«Έχω υποσυνείδητη απέχθεια για τη μάζα»

Συνέντευξη του Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλου στη Μάρω Βασιλειάδου και στην Καθημερινή

Στον Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλο δεν αρέσουν οι συνεντεύξεις. Σίγουρα δεν θα είχε ποτέ κανονιστεί αυτό το ραντεβού αν δεν υπήρχε το γεγονός της βράβευσής του με το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων του 2015 για το σύνολο του λογοτεχνικού του έργου. Από το τηλέφωνο με είχε ήδη προειδοποιήσει: «Δεν θα γράψετε βεβαίως αυτό το ανεκδιήγητο των δημοσιογράφων “Ο Παπαδημητρακόπουλος σπάει μετά από καιρό τη σιωπή του”!».

Έχει μια καθαρή και μπάσα φωνή που δεν προδίδει τα 87 του χρόνια. Έχει επίσης έναν τρόπο να μιλάει αυστηρά και εύθυμα ταυτοχρόνως, έτσι που δεν ξέρεις αν αστειεύεται ή θυμώνει. Κατοικεί σε ένα διαμέρισμα στις ανηφόρες πάνω από την Ευελπίδων μαζί με τη σύζυγό του. «Στη Νιόβη» είναι αφιερωμένα όλα του τα βιβλία. Εξακολουθούν να ξυπνούν πολύ νωρίς τα πρωινά, κατά το συνήθειο που είχαν όταν εργάζονταν, γιατροί και οι δύο.

Κατά τις 11.30, όταν ο καιρός είναι καλός, παίρνουν το αυτοκίνητο για μια βόλτα στο Αττικό Άλσος, έχουν και μερικά αδέσποτα υπό την προστασία τους. Το μεσημέρι διαβάζει ανελλιπώς εφημερίδες και μετά παίρνει έναν υπνάκο. Την εποχή που εργαζόταν, έγραφε από τις 4 έως τις 6. Πάντοτε διηγήματα και όχι πολλά, ένα με δύο τον χρόνο. Πριν φτάσουν στο χαρτί, έμεναν μήνες στο μυαλό του. «Τώρα γράφετε;» τον ρώτησα. «Όχι πια», απάντησε. «Κάποτε πρέπει να σταματάει κανείς. Περνούν τα χρόνια και υπάρχει ο κίνδυνος της επανάληψης».

Διασχίσαμε το μικρό σαλόνι με τους πολλούς πίνακες ζωγραφικής – οι περισσότεροι, τέμπερες της συζύγου του. Μου παραχώρησε για να καθίσω την «τιμητική», μια ωραιότατη παλιά πολυθρόνα από βυσσινί βελούδο, απομεινάρι της επίπλωσης του πατρικού σπιτιού του στον Πύργο.

Άρχισε να μιλάει μετρώντας ταυτόχρονα με τα δάχτυλα τις χάντρες από ένα κομπολόι που μοιάζει με κομποσκοίνι: πώς η καρέκλα απειλήθηκε και πώς διασώθηκε από την απληστία εκείνων που λεηλάτησαν το βιος της οικογένειας του Λαμπάκη Παπαδημητρακόπουλου στις αρχές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Δεν το αντιλήφθηκα αμέσως, αλλά η συνέντευξη είχε ήδη ξεκινήσει. Χωρίς ερωτήσεις, φαινομενικά τυχαία, με αφορμή ένα αντικείμενο που ανασύρθηκε από τη μνήμη.

Ο λόγος του άρχισε να μοιάζει όλο και περισσότερο με τα διηγήματά του. Ήρωες των αφηγήσεων, πραγματικών και λογοτεχνικών, είναι οι οικείοι του. Και αυτά τα θαυμάσια, σπάνια πια ελληνικά που χρησιμοποιεί στα κείμενά του –πάντοτε σε πολυτονικό-, είναι η γλώσσα που μιλάει ο ίδιος.

Το χτήμα

Μέχρι τα δεκαοχτώ μου χρόνια ζούσα προστατευμένος στο χτήμα. Είχε έναν ελαιώνα αριστερά, παρεμβαλλόταν ένας αγροτικός δρόμος που πήγαινε στο βουνό και μετά ήταν το σπίτι με τα φρουτόδεντρα και τον ανθόκηπο. Από τον ελαιώνα μας φαινόταν η τεράστια καμπύλη της σιδηροδρομικής γραμμής Πύργου – Ολυμπίας. Ο ήχος που άκουγα διαρκώς ήταν ο ήχος των τρένων. Παίζαμε συνέχεια με τον αδελφό μου τον Γιάννη, αλλά όταν έπληττα πάλευα με τη λογοτεχνική βιβλιοθήκη του πατέρα μου. Εκείνος είδε πως ήμουν προσεκτικός και μου εμπιστεύτηκε το καθάρισμά της. Από τα πέντε μου χρόνια άρχισα να διαβάζω βιβλία που δεν καταλάβαινα, κι έτσι έμαθα ανάγνωση πριν πάω σχολείο. Θυμάμαι ακόμη δύο βιβλία που εκ των υστέρων πιστεύω ότι έπαιξαν κάποιο ρόλο στη ζωή μου.

