Διάμεσες γνώσεις που προκαλούν σύγχυση

—του Γιώργου Θεοχάρη—

Η φιλοσοφία, το να σπουδάζεις φιλοσοφία, σημαίνει απλώς να μαθαίνεις να σκέφτεσαι, να μαθαίνεις πώς να ξεκαθαρίζεις τις συγχύσεις. Και τώρα που ’μαθες αυτό το πράγμα, είσαι έτοιμος για άλλη δουλειά.

– Ludwig Wittgenstein1

 

10. Η Ανατολή

1

Ανά πάσα στιγμή, κάπου στον πλανήτη Γη ο Ήλιος ανατέλλει.

 

20. Το Φως

2

Το φως τρέχει με τέτοια ταχύτητα που δεν προλαβαίνει να δει τίποτα κατά τη διαδρομή του: κινείται –οριακά– στο σκοτάδι.

 

30. Το Θείο

3

Το πλησιέστερο σε ένδειξη του θείου για ανθρώπους χωρίς μεταφυσικές ανησυχίες είναι οι απρόσμενες ιδέες: όταν αναρωτιούνται «πώς μου ήρθε αυτό τώρα;», το μυαλό τους –προς στιγμήν– πάει στην επιφοίτηση.

 

40. Το Ανεξήγητο

4

Άλλο να μην υπάρχει (ακόμα) εξήγηση για ένα φαινόμενο κι εντελώς άλλο να υπάρχει και να μην την ξέρεις εσύ: στην πρώτη περίπτωση δεν έχεις παρά να περιμένεις· στη δεύτερη πρέπει να μάθεις – κι αυτό προκαλεί έναν εκνευρισμό στους φανατικούς.

 

50. Η Γλώσσα

5

Η γλώσσα είναι ένας αδιαπέραστος νοητός θόλος εντός του οποίου σκεφτόμαστε και επικοινωνούμε. Κουτουλάμε στα τοιχώματά του –στα όρια της γλώσσας– γιατί θέλουμε φύσει να μάθουμε τι υπάρχει εκεί έξω. Και τρώμε τα μούτρα μας γιατί είναι αδιανόητο να δραπετεύσουμε από τη γλώσσα χρησιμοποιώντας εργαλεία που εκείνη μας έχει χαρίσει.

 

60. Οι Ορισμοί

6Πάνω σε μια διαμάχη για το x, συχνά συμβαίνει να πούμε ή να μας πουν: «εξαρτάται πώς ορίζει κανείς το x». Καταρχήν, ποτέ δεν φταίει το x, αλλά οι «ορισμοί» που του έχουμε φορτώσει. Μια λύση θα ήταν να πιάσουμε το τιναχτήρι χαλιών και να διώξουμε βιαίως τη θεωρητική σκόνη από το χαλί-x. Ίσως τότε δούμε το x ως έχει.

 

70. Το Σκοτάδι

 

7Η «πολιτική ορθότητα» έχει αλλάξει προς το καλύτερο τον δημόσιο λόγο. Λ.χ., κανείς πια δεν χρησιμοποιεί χωρίς συνέπειες τον χαρακτηρισμό «νέγρος». Και όμως, στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης Βαριάς Οξείδωσης (εκεί, δηλαδή, όπου ο χέστης-χρήστης νομίζει ότι «κρύβεται») η τάση λειτουργεί (και) αντιστρόφως: από το «νέγρος» είτε στο «μαύρος» είτε στο «σκυλάραπας» – και το πληκτρολόγιο στα κάγκελα. Ο Ψηφιακός Πολιτισμός αντιμέτωπος με τον εχθρό όλων των προηγούμενων: το σκότος μέσα μας.

 

80. Η Πράξη

 

8Ο πρώτος άνθρωπος έπραττε πριν μπορέσει να μιλήσει – πριν καν μπορέσει να γρυλίσει. Και συ, τώρα, αντιδράς ενστικτωδώς σ’ ένα αιφνίδιο ερέθισμα πριν προλάβεις να σκεφτείς – πόσο μάλλον να μιλήσεις (με την εξαίρεση, ίσως, μιας αρχέγονης κραυγής). Η Πράξη προηγείται του Λόγου και στη γραμμή του χρόνου και στην άχρονη στιγμή. Μολονότι (ή μήπως επειδή;) είμαστε έλλογα όντα, πολύ θα θέλαμε τα λόγια να ήταν (και) πράξεις2. Μπορεί και να είναι. Προσοχή, όμως: στο ναρκοπέδιο της γλώσσας να πράττουμε ακροποδητί.

 

90. Η Γνώση και η Έπαρση

 

9Οι σκέψεις μας εκπορεύονται από τον εγκέφαλο και –με τη διαμεσολάβηση της νόησης και της γλώσσας– επιστρέφουν πάλι σ’ αυτόν. Πρόκειται για ένα κλειστό κύκλωμα που εύκολα θα μπορούσε να βραχυκυκλώσει από έπαρση, λόγω του καθοριστικού του ρόλου σε ό,τι συνθέτει την ανθρώπινη ύπαρξη. Το βραχυκύκλωμα, εντούτοις, αποφεύγεται γιατί ο νους γνωρίζει ότι έχει όρια: τη λογική, τη γλώσσα, τον μικρόκοσμο και το βιολογικό τέλος. Αν όσα γνωρίζουμε αποτελούν ένα άπειρο σύνολο, όσα αγνοούμε αποτελούν ένα ακόμα μεγαλύτερο άπειρο σύνολο. Να γιατί η γνώση και η έπαρση είναι έννοιες ασύμβατες.

 

100. Η Καλύτερη Εποχή

 

10Δεν υπάρχει «παλιά, καλή εποχή». Όλα σήμερα είναι λίγο καλύτερα από χθες και λίγο χειρότερα από αύριο. Όλα! Απόδειξη: δεν έχει υπάρξει εποχή στην καταγεγραμμένη ανθρώπινη ιστορία κατά την οποία οι σύγχρονοι (και δη οι προχωρημένης ηλικίας) δεν έκαναν λόγο για κάποια ομιχλώδη «παλιά, καλή εποχή». Αν αυτό ίσχυε, τότε η «καλύτερη εποχή» της ανθρωπότητας θα βρισκόταν στις απαρχές της – πράγμα που προφανώς δεν ισχύει. ΟΕΔ. Κακός σύμβουλος η νοσταλγία. Εξαιρείται, ίσως, η νοσταλγία της παιδικής ηλικίας –με τις όποιες εξιδανικεύσεις της– γιατί σ’ αυτή την περίπτωση δεν νοσταλγούμε παρά μόνο το γεγονός ότι τότε ήμασταν πιτσιρίκια. Αυτό είναι όλο.

 

110. Οι Πρώην

 

11Κοινός τόπος: Δεν υπάρχουν χειρότεροι εχθροί από δύο εραστές που κάποτε αγαπήθηκαν με πάθος. Λυπηρό, αλλά συμβαίνει. Και, άμα δε βγουν μαχαίρια, αντέχεται. Εκείνο που δεν αντέχεται είναι όταν ο ένας από τους δύο αρχίζει να λέει τα χειρότερα για τον άλλον στους φίλους του (ή σε οποιονδήποτε πέσει στα δίχτυα του). Τα ελαττώματα και οι αβελτηρίες που εκ των υστέρων καταλογίζονται (δικαίως ή αδίκως) στο πρώην αντικείμενο κάποιου πάθους δεν χαρακτηρίζουν τον (απόντα) σάκο του μποξ, αλλά τον μποξέρ. Ένα έχω να πω σ’ αυτές τις απύλωτες πληγωμένες καρδιές: «Αν όντως έτσι είχαν τα πράγματα, τι γύρευες μαζί της/του; Εσύ φταις! Για λόγους στοιχειώδους αξιοπρέπειας, τουλάχιστον τώρα βούλωσ’ το!»

 

120. Η Αισθητική, η Ηθική και η Γλώσσα

 

12Η αισθητική και η ηθική, όπως και η γλώσσα, παίρνουν το σχήμα τού εκάστοτε δοχείου που τις περιέχει. Τα δοχεία της αισθητικής και της ηθικής είναι πάντοτε πεπερασμένα και πλήρη – δεν τ’ αντικαθιστούμε παρά μόνο αν τρυπήσουν. Και το δοχείο της γλώσσας είναι πεπερασμένο, αλλά με τρόπο διαφορετικό: είναι γεμάτο τρύπες· κυριολεκτικά: περιέχει (και) τρύπες. Λόγω αυτής της ιδιομορφίας, δεν είναι απλώς πλήρες, αλλά υπερπλήρες – χωράει περισσότερα απ’ όσα φαίνονται. Κι επειδή περιέχει τρύπες, αφομοιώνει τις πιέσεις και δεν τρυπάει ποτέ – γι’ αυτό και δεν υπάρχει ανάγκη αντικατάστασής του: το διαμορφώνουμε εσωτερικά, καθώς ελισσόμαστε στις τρύπες. Το σύστημα λειτουργεί, αν και με προβλήματα. Δουλειά μας είναι να φέρουμε στο φως όλα όσα κρύβονται στις τρύπες· να κάνουμε τις τρύπες διαφανείς.

 

130. Η Αυταπάτη

 

13Υπάρχει ένα ψυχολογικό σύνδρομο (μου διαφεύγει το όνομά του)3 το οποίο σχετίζεται με την ανάγκη μας να δικαιολογούμε μιαν απόφαση όταν αντιμετωπίζουμε ένα δίλημμα. Όταν με τα χίλια ζόρια επιλέγουμε το Α και όχι το Β, έχουμε την τάση να εξυμνούμε το Α και να θάβουμε το Β. Υπάρχουν φορές που ξέρουμε ότι θα έπρεπε να έχουμε επιλέξει το Β (ή, τουλάχιστον, ότι το Β ήταν εξίσου καλή επιλογή με το Α), και παρ’ όλα αυτά συνεχίζουμε την προσπάθεια να πείσουμε τον εαυτό μας περί του αντιθέτου. Και συνήθως τα καταφέρνουμε: είμαστε άσοι στην αυτο-εξαπάτηση. Αυταπατόμαστε γιατί μας συμφέρει: έχουμε μιαν επιλογή να υπερασπιστούμε. Γενικά μιλώντας, η αυταπάτη είναι σύμμαχος της ισορροπίας, όχι της βέλτιστης κατάστασης: μακροπρόθεσμα βλάπτει, αλλά σώζει στιγμές. Γι’ αυτό μας είναι τόσο δύσκολο να την ξεσκεπάσουμε.

 

140. Η Αισθητηριακή Αντίληψη και οι Βασικές Πεποιθήσεις

 

14Οι αισθήσεις σπανίως μας παραπλανούν. Γι’ αυτό μας ξαφνιάζουν οι εικόνες Gestalt. Κοιτάζω ένα σκίτσο (βλ. αριστερά) και πότε βλέπω μια ηλικιωμένη γυναίκα, πότε μία νεαρή. Αλλά ποτέ και τις δύο ταυτόχρονα. Τι συμβαίνει; Αφού κοιτάζω το ίδιο σκίτσο, πώς γίνεται να το «βλέπω» με δύο διαφορετικούς τρόπους – και μάλιστα κατά βούληση; Προφανώς δεν αλλάζει ο τρόπος που βλέπω – από την άποψη της φυσιολογίας, εννοώ. Ούτε το σκίτσο αλλάζει από μόνο του! Από τη μία «ανάγνωση» στην άλλη, παρατηρώ μόνο μια μικρή μετατόπιση της εστίασης. Από αυτό συμπεραίνω ότι η αισθητηριακή μου αντίληψη μεταβάλλεται γιατί είμαι σε θέση να ερμηνεύω διαφορετικά τις ίδιες ακριβώς «γραμμές». Κι αυτό γιατί ο εγκέφαλός μου έχει τη δυνατότητα να οργανώνει διαφορετικά αυτό που βλέπω. Δεν βρίσκω άλλη εξήγηση.4 Κι αυτή εδώ πλήττει ανεπανόρθωτα τις βασικές μου πεποιθήσεις – τουλάχιστον εκείνες που βασίζω στις αισθήσεις μου.

