Γελοιοποιώντας τον πόνο των άλλων

Down Town

—της Εύης Τσακνιά για τη στήλη Παροράματα και ημαρτημένα

Αν μου ζητούσαν να βάλω τίτλο στην φωτογραφία του εξωφύλλου του Downtown που κυκλοφόρησε χθες (10/3/2016), εν είδει τυφλής γευσιγνωσίας, χωρίς να βλέπω το όνομα του περιοδικού ή οποιαδήποτε άλλα σχόλια στο εξώφυλλο —όπου ποζάρουν σοβαροί με σωσίβια και κουβέρτες επιβίωσης εννέα επώνυμοι ενήλικες, τηλεπαρουσιαστές, ηθοποιοί, τραγουδοποιοί, δημοσιογράφοι, ένα μοντέλο και ένα παιδί— η μοναδική μου εκδοχή θα ήταν να παραφράσω τον τίτλο του γνωστού δοκιμίου της Σούζαν Σόνταγκ Παρατηρώντας τον πόνο των άλλων* σε «γελοιοποιώντας τον πόνο των άλλων».

Ο τίτλος του περιοδικού «Είμαστε όλοι πρόσφυγες», σε συνδυασμό με τη σκηνοθετημένη ενσυναίσθηση των εικονιζομένων με τα σωσίβια, ήρθε κι έβγαλε την τάπα για να ξεφουσκώσει η βάρκα και να μπατάρει το θέμα.

Γιατί πρόσφυγες δεν είμαστε όλοι. Είναι μόνο εκείνοι, να εξηγούμαστε. Εμείς ανησυχούμε, λυπόμαστε, κάποιοι βοηθούν και καλά κάνουν, αλλά μετά γυρνάμε σπίτι μας, δεν είμαστε πρόσφυγες.

Σαφώς, τα περιοδικά που ξέρουν καλά το target group τους —όπου στην προκειμένη περίπτωση το εν λόγω περιοδικό απευθύνεται σε ένα κοινό που μάλλον δεν θα διαβάσει εκτενή ρεπορτάζ ή αναλύσεις για το προσφυγικό στον Τύπο, γενικώς σπανίως διαβάζει οτιδήποτε πέρα από λεζάντες σε φωτογραφίες— πραγματικά εδώ πετυχαίνουν τον στόχο τους.

Πρόκειται απλώς για φωτογραφίες επωνύμων με λεζάντες, αδιάφορες και κοινότοπες, που κι αυτές είναι αμφίβολο αν θα κάτσουν να τις διαβάσουν.

Η σημειολογία των σωσιβίων, του σκοτεινού φόντου και των λυπημένων βλεμμάτων, έχει υποκαταστήσει τη δουλειά του λόγου.

Το περιοδικό λοιπόν είναι εντελώς συνεπές με το προφίλ του, την ύλη του και το κοινό του. Είναι εβδομαδιαίο, κάθε εβδομάδα πρέπει να πουλήσει τεύχη, το εξώφυλλό του είναι ο κράχτης του. Οπότε και είπε να διαφοροποιηθεί κάπως από το σύνηθες ύφος των εξωφύλλων του, λίγη ευαισθητοποίηση βρε αδερφέ λόγω της καταιγιστικής πραγματικότητας, στήνοντας μια προσεγμένη φωτογράφιση ατμοσφαιρικών πορτρέτων, με εσάνς προσφυγιάς. Εντελώς χοντροκομμένο και κακόγουστο, αλλά αναμενόμενο — και φυσικά όχι μοναδικό.

Το πρώτο εύλογο ερώτημα που γεννάται βέβαια είναι το εξής: Τι πίστεψαν ότι προσφέρουν αυτοί οι άνθρωποι με αυτήν τη φωτογράφιση και σε ποιόν;

Ας μη γελιόμαστε, δεν πρόκειται μόνο για την συγκεκριμένη φωτογράφιση, ούτε για το συγκεκριμένο περιοδικό, ούτε για τους συγκεκριμένους ανθρώπους.

parathrwntas-ton-pono-twn-allwnΠρόκειται πάντα για τα δυσδιάκριτα όρια της ανάμιξης των μη πασχόντων, των μη άμεσα εμπλεκομένων με το πεδίο του πόνου, ακόμα πιο δυσδιάκριτα στα χρόνια της εικόνας και των Μ.Μ.Ε, πρόκειται για το αναπάντητο ερώτημα της Σούζαν Σόνταγκ: ευαισθητοποιούν οι αναπαραστάσεις του πόνου των άλλων ή απλώς συνηθίζονται και σιγά-σιγά ξεχνιούνται;

Όπως αναφέρει η ίδια στο βιβλίο της, «ακόμα και την εποχή των κυβερνομοντέλων, ο νους εξακολουθεί να είναι όπως τον φαντάζονταν οι αρχαίοι, ένας εσωτερικός χώρος – σαν θέατρο – που δέχεται τις εικόνες, κι αυτές ακριβώς οι εικόνες μάς επιτρέπουν να θυμόμαστε. Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι άνθρωποι θυμούνται μέσα από τις φωτογραφίες αλλά ότι θυμούνται μόνο τις φωτογραφίες. Αυτή η μνήμη μέσω φωτογραφίας επισκιάζει άλλες μορφές κατανόησης και ανάμνησης».

