Ο φιλόσοφος, το μοντέλο κι ο πυγμάχος

Μικροϊστορίες των επιστημών και της φιλοσοφίας

–του Γιώργου Θεοχάρη–

Καθημερινά όλοι μας βιώνουμε, έμμεσα ή άμεσα, συμβάντα απρόσμενα. Και οι περισσότεροι, μπροστά στο αναπάντεχο, αναφωνούμε: «Δεν το πιστεύω!» ή «Αυτά δεν γίνονται!» ή «Πέφτω απ’ τα σύννεφα!». Και όμως, τις περισσότερες φορές τα γεγονότα που μας ξαφνιάζουν (είτε ευχάριστα είτε δυσάρεστα) είναι απολύτως προβλέψιμα ή/και εξηγήσιμα. Η αδυναμία μας να τα αναγνωρίσουμε ως τέτοια οφείλεται συνήθως στην άγνοια ή στη μειωμένη αντιληπτική ικανότητα ή στην (αντικειμενική) έλλειψη δεδομένων (ή σε συνδυασμό αυτών). Τα δύο πρώτα αίτια δεν είναι της παρούσης (ούτε της παρελθούσης ούτε της μέλλουσας, πολύ φοβάμαι)· το τρίτο είναι συζητήσιμο.

Τα δεδομένα, λοιπόν, και η έλλειψη αυτών. Η προβλεπτική μας ικανότητα εξαρτάται άμεσα από τις πληροφορίες. Αυτό ακούγεται ως αυτονόητο, αλλά δεν είναι. Αρκεί να αναλογιστούμε τους πολυπληθείς ανά τον κόσμο τζογαδόρους ή τα αφελή θύματα καφετζούδων, αστρολόγων και λοιπών «μάγων». Υπάρχουν δεδομένα και «δεδομένα» – και υπάρχει, φυσικά, και η έλλειψη αυτών. Ένα παράδειγμα: Πότε δικαιούμαι να πω: «Αύριο θα βρέξει στην Αθήνα»; Εάν και μόνο εάν εξετάσω τις εικόνες από τον δορυφόρο, τα βαρομετρικά και τα λοιπά εργαλεία της μετεωρολογίας. Δεν δικαιούμαι να το πω επειδή ο ορίζοντας απόψε ήταν κόκκινος κατά τη δύση του ήλιου (στηριζόμενος, δηλαδή, σε μια αμφιλεγόμενη εμπειρική γνώση). Δεν δικαιούμαι να το πω ούτε επειδή με πονάει το πόδι εκεί που το έσπασα πρόπερσι (έχει και η επαγωγή τα όριά της). Και βέβαια δεν δικαιούμαι να το πω ούτε επειδή το είδα στο φλιτζάνι (ή στα χαρτιά κ.λπ.). Από την άλλη, μπορεί να προβλέψω βροχή για αύριο χωρίς να στηρίζω την πρόβλεψη απολύτως πουθενά – και να πέσω μέσα! Αυτού του είδους η πρόβλεψη (η τυχαία) δεν ενδιαφέρει. Αντιστρόφως, μπορεί να πέσει έξω η μετεωρολογική υπηρεσία και να μην βρέξει αύριο, καίτοι ο μετεωρολόγος έχει κάνει σωστά τη δουλειά του. Αυτή η πρόβλεψη (καλύτερα: η αστοχία αυτής) έχει όντως ενδιαφέρον. Τι θα διασφάλιζε την πρόβλεψη του μετεωρολόγου; Αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη: η πληρότητα των δεδομένων. Αυτό που, καταρχήν, καθορίζει την αξιοπιστία (και τις πιθανότητες επιτυχίας) μιας πρόβλεψης, είναι το εξής: όσο περισσότερα είναι τα (πραγματικά) δεδομένα τόσο ισχυρότερη είναι η πρόβλεψη που βασίζεται σε αυτά. Η ικανότητα σύνθεσης και η εύρεση της βέλτιστης μεθόδου –δηλαδή, τα εργαλεία της διαδικασίας πρόβλεψης που θα καταστήσουν την αναγκαία συνθήκη και ικανή– έπονται (όχι τόσο χρονικά όσο αξιολογικά).

Με όσα ειπώθηκαν ως εδώ, δύσκολα θα διαφωνήσει κανείς (εξαιρούνται οι αστρολόγοι και οι συναφείς επαγγελματίες). Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα δεδομένα, όσο «σκληρά» κι αν είναι, αποτελούν πανάκεια. Ανεξαρτήτως της ακρίβειας, της πληρότητας και της επαληθευσιμότητας των δεδομένων (τα χαρακτηριστικά τους εκείνα, δηλαδή, που ασφαλώς είναι προς έλεγχο), υπάρχει πλήθος άλλων παραγόντων που πρέπει να συνυπολογιστούν, μεταξύ άλλων και οι εξής: η ανάγνωσή τους (αστοχία εργαλείων – της σύνθεσης ή/και της μεθόδου)· η ερμηνεία τους (ανθρώπινος παράγοντας)· η συνήθειά μας (τεμπελιά του νου).

Για να γίνει σαφέστερο το παραπάνω, ας φανταστούμε μία υποθετική κατάσταση: Τη στιγμή που ένα πάρτι σε μεζονέτα βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, οι παρευρισκόμενοι, οι οποίοι διασκεδάζουν στο ισόγειο, πληροφορούνται ότι σε κρεβατοκάμαρα του επάνω ορόφου ένας θηριώδης πυγμάχος έχει στριμώξει μία νεαρή γυναίκα (ένα δεκαεφτάχρονο μοντέλο, λ.χ.) με σκοπό να τη βιάσει. Ζητούμενο: Αν έχουμε τη δυνατότητα να γνωρίζουμε λεπτομερώς τον βίο και την πολιτεία των παρόντων, μπορούμε να προβλέψουμε με ασφάλεια ποιος από αυτούς θα επιχειρήσει να αποτρέψει τον διαφαινόμενο βιασμό;

Μία προφανής (και βιαστική απάντηση) είναι: με ασφάλεια, όχι, δεν μπορούμε. Μπορούμε φυσικά να κάνουμε προβλέψεις, βασιζόμενοι σε κοινωνιολογικού τύπου παρατηρήσεις, όπως: «Θα παρέμβει ο Χ, που είναι άσσος των πολεμικών τεχνών» ή «Θα παρέμβει η Ψ, που ηγείται του κινήματος #metoo» ή « Θα παρέμβει ο οικοδεσπότης Ω, γιατί αυτό επιβάλλει η ηθική της φιλοξενίας». Και, εξίσου φυσικά, μπορεί να πέσουμε εντελώς έξω στις προβλέψεις μας για πολλούς και διάφορους λόγους· λ.χ., ο Χ είναι στην πραγματικότητα κότα λειράτη, η Ψ είναι στην πραγματικότητα μόνο λόγια και ο Ω είναι οικοδεσπότης της κατηγορίας Ναυαρχούκος[1] και ψοφάει για σκάνδαλα. Συνεπώς, δεν υπάρχει δυνατότητα ασφαλούς πρόβλεψης όταν τα κρίσιμα δεδομένα στήριξης είναι μη μετρήσιμα (και συνεπώς ανοικτά σε υποκειμενικές ερμηνείες). Ή μήπως (σε θεωρητικό, τουλάχιστον, επίπεδο) υπάρχει;

Πριν (προσπαθήσω να) απαντήσω στην ερώτηση, θα πάω πίσω αρκετά χρόνια για να περιγράψω την περίσταση που κλόνισε μία από τις (τότε) βασικές μου πεποιθήσεις.

Καλοκαίρι του 1994. Στον τελικό του Μουντιάλ των ΗΠΑ έχουν προκριθεί η Ιταλία και η Βραζιλία. Μετά και την παράταση, ο αγώνας είναι ισόπαλος χωρίς γκολ για πρώτη φορά στην ιστορία των τελικών παγκοσμίου κυπέλλου (0-0 μετά από 120 αγωνιστικά λεπτά– ακόμα και στις φυλακές κάνουν ζάπινγκ!) και ο νικητής θα αναδειχτεί, επίσης για πρώτη φορά σε τελικό παγκοσμίου κυπέλλου, μέσα από την ψυχοφθόρο διαδικασία των πέναλτι. Μετά τα πρώτα τέσσερα πέναλτι εκατέρωθεν, το σκορ είναι 3-2 υπέρ των Βραζιλιάνων. Πέμπτος και τελευταίος από τους Ιταλούς είναι να εκτελέσει πέναλτι ο Roberto Baggio. Αν το χάσει, το κύπελλο πάει στη Βραζιλία. Το εκτελεί και στέλνει την μπάλα τρία μέτρα άουτ. Τέλος.

Παρακολουθώ τον αγώνα με τον ισάδελφο Αντρέα. Καθώς κανείς από τους δυο μας δεν υποστηρίζει ούτε τους μεν ούτε τους δε, παρακολουθούμε απολύτως ψύχραιμοι (και εμφανώς βαριεστημένοι) τα τεκταινόμενα. Μετά το πέναλτι του Baggio, ο Αντρέας λέει: «Αν είχαμε τον Deep Thought[2] και τον ταΐζαμε με όλα τα δεδομένα της ζωής του Baggio, συν δεδομένα για τις καιρικές συνθήκες κατά τη στιγμή της εκτέλεσης, την κατάσταση του γηπέδου, πιθανές αποσπάσεις της προσοχής του κ.λπ. –κοντολογίς, με όλα τα δεδομένα που συνδέονταν έστω και κατ’ ελάχιστον με την περίσταση–, τότε θα μπορούσαμε με ασφάλεια να προβλέψουμε ότι ο Baggio θα έστελνε την μπάλα στα περιστέρια».

Το σκέφτομαι για λίγο και αποφασίζω να διαφωνήσω. Πρώτον, γιατί αυτό κάνουμε με τον Αντρέα: διαφωνούμε ψυχαναγκαστικά για να αποκτήσει ενδιαφέρον η συζήτηση. Δεύτερον, γιατί μυρίζομαι ντετερμινισμό και θεωρώ υποχρέωσή μου να υπερασπιστώ την ελευθερία της βούλησης. Τρίτον, ο Baggio, μέχρι εκείνη τη στιγμή, είχε χάσει σε όλη του την καριέρα μόλις ένα πέναλτι (και σε αυτό ακόμα δεν είχε αστοχήσει: είχε αποκρούσει ο τερματοφύλακας). Άρα, σκέφτομαι, δεν υπήρχε περίπτωση να κάνουμε σωστή πρόβλεψη, ακόμα κι αν είχαμε όλα τα δεδομένα του κόσμου και πρόχειρο τον υπερυπολογιστή του σύμπαντος. Γιατί; Γιατί ο άνθρωπος είναι απρόβλεπτος, γι’ αυτό!