 

150. Το Σώμα

 

15Στο έμβιο σώμα συντελούνται ανά πάσα στιγμή αναρίθμητες διεργασίες: ανάπτυξη, αποβολή, αποθήκευση, απορρόφηση, διάσπαση, διαστολή, διέγερση, διήθηση, έκκριση, επεξεργασία, κυκλοφορία, μεταβίβαση, μετάλλαξη, οξυγόνωση, σύνθεση, συστολή, ώσμωση – και άλλες πολλές. Ένα εξαιρετικά οργανωμένο βιοχημικό εργοστάσιο λειτουργεί άψογα – και ερήμην μας. Κατά κανόνα, όλα βαίνουν καλώς. Όταν εμφανιστεί μία δυσλειτουργία που δεν αντιμετωπίζεται εν τη γενέσει της, ο οργανισμός ασθενεί. (Και αυτοθεραπεύεται στο 70% των περιπτώσεων.) Με δεδομένες την πολυπλοκότητα του συστήματος και τη σχέση αλληλεξάρτησης των μερών του, το παράδοξο δεν είναι η ασθένεια, αλλά η υγεία. Πώς φέρνει σε πέρας αυτός ο οργανισμός ένα φαινομενικά χαώδες σύνολο επικαλυπτόμενων διεργασιών; Πώς διαχειρίζεται ένα φαινομενικά άναρχο δίκτυο ιεράρχησης και εξειδίκευσης; Πώς και δεν τα κάνουμε μαντάρα; (Ίσως επειδή δεν ανακατευόμαστε συνειδητά…) Θαυμάζουμε τις δυνατότητες ενός υπερυπολογιστή (δικαίως, γιατί είναι έργο μας), ενώ θεωρούμε αυτονόητες τις δυνατότητες ενός οργανισμού που είναι (επί του παρόντος) πολλαπλώς ισχυρότερος από οποιοδήποτε γνωστό σύστημα τεχνητής νοημοσύνης. Αδικία.

 

160. Η Απομάγευση5

 

16«Αυτή η μανία μας να εξηγήσουμε τα πάντα μήπως εντέλει αφαιρεί τη μαγεία από τις ζωές μας;» αναρωτιέται μια ρομαντική ψυχή. Η απάντηση είναι: ναι, την αφαιρεί· αυτός ακριβώς είναι ο απώτερος σκοπός της: η πλήρης απομάγευση του κόσμου. Δεν ξέρουμε πότε ακριβώς μας κατέλαβε αυτή η μανία, γιατί τα γραπτά μας μνημεία πάνε πίσω μόνο μερικές χιλιάδες χρόνια, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ανάγκη για εξηγήσεις έχει πολύ μεγαλύτερη προϊστορία. Είναι απολύτως φυσιολογικό να θέλουμε να μάθουμε, αλλιώς η εξέλιξη δεν θα μας είχε εξοπλίσει με διερευνητικό νου. Εκείνο που είναι αφύσικο είναι να θέλουμε να μείνουμε στο σκοτάδι της μαγείας, θεωρώντας τη φιλέρευνη περιέργεια ένα είδος αυτοάνοσου νοσήματος που στρέφεται, από λάθος εκτίμηση και υπερβολική αντίδραση, εναντίον του φέροντος οργανισμού. Αντιθέτως, ενάντια στη φύση του πάει ένας κατ’ επιλογή απενεργοποιημένος νους. Ευτυχώς η φύση δεν ξέρει να χάνει: αφού υπάρχει η δυνατότητα, θα την εξαντλήσουμε, συσσωρεύοντας γνώσεις (και κατεβάζοντας ιδέες) ακατάπαυστα. «Πρέπει να μάθουμε και θα μάθουμε!»6

 

170. Ο Άλλος

 

17Πρέπει να το πάρουμε απόφαση: ποτέ δεν θα καταφέρουμε να «μάθουμε» τον Άλλον εντελώς. Όσο κι αν το παλέψουμε, ανεξαρτήτως εργαλείων, ο Άλλος θα παραμείνει εσαεί ένα μυστήριο, έστω και στις λεπτομέρειες (αν και συνήθως στο σκοτάδι του μυαλού μας δεν κρύβονται «λεπτομέρειες»). Εξαιρετικά άβολη γνώση, ειδικά για εκείνους που ερωτεύονται κάθε τρεις και λίγο, τους Σίσυφους του Έρωτα, που πασχίζουν να ταυτιστούν αντικατοπτρικά με μια Ιδέα πιο φευγαλέα κι από σκιά φαντάσματος. Ακόμα και οι ερωτευμένοι με τον Εαυτό τους του κρύβουν πράγματα. Πρόκειται για παιχνίδι που δεν κερδίζεται – και το γνωρίζουμε! Κι εδώ τίθεται ευλόγως το ερώτημα: Τότε γιατί ερωτευόμαστε; Αν βγάλουμε (στα λόγια) από την εξίσωση τη «φύση μας», δεν μένει παρά η πρόκληση να πάμε κόντρα στην εμπειρία και στον παραγωγικό συλλογισμό. Είμαστε ακατανόητοι – και ίσως γι’ αυτό τόσο ενδιαφέροντες, τόσο προβλέψιμα απρόβλεπτοι  (ή τόσο απρόβλεπτα προβλέψιμοι – το οποίο, καθόλου παραδόξως, είναι ένα και το αυτό). Είναι σαν να βλέπουμε το ίδιο έργο ξανά και ξανά, με την παράλογη ελπίδα ότι κάποτε το τέλος θ’ αλλάξει.

 

180. Οι Πιθανότητες

 

18Κάθε φορά που στρίβεις ένα νόμισμα, οι πιθανότητες να έρθει κορόνα ή γράμματα είναι 50%-50%. Κάθε φορά. Αν, ας πούμε, έρθει τρεις φορές σερί κορόνα, την τέταρτη φορά οι πιθανότητες να έρθει πάλι κορόνα είναι σταθερά 50%-50%. Δηλαδή, μπορεί κάλλιστα να έρθει πάλι κορώνα. Όχι μόνο τέσσερις, αλλά χίλιες τέσσερις φορές. (Θεωρητικά, άπειρες φορές – απίθανο, αλλά όχι αδιανόητο.) Υπάρχει κανείς που δεν θα ποντάριζε όλο του το βιος στα γράμματα, ξέροντας ότι μέχρι τότε το νόμισμα είχε έρθει χίλιες τέσσερις φορές κορώνα; Ίσως και να υπάρχει, αλλά οι περισσότεροι θα πήγαιναν τα ρέστα τους – και κάποιοι εν πλήρη συνειδήσει. (Συμβαίνει εκατομμύρια φορές καθημερινά στα τυχερά παιχνίδια, αλλά και στη λήψη αποφάσεων όπου θεωρούμε ότι η τύχη παίζει τον κύριο ρόλο.) Ακόμα κι αν ξέρεις ότι οι πιθανότητες είναι ίδιες και την χιλιοστή πέμπτη φορά, όπως και σε όλες τις προηγούμενες, σκέφτεσαι, «δεν μπορεί, κάποτε θα έρθει γράμματα». Ασφαλώς και κάποτε θα έρθει γράμματα· μόνο που δεν ξέρεις το πότε. Ό,τι έχει προηγηθεί, όμως, βαρύνει στο μυαλό σου περισσότερο από την ανάλυση των πιθανοτήτων. Ως εδώ με τη γνώση. Ψιλά γράμματα.

 

190. Η Εικόνα

 

19Για δεκάδες χιλιετίες, ο άνθρωπος –ως υποκείμενο– δεν είχε εικόνα του εαυτού του: είχε συνείδηση της ύπαρξής του, αλλά όχι εικόνα της: ήταν εκείνος απέναντι στον Κόσμο. Σε κάποια φάση, ίσως υπέθεσε την εικόνα του κοιτάζοντας τη μητέρα του ή άλλα μέλη της ομάδας του (η αίσθηση του ανήκειν, κυριολεκτικά). Και κάποτε, θα είδε το είδωλό του να αντανακλάται στην ήρεμη επιφάνεια μιας λακκούβας με νερό. Σοκ! Έτσι μπήκε στην εποχή των ειδώλων: ξαφνιασμένος. Αίφνης δεν ήταν ένα όριο του Κόσμου, αλλά βρισκόταν εντός του: το υποκείμενο απόκτησε συνείδηση ότι αποτελεί μέρος ενός Όλου. Το μόνο δικό του πράγμα που μπορούσε να κρύψει (κι εκεί, ταυτόχρονα, να κρυφτεί) ήταν οι σκέψεις του. (Αυτό συνέβαινε και πριν, αλλά ο ίδιος δεν το ήξερε: σημαντική διαφορά.) Στις μέρες μας, μπορούμε εύκολα, μέσω των ποικιλοτρόπως αποθηκευμένων εικόνων του εαυτού μας, να αρχειοθετήσουμε τη ζωή μας: το παρελθόν αεί ωσεί παρόν. Μπορούμε μέχρι και να φανταστούμε τον εαυτό μας να κάνει πράγματα έξω από την εμπειρία του (π.χ., να πίνει κοκτέιλ ξαπλωμένος σε αιώρα σ’ ένα τροπικό νησί). Βρισκόμαστε στη φάση που η εικόνα μας μάς ξεφεύγει· έχει αποκτήσει (φαντασιακή, έστω) υπόσταση. Νέο σοκ!

 

200. Η Παιδεία

 

20Στις αναπτυγμένες χώρες, ο κόσμος σήμερα σπουδάζει περισσότερο από ποτέ. Πολλαπλασιασμός εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και γνωστικών πεδίων, δεύτερες ευκαιρίες, δια βίου μάθηση. Πληθωρισμός πτυχίων: τα –κάποτε σπάνια– μεταπτυχιακά προγράμματα αφθονούν – και ποτέ δεν είχαμε τόσους δόκτορες. Αυτό σημαίνει αύξηση στην παραγωγή γνώσης: προγράμματα, έρευνες, συνέδρια, δημοσιεύσεις. (Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια ύφεση –με την εξαίρεση της τεχνολογίας– λόγω έλλειψης χρηματοδότησης, αλλά η τάση είναι γενικά αυξητική.) Αναμφίβολα, όλη αυτή η υπερπαραγωγή σημαίνει και πολλή σκαρταδούρα· και επαγγελματικό κορεσμό σε κάποιους τομείς· και κάποια τυπικά προσόντα χωρίς αντίκρισμα στην αγορά εργασίας. Βάζοντας στην εξίσωση και την κρίση, να την η απίστευτα υψηλή ανεργία των νέων. Για να μην απαξιωθεί η ανώτατη εκπαίδευση, πρέπει δούμε την παιδεία ανθρωπιστικά – όχι χρησιμοθηρικά. Είμαι (εμπειρικά) πεπεισμένος πως ό,τι δουλειά και να κάνεις, θα την κάνεις καλύτερα αν έχεις σπουδάσει οτιδήποτε (και οσοδήποτε άσχετο με την τρέχουσα δουλειά σου). Ένας ντελιβεράς (δεν έχω τίποτα με τον κλάδο, ως παράδειγμα ανειδίκευτης εργασίας τον αναφέρω) με πτυχίο φιλολογίας (ούτε με τους φιλόλογους έχω τίποτα!) είναι κατά κανόνα καλύτερος από έναν λειτουργικά αναλφάβητο ντελιβερά – αρκεί να μην θεωρεί ότι η κοινωνία τον εξαπάτησε επειδή σπούδασε κάτι που τελικά δεν τον αποκατάστησε επαγγελματικά. Πρέπει να ξαναδούμε την αξία τής «άχρηστης» γνώσης-για-τη-γνώση.

