Όταν ο Γκάτσμπυ γνώρισε τη Στικούδη

—του Γιάννη Παπαθεοδώρου για τη στήλη Ανώμαλα Ρήματα

Στο πρώτο Gala του «Μy style Rocks», το γνωστό reality show μόδας μπήκε στη μηχανή του χρόνου και βρέθηκε στη δεκαετία του 1920, «την εποχή της τζαζ, της τέχνης και της υπερβολής». Το ενδιαφέρον ωστόσο δεν ήταν απλώς η προσομοίωση με τη μακρινή δεκαετία αλλά το γεγονός ότι οι διαγωνιζόμενες ντύθηκαν με ενδυμασίες εμπνευσμένες από το μυθιστόρημα The Great Gatsby του Francis Scott Fitzgerald: κοντό μαλλί, κολιέ, λαμπερά φορέματα. Οι εμφανίσεις κέντρισαν το ενδιαφέρον του κοινού και της επιτροπής, αντισταθμίζοντας την αποχώρηση της Βασιλικής Σουλάνη με ένα «άρωμα εποχής», που έβγαινε από το μυθιστόρημα.

Το μυθιστόρημα του Φιτζέραλντ κυκλοφόρησε τον Απρίλη του 1925 και περιέγραφε ρεαλιστικά την «υψηλή κοινωνία» της εποχής, και, πιο συγκεκριμένα, το «αμερικάνικο όνειρο». Στις σελίδες του, σελίδες γεμάτες με πάρτι, με κοκτέιλ, με ακριβά ρούχα, με εντυπωσιακά αμάξια και με επιβλητικά σπίτια, περιγράφεται η τρελή κούρσα της κοινωνικής ανόδου, της φήμης και  του χρήματος. Ακόμα και ο έρωτας του Γκάτσμπυ με τη «χρυσή» Νταίζη δεν είναι μόνο ανεκπλήρωτος αλλά και εξοντωτικά προσημειωμένος από τα αντιφατικά κίνητρά της: «Μερικές φορές κοιτούσε τα υπάρχοντά του σαστισμένος, λες και με την υπαρκτή, ανέλπιστη παρουσία της, τίποτα απ’ όλα αυτά δεν ήταν πλέον αληθινό». Η σκηνή που η Νταίζη κλαίει πάνω στην «τσάκιση» από τα πεταμένα πουκάμισα του Γκάτσμπυ είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες σκηνές του βιβλίου∙ και όχι μόνο από τη σκοπιά της ψυχανάλυσης. Η πορεία των ηρώων είναι αποκαλυπτική. Η φιλοδοξία τους να μοιάσουν με εκείνους που ζουν τη «μεγάλη ζωή», τους οδηγεί σε μια παράξενη, ανιαρή και «πραγμοποιημένη» μίμηση, που αρχικά τους διαφθείρει και μετά τους καταστρέφει. Ανάμεσα τους, ο απόμακρος, ερωτικά εγκλωβισμένος και μελαγχολικός Γκάτσμπυ, καταλαβαίνει πως ο κόσμος γύρω του γίνεται ολοένα και πιο ξένος. Στην κηδεία του δεν θα παραστεί κανείς από αυτούς που σύχναζαν στα σαλόνια του και στα γραφεία του.