Τα λέω όλα αυτά στον Αντρέα και καταλήγω: «Ό,τι και να κάνεις, δεν μπορείς να μπεις στο μυαλό του Baggio τη δεδομένη στιγμή. Δεν έχεις, δηλαδή, πρόσβαση στο κρίσιμο δεδομένο: τι σκεφτόταν εκείνη τη στιγμή. Συνεπώς, δεν υπάρχει τρόπος να προβλέψεις την κατάληξη της μπάλας». Όμως ο Αντρέας αποκρούει συνολικά το επιχείρημα κατά του ντετερμινισμού γιατί εκείνος δεν έχει κάτι τέτοιο κατά νου· το δικό του επιχείρημα είναι, με διαβεβαιώνει, απολύτως τεχνολογικού χαρακτήρα: αν έχεις όλα –μα όλα!– τα σχετικά δεδομένα, τώρα η ασφαλής πρόβλεψη είναι εφικτή.

Ομολογώ (σήμερα) ότι στην ουσία με είχε πείσει. Σε ένα σενάριο επιστημονικής φαντασίας, μπορούσα να με φανταστώ να προβλέπω ότι ο Baggio θα σουτάρει στον γάμο του Καραγκιόζη. Γιατί θα είχα δεδομένα ακόμα και για αμελητέα κίνηση της μπάλας που δεν είχε στηθεί καλά στη βούλα του πέναλτι· ακόμα και για το δόλιο στοίχημα (μια θεωρία συνωμοσίας πάει με όλα!) που είχε βάλει ο ίδιος ότι θα έχανε πέναλτι στον τελικό του Μουντιάλ για να θησαυρίσει· ακόμα και τις (εντελώς αβάσιμες, είμαι βέβαιος) υποψίες που τον ταλάνιζαν ότι τάχα η γυναίκα του, που είχε μείνει πίσω στην πατρίδα, εκείνη τη στιγμή τον απατούσε με τον κουμπάρο. Θα ήξερα τα πάντα! Ενδεχομένως θα είχα πρόσβαση μέχρι στις σκέψεις του, γιατί όχι; Ποιος ξέρει πού θα έχει φτάσει η επιστήμη (και συνακολούθως η τεχνολογία) σε (απύθμενο) βάθος χρόνου;

Φυσικά, συνέχισα να διαφωνώ για την τιμή των όπλων, αλλά ο σπόρος της αμφιβολίας είχε πέσει σε εύφορο έδαφος. Ο Αντρέας είχε δίκιο. Και για να θυμάμαι την παιγνιώδη αυτή κουβέντα μας πέντε Μουντιάλ μετά, σημαίνει ότι εκείνη η διαπίστωση ακόμα πονάει.

Πάμε τώρα ακόμα πιο πίσω στον χρόνο, για να επανέλθω στην ερώτηση που έθεσα στην αρχή. Η κατάσταση που έφερα ως φανταστικό παράδειγμα (ο διαφαινόμενος βιασμός στο πάρτι) δεν είναι διόλου φανταστική: έχει συμβεί στην πραγματικότητα. Το περί ου ο λόγος πάρτι έγινε το 1987 στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης. Οικοδεσπότης ήταν ο σχεδιαστής μόδας Fernando Sánchez (1935-2006)· η καλεσμένη που απειλήθηκε με βιασμό ήταν η έφηβη τότε Naomi Campbell (γεν. 1970)· ο επίδοξος βιαστής ήταν ο διαβόητος Mike Tyson (γεν. 1966)· και ο μόνος που έσπευσε να αποτρέψει τα χειρότερα ήταν A.J. Ayer (1910-1989), ένας ηλικιωμένος φιλόσοφος. Ποιος να το φανταστεί; Ακόμα χειρότερα: ποιος (και πώς) θα μπορούσε να το προβλέψει;

Η Naomi το 1988, ετών 18

Πριν περιγράψω το σκηνικό, θα αποπειραθώ να συνθέσω το προφίλ του Ayer (αν και κανονικά θα έπρεπε να βάλω στο μικροσκόπιο όλους τους καλεσμένους, αλλά, ευτυχώς για σας, αυτό δεν γίνεται: δεν γνωρίζω άλλους πέρα από αυτούς που ήδη ανέφερα) για να διαπιστώσω κατά πόσον θα ήταν εφικτό ο υπερυπολογιστής του σύμπαντος να είχε προβλέψει ότι θα ήταν ο γηραιός φιλόσοφος και κανένας άλλος εκείνος που θα έσωζε τη νεαρή μοντέλα από τα χέρια του μοβόρου πυγμάχου. Επίσης για καλή σας τύχη, από τα βιογραφικά δεδομένα του Ayer (που, ούτως ή άλλως, δεν υπάρχουν στο 100%) θα επιλέξω τα σημαντικότερα. Αλλά, ακόμα κι έτσι, μια ιδέα θα την πάρουμε.

A.J. Ayer

 Φάκελος AYER

Γέννηση: Ο Βρετανός φιλόσοφος Alfred Jules (A.J.) Ayer (για τους φίλους, Freddie) γεννήθηκε στο βορειοδυτικό Λονδίνο, στις 29/10/1910. Ήταν μοναχοπαίδι.

Ρίζες: Και από τις δύο μεριές, στην ηπειρωτική Ευρώπη.

  • Μητέρα: Reine, το γένος Citroën. Ολλανδή εβραία. Η οικογένεια της ίδρυσε την ομώνυμη αυτοκινητοβιομηχανία στη Γαλλία. Πολλά λεφτά (αν και όχι η ίδια αλλά ο πατέρας της).
  • Πατέρας: Jules Ayer. Ελβετός καλβινιστής. Δούλευε ως χρηματοοικονομικός σύμβουλος για την οικογένεια Rothschild. Χρεοκόπησε 18 μόλις μήνες μετά τη γέννηση του μοναχογιού του.
  • Παρά την επαγγελματική αποτυχία του Jules, η οικογένεια έμεινε στον αφρό, χάρη στην οικονομική βοήθεια του παππού Citroën. Οπότε, για αρχή, κρατάμε αυτό: ο Freddie δεν επρόκειτο να πεινάσει και θα σπούδαζε στα καλύτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα· δεν θα του έλειπε τίποτα, εκτός ίσως από το πιο βασικό: μια φυσιολογική παιδική ηλικία.

Παιδική ηλικία: Η χαρά του ψυχαναλυτή.

  • Ο γάμος των Ayer ήταν αποτυχημένος. Η Reine, είκοσι χρόνια μικρότερη από τον Jules, ήταν μια έξυπνη γυναίκα, εγκλωβισμένη σε μια ζωή χωρίς νόημα. Ο μικρός Freddie μεγάλωσε μέσα στη σιωπή και την κατάθλιψη. Η ατμόσφαιρα στο σπίτι ήταν αποπνικτική. Όπως όλα τα υπερπροστατευμένα μοναχοπαίδια, ανέπτυξε άμυνες για να τα βγάλει πέρα με τη μοναξιά: ζούσε περισσότερο στο μυαλό του παρά στην πραγματικότητα. Κοινωνικά απομονωμένος και συναισθηματικά παραμελημένος, έμαθε από νωρίς να τα βγάζει πέρα μόνος του, να επινοεί τις χαρές του και να τρέφεται από τις λύπες του. Η πολλή ησυχία, όμως, σε αυτή την ηλικία, σε κάνει δια βίου ανήσυχο. Κι ύστερα, έφυγε από το σπίτι σε ηλικία μόλις 7 ετών. Θα μεγάλωνε με το ζόρι.

Σπουδές: Οι αναμενόμενες για γόνο της κοινωνικής του τάξης (και με πλούσιο παππού).