 

210. Η Αμφιβολία

 

21Σε συζητήσεις (όλο και σπανιότερες, είναι η αλήθεια) για το τι μας περιμένει στο επέκεινα, συνήθως λέω: «Μετά τον θάνατό μου περιμένω ό,τι και πριν τη γέννησή μου: τίποτα». Δεν θυμάμαι αν η ατάκα είναι δική μου ή αν την έχω αλιεύσει από άλλον· δεν έχει μεγάλη σημασία: ας τη θεωρήσουμε «πνευματική χρησικτησία» για να πάμε παρακάτω. Έχω σκεφτεί ένα αντεπιχείρημα, το οποίο –αφού δεν έτυχε να μου το αντιτάξει κανείς μέχρι τώρα– διατυπώνω μόνος μου, έστω και για να φέρω τον εαυτό μου σε δύσκολη θέση: «Για τους εννέα μήνες πριν από τη γέννησή μου, όμως, δεν μπορώ να περιγράψω την κατάστασή μου ως “τίποτα”, γιατί αναμφίβολα τότε “κάτι” γινόταν». Εδώ έχουμε θέμα. Δεν αναφέρομαι στην ηθική διάσταση του ζητήματος (που υπάρχει), ούτε στην οντολογική (που επίσης υπάρχει), αλλά στη γνωσιολογική. Δεν μου αρέσει αυτή η γκρίζα ζώνη της ύπαρξης. Οι γκρίζες ζώνες είναι φυτώρια (και) μεταφυσικών αμφιβολιών. Δυσκολεύομαι να διαχειριστώ την ιδέα της «δυνάμει υπάρξεως» κι αυτή η αδυναμία με ζορίζει. Και καθόλου δεν με παρηγορεί εκείνο που λέει ο Wittgenstein, ότι δηλαδή «για όσα δεν μπορεί να μιλάει κανείς, για αυτά πρέπει να σωπαίνει»7. Θέλω να ξέρω! Μήπως έχω υπερτιμήσει τις δυνατότητες της επιστήμης; Ή μήπως είναι ακόμα πολύ νωρίς; Ίσως. Όμως η αμφιβολία έχει ήδη εμφιλοχωρήσει.

 

220. Η Εκπαίδευση

 

22Το απόφθεγμα «η ημιμάθεια είναι χειρότερη από την αμάθεια» είναι άστοχο. Γιατί, δηλαδή, είναι καλύτερα να έχεις άγνοια για το x από το να γνωρίζεις κάτι γι’ αυτό; Προφανώς το καλύτερο θα ήταν να ξέρεις τα πάντα για ένα γνωστικό αντικείμενο, αλλά αυτό συμβαίνει από σπανίως έως ποτέ. Για παράδειγμα, έχω αρχίσει να μαθαίνω ρωσικά. Είμαι ακόμα στην αρχή: έμαθα το αλφάβητό τους και λέω κάποιες φράσεις. Έχω ακόμα δρόμο (και ποτέ δεν θα τα μάθω τέλεια – καμία γλώσσα δεν εξαντλείται γνωστικά), αλλά σίγουρα θα τα βγάλω καλύτερα πέρα στη Μόσχα απ’ ό,τι κάποιος που δεν ξέρει καθόλου τη γλώσσα. Το απόφθεγμα, ως έχει, είναι παραπλανητικό γιατί είναι λειψό. Θα συμφωνούσα με αυτή την εκδοχή: «η επηρμένη ημιμάθεια (ή/και η επαγγελματική ανεπάρκεια) είναι χειρότερη από την ταπεινή αμάθεια».  Όντως, ο αλαζονικός ημιμαθής που κάνει ότι τα ξέρει όλα είναι απεχθής, μάστιγα σκέτη. Αν όμως αφήσουμε απέξω τις ηθικής τάξης αξιολογήσεις, χίλιες φορές ημιμαθής παρά εντελώς άσχετος. Ιδιαίτερα αν ο ημιμαθής δεν επαναπαύεται, αλλά συνεχώς μαθαίνει: στον δρόμο από την άγνοια προς τη γνώση περνάς το μεγαλύτερο διάστημα στην ημιμάθεια, έτσι πάει. Απαξιώνοντας τη γνώση (τη μερική, έστω), δίνουμε άλλοθι στον αμαθή να παραμείνει για πάντα στο σκοτάδι του, και μάλιστα να καμαρώνει για την τύφλα του. Η μάθηση είναι διαδικασία αέναη· υπό αυτή την έννοια, όλοι ημιμαθείς είμαστε, αεί διδασκόμενοι.

 

230. Τα Όρια

 

23Πότε ένα κορίτσι γίνεται γυναίκα; Αναλόγως το κορίτσι. Σύμφωνοι, αλλά ο νομοθέτης, λ.χ., δεν είναι σε θέση να λάβει υπόψη του το κάθε κορίτσι ξεχωριστά· πρέπει, παρ’ όλα αυτά, να νομοθετήσει γενικώς και ορισμένως, π.χ., για το έγκλημα της αποπλάνησης ανηλίκων. Και λέει: «αποπλάνηση ανηλίκου μέχρι 14 ετών: κακούργημα· μεταξύ 14-15: πλημμέλημα». Δηλαδή, μόλις κλείσει τα 15, το κορίτσι –νομικώς– λογαριάζεται για γυναίκα. Άρα, όταν είναι 14 ετών και 364 ημερών, λογαριάζεται για κορίτσι; Παράδοξο. Ένα κορίτσι δεν γίνεται γυναίκα εν μία νυκτί: η διαδικασία μετάβασης είναι σταδιακή και μακροχρόνια, και δεν είναι ζήτημα φυσιολογίας και μόνο. Αλλά τι να σου κάνει και ο νομοθέτης; Πρέπει να τραβήξει κάπου τη γραμμή. Δεν θα περίμενε κανείς η νομική επιστήμη να λύσει το «παράδοξο του σωρείτη» (γιατί περί αυτού πρόκειται) , συνεπώς καλά κάνει ο νομοθέτης και παίρνει μιαν αυθαίρετη απόφαση, στηριζόμενος στα τρέχοντα ήθη. Λογικό. Το παράξενο είναι ότι θεωρεί, διαβαθμίζοντας το έγκλημα, το κορίτσι μεταξύ 14-15 λιγάκι λιγότερο κορίτσι από εκείνο που είναι κάτω από τα 14. Αυτή η γκρίζα ζώνη –μια ιδιότυπη «διαβάθμιση αλήθειας»– σ’ ένα θέμα κατεξοχήν μαύρο, φτιάχνει τη χρωματική παλέτα της κόλασης. Όταν μιλάμε θεωρητικά για λογικά παράδοξα, λέμε –ανέξοδα– καμιά κουβέντα παραπάνω. Όταν όμως η συζήτηση μεταφέρεται στην πραγματικότητα, εκεί όπου παίζονται ζωές, τα πράγματα σοβαρεύουν. Ας αφήσουμε ήσυχο το κορίτσι στο μετέωρο βήμα του για όσον καιρό χρειαστεί – κι ας ελπίσουμε ότι εκείνο ξέρει.

 

240. Ο Συναγωνισμός και ο Ανταγωνισμός

 

24Σε αθλητικά συμφραζόμενα συχνά ακούμε ότι «εκείνο που έχει σημασία είναι η συμμετοχή». Στον πρωταθλητισμό, από την άλλη, η κυρίαρχη (αμερικανικής προέλευσης) άποψη είναι ότι «ο πρώτος είναι τα πάντα, ο δεύτερος τίποτα». Στην (ελληνική) γλώσσα, αυτές οι δύο αντικρουόμενες απόψεις ίσως αντανακλώνται στη λεπτή διαφορά μεταξύ του «συναγωνισμού» (δηλαδή, αγώνας για να διακριθώ, για πετύχω ένα καλύτερο αποτέλεσμα σε σύγκριση με κάποιον άλλο, σε μια παράλληλη αλλά όχι κοινή προσπάθεια) και του «ανταγωνισμού» (δηλαδή, αγώνας για να ξεπεράσω κάποιον, επιδιώκοντας την επικράτησή μου) αντιστοίχως. Η χρήση αυτών των λέξεων  ασφαλώς δεν περιορίζεται στον αθλητισμό: τις χρησιμοποιούμε σε ποικίλες εκφάνσεις της ζωής: στα εργασιακά, στα εκπαιδευτικά, στα ερωτικά κ.ο.κ. – εν ολίγοις, σε κάθε «παιχνίδι» αξιολόγησης. Σε κάθε περίπτωση, συνήθως κερδίζει ο καλύτερος. Αν οι ομάδες Α και Β παίξουν 2x αριθμό αγώνων (μπάσκετ, ας πούμε), η καλύτερη ομάδα θα κερδίσει –αν δεν κοιμηθεί ο Θεός– περισσότερους από x. Και ο Θεός (υπάρχει-δεν υπάρχει) δεν κοιμάται. Επίσης, όλοι παίζουν για να κερδίσουν – ακόμα και η ομάδα που ξέρει ότι είναι χειρότερη της αντιπάλου, δεν καταβαίνει για να χάσει. Πάει για να το παλέψει! Όλοι παίζουν για να νικήσουν, όλοι το θέλουν– μόνο δεν γίνεται να νικήσουν όλοι. Η πικρή αλήθεια είναι ότι κάθε αγώνας στην ήττα βαφτίζεται «συναγωνισμός» και στη νίκη «ανταγωνισμός». Κι επειδή ο χαμένος είναι ευάλωτος στους ευφημισμούς, ποτέ μην του πεις: «καλά είναι και δεύτερος». Δεν είναι «καλά», ψυχή μου! Και ο άρρωστος δεν χρειάζεται παρηγοριά, αλλά γιατρειά.

 

250. Η Χρήση

 

25Αν με ρωτήσεις: «Πώς μυρίζει ένα φρεσκοξυσμένο μολύβι;», θα δυσκολευτώ ν’ απαντήσω. Θα βρω ίσως μία περίφραση, αλλά όχι ένα όνομα. Δεν έχουμε όνομα γι’ αυτό το πράγμα. Και δεν έχουμε γιατί δεν έχουμε χρήση για τέτοια λέξη. Κανείς δεν ένιωσε ποτέ την ανάγκη να μιλήσει για τη «φρεσκοξυσμενομολυβότητα». (Χώρια που μπορώ, εν προκειμένω, να σου δείξω: να ξύσω ένα μολύβι, να το βάλω κάτω από τη μύτη σου και να σου πω: «Έτσι μυρίζει».) Επίσης, γι’ αυτό υπάρχουν γλώσσες που έχουν, λ.χ., μόλις 500 λέξεις, αλλά θεωρούνται (και είναι) πλήρεις και λειτουργικές, γιατί τόσες χρειάζονται για να συνεννοούνται οι χρήστες της. Από την άλλη, δεν είναι δύσκολο να φανταστώ μια δήλωση που προκαλεί σύγχυση: «Είδα ένα όνειρο που δεν μπορώ να περιγράψω με λόγια». Αφού το «είδα» θα έπρεπε να μπορώ και να το περιγράψω. Ό,τι «βλέπω», μπορώ –λίγο πολύ– να το περιγράψω με λέξεις. Γιατί όχι κι αυτό το όνειρο; Εφόσον το θυμάμαι, θα έπρεπε κάτι να μπορώ να πω γι’ αυτό. Τι συμβαίνει; Μήπως η λογική του είναι εξωγλωσσική; Αυτή θα ήταν μία εξήγηση, γιατί δεν γίνεται να βγεις από τη γλώσσα χρησιμοποιώντας την ίδια τη γλώσσα. (Επίσης, δεν έχω καμία δουλειά εκτός γλώσσας.) Αλλά δεν με πείθει. Ίσως μέσα στο ίδιο το όνειρο να είχα την αίσθηση ότι αυτό που «βλέπω» δεν περιγράφεται. Δηλαδή, η αδυναμία μου να το περιγράψω ίσως να ήταν μέρος του ονείρου. Αυτή την εξήγηση μπορώ να τη δεχτώ. Πάντως, την επόμενη φορά που θα δω τέτοιο όνειρο, θα είμαι πιο προσεχτικός.

