Κανείς δεν διαλέγει τα λάθη του

—του Στέλιου Φραγκούλη—

Το πουλί του τράγου μπαινόβγαινε στον αέρα σα λεπτό σουβλί. Το κερασφόρο κεφάλι ψηλά οσμιζότανε λαίμαργα, γλείφοντας ταυτόχρονα στον αέρα, ενώ τα μάτια λοξεύανε προς τα κάτω, μια τις συνωστισμένες γίδες και μια την γκλίτσα του τσοπάνη. Κάθε φορά που πήγαινε να καβαλήσει μια γίδα, ο τσομπάνης του έφερνε μια γερή στη ραχοκοκαλιά. Και δεν είχε άδικο, αν τον άφηνε χωρίς καταχέρισμα θα τα έκανε λίμπα, ήταν εκτός εαυτού ο τράγος. Κουνούσε σπαστικά το κεφάλι, σε κοίταζε και έβγαζε ένα «πβ», ένα ηλίθιο «πβ» που δε θύμιζε τίποτε Και δώσ’ του το πουλί του να μπαινοβγαίνει, σα ροζ μολύβι. Και όμως, πριν από δυο χρόνια έπαιζα με αυτό το κατσίκι, μ’ ακολουθούσε, του έδινα γάλα από το κομμένο δάχτυλο ενός κίτρινου γαντιού και ήταν το καλοκαίρι των ονείρων μου. Έκλαψα όταν φεύγαμε, τούς ικέτευα να μην το κόψουνε τον Οκτώβρη. Και τώρα ξαναγύρισα γεμάτος λαχτάρα για να βρω αυτόν τον σάτυρο.

* * *

ΧΡΩΜΑΤΑ-ΒΕΡΝΙΚΙΑ-ΚΛΕΙΔΑΡΙΕΣ, φωσφόριζε έντονο πράσινο η ταμπέλα μέσα στη νύχτα. Λες αλήθεια; «ΧΡΩΜΑΤΑ-ΒΕΡΝΙΚΙΑ-ΚΛΕΙΔΑΡΙΕΣ»; Αν λες τυχαία, είναι λάθος. Και όχι απλώς λάθος, δείχνει πως είσαι αναίσθητος, ή μάλλον αναισθητός. Τίποτε τυχαίο δεν έχεις δικαίωμα να διαπράξεις, η τύχη είναι έργο του Θεού. Στην τέχνη το κάθε κύτταρο είναι σκόπιμο. Λοιπόν, έγραφε στ’ αλήθεια «ΧΡΩΜΑΤΑ-ΒΕΡΝΙΚΙΑ-ΚΛΕΙΔΑΡΙΕΣ»; Ήταν νύχτα ακόμη, ο μαγαζάτορας τώρα άνοιγε. Κουβαλούσε τα λάστιχα, τα συρματοπλέγματα, τα καρότσια. Ακόμη δυο σημαίες με βάσεις γεμάτες νερό, διαφημιστικές σημαίες, μπλε, δε θυμάμαι τι έγραφαν, δεν είδα, ήταν νύχτα. Σκοτεινή η γειτονιά, σκοτεινή η νύχτα. Ολομόναχος αυτός άνοιγε το μαγαζί που δε θα πατήσει πελάτης. Ζωή κατανυκτική, θρησκευτική, ασκητική και ποιητική. Μοναχός καλλιεργεί το περιβολάκι με τα είδη κιγκαλερίας. Η φωτεινή ταμπέλα με έντονο πράσινο λέει εναλλάξ: ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΔΙΑΛΕΓΕΙ ΤΑ ΛΑΘΗ ΤΟΥ – ΠΟΝΟΣ ΚΑΙ ΗΔΟΝΗ – ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΜΙΑ ΠΕΡΙΤΕΧΝΗ ΚΟΙΝΟΤΟΠΙΑ. Πέρασα τυχαία και πρόσεξα τι γράφουν οι σημαίες, γράφουν «Χρώματα – σιδηρικά Βασιλείου». Η νύχτα δεν έχει τελειώσει, θα έχει αρχίσει να χαράζει όταν τελειώσει και σβήσει τα φώτα. Στο γραφείο, μπροστά από τα ράφια και τους αναδευτήρες χρωμάτων, παίρνει τηλέφωνο για καφέ. Η κυρά Τάδε από τον παρεκεί φούρνο μπαίνει. Κρατάει τον κρύο καφέ του. Άδεια τα εικονίσματα, άδεια η μάνα, άδειοι οι δρόμοι, μια μεγάλη, άδεια ανάσα.