  • Καταρχάς, οικότροφος στο Ascham St Vincent’s School, ένα καλό προπαρασκευαστικό σχολείο αρρένων στο Σάσεξ. Ήταν ακόμα πολύ μικρός για απογαλακτισμό· από την άλλη, δεν ήταν και ποτέ του το παιδί της μαμάς: μόνος του μεγάλωνε. Επισήμως, οι Ayer τον ξαπέστειλαν πρόωρα (7 ετών!) λόγω συνθηκών (έξω έκανε Α΄ΠΠ). Αποφοίτησε με υποτροφία για το Eton College.
  • Στη συνέχεια, για πέντε χρόνια (μέχρι το 1928) στο Eton College – οικότροφος και πάλι, εννοείται. Είχε ήδη αποκτήσει εμμονή με τις ταινίες και τα σπορ. Όλα εξηγούνται (στην ανωτάτη μπακαλική): ο κινηματογράφος είναι η χαρά του μοναχικού και τα σπορ, ο φερετζές του φλούφλη. Η παρουσία του στο Eton δεν πέρασε απαρατήρητη. Οι σύγχρονοί του τον περιγράφουν ως μικρομέγαλο με το ζωνάρι μονίμως λυμένο. Έξυπνος, αλλά υπερβολικά ανταγωνιστικός. Γινόταν ιδιαίτερα αντιπαθής ανάμεσα στους συμμαθητές του γιατί, όντας άθεος από πιτσιρίκος, δεν του έφτανε να επιχειρηματολογεί κατά της ύπαρξης του Θεού: προσπαθούσε μανιωδώς να τους κάνει όλους άθεους. (Κακός μπελάς για τη μεταφυσική από μικρός, ο Freddie.) Τρία επίθετα επανέρχονται στις περιγραφές: αλαζόνας, υπερόπτης, φαντασμένος. Το γεγονός είναι ότι πέρασε δύσκολα χρόνια εκεί (ποτέ δεν μιλούσε γι’ αυτή την περίοδο της ζωής του). Καθοριστικό ρόλο πρέπει να έπαιξε το ότι είχε πάνω από το κεφάλι του έναν επιβλέποντα δάσκαλο, τον «Bloody Bill» Mardsen με τ’ όνομα, έναν σαδιστή που απεχθανόταν τρία πράγματα: την αλαζονεία, την εξυπνάδα και την μη βρετανική καταγωγή – τρία στα τρία για τον Freddie. Η συμπεριφορά του στο κολέγιο δείχνει μια προσπάθεια από μέρους του να ξεφορτωθεί το στερεότυπο του βουτυρόπαιδου που προαλειφόταν εκ γενετής για ακαδημαϊκή καριέρα. Δεν πήγε κόντρα στο πεπρωμένο του, αλλά έβαλε τους δικούς του όρους. Έπαιζε, ας πούμε, ράγκμπι στην ομάδα του Eton – και ήταν, μάλιστα, καλός (παρότι μικρός το δέμας). Έπαιζε και καλό κρίκετ· ονειρευόταν ότι θα δόξαζε κάποτε το Ηνωμένο Βασίλειο με την εθνική ομάδα. Ένα άλλο του όνειρο εκείνη την εποχή ήταν να γίνει ηθοποιός. Μέχρι που έμαθε μόνος του να χορεύει κλακέτες, μιμούμενος τον συνονόματό του Fred Astaire, από τον οποίο αντέγραψε τέσσερις χρήσιμες (στη ζωή) δεξιότητες: ευκινησία, πειθαρχία, τόλμη, αυτοπεποίθηση. (Η αγάπη του για τον χορό θα τον συνόδευε μέχρι τέλους. Και, κατά γενική ομολογία, ήταν χορευταράς! Είχε δηλώσει κάποτε ότι θα προτιμούσε να χορεύει κλακέτες επαγγελματικά παρά να διδάσκει φιλοσοφία.) Γενικά, το κέρδος του από το κολέγιο ήταν ότι ανέπτυξε αντοχές. Στο Eton ποτέ δεν αισθάνθηκε τη χαρά και την ανακούφιση του ανήκειν: παρέμεινε outsider από την πρώτη μέχρι την τελευταία μέρα. Θα φορούσε για πάντα τον τίτλο του outsider σαν πανοπλία, σαν στολή εργασίας. Εντούτοις, εξαιτίας της παγιωμένης πεποίθησής του ότι ήταν (και θα παρέμενε) μόνος εναντίον όλων, συν το ότι οι συνθήκες απαιτούσαν πιστή εφαρμογή του τρίπτυχου του όποιου εγκλεισμού («αγάπα το κελί σου, τρώγε το φαΐ σου, διάβαζε πολύ»), βγήκε από κει μέσα με χαρακτήρα. Εκεί απόκτησε το δια βίου ενδιαφέρον του για τα ανθρώπινα δικαιώματα: ως μέλος του προεδρείου των τελειόφοιτων, όπου πάλεψε (ανεπιτυχώς) για την κατάργηση του ξυλοδαρμού ως τιμωρία στα σχολεία της Βρετανίας. Εκεί διάβασε ένα βουνό κλασική λογοτεχνία και φιλοσοφία. Εκεί κήρυξε τον πόλεμο στη μεταφυσική. Ένα ενδιαφέρον σημείο εδώ: ενώ τα λογοτεχνικά αναγνώσματα ήταν μέρος της διδακτικής ύλης, τα φιλοσοφικά ήταν αποκλειστικά δική του επιλογή· κανένας δεν τον ανάγκασε (ούτε και τον επηρέασε δια του παραδείγματος) να πέσει με τα μούτρα στη φιλοσοφία, η οποία αποδείχτηκε, εκ των υστέρων, επιλογή ζωής. Ανάμεσα στους φιλόσοφους που του έκαναν βαθιά εντύπωση στο ξεκίνημα, αναφέρονται οι Bertrand Russell (Sceptical Essays) και G.E. Moore (Principia Ethica). Πάντως, ποτέ δεν παραμέλησε τα άλλα ακαδημαϊκά του καθήκοντα· διάβαζε πολύ (ήταν σπασίκλας· απλώς δεν ήθελε να φαίνεται σπασίκλας): στις απολυτήριες εξετάσεις ήρθε δεύτερος στη χρονιά του γενικά και πρώτος στα φιλολογικά ειδικά· εξαιτίας αυτής της πρωτιάς, κέρδισε μια υποτροφία για κλασικές σπουδές στο Christ Church της Οξφόρδης.
  • Και έτσι, στα 18 του πήγε στην Οξφόρδη. Ο χαρακτήρας του ήταν ήδη διαμορφωμένος – εδώ θα γινόταν απλώς το ραφινάρισμα. Αλλά για να καταλάβουμε την ιδιαιτερότητα του A.J., πρέπει να δούμε πρώτα το περιβάλλον που βρήκε στο πανεπιστήμιο. Το Christ Church είναι από τα «βαριά» ιδρύματα της Οξφόρδης: παράδοση, μεγαλοπρέπεια, αριστοκρατία και μεγάλη έμφαση στη θρησκεία. Επίσης, όπως σε όλο το Oxbridge του μεσοπολέμου (ανέκαθεν, αλλά κυρίως τότε), η ομοφυλοφιλία διδασκόντων και διδασκομένων, αν δεν επιδοκιμάζεται, σίγουρα δεν αποδοκιμάζεται («not that theres anything wrong with that», όπως θα έλεγε και ο αλησμόνητος Seinfeld).
  • Και έρχεται ο δεκαοχτάχρονος Freddie – αλλά πώς έρχεται; Δηλωμένος άθεος (μέσα σε άντρο του χριστιανισμού), μισο-εβραίος (μέσα σε άντρο της αριστοκρατίας) και επιδεικτικά ετεροφυλόφιλος (μέσα σε άντρο του «πλατωνικού δεσίματος»). Αυτό το τελευταίο έκανε και τη μεγαλύτερη εντύπωση: δεν ήταν συνηθισμένο να σκάει μύτη στο ίδρυμα πρωτοετής με ερωμένη! Για να χειροτερέψουν κι άλλο τα πράγματα, η φίλη του Freddie (και, λίγο αργότερα, πρώτη του σύζυγος), η Renée Lees (την οποία είχε γνωρίσει σε διακοπές στο Παρίσι το 1928), ήταν μια όμορφη, νεαρή κοσμοπολίτισσα με εκλεπτυσμένους τρόπους. Φανταστείτε τον αντίκτυπο: σε κολέγιο αρρένων όπου οι (επισκέπτριες) γυναίκες δεν επιτρέπεται καν να δειπνούν στην τραπεζαρία και όπου οι φοιτητές ανάθεμα κι αν έχουν έστω μιλήσει ποτέ τους με γυναίκα με την οποία δεν έχουν συγγένεια πρώτου βαθμού, εμφανίζεται ένας πρωτοετής συνοδευόμενος από μια γυναίκα-όνειρο! Όπως ήταν φυσικό, τον κοιτούσαν σαν εξωγήινο (και τον αντιμετώπιζαν αναλόγως).
  • Πέρα απ’ αυτό, ο Ayer πήρε από το Christ Church εκείνο που ήθελε: γερές βάσεις στη φιλοσοφία (και στα ελληνικά, επίσης). Μεταξύ άλλων, διάβασε το Tractatus LogicoPhilisophicus (TLP) του Ludwig Wittgenstein, το οποίο ήταν ακόμα σχεδόν άγνωστο στην Οξφόρδη (γιατί ήταν αφενός εγγενώς ακατανόητο και αφετέρου προϊόν κάποιου από το μισητό Cambridge). Ο Gilbert Ryle, τον οποίο είχε καθηγητή, ήταν εκείνος που του έδωσε το TLP και επέμεινε να το διαβάσει. O A.J. όχι μόνο το διάβασε, αλλά (ισχυριζόταν ότι) το κατάλαβε κιόλας! Είχε δει εκεί το μέλλον της φιλοσοφίας (καλύτερα: το τέλος της). Ενδεικτική της αλαζονείας του, η σχετική δήλωση λίγα χρόνια αργότερα: αφού πρώτα διευκρίνισε πως ό,τι είχε να πάρει από τον Wittgenstein, το είχε ήδη πάρει, και πως ο τρόπος που χειρίζεται τα προβλήματα της φιλοσοφίας (ο Wittgenstein, πάντα) δεν τον ενδιαφέρουν πλέον, συμπλήρωσε: «Είμαι αρκετά τολμηρός ώστε να προσπαθήσω [να λύσω τα προβλήματα της φιλοσοφίας] μόνος μου». Είχε άντερα ο μικρός!
  • Κατά τα άλλα, και στην Οξφόρδη, συνέχισε το ίδιο βιολί: πρώτος στα μαθήματα, πρώτος στους (παντός είδους) αγώνες. Κρίκετ, ποδόσφαιρο, πάρτι, χορός, φλερτ (υποψιάζομαι ότι, λόγω της Renée, η οποία λειτουργούσε σαν διαφημιστικό, θα πρέπει να του την έπεφταν διάφορες ακατάπαυστα). Και το διάβασμα, διάβασμα. Ο Ayer, εκτός που είχε από νωρίς «συμβιβαστεί» με το προδιαγεγραμμένο μέλλον του στην ακαδημαϊκή ζωή (το κρίκετ, ο χορός και ο κινηματογράφος ήταν όνειρα), είχε προφανώς και το απαιτούμενο μυαλό για κάτι τέτοιο (γιατί για να κάνεις φιλοσοφία δεν αρκεί το υψηλό IQ· χρειάζεται, εκεί ψηλά, να κάνει και λίγο τραμπάλα η τρέλα με το μεγαλείο). Σε κάθε περίπτωση, και με δεδομένη την παιδική του ηλικία, ήταν φανερό ότι ο Freddie δεν αισθανόταν καλά με την ετικέτα του «σπασίκλα», γι’ αυτό έκανε ό,τι μπορούσε (δοκιμάζοντας τα όρια της κοσμιότητας) για να την ξεκολλήσει από πάνω του. Θεμιτό.
  • Ακολούθησαν μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης (κατόπιν μεσολάβησης και πάλι του Ryle), υπό τον Moritz Schlick, τον πρώτο μεταξύ ίσων στον Κύκλο της Βιέννης. Μολονότι δεν ήταν καθόλου εύκολο (γιατί, μεταξύ άλλων, δεν ήξερε τέλεια τα γερμανικά) κατάφερε και έγινε μέλος του Κύκλου (μαζί με τον Willard V.O. Quine, ήταν οι μόνοι επισκέπτες που είχαν αυτή την τιμή), όπου και, όπως ήταν φυσικό, «κόλλησε» λογικό θετικισμό. To TLP είχε κάνει δουλειά! Έγραφε ήδη το πρώτο (και καλύτερό) του βιβλίο, το Language, Truth and Logic[3], το οποίο εκδόθηκε μετά την επιστροφή του στην πατρίδα, το 1936. Ήταν για τους Άγγλους (και αγγλόφωνους) αναγνώστες η πρώτη στιβαρή εισαγωγή στον λογικό θετικισμό. Το βιβλίο έκανε αναπάντεχη επιτυχία: η πρώτη έκδοση πούλησε πάνω από 1.000 αντίτυπα! (Λίγο σας φαίνεται; Δεν είναι! Άλλωστε, ακόμα πουλάει πάνω από 2.000 κομμάτια τον χρόνο: long seller! Και η έκδοση του 1945 στις ΗΠΑ πούλησε 300.000 τεμάχια! Αν δεν είναι αυτή επιτυχία, τότε δεν ξέρω ποια είναι.) Στα 26 του, ο Ayer ήταν ήδη το «καυτό όνομα» της βρετανικής (αναλυτικής) φιλοσοφίας. Από κει και πέρα, θα άρχιζε η ακαδημαϊκή ανηφόρα και η φιλοσοφική κατηφόρα: το roller coaster μιας ενδιαφέρουσας ζωής.

Διδακτικό έργο κ.λπ.: Καθηγητής, συγγραφέας, κατάσκοπος, ανθρωπιστής, δημόσιο πρόσωπο.