 

260. Η Αυτοκτονία

 

26Είναι το πρόβλημα της αυτοκτονίας το μόνο πραγματικά σοβαρό φιλοσοφικό πρόβλημα (όπως έλεγε ο Αλμπέρ Καμύ8); Όχι. Δεν είναι καν πρόβλημα. Αξίζει να ζήσεις τη ζωή που σου έλαχε, έστω και μόνο για να δοξάσεις την απίστευτη τύχη σου να γεννηθείς. Αν σκεφτείς τη μακρά αλυσίδα γεγονότων μέσα στα δισεκατομμύρια χρόνια της Γης, αναπόφευκτα θα σταθείς ενεός μπροστά στο πόσο εύκολο θα ήταν να μην είχες γεννηθεί: θα αρκούσε να σπάσει ένας και μόνο κρίκος στην αλυσίδα της εξέλιξης για να μην υπάρχεις. Κι επειδή η διαχείριση δισ- μεγεθών είναι δύσκολη, ξέχνα την εξέλιξη και σκέψου το δικό σου γενεαλογικό δέντρο: θα αρκούσε κάποιος από τους προ-προ-…-προπαππούδες σου να είχε πεθάνει πριν τεκνοποιήσει και σήμερα δεν θα ήσουν εδώ να αναρωτιέσαι μήπως θα ήταν προτιμότερο ν’ αυτοκτονήσεις. Ύστερα, σκέψου ότι είσαι ο τελευταίος σε μια μακρά σειρά γεννήσεων που οδήγησαν στη δική σου. Σκέψου τις πιθανότητες. Σκέψου τα δισεκατομμύρια σπερματοζωάρια και τα (λιγότερα, αλλά πάντως πολλά) ωάρια των προγόνων σου που πήγαν στον βρόντο γιατί έχασαν τη μάχη από εκείνα τα λίγα που ευτύχησαν να φτάσουν ως στο τέλος του προορισμού τους. Η πιθανότητα να γεννηθείς ήταν –σε βάθος χρόνου– απειροελάχιστη. Συνεπώς, πρέπει να σεβαστείς την εύνοια της τύχης. Ακόμα κι αν αποφασίσεις (ή σου τύχει) να τελειώσει σε σένα η δική σου γενιά, πρέπει να σεβαστείς τη συγκυρία. Η ζωή σου είναι ασφαλώς δική σου, κι ακόμα καλύτερα αν κάνεις κάτι μ’ αυτή – οτιδήποτε εκτός από το να την αφαιρέσεις οικειοθελώς. Έστω κι αν, για ν’ αντέξεις, θα πρέπει –όπως επίσης έλεγε ο Καμύ9– να φανταστείς τον Σίσυφο ευτυχισμένο.

 

270. Η Βλακεία

 

27Ανάμεσά μας ζουν περίεργοι άνθρωποι. Ας πάρουμε για παράδειγμα έναν ο οποίος, καθώς οδηγεί το αυτοκίνητό του υπακούοντας τυφλά στις οδηγίες της σκλάβας του GPS, λέει: «H Γη είναι ένας επίπεδος δίσκος στη μέση του σύμπαντος». Ο συνοδηγός του, ψύχραιμος, του επισημαίνει ότι το GPS είναι εφαρμογή που χρησιμοποιεί δορυφόρους, και καταλήγει: «Γύρω από τι περιστρέφονται αυτοί οι δορυφόροι;» Ο οδηγός, σε περίπτωση που δεν αρνηθεί την ύπαρξη των ίδιων των δορυφόρων (καθόλου απίθανο – κι ας χρησιμοποιεί πλήθος εφαρμογών τους), ίσως πει: «Γύρω από τον επίπεδο δίσκο. Πού είναι το πρόβλημα;» Αλήθεια, πού είναι το πρόβλημα; Γραφικοί υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν· γιατί ν’ ασχοληθούμε; Γιατί ο γραφικός δεν θέλει πολύ να γίνει επικίνδυνος. (Ενδεικτικά: αρνητές μεταγγίσεων και εμβολιασμών, αρνητές του Ολοκαυτώματος, Δημιουργιστές, φονταμενταλιστές, συνωμοσιολάγνοι, «ψεκασμένοι» κάθε λογής.)  Συνεπώς, πρέπει να ασχοληθούμε! Με τον αφορισμό «η βλακεία είναι ανίκητη», κρύβουμε το πρόβλημα κάτω από το χαλί. Η χλευαστική αντιμετώπιση είναι λάθος – και μάλιστα διπλό. Πρώτον, όταν αποκαλείς τα μέλη πολυπληθών μειονοτήτων «βλάκες» εξαιτίας βασικών πεποιθήσεών τους, τους συσπειρώνεις, τους κάνεις έξαλλους και μάχιμους εχθρούς. Δεύτερον, η βλακεία (βλ. η άγνοια) δεν είναι ανίκητη. Η γνώση τη νικάει εδώ και χιλιετίες – δύσκολα, με ιδρώτα και αίμα, ενδεχομένως στις καθυστερήσεις και με αμφισβητούμενο γκολ, αλλά τη νικάει. Η παιδευτική διαδικασία παίρνει χρόνο (γιατί προσκρούει πάνω στο γνωστό παράδοξο: πώς ο στενόμυαλος δάσκαλος να βγάλει ανοιχτόμυαλο μαθητή;). Λέει μια χρήσιμη αναλογία: Αν η Γη είχε δημιουργηθεί πριν από ένα 24ωρο, ο άνθρωπος θα είχε εμφανιστεί στις 23: 58΄ 43΄΄. Μέσα σε μόλις 77΄΄ κάναμε τεράστια βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση (με πολλά πισωγυρίσματα, αναμφίβολα), αλλά μένουν πολλά περισσότερα να γίνουν. Χρειάζεται επιμονή. Υπομονή!

 

280. Τα Θέσφατα

 

28Μεσημεριανό τραπέζι στο πατρικό μου πριν από χρόνια. Ήμασταν η μάνα μου, η αγαπημένη μου θεία, η μοναδική μου ανιψιά κι εγώ. Τρώγαμε μπριάμ. Κάποια στιγμή, δεν ξέρω πώς, ήρθε η συζήτηση στην Αγία Γραφή. Έκανα το κλασικό λάθος του ξερόλα και είπα: «Οι γλωσσολογικές ενδείξεις λένε ότι τις Γραφές δεν τις έγραψε ένας, αλλά πολλοί». Η θεία άστραψε και βρόντηξε: «Την Αγία Γραφή την έγραψε ο Θεός!» Δεν κρατήθηκα: «Και πού το ξέρεις;» Η θεία με αποτέλειωσε: «Γιατί το λέει μέσα!» Η ανιψιά συμφώνησε. (Η μάνα δεν άκουγε, η τυχερή.) Σαν σωστός νεοφώτιστος, θέλησα να εξηγήσω στη θεία το λογικό της σφάλμα. Ασφαλώς δεν είχε νόημα να της έλεγα: «Το επιχείρημά σου είναι κυκλικό· η προς απόδειξη πρόταση περιλαμβάνεται ήδη στις προκείμενες» γιατί τότε θα ήμουν και υπερόπτης και ανόητος. Προτίμησα να της δώσω ένα παράδειγμα. Δείχνοντάς της το ταψί με το μπριάμ, είπα: «Αυτό το μπριάμ το μαγείρεψα εγώ, γιατί μόνο μπριάμ ξέρω να μαγειρεύω». Γέλασαν όλες τους γιατί ήξεραν ότι από μαγειρική είχα μεσάνυχτα, αλλά η θεία το έπιασε το υπονοούμενο: «Θέλεις να πεις ότι επειδή ξέρεις να μαγειρεύεις μπριάμ, αυτό δεν σημαίνει ότι μαγείρεψες κι αυτό εδώ». Μπίνγκο! «Τρώτε τώρα!» είπε η μάνα και μας ξαναγέμισε τα πιάτα. Εννοείται ότι, μετά απ’ αυτό, η θεία συνέχισε να πιστεύει ότι τις Γραφές τις «έγραψε» ο Θεός, αλίμονο· δεν περίμενα κάτι διαφορετικό. Αλλά είχε καταλάβει, προς στιγμήν έστω, ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με το επιχείρημά της. Αντίθετα, η ανιψιά, νέα κοπέλα τότε, πέρασε και δεν ακούμπησε. Η νέα γενιά ίσως να μην ήταν όσο «νέα» ήλπιζα. Κι αυτό γιατί κάτι δεν έκανε καλά η δική μου γενιά, η «παλιά». Έκτοτε, βέβαια, έμαθα να φτιάχνω μπριάμ. Όλα γίνονται!

 

290. Το Φαίνεσθαι

 

29Ας φανταστούμε έναν βαρύθυμο ταμία στο γκισέ του. Η επόμενη προς εξυπηρέτηση στην ουρά είναι μία πανέμορφη νεαρή που του χαμογελάει κιόλας! Η διάθεσή του αλλάζει αμέσως. Άλλος άνθρωπος! (Το παράδειγμα λειτουργεί και με γυναίκα στο ταμείο και έναν ελκυστικό, νεαρό πελάτη. Ακόμα και με άτομα του ίδιου φύλλου ένθεν κακείθεν – δεν είναι αυτό το θέμα.) Ή ας φανταστούμε ότι εμείς οι ίδιοι περιμένουμε στην ουρά να εξυπηρετηθούμε σε γκισέ δημόσιας υπηρεσίας, όπου έχουμε πάει φτιαγμένοι για να τσακωθούμε. Όταν έρχεται η σειρά μας, βλέπουμε ότι η υπάλληλος είναι πανέμορφη, χαμογελαστή και εξυπηρετικότατη. Και ξαφνικά χάνουμε κάθε διάθεση να βάλουμε τις φωνές. Άλλοι άνθρωποι! (Και πάλι, το παράδειγμα λειτουργεί με κάθε δυνατό συνδυασμό φύλων: να μην χάσουμε το δάσος για ένα πολιτικώς ορθό δέντρο τώρα!) Άνοιξα υπερβολικά το εύρος των υποκειμένων στα παραδείγματα για να ταυτιστούν όσο γίνεται περισσότεροι με αυτά. Σε όλους μας δεν έχει συμβεί κάτι παρόμοιο; Νομίζω πως ναι – και μάλιστα σε καθημερινή βάση. Δεν είναι απαραίτητο να είμαστε ερωτομανείς ή γεροπόρνοι για να μας αλλάξει τη διάθεση η θεώρηση και μόνο ενός ωραίου προσώπου (ή/και σώματος). Μας κάνει αυτό όλους σεξιστές; Σε μια κοινωνία που η τάση να συγχέουμε την ευγένεια με το φλερτ είναι αυξητική, ενώ ταυτόχρονα η πολιτική ορθότητα έχει μονίμως το ζωνάρι της λυμένο για καυγά, κινδυνεύουμε να βγάλουμε στην παρανομία μερικές κοινωνικές πρακτικές που –υπό κανονικές συνθήκες– βελτιώνουν στην πραγματικότητα. Το ζήτημα είναι πολυπαραγοντικό, καμία αμφιβολία. Και κυκλοφορούν πολλοί «άρρωστοι» εκεί έξω, σύμφωνοι. Αλλά μην φτάσουμε στο άλλο άκρο. Δεν προτείνω «να καθαρίσουμε τους κακομούτσουνους» – άλλωστε η «ασχήμια» είναι υποκειμενική (δεν είναι;)· λέω μόνο ότι όταν αποφασίσεις να κυνηγήσεις «μάγισσες», αν δεν τις βρεις, θα τις εφεύρεις. Κι ένα δέντρο, από μόνο του (είτε σεξιστικό είτε πολιτικώς ορθό), ποτέ δεν συνιστά δάσος.