Το ένα, ο Ηγεμόνας του Μακιαβέλι, μου έδωσε μια μόνιμη αντίληψη περί του τι σημαίνει εξουσία, και έτσι τίποτε από αυτά που συμβαίνουν σήμερα δεν με εκπλήσσει. Το άλλο, Η ψυχολογία του όχλου του Λε Μπον, μου έχει αφήσει μια υποσυνείδητη απέχθεια για τη μάζα.

Όταν όλοι αρχίζουν να μιλούν για το ίδιο πράγμα, εγώ αποσύρομαι.

Τυπογραφικό μελάνι

Τον μπάρμπα μου τον Γιώργη, τον αδερφό της μάνας μου, τον περιγράφω σε πολλά διηγήματα. Ήταν δημοσιογράφος και ανταποκριτής όλων των αθηναϊκών εφημερίδων στον Πύργο. Όταν πέθανε ο πατέρας μου και δεν είχαμε λεφτά, πήγαινα στα γραφεία της εφημερίδας και τον περίμενα να τελειώσει τη δουλειά.

Είχε αναλάβει να με πηγαίνει στα σινεμά και τα θέατρα χωρίς να πληρώνω. Με έβαζε και στα ακατάλληλα διά ανηλίκους. Όταν αποφάσισε να εκδώσει ο ίδιος εφημερίδα, έμεινα και ξενύχτησα μαζί τους για να βγάλουν το πρώτο φύλλο. Ήταν 8 Ιανουαρίου 1944, η βραδιά ακριβώς που αυτοκτόνησε ο Ναπολέων Λαπαθιώτης. Ο μπάρμπας μου πήρε το τηλεφώνημα για την αυτοκτονία και σταμάτησε αμέσως την εκτύπωση. Έκανε ανασελιδοποίηση και πρόλαβε να βάλει στη τελευταία σελίδα την είδηση του θανάτου. Ήταν από τους δημοσιογράφους που πίστευαν ότι ελέω Θεού είχαν έρθει στον κόσμο για να τον διορθώσουν και να τον σώσουν. Τρία πράγματα γνώρισα κοντά του, και η αγάπη τους κρατά ακόμη: τη μυρωδιά από το τυπογραφικό μελάνι, το σινεμά και το θέατρο.

Μερικές φορές οι αναμνήσεις με πνίγουν

Οι πετούνιες. Στην Πάτρα πρωτοπήγα για δυο μήνες το καλοκαίρι του 1949 πριν δώσω εξετάσεις για τη Στρατιωτική Ιατρική Σχολή. Έμενα στο δωμάτιο ενός μικρού ξενοδοχείου και η μητέρα μου, όταν με εγκατέστησε, έφερε και μια γκαζιέρα για να ζεσταίνω το γάλα μου. Εκείνο το καλοκαίρι είχε έρθει στην Πάτρα ο θίασος Κουν που έπαιζε όλα τα πρωτοποριακά έργα της εποχής. Δεν είχα χρήματα για να τα παρακολουθήσω, αλλά το θέατρο βρισκόταν σε ένα στενάκι δίπλα στην πλατεία των Ψηλών Αλωνίων.

Τα απογεύματα καθόμουν στο παγκάκι και όταν σουρούπωνε, ο κηπουρός του δήμου πότιζε τις πετούνιες. Όποτε μυρίζω τη μυρωδιά τους, μπορώ να γράψω αμέσως όσα έζησα εκείνο το καλοκαίρι: Τις παραστάσεις που είδα έστω και κουτσουρεμένες, καθώς τρύπωνα μέσα στο θέατρο όταν άναβαν τα φώτα και έβγαινε ο κόσμος μπουλούκι για το διάλειμμα. Τον «Βρόγχο» του Χίτσκοκ που έπαιζε τότε ο κινηματογράφος, ταινία στην οποία για πρώτη φορά ένα πλάνο διαρκούσε δέκα λεπτά. Και βεβαίως εκείνη την Κυριακή απόγευμα που άκουσα για πρώτη φορά τη «Συννεφιασμένη Κυριακή» από τη Μαρίκα Νίνου.