  • Από το 1933 μέχρι το 1940, δίδαξε φιλοσοφία στο Christ Church (δηλαδή, εκεί που είχε σπουδάσει, στο alma mater του, που λένε). Ο πρώτος που έβαλε στη διδακτική ύλη της Οξφόρδης το TLP. Εκεί είχε συναδέλφους δύο φιλόσοφους που έπαιξαν κάποιον ρόλο στη ζωή του: τον Stuart Hampshire (θα το ξαναβρούμε παρακάτω, στο πρώτο διαζύγιο του Freddie) και τον J.L. Austin (με τον οποίο ανέκαθεν συμφωνούσαν μόνο στο ότι διαφωνούσαν).
  • Στα χρόνια που προηγήθηκαν του Β΄ΠΠ άρχισε να ενδιαφέρεται για την πολιτική. Υποστήριζε τους Δημοκρατικούς στον ισπανικό εμφύλιο και φλέρταρε με την ιδέα να γίνει μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος. Τελικά, όμως, έγινε μέλος (και μάλιστα ιδιαίτερα ενεργό) του Εργατικού Κόμματος (όπου και παρέμεινε μέχρι το 1981, οπότε και αποχώρησε, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την αντιευρωπαϊκή στάσης της αριστερής τάσης του κόμματος, για να προσχωρήσει στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα).
  • Στον Β΄ΠΠ, υπηρέτησε ως έφεδρος αξιωματικός στη SOE (Special Operations Executive), υπηρεσία κατασκοπίας, οργάνωσης σαμποτάζ και αναγνωρίσεων πίσω από τις γραμμές του εχθρού, και στην ΜΙ6 (Secret Intelligence Service), τη μυστική υπηρεσία πληροφοριών της Βρετανίας. Κατάσκοπος, με μία λέξη.
  • Από το 1946 μέχρι το 1958, δίδαξε φιλοσοφία του νου και λογική (έδρα Grote) στο University College του Λονδίνου. Σε αυτό το διάστημα έβαλε τις βάσεις μιας αξιοσέβαστης ακαδημαϊκής καριέρας και εδραίωσε τη δημόσια εικόνα του. Καλλιέργησε με ζήλο γνωριμίες στην τότε υψηλή κοινωνία και απόκτησε εξαιρετικές διασυνδέσεις στους μηχανισμούς εξουσίας – είχε, δηλαδή, όλες τις σωστές άκρες. Τυπική εξέλιξη για έναν διανοούμενο με το δικό του βιογραφικό: καμία έκπληξη εδώ. Εκείνο που τον διαφοροποιούσε ήταν ότι η κοινωνική του ζωή ερχόταν πιο ψηλά στη λίστα με τις προτεραιότητες από την καριέρα του. Έμαθε από νωρίς να παίζει το παιχνίδι των ΜΜΕ. Τον καλούσαν συχνά σε ραδιοφωνικές και, αργότερα, τηλεοπτικές εκπομπές, γιατί «τα έλεγε». Γοητευτικός, ρήτορας, τζόρας: έκανε «νούμερα». Πανελίστας κανονικός, θα λέγαμε σήμερα – με τη διαφορά ότι εκείνος είχε γερή μόρφωση και πάνω από δυο δράμια μυαλό. Η αγάπη του για τα σπορ συνεχίστηκε: όσο ήταν στο Λονδίνο, δεν παρέλειπε να πηγαίνει στο γήπεδο να παρακολουθεί την αγαπημένη του Τότεναμ. Και το βράδυ, νυχτερινή ζωή: κλαμπάκια, χορός, ερωτικά γαϊτανάκια – με δυο λέξεις, dolce vita.
  • Μεταξύ 1945 και 1947, έγραφε άρθρα (όπως και οι Bertrand Russell και George Orwell) για το βραχύβιο περιοδικό Polemic («Magazine of Philosophy, Psychology, and Aesthetics») που έβγαζε ο πρώην κομμουνιστής (και, μετά τον πόλεμο, λάβρος αντικομμουνιστής) Humphrey Slater. Ο Ayer προφανώς δεν ήταν αντικομμουνιστής· τον σταλινισμό ήταν που δεν άντεχε. Οι πάντα συγκαταβατικοί Βρετανοί τον κατέτασσαν στην κατηγορία των fashionable left (στους φιλελεύθερους αριστερούς, θα λέγαμε σήμερα).
  • Από το 1958 μέχρι τη συνταξιοδότησή του, το 1978, δίδαξε λογική (έδρα Wykeham) στην Οξφόρδη, αυτή τη φορά στο New College.
  • Στα ενδιάμεσα, δίδαξε αρκετές φορές στις ΗΠΑ, ως επισκέπτης καθηγητής. Και, γενικά, ταξίδεψε πολύ, σε όλο τον κόσμο.
  • Στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του εργάστηκε για την προώθηση του ανθρωπισμού, από πολλές σημαντικές θέσεις. Τιμητικό μέλος της Rationalist Press Association από 1947. Τιμητικό μέλος της American Academy of Arts and Sciences από 1963. Πρώτος πρόεδρος της Agnostics’ Adoption Society (1965). Πρόεδρος της British Humanist Association (1965-1970). Πολλή (και αξιέπαινη) δουλειά.
  • Το 1970, έγινε Σερ (Knight Bachelor).

Προσωπική ζωή: Έντονη και περίπλοκη.

  • Παντρεύτηκε συνολικά τέσσερις φορές με τρεις γυναίκες (τη μία την παντρεύτηκε δύο φορές). Ο πρώτος του γάμος, με τη Renée Lees (1090-1980) που λέγαμε παραπάνω, κράτησε από το 1933 μέχρι το 1941. Απέκτησαν δύο παιδιά, τη Valerie, το 1933, και τον Julian, το 1939
    Ο Ayer ένστολος, στο τέλος του Β’ΠΠ, με τα παιδιά του από τον πρώτο γάμο: τη Valerie (δεξιά) και τον Julian (αριστερά).

    –αν και ο βιολογικός πατέρας του δεύτερου ήταν μάλλον ο φιλόσοφος –και φίλος/συνάδελφος του A.J.– Stuart Hampshire, ο οποίος, μετά το διαζύγιο, παντρεύτηκε τη ζωντοχήρα Renée. Πάντως, για να τα λέμε όλα, ο πρωταθλητής στις απιστίες σε αυτόν τον γάμο ήταν ο A.J., όχι η Renée. Μετά το διαζύγιο, για περίπου είκοσι χρόνια, το γλέντησε από δω κι από κει. (Αυτή η περίοδος, στο Λονδίνο, πρέπει να ήταν η καλύτερη της ζωής του.) Όταν πενηντάρισε, έριξε λίγο τους ρυθμούς του: επέστρεψε στην Οξφόρδη με τη δεύτερη γυναίκα του, την Dee Wells (1925-2003), δημοσιογράφο και συγγραφέα ενός εμπορικά επιτυχημένου μυθιστορήματος (Jane, 1973), με την οποία απέκτησαν το 1963 έναν γιο, τον Nicholas.

    Ο Ayer, η δεύτερη σύζυγός του Dee Wells και ο γιος τους Nick, το 1964).

    Όχι πως ησύχασε, πάντως· η έντονη ζωή συνεχίστηκε· μόνο το ρυθμικό μοντέλο είχε αλλάξει: περνούσε τρία βράδια τη βδομάδα στο πανεπιστήμιο και τα υπόλοιπα στο Λονδίνο. Έτσι πήγε το πράγμα μέχρι τις αρχές τις δεκαετίας του ’80. Τότε δύο θάνατοι τον συντάραξαν: το 1980 πέθανε η πρώην σύζυγός, η Renée, και την επόμενη χρονιά η κόρη τους, η Valerie (εντελώς ξαφνικά, από τη νόσο του Hodgkin), στην οποία είχε μεγάλη αδυναμία. Η κρίση ήταν περίπου αναπόφευκτη. Ο γάμος του κλονίστηκε. Χώρισαν με την Dee το 1982 και ο ηλικιωμένος πια Freddie ξαναπαντρεύτηκε αμέσως τη Vanessa Salmon, η οποία πέθανε από καρκίνο του ήπατος μόλις δύο χρόνια αργότερα, το 1985. To 1989 (δηλαδή, λίγο πριν πεθάνει και έχοντας μόλις έναν χρόνο πριν φτάσει πολύ κοντά στον θάνατο, όταν κόντεψε να πνιγεί με μια μπουκιά καπνιστό σολομό) ο Freddie παντρεύτηκε για δεύτερη φορά την Dee, η οποία, ως χήρα, έκανε την εξής επική δήλωση: «Κάποιοι άντρες παίζουν γκολφ. Ο Freddie έπαιζε γυναίκες».

Dee Wells
  • Η Sheilah Graham με την Marilyn Mornoe το 1953.

    Εκτός γάμου, είχε αποκτήσει και μία κόρη, την Wendy Westbrook, με την Αμερικανίδα δημοσιογράφο Sheilah Graham (όταν λέμε «δημοσιογράφο», κουτσομπολιά για το Χόλιγουντ έγραφε, αλλά ήταν πρώτο όνομα τότε). Το μεταξύ τους ειδύλλιο παίχτηκε το 1941στη Νέα Υόρκη, όπου ο A.J. βρισκόταν σε μυστική αποστολή των βρετανικών υπηρεσιών πληροφοριών (να μαζέψει στοιχεία για τους συμπαθούντες τον φασισμό επιφανείς Αμερικανούς). Το 1992, η κόρη του έγραψε (και υπέγραψε ως Wendy W. Fairey) ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο, το One of the family, όπου περιγράφει ακριβώς την προσπάθειά της να «βρει» τον βιολογικό της πατέρα, τον οποίο αρχικά γνώριζε ως οικογενειακό φίλο. Ο Ayer το ήξερε ότι ήταν κόρη του (και καμάρωνε γι’ αυτό), αλλά δεν επιθυμούσε να ταράξει τη ζωή της με «βιολογικές» λεπτομέρειες.