 

300. Η Μνήμη

 

30Σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες, το στατιστικά πρώτο σύμπτωμα της νόσου του Αλτσχάιμερ είναι η χωρική σύγχυση: να νιώθεις ξαφνικά χαμένος σε περιοχές που γνωρίζεις καλά. Καλό είναι να το γνωρίζει κανείς αυτό γιατί, με μια έγκαιρη διάγνωση, ίσως καταφέρει με τη βοήθεια της επιστήμης να επιβραδύνει τον εκφυλισμό που προκαλεί η ασθένεια. Από την άλλη, ας μπούμε νοερά στο μυαλό ενός ανθρώπου που του συμβαίνει ακριβώς αυτό, κάποιου που συνειδητοποιεί ότι σύντομα δεν θα είναι ο εαυτός του. Τι σκέφτεται; Τι τον συμβουλεύει ο νους του (αυτός ο προδότης) να κάνει; Από δω και πέρα θα ορίζει τις σκέψεις του όλο και λιγότερο. Πώς, λοιπόν, να εμπιστευτεί έναν λογισμό που φθίνει; Να αυτοκαταστραφεί; Η δύναμη της επιβίωσης είναι συνήθως ισχυρότερη (έχει και το σώμα τη δική του λογική). Να σώσει την ψυχή του; Μα αυτή (ό,τι κι αν είναι τέλος πάντων αυτή) είναι που χάνεται· ο ίδιος μετασχηματίζεται σε ένα σώμα κενό. Ο ίδιος δεν θα είναι «ο ίδιος» ποτέ πια. Να παραιτηθεί; Σύγχυση: Όταν καταλάβεις ότι πρέπει να συλλογιστείς πάνω στο πρόβλημα που απειλεί όχι απλώς τη ζωή σου (κάτι τέτοιο φαίνεται πως είναι τελικά ευκολότερα διαχειρίσιμο), αλλά την ύπαρξή σου, βασισμένος σε ένα εργαλείο που χάνει σταδιακά τη λειτουργικότητά του – και συ να το ξέρεις! Είναι σαν να προσπαθείς να επιδιορθώσεις κάτι χρησιμοποιώντας αυτό το ίδιο το «κάτι», το οποίο γνωρίζεις ότι είναι ελαττωματικό. Δεν γίνεται. Μήπως αυτό σημαίνει ότι καλύτερα να μην μαθαίναμε τα πορίσματα των πρόσφατων ερευνών; Δεν τίθεται, βέβαια, θέμα επιλογής: δεν γίνεται να ξεμάθεις κάτι που έμαθες. Τώρα γνωρίζουμε! Μόνο που αυτή η γνώση δεν είναι δύναμη. Ή, καλύτερα: είναι δύναμη, αλλά όχι του άμεσα εμπλεκόμενου. Σε ό,τι με αφορά, καλύτερα να ξέρω. Αλλά δυσκολεύομαι να βρω τρόπο να διαχειριστώ αυτή τη γνώση. Θεωρητικά. Γιατί στην πράξη, θα βρω μια κάποια λύση. Θα προσαρμοστώ.

 

310. Οι Αναμνήσεις

 

31Όσο περνούν τα χρόνια, μου συμβαίνει ολοένα και συχνότερα να μιλάω με φίλους για κοινές εμπειρίες του παρελθόντος και οι αναμνήσεις μας να διαφέρουν ριζικά. Το να μην έχω καμία ανάμνηση από μία συγκεκριμένη εμπειρία δεν το βρίσκω παράξενο: πλήρης διαγραφή ενός συμβάντος από τη μνήμη, για τον ένα ή τον άλλο λόγο· αυτό το καταλαβαίνω (και –ως έναν βαθμό– εξηγείται). Αλλά οι τελείως διαφορετικές εκδοχές ενός συμβάντος από τους ανθρώπους που το έζησαν είναι κάτι άλλο, κάτι ανησυχητικό. Οι Πολωνοί έχουν μία ωραία σχετική παροιμία: «Λέει ψέματα σαν αυτόπτης μάρτυρας». Λέμε ψέματα; (Συνειδητά, όχι. Ειλικρινά πιστεύουμε ότι έτσι έγιναν τα πράγματα, όπως τα λέμε.) Έχουμε διαφορετική πρόσληψη της πραγματικότητας; (Όχι, γιατί σε πραγματικό χρόνο για την ίδια εμπειρία –αν όχι και για την ερμηνεία της– λέγαμε ακριβώς τα ίδια!) Συμβαίνει κάτι παράδοξο στην εκ των υστέρων εγκεφαλική επεξεργασία των αναμνήσεων; Τι ακριβώς; Και γιατί; Αν ισχύει ότι ο εγκέφαλος παίρνει μόνο λελογισμένες πρωτοβουλίες για να προστατέψει τον ίδιο (και τον «φέροντα οργανισμό», ούτως ειπείν), κι αν εξαιρέσουμε τις ψυχοπαθολογικές καταστάσεις, τότε θα πρέπει να υποθέσουμε ότι ο εγκέφαλος, ερήμην της συνειδητότητας, οργανώνει τις αναμνήσεις βάσει κάποιου κρυφού «λογισμικού», τις επεξεργάζεται και τις αποθηκεύει. Από μόνος του. Και πάντα προς το συμφέρον του όλου συστήματος (αλλιώς δεν έχει νόημα – οι φυσικοί μηχανισμοί στοχεύουν απαρέγκλιτα στην επιβίωση). Και να που μιλάω για τον εγκέφαλο σαν να είναι κάτι ξεχωριστό από το εμπλεκόμενο υποκείμενο. Ενώ δεν είναι! Για να παρακάμψω τον στείρο δυισμό (και την κινούμενη άμμο του ψυχαναλυτικού ασυνείδητου), θα προτιμήσω να θεωρήσω ότι ο εγκέφαλος διαθέτει, συν τοις άλλοις, έναν μηχανισμό αυτόνομο, ο οποίος λειτουργεί έξω από την εμβέλεια των ποικίλων ραντάρ της συνείδησης. «Πειράζει» κάποιες αναμνήσεις (επιλεκτικά), χωρίς να ενημερώνει τα άλλα τμήματα της «διοίκησης». Ίσως αυτός να είναι ο «επισκευαστής αναμνήσεων»10 που έλεγε ο Μανόλης Αναγνωστάκης: ένας μηχανισμός που λειτουργεί για το καλό μας – και εν αγνοία μας.

Μάιος 2017

* * *

Υποσημειώσεις

1 Ludwig Wittgenstein, Αφορισμοί και Εξομολογήσεις, μετάφραση: Κωστής Μ. Κωβαίος, Καρδαμίτσα 1993, § 181, σ. 62. [Το απόσπασμα προέρχεται από το βιβλίο Wittgenstein: Conversations 1949-1951 (1986) του Αμερικανού φιλόσοφου O.K. Bouwsma.]

2 («Οι λέξεις είναι και πράξεις».) Ludwig Wittgenstein, Φιλοσοφικές Έρευνες, μετάφραση: Παύλος Χριστοδουλίδης, Παπαζήση 1977, § 546, σ. 185.

3 Στα αγγλικά λέγεται «choice-supportive bias» (στα ελληνικά, ίσως να λέγεται «προκατάληψη υποστήριξης των επιλογών»). Και είναι μάλλον μηχανισμός δικαιολόγησης παρά σύνδρομο.

4 «Τι είναι αυτό που αλλάζει; Τίποτα οπτικό ή αισθητηριακό δεν μεταβάλλεται. Ωστόσο βλέπει κανείς διαφορετικά πράγματα. Αλλάζει η οργάνωση αυτού που βλέπει κανείς», γράφει ο Hanson [Norwood Russel Hanson,  Πρότυπα Ανακάλυψης, μετάφραση: Γ. Παρασκευόπουλος, Δ. Παπαγιαννάκος, Β. Κιντή, ΠΕΚ 2002, σ. 13], ο οποίος, με τη σειρά του, για την «οργάνωση» παραπέμπει στις Φιλοσοφικές Έρευνες του Wittgenstein: «Η οπτική μου εντύπωση μεταβλήθηκε και αναγνωρίζω, τώρα, πως δεν έχει μονάχα χρώμα και μορφή αλλά και μια ολότελα καθορισμένη “οργάνωση”. – Μεταβλήθηκε η οπτική μου εντύπωση· – πώς ήταν πρώτα; πώς είναι τώρα; – Αν την αναπαραστήσω με ένα ακριβές αντίγραφο – και δεν είναι άραγε τούτο μια καλή αναπαράστασή της; – δεν εμφανίζεται καμία αλλαγή». [ό.π., σ. 246].

5 Χρησιμοποιώ τον όρο με τον τρόπο του Max Weber.

6 Φράση με την οποία ο Γερμανός μαθηματικός David Hilbert έκλεισε την ομιλία του, επ’ ευκαιρία της συνταξιοδότησή του, απευθυνόμενος στους συναδέλφους του στο Σωματείο των Γερμανών Επιστημόνων και Φυσικών το 1930, θέλοντας έτσι να απαντήσει εμφατικά στο λατινικό απόφθεγμα «ignoramus et ignorabimus» («δεν γνωρίζουμε και δεν θα γνωρίσουμε»). Η φράση αυτή (στα γερμανικά: « Wir müssen wissen. Wir werden wissen.») είναι χαραγμένη στην επιτάφια στήλη που κοσμεί τον τάφο του στο Γκέτινγκεν.

7 Ludwig Wittgenstein, Tractatus LogicoPhilosophicus, μετάφραση: Θανάσης Κιτσόπουλος, Παπαζήση 1978, § 7, σ. 131.

8 «Δεν υπάρχει παρά ένα μονάχα φιλοσοφικό πρόβλημα πραγματικά σοβαρό: το πρόβλημα της αυτοκτονίας». Αλμπέρ Καμύ, Ο Μύθος του Σίσυφου, μετάφραση: Βαγγέλης Χατζηδημητρίου, Μπουκουμάνης 1973, σ. 11. [Η πρώτη πρόταση του βιβλίου.]

9 «Πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο». Στο ίδιο, σ. 145. [Η τελευταία πρόταση του βιβλίου.]

10 Μανόλης Αναγνωστάκης, ΥΓ., Νεφέλη 1992, σ. 25.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Διάφοροι καημοί

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Advertisements

Η δεξαμενή

—του Σόλωνα Σαρακενίδη—

Στην Ξάνθη της δεκαετίας του ’50 δεν είχαμε τίποτα. Η μόνη καθημερινή έγνοια της μάνας ήταν το φαγητό. Να βρει τα υλικά, να το μαγειρέψει (δύσκολη διαδικασία με την γκαζιέρα να καπνίζει), να το υπολογίσει σωστά ώστε να φτάσει για τα πέντε στόματα που ήμασταν τότε. Εμείς, τα παιδιά, μόλις έμπαινε το καλοκαίρι νιώθαμε σαν αποφυλακισμένοι. Κανείς δεν νοιαζόταν πού πάμε και πού γυρνάμε. Η θάλασσα δεν υπήρχε ακόμη στο καθημερινό λεξιλόγιο μας. Το ποτάμι όμως και η πισίνα αργότερα μπήκαν, σαν τόποι δροσιάς και ανεμελιάς. Το παγωτό επίσης ήταν είδος εν ανεπαρκεία, όπως και το ψημένο καλαμπόκι που σου έσπαζε την μύτη τα βράδια στη βόλτα, εκεί προς την γέφυρα. Γκαζόζες και πορτοκαλάδες, επίσης.

Τότε μέναμε σε ένα σπίτι με αυλή, για τρεις οικογένειες μαζί. Είχαμε βρει την κοινή συνισταμένη της συμβίωσης, χωρίς προστριβές και καυγάδες. Συνεννόηση των μανάδων για το πλύσιμο των ρούχων, που ήταν μια επίπονη διαδικασία με καζάνια και βράσιμο. Οπότε γινόταν κάπως συνεταιρικά αυτή η δουλειά. Αλλά και τα βράδια του καλοκαιριού, όταν δρόσιζε, το κοινό τραπέζι στηνόταν στην αυλή με το καρπούζι να κυριαρχεί στο δείπνο μας.

Σ’ αυτήν την αυλή, μαζί με τα δέντρα (αμυγδαλιές, κερασιές, βερικοκιές κ.ά., που όμως τα καρπωνόταν ο ιδιοκτήτης, ο οποίος ερχόταν και τα μάζευε), υπήρχε στο κέντρο της μια δεξαμενή: ένας κύκλος από τσιμέντο, ύψους περίπου 1,5 μ. με διάμετρο 4-5 μ. Δύο βρύσες, αντικριστά, η μια κοίταζε προς τα έξω και η άλλη μέσα στην δεξαμενή. Σε κάποιες απόπειρες που κάναμε να την γεμίσουμε διαπιστώσαμε ότι είχε ρωγμές στην βάση της και δεν μπορούσε να συγκρατήσει το νερό. Απογοητευμένοι παρατήσαμε την προσπάθεια.