* * *

Στο ράφι με τα white spirit η φωτογραφία, αρχές ’70, ενός αγοριού που κρατάει στην αγκαλιά του ένα κατσίκι. Κάθε φυσικό είναι βρώμικο για την αγνότητά του. Ένας ξεστρατισμένος με πνευμόνια καλογέρου, γεμάτος άγρια πένθη που τού εξαπολύουν την ηχώ τους, βοηθάει και το ατσάλινο φεγγάρι στον χωρίς έλεος ουρανό, κάθε αχάραγη μέρα που τα φώτα ηχούν βουβά και το τίποτα τον σαστίζει και έτσι η παραγγελία καφέ (που καλά-καλά δεν τον φτάνουν τα λεφτά του) είναι κάτι.

* * *

Στο παζάρι ο Κυριάκος (οι μισοί τσιγγάνοι λέγονται «Κυριάκος») πίνει μπύρες σήμερα. «Ο θείος μου πίνει μπύρες και πουλάει φτηνά», διαλαλεί πάνω από τις αναποδογυρισμένες κούτες και τα ριγμένα χαρτικά ο ανεψιός του Κυριάκου. Έψαξα αρκετά, βρήκα τον Κυνηγό του Δροσίνη, 1948. «Πόσο το ‘χεις;» ρωτάω τον ανιψιό, αυτός το πηγαίνει στο θείο, ο θείος το περιεργάζεται δήθεν και αποφαίνεται «ένα πενηντάρι α μου δώσεις». «Καλά», λέω και το αφήνω κάτω, πολλές μπύρες ήπιε ο θείος σου. «Έλα δω, φωνάζει, έλα δω, ξέρεις τον Κυνηγό; Δεν ξέρεις;»

Απέναντι είναι ένα βανάκι γεμάτο βιβλία, ψάχνω. Ο πωλητής είναι ένας όμορφος νεαρός τσιγγάνος, με απολύτως γκέι φωνή. «Να ψάξω; τον ρωτάω». «Ναι, καλέ!!!!» Απαντάει. Και ψάχνοντας κρυφακούω που μιλάει με έναν φίλο του, ο οποίος του συστήνει κάποιο σάιτ που μπορεί να βρίσκει ερωτικούς συντρόφους. «Πες από παντού… Κι απ’ τ’ αυτιά», του εξηγεί με απόλυτη σοβαρότητα. Και αυτά συμβαίνουν μέσα σε ένα ανθρωπομάνι που ταυτόχρονα είναι και πολύ κλειστό, κοινωνικά δηλαδή. Με συγκίνησε αυτή η ισότητα. Πραγματική ισότητα. Την έχω ξανασυναντήσει στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, εκεί που οι άντρες παντρεύονται πουτάνες και τις κάνουν νοικοκυρές. Ο αστικός λαός, ο παλαιού τύπου, συγχωρούσε, σε αντίθεση με τον σύγχρονο που έχει γίνει πολύ συντηρητικός. Πήρα ένα γαλλικό βιβλίο για την οδοντιατρική αναισθησία του 1920, γεμάτο σκίτσα.

Μια ώρα μετά άκουσα σπασίματα. Ο Κυριάκος, στέκοντας καταμεσίς στην πραμάτεια του, κλωτσούσε κι έσπαγε κοιτάζοντας με βλακώδη αναίδεια τον απέναντι πωλητή.

Εικόνα εξωφύλλου: «Αγόρι και κατσίκα», Danila Vassilieff (1897-1958)

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις του Ρακοσυλλέκτη

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο twitter
instagram-logo
img_logo_bluebg_2x

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.