Στο εξώφυλλου του βιβλίου της, η Wendy ( τότε Westbrook) με τη μητέρα της, τη Sheilah Graham.
  • Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο Freddie αγαπούσε τις γυναίκες. Με τον τρόπο του. (Οι υπερβολές της τρέχουσας κορεκτίλας δεν έχουν αναδρομική ισχύ, έχουν;) Αλλά δεν τις κατάλαβε ποτέ. Στην ανωτάτη μπακαλική θα καταφύγω πάλι: νομίζω ότι όλα ξεκινούν από τη σχέση του με τη μητέρα του (ο Freud δεν είχε σε όλα άδικο!). Γενικά, είχε πρόβλημα με την κατανόηση των συναισθημάτων των άλλων (και το ήξερε· και ίσως η ηθική συναισθηματική θεωρία του πρέπει να διαβαστεί κάτω από αυτό το πρίσμα). Είχε επίσης πρόβλημα με τις καλές τέχνες· δεν εκτιμούσε, ας πούμε, τη μουσική. Ούτε η φύση τού έλεγε τίποτα. (Μόνο τη λογοτεχνία είχε σε υπόληψη – οι γνώσεις του για τους αγγλόφωνους κλασικούς ήταν επιπέδου φωτεινός παντογνώστης.) Πιθανό (και αδιάγνωστο) σύνδρομο Asperger (ή κάτι τέτοιο – δεν είμαι και ειδικός); Δεν ξέρω. Εκείνο που μοιάζει ξεκάθαρο είναι ότι, παρά τις πολλές του κατακτήσεις, με τις γυναίκες ζούσε στο απόλυτο σκοτάδι. Η αδυναμία του να τις καταλάβει είχε παρενέργειες (πάντα έχει!): ενώ τις λάτρευε, τις υποτιμούσε· λάτρευε να τις υποτιμάει. Οι πολυάριθμες ερωμένες του δεν είχαν καν όνομα, λες και ήταν αδεσποτάκια. Τις ξεχνούσε αμυνόμενος: συναισθηματικό σακατιλίκι. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: Κάποτε τον ρώτησε ένας φοιτητής του τι γνώμη είχε για τον Camus. Του απάντησε: «Δεν τον έχω διαβάσει, αλλά ήμασταν φίλοι: πηδούσαμε δυο δίδυμες στο Παρίσι μετά τον πόλεμο». Μάλιστα! (Και γίνεται ακόμα χειρότερο: προκειμένου να κάνει την εξυπνάδα του πιο εντυπωσιακή, είχε πει ψέματα: ασφαλώς και είχε διαβάσει Camus· μετά τον πόλεμο μελέτησε τους υπαρξιστές στο Παρίσι και υπάρχουν άρθρα του εκείνης της εποχής και για τον Camus και για τον Sartre.) Όσο για τις γυναίκες στη φιλοσοφία, εκεί η άποψή του ήταν ακόμα χειρότερη: με τα δικά του λόγια: «Μια γυναίκα που μιλάει για το αντικείμενο μου είναι εντελώς ανυπόφορη». Ξανά μάλιστα! Εν ολίγοις, μαζί τους δεν έκανε και χώρια δεν μπορούσε. Και, κατά πώς φαίνεται, δεν πέρασε άσχημα στα χαρακώματα των σεντονιών. (Τώρα, τι απόσταση χώριζε το φαίνεσθαι από το είναι, άλλη κουβέντα.) Άρεσε στις γυναίκες, αυτό είναι βέβαιο. Γιατί; Ήταν άπιστος, ψεύτης, ματαιόδοξος· ωραίος δεν ήταν. Οι γυναίκες ίσως ξέρουν γιατί (αλλά δεν τους παίρνεις κουβέντα για κάτι τέτοια).

Θάνατος: Στις 27/6/1989, στο Λονδίνο, από ρήξη πνεύμονος.

Φιλοσοφικό έργο: Λογικός θετικισμός, ηθική συναισθηματική θεωρία.

  • Το βιβλίο για το οποίο θα τον θυμόμαστε είναι αναμφίβολα το Language, Truth and Logic (1936), στο οποίο έχω ήδη αναφερθεί. Θεωρείται κλασικό έργο της αναλυτικής φιλοσοφίας και διδάσκεται ακόμα (αν και ξεπερασμένο πια) σε πανεπιστήμια σε όλο τον κόσμο. Εκεί, ο νεαρός και νεοφώτιστος Ayer ανατρέπει βασικές μας πεποιθήσεις αναφορικά με ό,τι νομίζαμε πως γνωρίζαμε (ή πως μπορούσαμε να γνωρίσουμε) ως τότε. Πατώντας στις αρχές του λογικού θετικισμού, όπως αυτές είχαν διατυπωθεί από τον Κύκλο της Βιέννης, έθεσε τα όρια εντός των οποίων η συζήτηση περί αλήθειας και ψεύδους έχει νόημα. Και, σύμφωνα με τη φοβερή και τρομερή αρχή της επαληθευσιμότητας, μια πρόταση έχει νόημα εάν και μόνο εάν είναι είτε εμπειρικώς επαληθεύσιμη (οι προτάσεις των επιστημών και τα αντικείμενα και γεγονότα της καθημερινής ζωής) είτε ταυτολογία (προτάσεις των μαθηματικών). Όλες οι άλλες, εφόσον δεν δύνανται να επαληθευθούν, στερούνται νοήματος. Συνεπώς, κάθε θεολογική συζήτηση, λ.χ., είναι α-νόητη γιατί τίποτα απ’ όσα πραγματεύονται οι θεολόγοι δεν είναι αποδείξιμο. Στο στόχαστρο δεν μπήκε μόνο η μεταφυσική· η μπάλα πήρε και την ηθική –με την εξαίρεση των ηθικών προτάσεων που έχουν συναισθηματικό νόημα (κι αυτό ακούγεται σαν ειρωνεία στο στόμα ενός συναισθηματικά ανάπηρου, όπως ο Ayer)– και την αισθητική. Δεν είναι να απορεί κανείς που η αρχή της επαληθευσιμότητας τάραξε τα νερά της φιλοσοφίας στο δεύτερο τέταρτο του 20ού αιώνα: δεν άφηνε σχεδόν τίποτα όρθιο! Δήλωνε ρητά ο θρασύς νεανίας: «Η φιλοσοφία έχει φτάσει στο τέλος της. Τελείωσε!» Βέβαια, ο Ayer στο βιβλίο του δεν έλεγε κάτι που δεν είχε ήδη ειπωθεί από τον Κύκλο της Βιέννης, από τη μία, και από τον David Hume, από την άλλη, αλλά αφενός ήταν ο πρώτος που τα είπε στα αγγλικά και αφετέρου τα είπε ωραία! Για την ποιότητα της γραφής του, ο Isaiah Berlin (που ήταν φίλος του – και κάτι ήξερε από γραφή) έλεγε ότι ο Ayer έγραφε καλύτερα και από τον Russell, αλλά (αυτό το αλλά!) ως επαγγελματίας ήταν περισσότερο μάστορας παρά εφευρέτης. (Τι άδειασμα!) Παρ’ όλα αυτά, το βιβλίο αξίζει να διαβαστεί (και διαβάζεται!) ακόμα και σήμερα – και όχι μόνο για ιστορικούς λόγους. (Για παράδειγμα, η διάκριση μεταξύ συνειδητού ανθρώπου και ασυνείδητης μηχανής ανάγεται στη διάκριση μεταξύ «διαφορετικών τύπων αντιληπτικής συμπεριφοράς», ένα επιχείρημα που προοικονομεί το κατά δεκαπέντε χρόνια μεταγενέστερο τεστ του Alan Turing για τον έλεγχο της ικανότητας μιας μηχανής να επιδείξει νοημοσύνη.)
  • Είκοσι χρόνια αργότερα, στο The Problem of Knowledge (1956), το δεύτερο τη τάξει βιβλίο του, βάζει αρκετό νερό στο κρασί του, εκ των πραγμάτων: ήταν πολύ νερό το νερό που είχε κυλήσει στο αυλάκι του λογικού θετικισμού για να το αγνοήσει.
  • Με τα χρόνια, ο Ayer άφησε τα χαρακώματα της φιλοσοφίας και ασχολήθηκε με λιγότερο απαιτητικά αντικείμενα, όπως η ιστορία της φιλοσοφίας. Σε αυτό το πλαίσιο, έγραψε δύο βιβλία για τον Russell, τα Russell and Moore: The Analytic Heritage (1971) και Russell (1972), και μια εισαγωγή στον David Hume (1980). Έγραψε και πολλά άλλα βιβλία (και άρθρα) αλλά, συγκριτικά, ήσσονος σημασίας.
  • Με το χαρακτήρα που είχε, ο Ayer ήταν επιρρεπής στις κόντρες. Αν ο Hume ήταν ο αγαπημένος του φιλόσοφος, στον αντίποδα της εκτίμησής του βρισκόταν ο Martin Heidegger, τον οποίο δεν πήγαινε με τίποτα! Του άσκησε έντονη κριτική για τις περί ύπαρξης θέσεις του, δηλώνοντας απερίφραστα ότι πρόκειται για θεωρίες απολύτως μη επαληθεύσιμες από την εμπειρία και τη λογική ανάλυση. Θεωρούσε τη σκέψη του Heidegger απολύτως άχρηστη (το είδος της σκέψης που πολύ θα ήθελε, αλλά δεν κατάφερε να συντρίψει –όχι εντελώς, εν πάση περιπτώσει– ο λογικός θετικισμός) και την τάση που δημιούργησε δυστύχημα για τη σύγχρονη σκέψη. Στόλισμα κανονικό!
  • Κόντρα είχε (και μάλιστα διαρκείας) και με τον J.L. Austin, όπως έλεγα και πιο πάνω. Ο Ayer είχε δηλώσει ότι ένας από τους λόγους που επέστρεψε στην Οξφόρδη το 1958 ήταν για να ανακόψει την αυξανόμενη επιρροή του Austin στο πανεπιστήμιο. Χαριτολογούσε; Ίσως. Από την άλλη, κάπως έτσι δεν λέγονται οι μεγάλες αλήθειες; Ο Austin, στο μνημειώδες για τη φιλοσοφία της καθημερινής γλώσσας έργο του Sense and Sensibilia (1962) ασκούσε κριτική στη θεωρία του Ayer περί αισθητικών δεδομένων, την οποία είχε αναπτύξει δύο δεκαετίες πριν στο Foundations of Empirical Knowledge (1940). Ο Ayer σήκωσε το γάντι και απάντησε με ένα άρθρο πολεμικής, το «Has Austin Refuted the Sense-data Theory?», που βρίσκεται στο βιβλίο του Metaphysics and Common Sense (1969). Εντωμεταξύ, ο Austin είχε εγκαταλείψει τον μάταιο τούτο κόσμο από το 1960, πράγμα που σημαίνει ότι ο Ayer συνέχισε την κόντρα τους, αγνοώντας «λεπτομέρειες» όπως η φυσική απουσία του αντιπάλου του: οι μεγάλες αγάπες δεν κρύβονται!
  • Μια άλλη κόντρα με ξεχωριστή (κυρίως συναισθηματική, υποψιάζομαι) σημασία ήταν αυτή με τον Ludwig Wittgenstein. Έλεγα πριν ότι η χρονιά που ο Ayer πέρασε νέος στη Βιέννη έπαιξε καθοριστικότατο ρόλο στη φιλοσοφική του εξέλιξη. Δεδομένου ότι ο Κύκλος της Βιέννης είχε περίπου θεοποιήσει τον Wittgenstein και είχε αναγορεύσει σε ευαγγέλιό της το Logisch-Philosophische Abhandlung[4] (1921), είναι ασφαλές να υποθέσουμε ότι ο Ayer αισθανόταν παιδί του Wittgenstein. (Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι ο ίδιος ο Wittgenstein δεν ήθελε ούτε να ακούει για την –υποτιθέμενη, κατά τον ίδιο– επιρροή που άσκησε στον λογικό θετικισμό· δεν αναγνώριζε ούτε κύκλους, ούτε αυλές, ούτε παιδιά· μόνος εναντίον όλων κι αυτός –ειδικά αυτός!–, μέχρι το τέλος.) Με αυτή την υπόθεση κατά νου, ο A.J. πρέπει να αισθάνθηκε προδομένος όταν ο «πατέρας», κατά τη δεκαετία του ’30, περίπου αποκήρυξε το Tractatus και δούλευε μέχρι τον θάνατό του τις Φιλοσοφικές Έρευνες (1953). Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο Wittgenstein, ο (εκών άκων) αρχιερέας της αναλυτικής φιλοσοφίας, είχε δηλώσει –με το γνωστό, αφοριστικό του ύφος– για τον πιστό του A.J.: «Ο Ayer έχει κάτι να πει, αλλά είναι απίστευτα ρηχός». Στην αίσθηση αυτής της «προδοσίας» (και του προσωπικού αδειάσματος, ενδεχομένως) αποδίδω την κριτική που άσκησε ο Ayer σε ένα από τα βασικά επιχειρήματα των Φιλοσοφικών Ερευνών, εκείνο που αφορούσε την ιδιωτική γλώσσα, στο The Concept of a Person and Other Essays (1963). Η απόπειρα της (έστω μερικής) πατροκτονίας ήταν αποτυχημένη και ως τέτοια καταγράφεται μόνο σε συμβολικό επίπεδο.
Το εξώφυλλο του βιβλίου του Ayer για τον Wittgenstein (1986).
  • Τέλος, μία κόντρα που έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον ήταν με τον ιησουίτη ιερέα Frederick Copleston. Άφησαν εποχή οι «καυγάδες» τους σε ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές μονομαχίες για θεολογικά ζητήματα. Κατά γενική ομολογία, ο δηλωμένος (και ιδιαιτέρως μαχητικός) άθεος και δεινός ρήτορας Ayer έκανε συνήθως σκόνη τον εκπρόσωπο του Θεού. Αυτά, όμως, είναι πράγματα συνηθισμένα (στη Βρετανία)· το ενδιαφέρον είναι ότι μετά από μια περιπέτεια με την υγεία του το 1988, κατά την οποία είχε μία περίεργη οιονεί μεταθανάτια εμπειρία, ο Ayer μάλλον είδε «φως ιλαρόν» και στο τέλος της ζωής του επιζητούσε τη συντροφιά του Copleston, με τον οποίο έγιναν οι καλύτεροι φίλοι. [Αυτή η ιστορία δεν είναι της παρούσης, γιατί στον «Φάκελο Ayer» εξετάζουμε όσα έγιναν μέχρι το 1987 και το επεισόδιο με τον μποξέρ και το μοντέλο. Η φάση όπου ο Ayer (λέει πως) έριξε μια κλεφτή ματιά στον Δημιουργό του έπεται χρονικά. Ίσως να επανέλθω σε αυτήν μιαν άλλη φορά.]