Ένα καλοκαίρι όμως η ζέστη ήταν αφόρητη. Το μεσημέρι φτιάχναμε μικρές καλύβες από φτέρες και ξαπλώναμε έξω στην αυλή για δροσιά, με ό,τι ψευτοβιβλίο βρίσκαμε. Ήταν υπέροχα, κάτω από τις αμυγδαλιές. Αλλά εκείνη η δεξαμενή ήταν πάντοτε στο μυαλό μας. Το να βρεις τότε λίγο τσιμέντο ήταν πολύ δύσκολη επιχείρηση, ειδικά όταν δεν είχες φράγκο στην τσέπη. Για καλή μας τύχη όμως, ένας γείτονας εκείνη την περίοδο αποφάσισε να κάνει κάτι επιδιορθώσεις στο σπίτι του. Δεν αργήσαμε να τον πείσουμε να μας βοηθήσει. Για να πιστέψει όμως ότι το έργο του θα είχε γενικότερη απήχηση και ότι θα άκουγε ευχές και καλά λόγια από περισσότερα στόματα, του υποσχεθήκαμε ότι η δεξαμενή θα ήταν για όλα τα παιδιά της γειτονιάς.

Έτσι κι έγινε. Έκλεισε όλες τι ρωγμές. Περιμέναμε με αγωνία να στεγνώσει το τσιμέντο, για να κάνουμε την πρώτη δοκιμή. Ήταν επιτυχημένη. Οπότε ξεκινήσαμε το γέμισμα.

Έκανε 3-4 μέρες να γεμίσει. Τρέχαμε κάθε τόσο με ένα ξύλο να μετρήσουμε την στάθμη της. Ευτυχώς τότε το νερό δεν χρεωνόταν με το κυβικό. Νομίζω δεν χρεωνόταν καθόλου. Η ημέρα που γέμισε —κάπου στα μέσα Ιουλίου— ήταν από τις ομορφότερες της ζωής μου. Την πρώτη βουτιά την κάναμε εμείς του σπιτιού (ήμασταν δύο) και στη συνέχεια καλέσαμε και όλα τα παιδιά της γειτονιάς. Ήταν πολλά τα παιδιά και η δεξαμενή ξεχείλισε, αλλά αναπληρώναμε το βράδυ ότι χάναμε την ημέρα. Οι μάνες μας δεν διαμαρτύρονταν. Είχε γλιτώσει και το κεφάλι τους από μας.

Εκείνο το καλοκαίρι ήταν από τα δροσερότερα της ζωής μου.

* * *

swimmer-in-yellow-gareth-lloyd-ball

Εικόνα εξωφύλλου: Gareth Lloyd Ball

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Διάφοροι καημοί

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Υπέρ πίστεως

—της Μαρίκας Τσεβά—

Είμαι συνειδητά άθεη από τα δεκαπέντε μου. Δεν με επηρέασε κάτι ώστε να «απαρνηθώ την πίστη μου», ούτε άνθρωπος ούτε βιβλίο (ή ταινία, τραγούδι κ.λπ.). Ούτε είχα καμία κόντρα επιφοίτηση, αλίμονο. Μόνη μου αποφάσισα ότι δεν γίνεται να πιστεύω σε κάτι που δεν έχει αποδειχτεί ότι υπάρχει – πόσο μάλλον να βασίσω τη δική μου ύπαρξη σε μια αβάσιμη πεποίθηση. (Ήθελα αποδείξεις. Ακολουθούσα, χωρίς να το ξέρω, μια παράδοση που ξεκινάει από τους προσωκρατικούς. Ορθολογισμός, αυτή η μάστιγα.)

28f701b9b472494b29a19f904d91d84c

Πέρασαν μερικά χρόνια κατά τη διάρκεια των οποίων απλώς αδιαφορούσα για το θέμα. (Those were the days of wine and roses – τότε που ήμουν αθάνατη, όπως όλοι οι έφηβοι.) Από την ενηλικίωση και πέρα, πέρασα στη φάση όπου θεωρούσα όλους ανεξαιρέτως τους πιστούς αφελείς. Δήλωνα, τάχαμου μεγαλόθυμα, «ζηλεύω αυτούς που πιστεύουν». Δολίως υπονοούσα ότι ζήλευα την άγνοιά τους και τη συνεπακόλουθη γαλήνη του απόντος πνεύματός τους: μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι και τα σχετικά. (Τη δολιότητα μου αυτή την ομολογώ τώρα· τότε την αρνιόμουν μετά βδελυγμίας, ως όφειλα λόγω ηλικίας.) Τους ζήλευα, δήθεν, που δεν κούραζαν το μυαλό τους, αυτοί οι πνευματικά νεκροί. Ένοχη έπαρσης και αλαζονείας, αναμφίβολα. (Και πνευματικά οκνηρή: σαν να ’κλεβα εκκλησία.) Με την πάροδο του χρόνου, κατάλαβα ότι έσφαλα. (Όχι ουσιαστικά, αλλά πρακτικά. Ο χρόνος σ’ το κάνει αυτό: υποβάλλει την ουσία στη βάσανο των πράξεων.) Στις παρυφές της μέσης ηλικίας, άλλαξα βιολί. (Ή μάλλον: δεν άλλαξα βιολί, αλλά το κουρντίζω αλλιώς.) Δεν έχω πλέον τόσο έντονα συναισθήματα για το θέμα. Δέχομαι το «credo quia absurdum» («πιστεύω επειδή είναι παράλογο») ως επαρκή συνθήκη πίστης, ως επιλογή ζωής. Σέβομαι.

Δεν «ζηλεύω» πια τους πιστούς επειδή πιστεύουν. Δεν τους ζηλεύω ούτε χωρίς εισαγωγικά. Αντιθέτως, τους κατανοώ – κι ας διαφωνώ. Σέβομαι, κατ’ επιλογήν, τις παραδόσεις μιας κοινωνίας της οποίας είμαι μέλος. Όχι επειδή πρέπει, όχι επειδή με υποχρεώνουν, αλλά επειδή θέλω να είμαι μέλος της. Αυτό δεν αλλάζει τις  πεποιθήσεις μου: πιστεύω σ’ αυτά που πιστεύω (γιατί σε κάτι πιστεύω κι εγώ τελικά, κι ας λένε). Πιστεύω απαρέγκλιτα (μέχρι αποδείξεως του εναντίου). Δηλαδή, όχι δογματικά. Αν υπάρχει Λόγος, αλλάζω γνώμη. Γνώμη, όχι στάση. Ή μάλλον, ακόμα και στάση· πάντως, όχι υπόσταση. (Δεν μου χρειάζεται εγχειρίδιο θεόπνευστης ηθικής για να διάγω ενάρετο βίο.) Εξακολουθώ να μην έχω μεταφυσικές ανησυχίες. Ο δικός μου θεός δεν υπάρχει. Υπάρχουν όμως αναρίθμητες θρησκείες, οι περισσότερες εκ των οποίων είναι υπεύθυνες για σωρεία εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, διαχρονικά. (Δεν φταίνε οι θρησκείες, ως τέτοιες· φταίει εκείνος που τις χρησιμοποιεί κατά το δοκούν: ο άνθρωπος. Ο οποίος τις κατασκεύασε για ίδιον όφελος ή/και για παραμυθία: ανθρώπινο· πολύ ανθρώπινο.)

Από την άλλη, έχω υποστείλει τη σημαία του ανένδοτου ορθολογισμού. Έχω πάψει να πολεμάω τους θεούς – και τους ένθεους. Δεν έχει νόημα. (Καλύτερα: έχει νόημα, αλλά εγώ δεν έχω ούτε τον χρόνο ούτε το κουράγιο γι’ αυτό τον πόλεμο.) Εννοείται ότι εμμένω στις ιστορικές βεβαιότητες, έστω και για λόγους αρχής. Αλλά ως εκεί: δεν τις τρίβω πια στα μούτρα των άλλων· έχω πάψει να κατασκευάζω «εχθρούς». Τώρα συζητάω ήρεμα· διαλέγομαι. (Υπό αυτή την έννοια, είμαι χριστιανικότερη πολλών χριστιανών.) Δεν υπάρχουν (έγκυρες) αποδείξεις ούτε για την ύπαρξη ούτε για την ανυπαρξία τού (όποιου) θεού. Οι ενδείξεις (και η λογική) λένε πως είναι πιθανότερο να μην υπάρχει παρά να υπάρχει. (Υπάρχει σίγουρα η Ιδέα του Θείου στο μυαλό ενός πιστού – κι αυτό, ασφαλώς, λίγο δεν είναι. Μόνο που πρόσβαση στο μυαλό τού καθενός έχει μονάχα ο ίδιος· τελεία και παύλα.) Με τις ενδείξεις όμως δεν κάνουμε δουλειά. (Ούτε και με τη λογική, θεός φυλάξοι!) Συνεπώς;

bizarro_atheists

Συνεπώς, αφήνουμε (αφήνω: καλύτερα στον ενικό – εκεί είναι ευκολότερη η ανάληψη ευθυνών) το ζητούμενο για τις επόμενες γενιές. Στο μέλλον, το πρόβλημα είτε θα καταπέσει (και θα ξεχαστεί), ως κατ’ ουσίαν μη-πρόβλημα, είτε θα λυθεί, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Τι θ’ απογίνει; Πού να ξέρω; Κανείς δεν ξέρει. Οι προβλέψεις για το μέλλον είναι η απόλυτη ανοησία: ποιον αφορούν; Εμάς, που δεν ξέρουμε την τύφλα μας για το μέλλον, ή εκείνους, τους μακρινούς απογόνους μας, που ήδη θα το ζουν; Κανέναν! Οι εικασίες μας βασίζονται στη λογική και στα δεδομένα – και η λογική ποτέ δεν ήταν το φόρτε της ανθρωπότητας· επίσης, ούτε τα δεδομένα αισθάνονται πολύ καλά τώρα τελευταία.

Αν περνούσε από το χέρι μου, θα ήθελα να συνεχίσω στο επέκεινα ως ό,τι να ’ναι – είτε στην κόλαση, είτε στον παράδεισο, είτε κάπου αλλού (ποιος ξέρει, σωστά;). Η μετακόσμιος ζωή, σε κάθε περίπτωση (και ιδίως αν δεν υπάρχει), προσφέρει άπειρες ευκαιρίες. Κι έτσι που δεν πιστεύω στην αιωνιότητα (τη δική μου και μόνο – για των άλλων δεν παίρνω όρκο), η όποια έκπληξη θα μου είναι απείρως ευχάριστη. Δεν προσδοκώ ανάσταση νεκρών, αυτό προκύπτει αβίαστα από τα μέχρι τώρα· αλλά αυτό δεν με εμποδίζει να χαίρομαι στην Ιδέα της Ανάστασης – Εκείνου, του Άλλου, όλων μας. Κι αυτό γιατί, κατ’ αρχήν, πιστεύω στις Ιδέες.

Καλή Ανάσταση, λοιπόν. Και ό,τι έχει ο καθένας ας φέρει.

* * *

blind-faith-atheism-pic1

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Διάφοροι καημοί

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

 

 

Γιατί φιλάμε;

14054153_1105242036231853_957125808197990562_n

—του Σάκη Κουρουζίδη—

Τι επιδιώκουν οι άνθρωποι μέσω του φιλιού;

Πέρα από την υλική διάσταση του φιλιού, που είναι προφανές ότι δεν εξαντλεί το θέμα, το «όργανο» του φιλιού, τα χείλη, η γλώσσα -ή η μύτη- μπορούν να πετύχουν την «πλήρη κτήση» του άλλου ή έχει πεπερασμένες δυνατότητες λόγω του ότι δεν μας επιτρέπει «να γευτούμε και ν΄ απολαύσουμε όχι μόνο ένα στόμα αλλά ολόκληρο το προσφιλές πρόσωπο», …«να επιτύχουμε την υψηλότερη μορφή κτήσης» του;

rodin

Ο Αλαίν ντε Μποττόν, εμπνέεται από τον Προυστ και μας δίνει μια εκδοχή του:

5ee0d58d-d751-45ff-80ad-36de22345168_2Στον άνθρωπο, ον φανερά λιγότερο ατελές από τον αχινό ή και τη φάλαινα, λείπουν ακόμη ορισμένα βασικά όργανα, και συγκεκριμένα δεν διαθέτει κανένα για το φιλί. Την έλλειψη αυτή την αντικαθιστά με τα χείλη και ίσως έτσι να εξασφαλίζει ένα αποτέλεσμμα πιο ικανοποιητικό παρά αν ήταν αναγκασμένος να χαϊδεύει την αγαπημένη του με χαυλιόδοντες. Τα χείλη όμως, φτιαγμένα για να φέρνουν στον ουρανίσκο τη γεύση από ότι δελεάζει, πρέπει να περιορίζονται, δίχως να καταλαβαίνουν το λάθος τους και δίχως να ομολογούν την απογοήτευσή τους, σε περιδιαβάσεις επιφανειακές και να προσκρούουν στο περιτείχισμα του αδιαπέραστου και ποθητού μάγουλου.

