτια των αναζητήσεών μας για να ανακαλύψουμε μια πλούσια πηγή εναλλακτικών γλωσσικών επιλογών.

Πόσο πιο ωραίο είναι να μιλήσεις για τη θηριώδη επιθυμία για ζωή και δημιουργία που αισθάνεσαι στο τρικυμιώδες εντός σου, από το να μιλήσεις για την σαν θηρίο επιθυμία σου και για το σαν τρικυμία εντός σου. Το μεγαλείο του επιθέτου στον αιθέρα αιωρείται και σφραγίζει την αλήθεια του, την κάνει εμφανή. Το θηριώδες όταν σαν θηρίο γίνεται, στο έδαφος σέρνεται και όσο και αν παλεύει να απογειωθεί, σε μια θαμνώδη και ακανθώδη περιοχή θα κρύβεται με το λάμπος του να πηγαίνει χαμένο.

Κάπως έτσι χαμένα σε ομιχλώδη τοπία γυρίζουν τα τριγενή δικατάληκτα επίθετα σε πομπώδεις αλλά αφανείς ορδές στις ευώδεις ατραπούς της ελληνικής γλώσσας, προσπαθώντας να αποκτήσουν μία αξιοπρεπή δική τους θέση. Μα η αξιοπρέπειά τους συχνά πυκνά πληγώνεται από την ανασφαλή τους θέση μέσα στο γλωσσικό ταξικό σύστημα. Ουσιαστικά, σε μεγάλη αντίθεση με τα υπόλοιπα επίθετα και το σύνολο των ουσιαστικών, δεν ανήκουν σε καμία τάξη. Κάποιοι -άκουσον, άκουσον- τα εντάσσουν στην τάξη των ανώμαλων επιθέτων! Ανώμαλα; Ποια; Αυτά τα εξαίσιου κάλλους επίθετα, τα θεσπέσιου κύρους επίθετα, με το πλήρες νόημά τους, που θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται από τα υπόλοιπα μέρη του λόγου με ενθουσιώδεις εκδηλώσεις σεβασμού. Να στέκονται στην πρώτη γραμμή και με τα βροντώδη φωνήματά τους να αποτελούν τους ιδεώδεις θεούς του πλούτου της ελληνικής γλώσσας.

Κι όμως σκύβουν το ανάστημά τους γιατί οι Έλληνες και οι Ελληνίδες θεωρούν ανώμαλο οτιδήποτε ζει με τη χάρη και την αρμονία του αρσενικού και του θηλυκού μαζί. Είναι συγχρόνως αγόρια και κορίτσια, άντρες και γυναίκες, είναι «ο και η», είναι αυτός και αυτή μαζί, είναι το αρσενικοθήλυκο στην ωραιότερή του εκδοχή. Και αυτό το αρσενικοθήλυκο φοβίζει, απωθεί. Τους άντρες γιατί είναι δυνατόν ποτέ να είναι μια γυναίκα τόσο επιφανής όσο ένας επιφανής άντρας; Και τις γυναίκες γιατί μετά από τόσους αγώνες εκθηλυσμού της εκφυλισμένης από τους άντρες ανδροπρεπούς γλώσσας, βρίσκονται ακόμα εγκλωβισμένες στα τριγενή και δικατάληκτα επίθετα στο να ακολουθούν υποχρεωτικά την κλίση των αντρών και όχι τη δική τους γυναικεία κλίση, που θα τις οδηγούσε ενδεχομένως σε άλλους τομείς δραστηριότητας και επιτυχίας. Τουλάχιστον έτσι θέλουν να πιστεύουν.