(Τηλεγραφικό) Πόρισμα: Φιλελεύθερος αστός· αναλυτικός φιλόσοφος, άθεος, ανθρωπιστής· εθισμένος στη δημοσιότητα, λάτρης του αθλητισμού, άνθρωπος του κόσμου· δάσκαλος, δημοσιολόγος, ρήτορας· γοητευτικός, ευπροσήγορος, κοινωνικός· γεμάτος ενέργεια, εκλέπτυνση και χιούμορ· γυναικάς, έξυπνος, ετοιμόλογος· καβγατζής.

(Τώρα που έχουμε μια γενική εικόνα μπορούμε να περάσουμε στο «δια ταύτα».)

Το πάρτι

1987. Ο Ισπανός σχεδιαστής μόδας (προκλητικών γυναικείων εσώρουχων, κυρίως) Fernando Sánchez δίνει κοκτέιλ πάρτι στη μεζονέτα του, κάπου στη West 57th Street, στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης. Ο μόδιστρος είναι στα πάνω του εκείνη την εποχή (ντύνει πολλά πρώτα ονόματα, όπως τη Madonna της Like a Virgin περιόδου), οπότε το πάρτι δεν μπορεί παρά να έχει επιτυχία: διασημότητες, καθαρά (και δωρεάν) ποτά και μοντέλα – ποιος θα έλεγε όχι;

Ο οικοδεσπότης (με ένα άλλο μοντέλο).

Το πάρτι βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Ο Freddie Ayer, φιλόσοφος ετών 77, είναι ένας από τους καλεσμένους. Τι δουλειά έχει αυτός, ένας άνθρωπος του πνεύματος, στην κρεαταγορά; Έχει και παραέχει! Ψόφαγε για κάτι τέτοια. Και αναμφισβήτητα είχε την κοινωνική δεξιότητα να συναναστρέφεται (επιφανειακά, ασφαλώς) κάθε καρυδιάς καρύδι. Είχε γνωρίσει τον Sánchez πρόσφατα, σε κάποιο άλλο πάρτι, και τον είχε κερδίσει με το χιούμορ και τη γοητεία του· οπότε, ο κοπτοράπτης τον κάλεσε και στο δικό του πάρτι, ν’ ανέβει και λίγο το επίπεδο, ρε παιδί!

Πάρτι με ανθρώπους της μόδας στο Μανχάταν της (οριακά) προ AIDS εποχής: ομορφιές! Κόσμος πάει κι έρχεται, κοιτάζει και κοιτάζεται. Ο Freddie ρητορεύει σε ένα πηγαδάκι σχεδιαστών και μοντέλων· βρίσκεται στο στοιχείο του: εξυπνάδες και γυναίκες. Και τότε κατεβαίνει τρέχοντας από τις σκάλες μία νεαρή, αλλόφρων και πανικόβλητη. «Τρεχάτε, είναι πάνω ένας τρομερός τύπος και την έχει πέσει άγαρμπα στη φίλη μου. Θα την βιάσει!» Τρέχουν διάφοροι –μεταξύ των οποίων και ο Freddie– και, καθοδηγούμενοι από φωνές που καλούν σε βοήθεια, βρίσκονται σε μία κρεβατοκάμαρα του πάνω ορόφου, όπου αντικρίζουν ένα αποτρόπαιο θέαμα: μια νεαρή γυναίκα προσπαθεί να ξεφύγει από τις δαγκάνες ενός νεαρού άντρα, τετραπλάσιου σε όγκο και βάρος. Η Naomi Campbell, άσημο (ακόμα) μοντέλο, ετών 17, και ο Mike Tyson, πυγμάχος και (νυν, τότε) παγκόσμιος πρωταθλητής βαρέων βαρών, ετών 21. Δεν χρειάζεται ο αστυνόμος Μπέκας για να λύσει το (καθόλου) μυστήριο: ο Mike θέλει, ο Mike μπορεί – η Naomi δεν θέλει, η Naomi δεν θέλει! Ποιος θα νικούσε; «Αγάπης» αγώνας άνισος: ντουλάπα στεροειδών vs κλαράκι ανορεξικό.

Ο Freddie μπαίνει μπροστά και λέει στον Mike να σταματήσει αμέσως. Αμέσως! Σε ποιον; Στον Mike, που είναι τέρας όπως και να το πάρει κανείς.

Ο Τάισον απάντησε: «Ξέρεις ποιος είμαι εγώ, ρε; Είμαι ο παγκόσμιος πρωταθλητής βαρέων βαρών!»

Ο Άγερ ανταπάντησε: «Κι εγώ είμαι ο πρώην κάτοχος της Έδρας Λογικής Γουάικαμ. Είμαστε διαπρεπείς και οι δύο, ο καθένας στο πεδίο του· προτείνω να το συζητήσουμε σαν λογικοί άνθρωποι».[5]

Ο Mike αποσυντονίζεται. Ποιο είναι αυτό το γερούνδιο που τολμάει να τα βάλει μαζί του; Αφήνει τη Naomi και ζητάει τον λόγο από τον θρασύ γηραλέο ιππότη. Όσο η Naomi, σοφά ποιούσα, εξαφανίζεται σε dt, οι δύο αντίπαλοι εμπλέκονται σε μία συζήτηση περί ηθικής εν τοις πράγμασι. Ανταλλάσσονται επιχειρήματα (στα «γαλλικά») εκατέρωθεν. Δεν καταλήγουν σε κάποιο συμπέρασμα, καμία από τις δύο πλευρές δεν αισθάνεται σοφότερη. Όμως ο αντικειμενικός στόχος είχε επιτευχθεί: ο «αγώνας» αναβλήθηκε λόγω λογικής.

Η Campbell τη γλίτωσε φτηνά. Ποιος ξέρει τι κατάλοιπα της άφησε η εμπειρία. Το σίγουρο είναι ότι η ίδια, με τα χρόνια, έγινε iconic bitch: έχει δεχτεί δεκάδες μηνύσεις για άδικη και βίαιη επίθεση από πρώην υπαλλήλους, συνεργάτες, αστυνομικούς, αεροσυνοδούς και λοιπούς αναξιοπαθούντες, και έχει κριθεί ένοχη σε δικαστήρια τουλάχιστον τέσσερις φορές. Συνεχίζει.

Ο Tyson τη γλίτωσε ακόμα πιο φτηνά. Και δεν έμαθε τίποτα από την εμπειρία. Το 1992 κρίθηκε ένοχος για βιασμό, καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης 6 ετών (αν και εξέτισε μόλις τα μισά). Συνεχίζει.

Ο Ayer έκανε το αδιανόητο: χρησιμοποίησε τη λογική (τον Λόγο) ως όπλο σε μια κατάσταση παράλογη. Τα κατάφερε λογικώς παράλογα. Δύο χρόνια αργότερα πέθανε. Δεν συνεχίζει.

 

Ας ξαναδούμε τη φάση στο VAR

Στην υπό εξέταση φάση, ο γερο-Freddie τα έβαλε με τον Tyson που την εποχή εκείνη έτρωγε σίδερα. Τώρα που ξέρουμε κάπως καλύτερα τον Ayer, το γεγονός δεν μας προκαλεί έκπληξη· αντιθέτως, η αντίδρασή του μας φαίνεται αναμενόμενη: σαν να μην περιμέναμε τίποτα λιγότερο από αυτόν. Η φάση είναι καθαρή.

Νομίζω ότι αν είχαμε προκαταβολικά τα δεδομένα της υπόθεσης, θα είχαμε προβλέψει με ασφάλεια ότι ο φιλόσοφος θα έσωζε το μοντέλο από τις δαγκάνες του πυγμάχου. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι οι φιλόσοφοι είναι άνθρωποι των έργων· δεν είναι. Το περιστατικό απλώς μας δείχνει ότι, όσο απίστευτο κι αν μας φαίνεται κάτι εκ πρώτης όψεως, πάντα υπάρχει μία εξήγηση – αρκεί να ξέρουμε (και να μπορούμε να αξιολογήσουμε) τα δεδομένα. Κι αυτό, όχι πάντα· γιατί σπανίως έχουμε στη διάθεσή μας όλα τα δεδομένα – και ακόμα σπανιότερα μπορούμε να τα αξιολογήσουμε εγκαίρως. Η ανθρώπινη κατάσταση παραμένει απρόβλεπτη εξαιτίας της δικής μας αδυναμίας να την «διαβάσουμε».