Γιατί φιλάμε; Σ’ ένα επίπεδο, απλώς για να προκαλέσουμε ένα ευχάριστο ερέθισμα τρίβοντας μια περιοχή νευρικών απολήξεων σε μια αντίστοιχη επιφάνεια απαλού, σαρκώδους, υγρού ιστού. Κατά κανόνα, όμως, οι προσδοκίες με τις οποίες προσεγγίζουμε την προοπτική ενός αρχικού φιλιού δεν περιορίζονται σ’ αυτό. Επιχειρούμε να γευτούμε και ν΄ απολαύσουμε όχι μόνο ένα στόμα αλλά ολόκληρο το προσφιλές πρόσωπο. Με το φιλί ελπίζουμε νε επιτύχουμε την υψηλότερη μορφή κτήσης. Ο πόθος που μας εμπνέεται από το άτομο αυτό υπόσχεται να τερματιστεί, όταν επιτραπεί στα χείλη μας να πλανηθούν ελεύθερα πάνω στα δικά του […] Η τριβή των χειλιών του στα δικά της (σσ. της Αλμπερτίν) δεν του επιτρέπει να νιώσει τίποτε περισσότερο από αυτά που θα ένιωθε αν την άγγιζε με κεράτινο χαυλιόδοντα. Λόγω της θέσης που έχουν πάρει για να φιληθούν, δεν μπορεί καν να τη δει, κι επιπλέον η μύτη πιέζεται, εμποδίζοντάς τον ν’ αναπνεύσει. […] …καθώς ο Προυστ αφηγείται πόσο απογοητευτικό αποδεικνύεται, υποδηλώνει και την ευρύτερη δυσκολία που συναντάμε όταν επιχειρούμε να αξιολογήσουμε εμμένοντας στην υλική διάσταση. […] Απογοητευμένοι από το φιλί, διατρέχουμε τον κίνδυνο να προσάψουμε την απογοήτευσή μας στην πληκτικότητα του ατόμου που φιλάμε αντί να την αποδώσουμε στους περιορισμούς της ενέργειάς μας.

Αλαίν ντε Μποττόν, Πώς ο Προυστ μπορεί να αλλάξει τη ζωή σου, μετάφραση: Γιάννης Ανδρέου, Εκδόσεις Πατάκη, 2006

Εικόνες: το εξώφυλλο του βιβλίου, «Το Φιλί» του Constantin Brâncuși (1908) και δυο φιλιά του Rodin.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Διάφοροι καημοί

Το dim/art στο facebook

follow-twitter-16u8jt2 αντίγραφο

Κράνη, μυοσωτίδες, άνθη των τάφων

—του Γιώργου Τσακνιά—

Από το πρωί μού έχει κολλήσει ο στίχος: «κράνη, μυοσωτίδες, άνθη των / τάφων…» Ξέρω από πού είναι (Tristan Corbière, μετάφραση Καρυωτάκη, από τα Άπαντα του 2ου) και ξέρω ότι το θυμάμαι λάθος: τι σχέση μπορεί να έχουν τα κράνη με τα άνθη των τάφων; Καλά, μπορεί να έχουν, αλλά μάλλον δεν έχουν εν προκειμένω. Και οι μυοσωτίδες; Οκ, κάποιο λουλούδι, αλλά τι όνομα είναι αυτό; Θυμίζουν αυτιά ποντικιών; Με το ντους προσπαθώ, εκτός από τη ζέστη και τον ύπνο, να διώξω και τις παρανοϊκές εικόνες ποντικιών-Hell’s Angels με κράνη και λουλούδια στ’ αυτιά, πάνω σε τσόπερ, να επισκέπτονται τον τάφο του Duane Allman στο κοιμητήριο Rose Hill, Georgia.

Hells-Mice--16474.jpg

Έτσι περνάει η πρωινή ρουτίνα (ντους, τοστ, καφές κ.λπ.), με τη μουρμουριστή επανάληψη του λάθος στίχου ως μάντρα, μέχρι που αναζητώ το βιβλίο (με τον καφέ στο χέρι πλέον) και εντοπίζω το ποίημα: «Κρίνοι», όχι «κράνη», φυσικά. Εγώ πάντως τα συνήθισα τα κράνη. Και, στο κάτω κάτω, «το λάθος είναι ανώτερο της τέχνης», που λέει και η Ελένη Κεχαγιόγλου.

Γκουγκλάρω βιαστικά και βρίσκω ότιΠερί τα τέλη Φεβρουαρίου – αρχές Μαρτίου, όταν φεύγει αργά – αργά ο βαρύς χειμώνας της Δυτικής Μακεδονίας κι έρχεται με βήμα γοργό η ποθητή Άνοιξη, πρωτοεμφανίζεται στις απάνεμες τοποθεσίες τής καστοριανής υπαίθρου, σε άπειρους αριθμούς, και στολίζει το νεόφυτο γρασίδι της ένα μικρό μπλε αγριολούλουδο. Το λουλουδάκι αυτό, που σηματοδοτεί για τους φιλανθείς Καστοριανούς τον ερχομό της ερατεινής Άνοιξης, είναι γνωστό στην πατρίδα μας με το αρχαιοελληνικό όνομα «Μυοσωτίς», που σημαίνει ποντικοαυτάκι (λόγω της ομοιότητάς του με τα αυτιά του ποντικού!), καθώς και με την περίεργη διεθνή ονομασία «Μη με λησμόνει». 

6d6f2de285276d161d034cd3d8384607

Πάντως στην ετυμολογία της μυοσωτίδος έπεσα μέσα — όχι ότι ήταν και δύσκολο.

Γιατί ο Καρυωτάκης, που ήταν εξαιρετικός ποιητής και εξαιρετικός μεταφραστής ποίησης, προτίμησε την ονομασία «μυοσωτίδες» από την πολύ πιο εύηχη και σχετική με τάφους «μη με λησμόνει», που στο κάτω κάτω είναι κι αυτή πεντασύλλαβη και παροξύτονη, συνεπώς βολεύει εξίσου στο μέτρο και στον ρυθμό του ποιήματος; Ήταν συνειδητή επιλογή ή μήπως έφτασε, μέσω λεξικών, στη λέξη «μυοσωτίς» και, για κάποιον λόγο, του διέφυγε ο δεύτερος όρος; Μάλλον δεν θα το μάθουμε ποτέ. Τελειώνω τον καφέ μου βαστικά και φεύγω για τη δουλειά, διώχνοντας τις τελευταίες τσόπερ από το κεφάλι μου. Ορισμένως (που λέει και ο Καρυωτάκης) να θυμηθώ να γράψω κάποτε ένα δοκίμιο για τη μνήμη, την ποίηση και τους συνειρμούς. Ιδού και το ποίημα:

Φύγε τώρα, κομμωτή κομητών!
Χόρτα στον άνεμο και τα μαλλιά σου.
Φωσφορισμούς θ’ αφήνουν τα βαθιά σου
άδεια ματιά, φωλιές των ερπετών. 

Κρίνοι, μυοσωτίδες, άνθη των
τάφων, θα γίνουνε μειδίαμά σου.
Φύγε τώρα, κομμωτή κομητών!
Δοξάρια σιωπηλά τα κόκαλά σου. 

Το βαρύ πια μην κάνεις. Των ποιητών
τα φέρετρα, παιχνιδάκια, στοχάσου,
είναι κι αθύρματα νεκροθαπτών.
Φύγε τώρα, κομμωτή κομητών!

Tristan Corbière, μετάφραση Κ. Γ. Καρυωτάκης
(Κ. Γ. Καρυωτάκη, Άπαντα, τόμος 1ος, Αθήνα 1965).

corbiere

Πορτέτο του Tristan Corbière από τον Antoon Derkinderen

cressy-brook-s-green-side-forget-me-not-written-and-drawn-by-walter-crane

* * *

SAMSUNG DIGITAL CAMERA

Εικόνα εξωφύλλου: Alexandre Dang, «Λιβάδι γεμάτο με μη-με-λησμόνει που χορεύουν χρησιμοποιώντας ηλιακή ενέργεια», εγκατάσταση, Serres royales de Laeken 2009. 

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Διάφοροι καημοί

Το dim/art στο facebook

follow-twitter-16u8jt2 αντίγραφο

 

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Η αγωνία του συγγραφέα μπροστά στη λευκή σελίδα

HorrorVacui_1

—της Σεβαστής Λιοναράκη-Χρηστίδου—

Πριν ακόμα ανοίξω καλά καλά το τετράδιο, ένα παιδικό πρόσωπο γεμάτο φακίδες, πρόβαλε μέσα από την Καλύβα του Μπάρμπα Θωμά, αναρριχήθηκε στην πρώτη τσάκιση της σελίδας και ήρθε και στρογγυλοκάθισε στην πρώτη σειρά. «Περάστε κόσμε, περάστε κόσμε, ασώματος η κεφαλή, περάστε», φώναζε τραγουδιστά. Σε χρόνο μηδέν στις πρώτες γραμμές εμφανίστηκαν οι αδελφοί Μαρξ, ο Μαρξ του Κεφαλαίου και ο Marks χωρίς τον Spencer, να παίζουν ανοικτή πόκα με κλειστά τα χαρτιά τους. Δυο αράδες πιο κάτω ο Ιούδας μετρούσε τα τάλαντά του και ο ζηλιάρης Σκρουτζ τον κοιτούσε με φθόνο. Ο Ιονέσκο καβάλα στον ρινόκερό του, κατάφερε να χωθεί ανάμεσα στην έκτη κι έβδομη γραμμή απαγγέλλοντας με στόμφο ατάλαντου Έλληνα ηθοποιού στην Επίδαυρο, αρχαία τραγωδία. Λίγο πιο κάτω ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Φεστιβάλ Αθηνών αγκομαχώντας έσπρωχνε τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ για τον πολιτισμό στο περιθώριο της σελίδας. Μέσα στην αναμπουμπούλα ο Σαρτρ έχτισε γρήγορα τον τοίχο του δίπλα στο τείχος του Βερολίνου στην δέκατη σειρά, αφήνοντας ένα ελάχιστο πέρασμα για την πολυπόθητη μετακίνηση από Ανατολή προς Δύση. Στη στιγμή όρμησε στην επόμενη γραμμή από το στενό αυτό πέρασμα ο Παπαδόπουλος της Απριλιανής παρέας και πήγε να κάτσει και να ξαποστάσει στο παγκάκι των χιλίων και ενός ερώτων και μουσικών φθόγγων της Σεχραζάτ. Στο απέναντι παγκάκι η ηθική ελευθεριότητα του Μαρκησίου Ντε Σαντ, μακάρια ξαπλωμένη στην αγκαλιά του θαύμαζε τα άνθη του κακού. Ο σύντροφος Στάλιν καθισμένος λίγο πιο πέρα σε ένα παγκάκι μόνο για έναν, είχε ήδη απλώσει τα πόδια του με άνεση και ρωτούσε τον Μολότοφ που μόλις είχε διασχίσει τον ήρεμο Ντον με μια πιρόγα, πώς αισθανόταν μόλις λίγα λεπτά πριν εκραγεί; Ένας πονηρός Φλαμανδός ζωγράφος, απέχοντας ως καλλιτέχνης της πολιτικής, τους προσπέρασε γρήγορα – γρήγορα μην καεί και η δική του γούνα, και έστησε στην επόμενη γραμμή την παλέτα του ζωγραφίζοντας ατέρμονα νεκρές φύσεις με ζωντανά συναισθήματα. Ο Λέοναρντ Κοέν ανεβαίνοντας αργά-αργά τις γραμμές ξάπλωσε αναπαυτικά στο κενό τους, σκίασε με το καπέλο του Μπόγκαρντ τα μάτια του και ψιθύρισε με κατάνυξη το τελευταίο βαλς στη Βιέννη κοιτώντας βουρκωμένος την Τζάνις Τζόπλιν να χορεύει εκστασιασμένη κάπου μεταξύ δέκατης τρίτης γραμμής και ουρανού. Εν τω μεταξύ οι αδελφοί Κοέν παρέα με τον άνθρωπο που δεν ήταν εκεί, συζητούσαν με τον Γούντι Άλεν για το σοβαρό πρόβλημα του νευρικού εραστή που όλο και ανέβαινε ασθμαίνοντας μέχρι τη δέκατη έκτη σειρά, και όλο γλιστρούσε προς το τέλος της σελίδας προσπαθώντας συγχρόνως να αποφύγει τις πέτρες που κυλούσαν στα διάκενα των γραμμών μόλις άνοιγε το στόμα του ο Μπομπ Ντύλαν. Τότε βρήκε την ευκαιρία το συναίσθημα να δραπετεύσει από όλα τα πρωινά του κόσμου και να κρυφτεί πίσω από τις επόμενες αράδες της σελίδας ελπίζοντας ότι χιλιοειπωμένες λέξεις, αναστολές και αναβολές θα το εξαιρέσουν για άλλη μια φορά. Το κενό των κενών γραμμών ήρθε να γεμίσει μια παρέα από ονειροπολήματα μιας άλλης εποχής, αποφασισμένα να διοργανώσουν αξέχαστες γιορτές. Όλη η αυτοκρατορία των αισθήσεων — πρόσωπα, γεγονότα, φόβοι και ηδονές στρογγυλοκάθισαν γύρω από ροτόντες και λειαίνοντας τις αιχμές άρχισαν να συζητάνε για αγγλοσαξονικές εξοχές και πύργους χτισμένους στην άμμο, εκεί δίπλα στον μεγάλο ανεξερεύνητο ωκεανό των ονείρων. Στη συνέχεια γεύτηκαν με παριζιάνικη φινέτσα και συνοδεία ανατολίτικης μουσικής την εξαίσια πουτίγκα της γιαγιάς στα λεπτεπίλεπτα πορσελάνινα πιάτα με αναπαραστάσεις κυνηγιού και άπλωσαν τα μακριά τους πόδια στο υπόλοιπο της σελίδας για να ξεκουραστούν. Ο ένας από τους επτά δυνατούς και πιστούς Σαμουράι πέρασε κάτω από τα πόδια τους και εκεί, στη σκιά των τελευταίων σειρών, έπλεξε το εγκώμιο της σκιάς, που φώτιζε τώρα τόσο καθαρά όλη τη σελίδα.