Στρατιωτικός γιατρός

Το 1955 τελείωσα το πανεπιστήμιο και ορκίστηκα ανθυπίατρος. Μετά από μια μετεκπαίδευση στην Αθήνα, άρχισαν οι μεταθέσεις: Καλπάκι, Βέροια, Νιγρίτα, Καβάλα. Στην Καβάλα κατάφερα να παραμείνω επί μία δεκαετία. Εκεί οργανώσαμε το πρώτο μας σπίτι με τη γυναίκα μου και κάναμε φιλίες διά βίου.

Πήρα ειδικότητα παθολογίας γιατί θαύμαζα τους τελευταίους μεγάλους κλινικούς, αλλά ασχολήθηκα κυρίως με τα σημαντικά προβλήματα της προληπτικής ιατρικής στο στρατό. Θυμάμαι ότι βρισκόμουν στην Καβάλα, μοναδικός γιατρός της φρουράς, όταν κυκλοφόρησε το περίφημο τότε εμβόλιο κατά της πολυομελίτιδος. Ελλείψει προσωπικού αντικαθιστούσα τότε και τον νομίατρο Καβάλας, και έτυχε να πέσω στην ημέρα του μαζικού εμβολιασμού. Πέτυχε χάρη στις προσπάθειες εκατοντάδων ιατρών, αγροτικών και άλλων. Αυτή για μένα είναι μια μεγάλη ικανοποίηση, και ας περνά απαρατήρητη.

Η γραφή

Έλεγε ο Τάκης Σινόπουλος, «Είμαι ένας άνθρωπος που έρχεται συνεχώς από τον Πύργο». Κι εγώ του έλεγα, «Είμαι ένας άνθρωπος που επιστρέφει συνεχώς στον Πύργο». Μερικές φορές οι αναμνήσεις με πνίγουν. Όλα είναι πραγματικά, και όλα είναι επινοημένα. Ως βιωματικός συγγραφέας δεν μπορώ να λειτουργήσω χωρίς τα αληθινά πρόσωπα, κρατώ μέχρι και τα ονόματά τους. Καταλαβαίνω όμως ότι την ώρα που διαχειρίζομαι τη λογοτεχνική τους μοίρα, πρέπει να τα αντιμετωπίσω με σεβασμό. Τα θέματα βρίσκονται παντού, αρκεί να διαθέτεις παρατηρητικότητα έκδηλη και σεσημασμένη. Αν με ενοχλεί επειδή οι νεότεροι δεν καταλαβαίνουν τις λέξεις που χρησιμοποιώ; Διόλου. Δεν είμαι υπέρ της ανανέωσης ή της απλούστευσης της γλώσσας. Εγώ θα μπορούσα να κάνω μήνυση στους «μεταφραστές» του Παπαδιαμάντη. Το κάθε κείμενο έχει την ταυτότητα της εποχής που γράφτηκε. Και όσο αντέξει.

Η πρόσφατη βράβευση

Σημαίνει καταρχήν μια ικανοποίηση. Σε θυμούνται συμμαθητές από το Γυμνάσιο, συμφοιτητές από τη Σχολή. Αυτά είναι πράγματα της ματαιοδοξίας μας, αποδεκτά. Επιπλέον ο περιπτεράς που δεν με ήξερε, τώρα μου κρατά με μεγαλύτερη προθυμία τις εφημερίδες. Το ίδιο και η κοπέλα που φέρνει το γάλα.

Ποιος είναι

Ο Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος γεννήθηκε το 1930 στον Πύργο Ηλείας, όπου τελείωσε το τότε οκτατάξιο γυμνάσιο. Με τον θάνατο του πατέρα του κατά τη διάρκεια της Κατοχής (1943) ολοκληρώθηκε η οικονομική καταστροφή της οικογένειας. Προκειμένου να σπουδάσει, έδωσε εξετάσεις στη Στρατιωτική Ιατρική Σχολή και σταδιοδρόμησε ως μόνιμος στρατιωτικός γιατρός. Από το στράτευμα παραιτήθηκε το 1983. Είναι παντρεμένος με τη γιατρό Νιόβη Κατάκη. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1962 με το διήγημα «Οι φρακασάνες» στο περιοδικό Αργώ. Υπήρξε συνιδρυτής του περιοδικού Σκαπτή Υλη και της κινηματογραφικής λέσχης Καβάλας. Έχει εκδώσει 18 βιβλία (διηγήματα, δοκίμια, χρονογραφήματα, ταξιδιωτικά κ.ά.). Το 2012 κυκλοφόρησαν σε μία κασετίνα 6 τόμοι με διηγήματά του (εκδ. Γαβριηλίδης).

Πηγή: Η Καθημερινή

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Βιβλίο

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s