Ο τελευταίος  λόγος ανήκει δικαιωματικά στον A.J. Ayer. Την εποχή του «αγώνα» Campbell vs Tyson (που ήρθε ισόπαλος στα σημεία), ο φιλόσοφος-διαιτητής έδωσε μια συνέντευξη στον London Observer όπου, μεταξύ άλλων, δήλωσε:

«Καθώς φαίνεται, αφιέρωσα όλο τον χρόνο μου προσπαθώντας να κάνω τη ζωή πιο ορθολογική, μόνο και μόνο για να συνειδητοποιήσω όλοι μου οι κόποι πήγαν χαμένοι».[6]

Με τη δήλωση αυτή μοιάζει να ακυρώνει τη ζωή του. Και δεν ήταν (ρητά) απαισιόδοξος άνθρωπος – αντιθέτως. Σε βάζει σε σκέψεις όλο αυτό. Στο ρινγκ της πραγματικής ζωής, συγκρούστηκαν δύο φθαρτές διασημότητες· μολονότι φαινομενικά ήρθαν ισόπαλοι, συμπεριφέρθηκαν έκτοτε σαν είχαν νικήσει (δηλαδή, δεν κατάλαβαν τίποτα). Ο μόνος που έχασε σε αυτόν τον «αγώνα» ήταν ο διαιτητής.

* * * * *

Υποσημειώσεις:

[1] Ναυαρχούκος: Αναφορά στον Ναύαρχο Γελεβουρδέζο, έναν χαρακτήρα που υποδύθηκε ο Δημήτρης Νικολαΐδης στην ταινία Δεσποινίς Διευθυντής (1964) του Ντίνου Δημόπουλου. Ο Ναύαρχος, όταν στο πάρτι του δύο από τους καλεσμένους του συμπλέκονται, επιχαίρει.

[2] Deep Thought: Υπερυπολογιστής που αναφέρεται στο μυθιστόρημα The Hitchhiker’s Guide to the Galaxy (1979) του Douglas Adams. Τον είχαν κατασκευάσει υπερφυσικής νοημοσύνης εξωγήινοι και είχε το μέγεθος μιας μικρής πόλης. Όταν του ζητήθηκε να δώσει την «απόλυτη απάντηση για τη ζωή, το σύμπαν και τα πάντα», ο Deep Thought, αφού το σκέφτηκε για εφτάμισι εκατομμύρια χρόνια, απάντησε: «42».

[3] Ελληνική έκδοση: Sir A.J. Ayer, Γλώσσα, Αλήθεια και Λογική, μτφρ. Λίζα Τάταρη-Ντουριέ, Τροχαλία 1994.

[4] Logisch-Philosophische Abhandlung: Ο γερμανικός τίτλος του μοναδικού έργου που δημοσίευσε όσο ζούσε ο Ludwig Wittgenstein. Την επόμενη χρονιά (1922) μεταφράστηκε στα αγγλικά από τον C.K. Ogden  και κυκλοφόρησε ως Tractatus LogicoPhilisophicus.

[5] Ντάνιελ Κλάιν, Κάθε Φορά που Βρίσκω το Νόημα της Ζωής το Αλλάζουν, μτφρ. Πέτρος Γεωργίου, Πατάκη 2016, σ. 207.
[Το βιβλίο του Κλάιν δεν έχει βιβλιογραφία, αλλά κατά πάσα πιθανότητα ο διάλογος προέρχεται από το: Ben Rogers, A.J. Ayer: A Life (1999). Από αυτή τη βιογραφία έχω αντλήσει κι εγώ τα περισσότερα από τα στοιχεία για τη ζωή του Ayer που παρέθεσα σε αυτό το κείμενο.]

[6] Παρατίθεται στο: Κλάιν, ό.π., σ. 208.

* * * * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από τη στήλη Μικροϊστορίες των επιστημών και της φιλοσοφίας

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Advertisements

Τι δουλειά έχουν οι γυναίκες στις επιστήμες; (Μέρος Β΄)

16831382_1401082883267450_1477536175_n 

Μικροϊστορίες των επιστημών και της φιλοσοφίας

—του Γιώργου Θεοχάρη—

Στις προηγούμενες «Μικροϊστορίες» είχαμε δει τις περιπτώσεις 8 γυναικών που αδικήθηκαν η καθεμία τους στον επιστημονικό της τομέα κατά τους τελευταίους δύο αιώνες. Στο δεύτερο και τελευταίο μέρος, θα δούμε τις περιπτώσεις άλλων 8 γυναικών, ομοίως αδικημένων. Η αναφορά σε αυτές τις 16 αξιοθαύμαστες γυναίκες δεν γίνεται για την αποκατάσταση της επιστημονικής τους οντότητας: αυτό έχει ήδη γίνει από πολλούς άλλους (με διάφορες διαβαθμίσεις επιτυχίας)· δεν γίνεται ούτε ως απλός φόρος τιμής στις Γυναίκες των Επιστημών, με την έμφαση να δίνεται στις δυσκολίες που αντιμετώπισαν κυρίως λόγω του φύλου τους· γίνεται γιατί πρόκειται για ιστορίες άξιες επανάληψης μέχρι που να μην υφίστανται πλέον οι λόγοι που τις καθιστούν χρήσιμες. Άμποτε να έρθει η ώρα!

Οφείλω να επαναλάβω ότι η σειρά δεν είναι αξιολογική· ακολουθεί τις χρονολογίες γέννησης.

* * *

  1. Cecilia Payne (1900-1979), αστρονόμος-αστροφυσικός

Η Αγγλίδα (με αμερικανική υπηκοότητα από το 1931) Cecilia Payne είναι μια ξεχωριστή περίπτωση αδικημένης επιστημόνισσας. Ο πατέρας της ήταν δικηγόρος, ιστορικός και καλός (ερασιτέχνης) μουσικός, αλλά πέθανε όταν η Cecilia ήταν τεσσάρων ετών, και έκτοτε τα πράγματα ζόρισαν –από οικονομικής πλευράς– για την οικογένεια. Ευτυχώς, η μικρή κέρδισε μια υποτροφία και άρχισε το 1919 να σπουδάζει βοτανολογία, φυσική και χημεία στο κολέγιο θηλέων Newnham του Cambridge. Ολοκλήρωσε τις σπουδές της με επιτυχία, αλλά πτυχίο δεν πήρε γιατί το Cambridge τότε δεν έδινε πτυχία σε γυναίκες (αυτό άλλαξε μετά τον Β΄ ΠΠ, το 1948). Στο μεταξύ, όσο ήταν στο Cambridge, είχε ερωτευτεί την αστρονομία. Αφορμή στάθηκε το πείραμα του Arthur Eddington στην Αφρική για την επαλήθευση της Γενικής Θεωρίας της Σχετικότητας του Einstein το 1919. Η μοναδική της προοπτική στη Βρετανία ήταν να γίνει δασκάλα, κι αυτό δεν της αρκούσε. Αφού τελείωσε με το Cambridge, άρχισε να ψάχνει για κάποια υποτροφία που θα της επέτρεπε να μεταναστεύσει στις ΗΠΑ. Κάπως έγινε και την σύστησαν στον διευθυντή του Αστεροσκοπείου του Harvard, τον Harlow Shapley (περί αυτού βλ. στο #6 του Α΄ Μέρους), ο οποίος τότε είχε μόλις ξεκινήσει ένα πρόγραμμα σπουδών στην αστρονομία στο Radcliffe College. Ήταν η ευκαιρία που έψαχνε η Payne για να αλλάξει γνωστικό πεδίο και ήπειρο: για μια άλλη ζωή. Δεν δίστασε στιγμή: το 1923 έφυγε για τις ΗΠΑ, για να μην επιστρέψει στην πατρίδα της ποτέ.

cecilia-payne

Σπούδαζε αστρονομία και παράλληλα δούλευε στο Αστεροσκοπείο του Harvard (μόλις η δεύτερη γυναίκα με σημαντική θέση εκεί), χάρη σε μια νέα υποτροφία. Αφού πρώτα δημοσίευσε έξι άρθρα, το 1925 ολοκλήρωσε το διδακτορικό της και έγινε η πρώτη (μεταξύ γυναικών και αντρών) με τέτοιο τίτλο σπουδών στην αστρονομία στην ιστορία του Radcliffe. Η διατριβή της, που είχε θέμα τις ατμόσφαιρες συγκεκριμένων άστρων με βάση τις παρατηρήσεις των υψηλών θερμοκρασιών των αντίστροφων στρωμάτων τους («Stellar Atmospheres, A Contribution to the Observational Study of High Temperature in the Reversing Layers of Stars»), χαρακτηρίστηκε τότε από τον σημαντικό αστρονόμο Otto Struve ως «αναμφίβολα η ευφυέστερη διδακτορική διατριβή στην ιστορία της αστρονομίας». Η ιδιοφυΐα της είχε ήδη αναγνωριστεί – όχι επειδή, αλλά μολονότι ήταν γυναίκα.

Η σημαντικότερη συνεισφορά της στην αστροφυσική ήταν η ανακάλυψη των στοιχείων που συνθέτουν τα άστρα. Ακόμα κι αν δεν έχει κανείς ιδέα από αστροφυσική, η ανακάλυψη ακούγεται σημαντική. Και είναι. Η κοινή πεποίθηση της εποχής ήταν ότι τα άστρα είχαν περίπου την ίδια σύνθεση με τη Γη. Πραγματικά, η Payne επιβεβαίωσε την ύπαρξη γνωστών στοιχείων , όπως το πυρίτιο και ο άνθρακας, και αλλού στο σύμπαν, αλλά απέδειξε ότι η σύνθεση του Ήλιου διέφερε σημαντικά ως προς την ποσότητα του ήλιου και ιδιαίτερα του υδρογόνου (κάπου ένα εκατομμύριο φορές περισσότερο από τη Γη). Αυτό σήμαινε ότι το υδρογόνο ήταν το κορυφαίο σε ποσότητα στοιχείο στο τότε γνωστό σύμπαν. Αυτή και η μόνο η ανακάλυψη θα αρκούσε για να φέρει τη Cecilia στην κορυφή της επιστήμης της – αν ήταν άντρας.

Ο επιβλέπων της διδακτορικής της διατριβής στο Radcliffe, ο αστρονόμος Henry Russell, όταν είδε ότι η Payne συμπέραινε πως η σύνθεση του Ήλιου διέφερε ριζικά από εκείνην της Γης, επέμεινε φορτικά να μην ανακοινώσει τα ευρήματά της –και τα εξ αυτών συμπεράσματα– γιατί αυτά ανέτρεπαν τις γνώσεις της εποχής για τη σύνθεση των άστρων και δεν θα γίνονταν αποδεκτά από τους συνάδελφους αστροφυσικούς. (Τυπικό παράδειγμα αυτού που ο Kuhn ονομάζει «ιδιόρρυθμη επιστήμη» στη Δομή των Επιστημονικών Επαναστάσεων: «κρύψε τα συμπεράσματα κάτω από το χαλί, μέχρι να δούμε τι θα γίνει».) Δυστυχώς, τελικά την έπεισε. Απ’ ό,τι φαίνεται όμως, ο ίδιος ο Russell τέσσερα χρόνια αργότερα άλλαξε γνώμη, γιατί «παραδόξως» κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Ήλιος αποτελείται κυρίως από υδρογόνο, και προχώρησε στις σχετικές δημοσιεύσεις της «ανακάλυψής» του. Αν και οι ερευνητικές του μέθοδοι διέφεραν από εκείνες της Payne, τα συμπεράσματα ήταν ίδια με τα δικά της. (Για να είμαστε δίκαιοι, στο καθοριστικό του άρθρο ο Russell αναγνωρίζει τη χρονικά προηγηθείσα συνεισφορά της Payne, αν και ακροθιγώς και εν παρόδω.) Το αποτέλεσμα ήταν το σύνηθες: Ο Russell πιστώθηκε την ανακάλυψη, η Payne έμεινε στην αφάνεια. Τόσο εκείνοι που ήξεραν όσο και οι άλλοι που έμαθαν εκ των υστέρων την αλήθεια, τον Russell μνημόνευαν ως τον άνθρωπο που άλλαξε (για μία ακόμα φορά – και δεν θα ήταν η τελευταία) την εικόνα που είχαμε ως τότε για το σύμπαν. Ακόμα και όταν οι πάντες ξέρουν την αλήθεια, τα εύσημα τα παίρνει ο προϊστάμενος – ο οποίος είναι πάντα άντρας.