«Ποιος κυβερνάει επιτέλους αυτό το χάος;» φώναξα έντρομη. «Ουδείς τολμάει» μου απάντησε ένας λαθρεπιβάτης έρωτας, χωμένος στην παρανομία μεταξύ εικοστής πρώτης και εικοστής δεύτερης σειράς. Τους κοίταξα όλους πρώτα ρίχνοντας μια διαγώνια ματιά σε όλη τη σελίδα και στη συνέχεια κοιτώντας έναν -έναν ξεχωριστά στα μάτια και με ύφος που δεν σήκωνε αντίρρηση, «Εγώ θα επιμεληθώ το χάος», δήλωσα, πήρα την πένα μου και γύρισα σελίδα.

* * *

HorrorVacui_1

Εικόνα εξωφύλλου: Andrew Phillips, «Horror vacui I»

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Διάφοροι καημοί

Το dim/art στο facebook

follow-twitter-16u8jt2 αντίγραφο

 

Οι απεχθείς

—Της Χριστίνας Παπαβασιλείου—

Κάποιος πρέπει να μιλήσει και γι αυτούς. Τους αδικημένους της λογοτεχνίας, της ιστορίας, της θρησκείας. Τους αδικημένους που είναι τα εξιλαστήρια θύματα, που είναι ο εύκολος στόχος για το πετροβόλημα, αλλά χωρίς την ύπαρξή τους, εάν δεν είχαν εμπλακεί, κανένας δεν θα θυμόταν τον δικαιωμένο και πολυαγαπημένο πρωταγωνιστή.

The Little PrinceΤι εννοώ. Πάρτε παράδειγμα τον Μικρό Πρίγκιπα. Εγώ ήμουνα με το φίδι. Αν δεν δάγκωνε το χαζόπαιδο, τι θα έλεγε το όλο αφήγημα; Τίποτα. Απλώς θα ήταν ένα παιδί που θα χαζολόγαγε πηγαίνοντας από πλανήτη σε πλανήτη. Μπαίνει το φίδι, δαγκώνει, γιατί του το ζήτησαν, δεν το έκανε αυτοβούλως, επιτυχία. Κλαίνε γενεές συνεχόμενα. Άρα, ποιος ήταν ο ήρωας που θυσιάστηκε; Το βλαμμένο; Όχι βέβαια, το φιδάκι ήταν. Άσε που η επιλογή του συγκεκριμένου ζώου ήταν τόσο εύκολη, αυτό το έρμο είχαν πάλι κατηγορήσει αιώνες πριν, τότε, με τον Αδάμ και την Εύα. Αν δεν είχε πείσει την Εύα να φάει το μήλο, ποιος θα θυμόταν το ζεύγος; Κανείς, διότι πρώτον έτσι όπως τα λένε οι γραφές δεν θα είχαμε υπάρξει, αλλά κι αν κάπως τα είχαμε καταφέρει κι ήμασταν σε τούτη την γη που την πατούμε, ο Αδάμ και η Εύα θα ήταν κάτι χαζοχαρούμενα που θα βόλταραν πάνω κάτω στους αγρούς.

Γιάννης Αγιάννης – Ιαβέρης: Έκλεψε, δεν έκλεψε; Μπορεί να πείναγε, καμιά αντίρρηση, αλλά ο άλλος ήταν σε εντεταλμένη αποστολή. Το καθήκον του έκανε ο άνθρωπος, με υπερβολικό ζήλο μεν, αλλά σε αυτό ήταν ταγμένος. Αν δεν το έκανε, δεν θα ήταν κακός επαγγελματίας ; Μπορεί να τον απολύανε, να μην είχε λεφτά να ζήσει, να αρχίσει κι αυτός να κλέβει καρβέλια και που θα οδηγείτο η κοινωνία μας λέω και φωνάζω.

LES MISERABLES

Σπάρτακος με Κράσσο: Και μόνο ότι ο δεύτερος έχει αυτό το όνομα, έχει την αμέριστη συμπάθειά μου. Τι ήθελε δηλαδή ο άλλος, αφεντικά και δούλοι ίσα γίναμε ούλοι; Αν δεν τον έπιανε, δεν τον σταύρωνε, θα γνώριζε τόσες δόξες, όπερες, σειρές ο Σπάρτακος; Ούτε που θα τον θυμόμασταν.

Snow WhiteΧιονάτη vs Κακιά Μητριά: Το αγαπημένο μου. Έχει καταφέρει η άλλη, ενώ έχει ήδη μπει στην κλιμακτήριο, να τον στεφανωθεί τον βασιλιά, δεν της φτάνουν οι εξάψεις που τραβάει, δεν της φτάνει η στενοχώρια που μαραίνεται, της έχει ξεμείνει κι η χαζοβιόλα με τα χειλάκια της, τα μαγουλάκια της, τα βυζάκια της τσίτα, να παραπονιέται γιατί δεν την αγαπάει η δεύτερη μανούλα. Δεν προλαβαίνει καλή μου, αλλάζει μπλούζες από τους ιδρώτες, αυτό το μάτι το κακό που έβλεπες δεν ήταν αυτό που νόμιζες, ήταν το παιγμένο από τον χαλασμένο θερμοστάτη. Κι αφού την απέλπισες με τις εφηβικές σου ανησυχίες είπε να σε στείλει διακοπές στο δάσος να πάρεις καθαρό αέρα να ξελαμπικάρεις. Μια χαρά σε πήγε, πήρες και το άλλο ζαβό που φίλαγε ότι έβρισκε κι έμεινε η άλλη να μαραζώνει. Και να ζεσταίνεται. Συνέχεια.

Μπάτμαν και Τζόκερ: Την ταινία που τον Τζόκερ τον υποδύεται ο Τζακ Νίκολσον την έχετε δει; Αν ναι, συμφωνείτε σίγουρα ότι το αστέρι ήταν ο κακός Τζόκερ και I rest my case.

Batman Jack Nicholson joker

Δαβίδ – Γολιάθ: Πήγε το μπασμένο να τα βάλει με τον λεβεντοπαλίκαρο. Στην γειτονιά μου, τα πιτσιρίκια που πήγαιναν με σφεντόνες και έσπαγαν τις λάμπες, οι ενήλικοι τα λέγανε κωλόπαιδα. Κάντε μόνοι σας τον συσχετισμό, άσε που κι ο μετέπειτα βίος του κοντού με δικαιώνει περίτρανα.

Και καταλήγουμε στο Νο 1 ζευγάρι: Χριστός από την μία, ο επονείδιστος Ιούδας από την άλλη. Θα παρακαλούσα οι θρησκευάμενοι να αποχωρήσουν από το κείμενο. Εδώ είναι το μεγάλο κρίμα κι άδικο. Δεν θα καταφύγω σε απαγορευμένα ευαγγέλια γα να υπερασπιστώ τον Ιούδα. Δεν χρειάζεται, τα λένε από μόνοι τους οι επικριτές του. Όλοι καταλαβαίνετε ότι χωρίς την συμβολή του δεν θα είχε ξεκινήσει μια ολόκληρη θρησκεία, τα λιοντάρια θα είχαν γίνει πετσί και κόκκαλο στις αρένες επί Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, δεν θα είχαν γίνει Σταυροφορίες, οι Αφρικανικές φυλές και οι Ινδιάνοι θα ζούσαν άπιστοι μεν, μια χαρά δε, δεν θα είχαν ρίξει ανάθεμα στον Καζαντζάκη, αλλά ούτε θα είχε γράψει το σίκουελ ο Χριστός ξανασταυρώνεται και η Τήνος θα ήταν ένα πολύ ωραίο νησί γιατί δεν θα είχε τόση πολυκοσμία.

Judas Iscariot (right), retiring from the Last Supper, painting by Carl Bloch, late 19th century
Judas Iscariot (right), retiring from the Last Supper, painting by Carl Bloch, late 19th century

Και μην πεταχτεί κανείς να πει για τα τριάντα αργύρια, έχει αποδειχθεί ότι δεν ήταν και κανένα φοβερό ποσόν, δεν το έκανε για τα λεφτά ο καημένος, ο Χριστός τον έβαλε να το κάνει κι επειδή ο Ιούδας τον πίστευε και τον αγάπαγε, υπάκουσε. Άρα, ποιος φταίει, ε; Θα μου πείτε, αυτό μυαλό δεν είχε; Κι απαντώ. Τι μυαλό να είχε, που τους έσερνε ο άλλος τρία χρόνια στις ερημιές, νηστικούς και να τους πιπιλάει και το κεφάλι από πάνω. Κουρκούτι είχανε γίνει όλοι τους γιατί δεν σταμάταγε και να μιλάει. Και τα έλεγε και κάπως, δεν ήτανε νέτα σκέτα. Τους τσάκισε στο συμβολικό, να βρουν αυτοί το νόημα, ενώ το ήξερε ότι δεν είχε διαλέξει και τίποτα τζιμάνια. Αμ σε κείνο το άφτερ ντίνερ, δεν του έριχνε συνέχεια μπηχτές; Και να απαντάνε όλοι οι άλλοι, εγώ Κύριε, εγώ Κύριε; Μα δεν ξέρανε τι τους γινόταν μα εκεί να μην λένε να σωπάσουν, τον μπουρλιώτιασαν αν είχε έστω και λίγες αμφιβολίες, τον έκαναν να πράξει όπως έπραξε.
Γι αυτό σας λέω, δεν έφταιγε ο Ιούδας!

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Διάφοροι καημοί

Το dim/art στο facebook

follow-twitter-16u8jt2 αντίγραφο