Κατά κάποιο τρόπο, το μυθιστόρημα του Φιτζέραλντ εξέφραζε την απομυθοποίηση του «αμερικάνικου ονείρου» και σίγουρα αποτελούσε ένα κριτικό σχόλιο γύρω από τις ανερχόμενες και νεόπλουτες “brand communities”. Στην εποχή του, το μυθιστόρημα ήταν εμπορικά μια αποτυχία. Η αξία του ανακαλύφθηκε πολύ αργότερα, τη δεκαετία του ’50, και αφού πάντως είχε ενταχθεί στην ύλη των αμερικάνικων σχολικών εγχειριδίων. Έκτοτε, θεωρείται «κλασικό», όχι μόνο επειδή διατηρεί την τεκμηριωτική όψη του για την κοινωνική ιστορία της Αμερικής πριν το «κραχ» αλλά κυρίως επειδή διασώζει μια ενδιαφέρουσα εκδοχή του αμερικανικού ιδεαλισμού πάνω στη «δομή των συναισθημάτων» (το χρήμα δεν αγοράζει την αγάπη). Εξάλλου, η συστηματική αναφορά του στον κίνδυνο που διατρέχει η κοινωνική συνοχή από τους ψευδεπίγραφους «διάσημους ανθρώπους» (“celebrate people”) γινόταν ολοένα και πιο επίκαιρη στο μεταπολεμικό κόσμο και στον καιρό της τεχνολογικής «έκρηξης» των ΜΜΕ. Τα περισσότερα reality shows ξεκίνησαν τη δεκαετία του ’50 και η συνταγή της επιτυχίας τους ήταν ακριβώς η κατασκευή των νέων “brand communities”.

Οι “brand communities”, αυτό το περίεργο είδος της σύγχρονης καταναλωτικής και μιντιακής κουλτούρας, είναι το κατεξοχήν είδος που βασίζεται στη μίμηση προτύπων. Προϋποθέτουν την ενεργή συμμετοχή και «διαδραστικότητα» του κοινού, το παιχνίδι «αγάπης-μίσους» μεταξύ των συμμετεχόντων αλλά και την κυκλοφορία ενός εξειδικευμένου μηνύματος, που συνοδεύεται συνήθως από τα αντίστοιχα παράλληλα εμπορικά προϊόντα. Κυρίως όμως προωθούν την αντίληψη ότι το κοινό μπορεί να γνωρίσει τους «διάσημους που παίζουν τους διάσημους», μέσα από μια αίσθηση οικειότητας, η οποία συμπεριλαμβάνει και τη δόξα και τον τιμωρητικό αποκλεισμό των παικτών από το show. Αντλώντας νομιμοποίηση από τη «δύναμη των αδύναμων» με όλα τα τεχνολογικά μέσα (σχόλια στην κοινωνική δικτύωση, ηλεκτρονικές ψηφοφορίες, παρωδίες, memes), οι “brand communities” κατασκευάζουν τη δική τους εικονική πραγματικότητα μέσα από τη λατρευτική συμπεριφορά των οπαδών τους. Ακριβώς επειδή οι διάσημοι πριν γίνουν διάσημοι ήταν «σαν εμάς».

Το αγόρι του διπλανού διαμερίσματος και, πιο συχνά, το κορίτσι της διπλανής πόρτας που στέκονται μπροστά στην «επιτροπή» μεταφέρουν ήδη τα χαρακτηριστικά μιας ομάδας, που νιώθει ότι θα ήθελε —ή θα άξιζε— να μπει σε αυτή τη ζώνη αναγνωρισμότητας. Οι «brand communities” συγκροτούνται μέσα από ένα αδιόρατο αλλά υπαρκτό “brand public”. Όλοι αυτοί οι «υπέροχοι Γκάτσμπυ» δεν έχουν άλλο στόχο παρά να γνωρίσουν τη Στικούδη από κοντά και να ακούσουν τα σχόλια της «επιτροπής» για το αν και κατά πόσο θα μπορούσαν να ζήσουν αυτή τη ζωή απολαύσεων γεμάτη από σέξι εμφανίσεις, χορό, διασκέδαση, λεφτά και επαγγελματικές ευκαιρίες. Σίγουρα πάντως ο ίδιος ο Γκάτσμπυ, αν μπορούσε να κάνει το αντίστροφο ταξίδι στο χρόνο, θα εντυπωσιαζόταν από τη γοητευτική Κατερίνα Στικούδη. Νομίζω μάλιστα ότι θα του θύμιζε τη μυθιστορηματική και αινιγματική Νταίζη, που παρέμενε διαρκώς μετέωρη ανάμεσα στο σκληρό κόσμο της πραγματικότητας και στην απατηλή λάμψη της ματαιοδοξίας.

* Ο Γιάννης Παπαθεοδώρου είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Ανώμαλα ρήματα

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.