Η λόγια μόνο γλώσσα τρέφει για τα συμπαθή αυτά αρσενικοθήλυκα —ή θηλυκοαρσενικά επίθετα, για να μην επιβεβαιώσουμε για άλλη μια φορά τους φόβους των γυναικών— ειλικρινή αισθήματα αγάπης. Αλλά και πάλι, και οι «γράμματα ξέρω και την υπογραφή μου δεν τη βάζω κάτω από οποιοδήποτε κείμενο», παρόλο το αληθές ενδιαφέρον τους για τα συμπαθή αυτά επίθετα, εάν ένα τέτοιο επίθετο δεν είναι ακραιφνές δημιούργημα της πένας τους, αλλά αυθόρμητο λαρυγγικό φώνημα στον προφορικό τους λόγο, η αφοσίωσή τους αυτή μπορεί να αμφισβητηθεί και να βρεθούν εκτεθειμένοι, λόγω ενός παιδαριώδους γλωσσικού ολισθήματος μεταξύ των πτώσεων των δύο αριθμών. Τέτοιες απότομες πτώσεις σε σφάλμα, βεβαίως μπορεί να συμβούν σε ηθοποιούς, πολιτικούς, επιστήμονες, δημοσιογράφους σε ανθρώπους γενικώς των γραμμάτων και των γενικών τεχνών. Και έτσι σχεδόν πάντα βρισκόμαστε όλοι μπροστά στο απεχθές ενδεχόμενο να εκσφενδονίσουμε ήχο απρεπή, αστόχαστο και ασεβή προς το κάλλος και το ήθος των τριγενών δικατάλικτων επιθέτων. Ο ευσεβής πόθος της απόλυτης τελειότητας στη χρήση της γλώσσας παραμένει πάντα στοιχειώδες μέλημα κάθε φιλομαθούς και γλωσσομαθούς ανθρώπου. Το ατυχές γεγονός ενός λάθους στην κλίση των ατίθασων αυτών επιθέτων, άλλοτε παίρνει τη μορφή ενός διαρκούς εγκλήματος και άλλοτε εκλαμβάνεται ως μία στιγμιαία αβλαβής γλωσσική παρεκτροπή. Αλλά η βλάβη της λανθασμένης χρήσης δεν είναι ποτέ αβλαβής για την ελληνική γλώσσα. Δηλώνει ότι και οι πιο απαθείς μάρτυρες αυτού του διαυγούς, διαυγέστατου, συμπτώματος μίσους των Ελλήνων και των Ελληνίδων προς τα τριγενή και δικατάληκτα επίθετα, γνωρίζουν πολύ καλά ότι η απέχθειά προς τον σωστό τύπο των επιθέτων αυτών, είναι ένας μεταδοτικός ιός ο οποίος τείνει να ενσωματωθεί στο γενετικό υλικό του έθνους.

Το μαρτύριο στο οποίο υποβάλλονται τα ž—ανεπαρκή στην προσπάθειά τους να κατοχυρώσουν τη σημαντική θέση τους στη γλώσσα— τριγενή και δικατάληκτα επίθετα είναι συνεχές και οι κακουχίες που βιώνουν διαρκείς. Η τόσο απαραίτητη παρουσία τους στη γλώσσα και ο χυμώδης εμπλουτισμός της με τους δικούς τους χυμούς είναι πασιφανής. Και όμως ακόμα δεν έχουν βρει το ιδεώδες γλωσσικό κλίμα να δυναμώσουν και να διεκδικήσουν με θορυβώδεις και αποτελεσματικούς τρόπους το δικαίωμά τους να υπάρχουν χωρίς να κατασπαράζει όποιος γουστάρει την ευπαθή τους φύση.

Το μέλλον τους διαφαίνεται πιο ερεβώδες από αυτό που τα ίδια μπορούν να φανταστούν. Μάλλον θα γεράσουν σε κομματώδη κατάσταση ,χαμένα στο δαιδαλώδες γλωσσικό υποσυνείδητο που τα κρατάει εξόριστα σε μια δασώδη ουδέτερη ζώνη γλωσσικής σύγχυσης. Διότι η ίδια η ελληνική γλώσσα, και επίσημα και ανεπίσημα, μια αναγνωρίζει ότι υπάρχουν και μια αποστρέφει τα μάτια της και κάνει πως δεν υπάρχουν. Αυτή η συνεχής αμφισβήτηση της ύπαρξης, της φυσικής τους κλίσης, της αναγκαιότητας να γίνονται σεβαστά τα λεγόμενά τους, καταρρακώνει το ανάστημα και την πυγμή τους. Τα κάνει τα μονίμως εξόριστα παιδιά των υπόλοιπων μερών του λόγου, που όλο και αποξενώνονται περισσότερο από το συγγενές τους περιβάλλον. Διδάσκονται βέβαια σήμερα στα σχολεία, αλλά οι μαθητές δυσκολεύονται πολύ να τα αφομοιώσουν και να τα εντάξουν στην καθημερινή τους γλωσσική έκφραση.

Η περίφημη Νεοελληνική Γραμματική της Δημοτικής Γλώσσας και στην πρώτη της έκδοση του 1941 και στις επανεκδόσεις της, από το ΚΕΜΕ το 1977 και από το Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη το 1991, αγνοεί πλήρως τα τριγενή και δικατάληκτα επίθετα. Απλώς δεν υπάρχουν, τα πάτησε το τρένο που μετέφερε τους αναμαλλιάρηδες, τους ανακατωσούρηδες, τις φωνακλούδες, τους στραβοπόδηδες και τις κουσκουσούρηδες. Καλή παρέα και όλοι αυτοί και αυτές δε λέω, απολύτως τίποτα δεν έχω εναντίον τους. Αλλά να, απλώς θέλω να συνεχίσω να μπορώ να κάνω παρέα με κάποιες και κάποιους ευγενείς, ειλικρινείς, αξιοπρεπείς και κυρίως σαφείς ως προς τις προθέσεις και τις κλίσεις τους.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Διάφοροι καημοί

Το dim/art στο facebook

follow-twitter-16u8jt2 αντίγραφο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.