Πεταμένα λεφτά

—του Γιάννη Παπαθεοδώρου για τη στήλη Ανώμαλα Ρήματα

Πριν από λίγο καιρό ανακοινώθηκε η πλήρης άρση των «κεφαλαιακών ελέγχων» («capital controls») στις τραπεζικές αναλήψεις.  Το περιοριστικό μέτρο επιβλήθηκε αμέσως μετά το ακραία λαϊκιστικό δημοψήφισμα του ΣΥΡΙΖΑ, τον Ιούλιο του 2015, και είχε ως «φυσικό» πρωταγωνιστή τον τότε υπουργό Γιάνη Βαρουφάκη. Τα γεγονότα εκείνης της περιόδου, τα θυμόμαστε όλοι: τις εξευτελιστικές ουρές στις τράπεζες, το «60άρι με το δελτίο», τα πρωτοφανή προβλήματα σε ιδιώτες και επιχειρήσεις, τον σταδιακό στραγγαλισμό των τραπεζών. Θυμόμαστε βεβαίως και την ευφρόσυνη αγωνιστικότητα των «συντρόφων ΣΥΡΙΖΑίων». Ποιος νοιαζόταν, άλλωστε για τις τράπεζες όταν η «πρώτη φορά Αριστερά» γλένταγε με παραδοσιακούς ελληνικούς χορούς το δικό της βροντερό «ΌΧΙ» στο Σύνταγμα; Και ποιος λογάριαζε τα πεταμένα λεφτά που στοίχισε η «σκληρή πολιτική διαπραγμάτευση», όταν η πλειοψηφία είχε πειστεί πως η χρεοκοπία της χώρας ήταν ένα τραπεζικό κόλπο που έστησε ο πλούσιος Βοράς στον φτωχό Νότο; Η «θεωρία παιγνίων» είχε γίνει της μόδας ακόμα και στα συνοικιακά καφενεία ενώ ο αρμόδιος υπουργός παρέδιδε, με τα χέρια στις τσέπες, ταχύρρυθμα μαθήματα οικονομικής μακρο-θεωρίας εντός και εκτός Ελλάδας, συνοδεύοντας την αριστερή επιχειρηματολογία του με πλούσια φωτογραφική καμπάνια στο Paris Match.

Μόλις ο ζαλισμένος κ. Τσίπρας κατάλαβε τι ακριβώς είχε συμβεί, πήρε τη μαγική γομολάστιχα και άρχισε να σβήνει το αρχικό λάθος, δημιουργώντας καινούργια λάθη. Οι προβλέψεις για την επαναφορά της τραπεζικής «κανονικότητας» συναγωνίζονταν ωστόσο η μία την άλλη στην αστοχία.  Ήδη από την επόμενη μέρα, μια σειρά στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ δήλωναν πως η κατάσταση θα εξομαλυνθεί σύντομα και πως «οι τράπεζες θα ανοίξουν» μέσα σε μια εβδομάδα. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός έλεγε πως  οι περιορισμοί θα αίρονταν έως τον Μάρτιο του 2016, ενώ λίγο αργότερα τοποθετούσε το όριο στο τέλος του 2016. Ο πιο «υποψιασμένος» κ. Τσακαλώτος παρουσίασε μάλιστα και ένα χρονοδιάγραμμα στη Βουλή (19 Μαΐου 2017), στο οποίο η οριστική άρση των «κεφαλαιακών ελέγχων» θα γινόταν στο τέλος του 2017. Εντωμεταξύ, οι ελληνικές τράπεζες έγιναν «κουφάρια», ενώ διάφοροι μαθητευόμενοι μάγοι, από το δικό τους «παράλληλο σύμπαν», συζητούσαν φλύαρα για το «παράλληλο τραπεζικό σύστημα». Στον καιρό της μεγάλης «αυταπάτης», όλα αυτά έμοιαζαν περίπου με ασκήσεις ετοιμότητας για το μεγάλο «σοσιαλιστικό μετασχηματισμό» της κοινωνίας με ένα ανύπαρκτο και καταστροφικό plan B. Κάπως έτσι πέρασαν 50 μήνες για να επανέλθει η στοιχειώδης κανονικότητα στις καθημερινές τραπεζικές συναλλαγές των πολιτών.

Η πρόσφατη είδηση για την άρση των «κεφαλαιακών ελέγχων» συνοδεύτηκε όμως και από μια άλλη είδηση. Ενόψει της πρεμιέρας της νέας ταινίας του Κώστα Γαβρά με τίτλο «Ενήλικοι στην Αίθουσα», ο πρώην υπουργός Οικονομικών και νυν πρόεδρος του κόμματος της «ανυπακοής», Γιάνης Βαρουφάκης, «εμφανίστηκε στο κόκκινο χαλί του Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας συνοδευόμενος από την σύζυγό του, εικαστικό Δανάη Στράτου. Ο Γιάνης Βαρουφάκης φωτογραφήθηκε δίπλα στον Κώστα Γαβρά, τον Αλέξανδρο Μπουρδούμη, τον Χρήστο Λούλη και την Βαλέρια Γκολίνο (που υποδύεται την κ. Δανάη Στράτου)».[1] Με το γνώριμο στυλ του, ο Γιάνης Βαρουφάκης πόζαρε στο φακό, υπενθυμίζοντας εμμέσως στο κοινό ότι το celebrity effect μπορεί ενίοτε να γίνει το απόλυτο άλλοθι της κάλπης. Οι αντιδράσεις απέναντι στην προκλητική δημοσιότητα του Βαρουφάκη ήταν πολλές, ενώ, τις τελευταίες εβδομάδες, διάφοροι προσπαθούν να επιβάλουν ένα ιδιότυπο «εμπάργκο» στην ταινία του Γαβρά∙ μια ταινία προφανώς στηριγμένη στην Βαρουφάκεια εκδοχή των γεγονότων, με «ντοκουμέντα» από παράνομες ηχογραφήσεις του Eurogroup, προκειμένου να ενισχυθεί η αφελής ρήση του Γαβρά πως οι αρμόδιοι υπουργοί μιλούσαν μόνο για «νούμερα» και όχι για «ανθρώπους». Οι αντιπαραθέσεις που μεταφέρθηκαν στα social media αναπαράγουν σε μεγάλο βαθμό το παλαιότερο κλίμα του δημοψηφίσματος, ενώ δεν λείπουν και εκείνοι που βλέπουν την ταινία ως μια απόπειρα εξαγνισμού του ίδιου του Βαρουφάκη μέσω της «στρατευμένης τέχνης».