Κάπου εκεί, στα δυσδιάκριτα όρια μεταξύ της φωτογραφίας που έχει σκοπό να ευαισθητοποίησει για κάποιο γεγονός και της ανάκλησης του ίδιου του γεγονότος, φιγουράρει και η φωτογραφία του κινέζου ακτιβιστή καλλιτέχνη Άι Γουέι-Γουέι, που αναπαριστά τον μικρό Αϊλάν ξαπλωμένος στα βότσαλα παραλίας της Λέσβου, σαν ξεβρασμένη φώκια.

Ai Wei Wei Lesvos

Ο ίδιος ο Αϊλάν και το κάθε παιδί σαν τον Αϊλάν δεν θα ξεχαστούν ούτως ή άλλως, όσοι κι αν ξαπλώσουν στα βότσαλα, όσο ψηλά και αν φτάσουν οι installations με τα σωσίβια, όσοι και αν φωτογραφηθούν φορώντας τα.

Το ίδιο το σκληρότατο γεγονός και όχι οι πρόχειρες αναπαραστάσεις του γεγονότος έχουν εγγραφεί για πάντα στον σκληρό δίσκο της μνήμης μαζί με την πραγματική ιστορία. «Η ανάμνηση είναι ηθική πράξη», αναφέρει η Σόνταγκ, «έχει εξ ορισμού ηθική αξία από μόνη της. Η μνήμη, όσο και να μας πονάει αυτό, είναι η μόνη σχέση που μπορούμε να έχουμε με τους νεκρούς».

Κι από την άλλη, «ίσως αποδίδουμε υπερβολικά μεγάλη αξία στη μνήμη, και όχι αρκετή στη σκέψη», προσθέτει.

Θα συμφωνήσω μαζί της. Πιστεύω πως χρειάζεται πάντα κάποια χρονική απόσταση ασφαλείας, μεταξύ της επικαιρότητας και της τέχνης —όπως επίσης και της δημοσιογραφίας με άρωμα τέχνης—, απαραίτητη για τη σκέψη, η οποία με τη σειρά της είναι απαραίτητη για να μην κάνεις πατάτα· κυρίως όταν μιλάμε για τον πόνο των άλλων.

Την πληροφορία πρέπει πρώτα να την καταπιείς, να τη μασήσεις καλά, να τη χωνέψεις και ύστερα να την κάνεις τέχνη.

Έτσι κι αλλιώς, ανάμεσα στα κακά, ένα πλεονέκτημα της σημερινής υπερπληροφόρησης, με το τεράστιο απόθεμα και τη συνεχή ροή από εικόνες, είναι πως δεν αφήνει πια και πολλά περιθώρια άγνοιας ή έκπληξης για τη βία, για τα δεινά αυτού του κόσμου και για την ανθρώπινη αχρειότητα.

Κλείνω με ένα άλλο εξώφυλλο περιοδικού, σε εντελώς άλλο μήκος κύματος, 15 χρόνια πριν, τη μέρα που άλλαξε τον κόσμο — ένα παράδειγμα που δεν φεύγει ποτέ από το μυαλό μου.
Είναι το πρώτο μετά την 11η Σεπτεμβρίου εξώφυλλο του περιοδικού New Yorker, που κυκλοφόρησε στις 24/11, έμπνευση του σπουδαίου καρτουνίστα Άρτ Σπίγκελμαν.

Ο Σπίγκελμαν, η γυναίκα του Φρανσουάζ Μουλί, (art editor του New Yorker) και η μικρή τους κόρη, έτυχε να είναι μπροστά στην κατάρρευση των δίδυμων πύργων, όπως πολλοί Νεοϋορκέζοι, εκείνη τη στιγμή. Όπως περιέγραψε αργότερα η Φρανσουάζ Μουλί, στο αφιέρωμα της συμπλήρωσης των 10 χρόνων από την 11η/9 στο New Yorker, η κατάρρευση γινόταν σε βασανιστικά αργή κίνηση. Παρόλα αυτά, όταν γύρισε πίσω στο περιοδικό οι τρομακτικές αυτές εικόνες που μόλις είχε βιώσει της φάνηκαν εντελώς αδύναμες και ανίκανες να περιγράψουν στο ελάχιστο τι συνέβη πραγματικά. «Ως μόνη ταιριαστή λύση», λέει,«μου φάνηκε να μη βάλουμε καθόλου εξώφυλλο, μόνο μια ολόμαυρη σελίδα. Τότε, ο Άρτ πρότεινε να προσθέσουμε μόνο τα περιγράμματα των δύο πύργων, τη σκιά τους, black on black». «Έτσι», καταλήγει, «από εκεί που δεν είχαμε καθόλου εξώφυλλο, βρεθήκαμε με μια τέλεια εικόνα που κατάφερε να μας μεταφέρει κάτι σχετικά με την αβάσταχτη απώλεια της ζωής, την ξαφνική απουσία στον ορίζοντα μας, την απότομη ρήξη στον ιστό της πραγματικότητας».

N.Yorker Cover 24.9.2001


* Susan Sontag. «Παρατηρώντας τον πόνο των άλλων»,
μετάφραση: Σεραφείμ Βελέντζας, Εκδόσεις Scripta, Αθήνα 2003.

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από τη στήλη Παροράματα και ημαρτημένα

Το dim/art στο facebook

To dim/art στο twitter

One comment

  1. Παράθεμα: #RealmToTheRescue | dimart

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.