Τις τράπεζες πάντως δεν τις έκλεισε ο Γαβράς αλλά ο υπουργός που ρώταγε τους πολίτες αν θα στηρίζουν την κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ «και μετά τη ρήξη».[2] Ας το κρατήσουμε αυτό: η ρήξη ήταν πάντα μια επιλογή για τον ΣΥΡΙΖΑ. Το γιατί δεν έγινε είναι μια άλλη υπόθεση, που θα πρέπει να τη συζητήσουμε χωρίς «θεωρίες συνομωσίας» αλλά σε σχέση πάντα με τη συνολική «αρχιτεκτονική» της Ευρώπης και την πλήρη αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να διαχειριστεί τις συνέπειες των ανεδαφικών εξαγγελιών του. Όμως, ας μην κοροϊδευόμαστε: τον Βαρουφάκη δεν τον έβαλε στη Βουλή η ταινία του Γαβρά αλλά η ψήφος των Ελλήνων πολιτών. Ως εκ τούτου, η συζήτηση για την ταινία είναι μάλλον παραπλανητική. Ο Γαβράς είναι ένας σημαντικός και βραβευμένος σκηνοθέτης που μέσω της τέχνης του επέλεξε έναν ιδιαίτερο τρόπο να βλέπει την πολιτική. Μπορεί κανείς να μη συμφωνεί με το αισθητικό αποτέλεσμα ή με το ιδεολογικό περιεχόμενο της ταινίας του (ή, ενδεχομένως, και με τα δύο), αλλά, στην παρούσα φάση, ο Γαβράς δεν κάνει τίποτε άλλο από το να αναπαράγει τα γνωστά στερεότυπα μιας ορισμένης αριστερής ρητορικής: τη νοσταλγία, τη θυματοποίηση, την ηθική υπεροχή της ήττας. Αν προσθέσει κανείς και την απαραίτητη δοσολογία κριτικής για τη «νεοφιλελεύθερη αυτοκρατορία» της Ευρώπης, έχει ολοκληρωμένη την εικόνα των προθέσεων του δημιουργού.[3] Οι προθέσεις όμως των καλλιτεχνών δεν είναι, ευτυχώς, το μοναδικό και αποκλειστικό κριτήριο για να κριθεί το έργο τους.

Η ταινία του Κώστα Γαβρά έφερε ξανά στο προσκήνιο όλη εκείνη την θολή ατμόσφαιρα του 2015, μέσα στην οποία δημιουργήθηκε ο μύθος της περήφανης «πολιτικής διαπραγμάτευσης» με τους Ευρωπαίους εταίρους και δανειστές. Ευτυχώς, οι πρόσφατες εκλογές έδειξαν πως η πραγματικότητα είναι κάπως διαφορετική από τον μύθο. Η πλειονότητα των Ελλήνων πολιτών επέλεξαν μάλλον να λύσουν οριστικά (τουλάχιστον για μια τετραετία) τα ναρκισσιστικά προβλήματα που είχαν ορισμένοι «ενήλικες στην αίθουσα», κατανέμοντας τους σε διαφορετικά έδρανα της μείζονος και της ελάσσονος αντιπολίτευσης. Σε καμία περίπτωση όμως η διαφαινόμενη «προληπτική λογοκρισία» της ταινίας από διάφορα τρολ του διαδικτύου δεν αποτελεί πρόσφορο μέσο για ξεμπερδέψουμε με το ενοχλητικό παρελθόν και με τους βαρετούς πρωταγωνιστές του. Ας μείνουμε, λοιπόν, στα καλά νέα. Η ελεύθερη διακίνηση των τραπεζικών κεφαλαίων, συστατικό στοιχείο της συνταγματικής προστασίας της ατομικής περιουσίας αλλά και της επιχειρηματικής δράσης, είναι ένα πρώτο θετικό βήμα για την αλλαγή του κλίματος στην οικονομία∙ τόσο θετικό, ώστε να περισσεύουν ακόμη και μερικά ευρώ για να πάει να δει κανείς την ταινία του Γαβρά.  Έστω και αν είναι πεταμένα λεφτά.

 

[1] https://www.kathimerini.gr/1040707/gallery/politismos/kinhmatografos/paroysia-varoyfakh-h-premiera-ths-tainias-fwtografies

[2] https://www.tanea.gr/2015/03/25/politics/baroyfakis-na-eiste-mazi-mas-kai-meta-ti-riksi/

[3] https://www.efsyn.gr/tehnes/sinema/209210_i-eyropaiki-enosi-egine-neofileleytheri-aytokratoria

* Ο Γιάννης Παπαθεοδώρου είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Ανώμαλα ρήματα

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.