Η Payne, βέβαια, δεν έχασε την εξέχουσα θέση που της άξιζε στην ιστορία των επιστημών: συνέχισε το πλούσιο ερευνητικό και διδακτικό της έργο. Συναντούσε όμως διαρκώς δυσκολίες. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, η θέση της στο Harvard δεν είχε καν τίτλο (μέχρι που το 1938, όταν τους απείλησε ότι θα φύγει, την ονόμασαν «The Astronomer», λες και είχε τέντα σε πανηγύρι. Τα λεφτά που έπαιρνε ήταν αστεία. Τις ιδέες της τις έκλεβαν οι προϊστάμενοι όσο μπορούσαν. Αλλά αυτή, εκεί, βράχος. Το 1943 έγινε Λέκτορας (αν και, μέχρι το 1945, στα αρχεία του πανεπιστημίου δεν εμφανίζεται να διδάσκει τίποτα και κανέναν). Το 1956 έγινε Καθηγήτρια (η πρώτη γυναίκα με έδρα στο Harvard). Στο τέλος, έφτασε μέχρι και Πρόεδρος του Τμήματος Αστρονομίας (προφανώς η πρώτη γυναίκα στην κορυφή ενός τμήματος, οποιουδήποτε τμήματος, στο Harvard). Παρά τις αντιξοότητες, έμεινε πιστή στο Harvard μέχρι το τέλος της ζωής της (συνέχισε μάλιστα τις έρευνές της και μετά τη συνταξιοδότησή της). Χαρά στο κουράγιο της. (Αυτό ακριβώς το κουράγιο είναι που ενέπνευσε στη συνέχεια πλήθος γυναικών σε όλο τον κόσμο να ακολουθήσουν καριέρα στην αστρονομία. Η Cecilia Payne υπήρξε κορυφαία φυσιογνωμία στον τομέα της. Το όνομά της δεν θα ξεχαστεί· παραήταν καλή για να την αγνοήσουν.)

* * *

  1. Chien-Shiung Wu (1912-1997), πειραματική φυσικός

Η Κινέζα (με αμερικανική υπηκοότητα από το 1954) Chien-Shiung Wu αποφοίτησε το 1929 από μια παιδαγωγική ακαδημία, αλλά δεν είχε σκοπό να γίνει δασκάλα. Ο πατέρας της, εύπορος και ανοιχτόμυαλος (σπάνιος αλλά όχι ανύπαρκτος συνδυασμός στην προπολεμική Κίνα) την ενθάρρυνε να συνεχίσει. Η Wu σπούδασε φυσική στο Εθνικό Κεντρικό Πανεπιστήμιο μεταξύ 1930-1934 και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Ζετζιάνγκ. Εκεί, ο επιβλέπων καθηγητής της, ο οποίος είχε κάνει το διδακτορικό του στο University of Michigan, διαβλέποντας τις δυνατότητές της, την παρότρυνε να ακολουθήσει τα βήματά του. Πράγματι, έκανε αίτηση στο αμερικανικό πανεπιστήμιο, η οποία έγινε δεκτή. Αφού πρώτα εξασφάλισε την οικονομική υποστήριξη της οικογένειάς της, το 1936 μπαρκάρισε για τις ΗΠΑ για να μην επιστρέψει (λόγω των συγκυριών) ποτέ πια στην πατρίδα της.

chien-shiung-wu

Όταν αποβιβάστηκε στο Σαν Φρανσίσκο, τα έφερε έτσι η τύχη ώστε άλλαξε σχέδια και κατέληξε στο University of California, στο Μπέρκλεϊ. Καθοριστικό ρόλο στην απόφασή της έπαιξε κάτι που έμαθε για το Michigan: στις γυναίκες εκεί δεν επιτρεπόταν καν η χρήση της κεντρικής εισόδου! Έτσι, προτίμησε το Μπέρκλεϊ που εκείνη την εποχή είχε γερό τμήμα φυσικής. Ολοκλήρωσε το διδακτορικό της το 1940, αλλά δεν κατάφερε να βρει διδακτική θέση στο ίδιο πανεπιστήμιο· παρέμεινε όμως εκεί ως μεταδιδακτορική ερευνήτρια. Το 1942 παντρεύτηκε και στη συνέχεια μετακόμισε ανατολικά, διδάσκοντας πρώτα στο Smith College και μετά στο Princeton University, για να καταλήξει τελικά στο Columbia University το 1944, όπου δούλεψε (και αυτή) στο Manhattan Project για την κατασκευή της ατομικής βόμβας. Έμεινε στο Columbia μέχρι το τέλος της καριέρας της, περνώντας από όλες τις βαθμίδες της ακαδημαϊκής ιεραρχίας. Μεγάλο το διδακτικό της έργο (το παρατσούκλι ανάμεσα στους φοιτητές της ήταν «the Dragon Lady»), αλλά ακόμα μεγαλύτερο το ερευνητικό.

Η κύρια συνεισφορά της στην επιστήμη (ή, ακριβέστερα, η μεγαλύτερη συνεισφορά της την οποία δεν πιστώθηκε η ίδια) ήταν μία ανακάλυψη που ανέτρεψε έναν ευρέως –μέχρι τότε– αποδεκτό φυσικό νόμο: την Αρχή της Διατήρησης της Ομοτιμίας. Στην επιστήμη, οι φυσικοί νόμοι δύσκολα αμφισβητούνται. Αν κάποιος τολμήσει να αποδείξει ότι ένας φυσικός νόμος δεν ισχύει, καταρχήν (και καταρχάς) πέφτουν όλοι να τον φάνε. (Αντίδραση που αποτελεί αναπόφευκτο μέρος της κατά Kuhn «ιδιόρρυθμης επιστήμης», όπως λέγαμε και παραπάνω.) Η περί ης ο λόγος Αρχή αφορά έναν εξαιρετικά περίπλοκο τρόπο απόδειξης της ιδέας της συμμετρίας, όπου τα άτομα που είναι κατοπτρικά είδωλα το ένα του άλλου συμπεριφέρονται με πανομοιότυπο τρόπο. Το 1956-1957, η Wu και η ερευνητική ομάδα της στο Columbia απέδειξαν ότι η διάσπαση β, μια εκδήλωση της ασθενούς αλληλεπίδρασης, δεν έχει κατοπτρική συμμετρία (δεν είχαν όλα τα άτομα τις ίδιες πιθανότητες να χάσουν ένα ηλεκτρόνιο), συνεπώς δεν ήταν όλοι οι νόμοι της φύσης αμφιδέξιοι. Κατάρριψη μιας βασικής επιστημονικής πεποίθησης! Τα πράγματα ήταν σοβαρά.

Το θέμα ήταν ότι το συγκεκριμένο πείραμα η Wu το είχε κάνει επί παραγγελία. Δύο συνάδελφοι της, οι θεωρητικοί φυσικοί Chen Ning Yang και Tsung Dao Lee, είχαν τη γνώμη ότι η Αρχή της Διατήρησης της Ομοτιμίας μπορούσε να αποδειχτεί λανθασμένη και πλησίασαν τη Wu για να τους βοηθήσει να αποδείξουν τη θεωρία τους πειραματικά. Η Wu δέχτηκε και εκτέλεσε αρκετά πειράματα χρησιμοποιώντας κοβάλτιο-60. Και πράγματι, η Αρχή κατέπεσε. Μια επιστημονική πεποίθηση που επί τριάντα χρόνια δεν είχε αμφισβητηθεί από κανέναν είχε καταρριφθεί! Γι’ αυτή τη σπουδαία ανακάλυψη, οι Yang και Lee τιμήθηκαν το 1957 με το Νόμπελ Φυσικής. Η Wu, όχι: την «ξέχασαν» οι συνάδελφοι. Και όμως, ήταν χάρη στα πειράματά της που αποδείχτηκε ότι ένας φυσικός νόμος δεν ίσχυε στην πραγματικότητα. Αδικία.

* * *

  1. Rosalind Franklin (1920-1958), χημικός και βιοφυσικός

Η (εβραϊκής καταγωγής) Αγγλίδα Rosalind Franklin από μικρή φαινόταν ότι θα είχε μέλλον στις επιστήμες: το αγαπημένο της παιχνίδι στην προσχολική ηλικία ήταν να λύνει ασκήσεις αριθμητικής. Προερχόμενη από πλούσια οικογένεια, ξεκίνησε με πλεονέκτημα (χωρίς αυτό να αναιρεί, βέβαια, το γεγονός ότι ήταν χαρισματική: με τα λεφτά δεν αγοράζεις μυαλό): έκανε τις σπουδές της στα καλύτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα (χημεία σε κολέγιο θηλέων Newnham του Cambridge – εκεί που είχε σπουδάσει και η Payne), έμαθε γαλλικά, γερμανικά και λατινικά, ενώ ήταν εξαιρετικά καλή και στον αθλητισμό (χόκεϊ και κρίκετ). Ολοκλήρωσε το διδακτορικό της το 1945 και έφυγε για το Παρίσι, όπου βρήκε θέση ερευνήτριας στο Laboratoire Central des Services Chimiques de l’État. Εκεί ειδικεύτηκε στην κρυσταλλογραφία με ακτίνες Χ, υπό την επίβλεψη του μέντορά της Jacques Mering, κατ’ εξοχήν ειδήμονα στον τομέα αυτό.

rosalind-franklin

Το 1950 επέστρεψε στην Αγγλία για να αναλάβει θέση ερευνήτριας στην Ομάδα Βιοφυσικής του King’s College London. Εκεί σκόπευε να ερευνήσει πρωτεΐνες και λιπίδια με εικόνες περίθλασης ακτίνων Χ, αλλά ο διευθυντής της ομάδας, ο John Randall, την έστρεψε στην έρευνα του DNA (δεοξυριβονουκλεϊκό οξύ) που ήταν το ιερό δισκοπότηρο της εποχής. Άμεσος συνεργάτης της στην έρευνα ήταν ο Maurice Wilkins, φυσικός και μοριακός βιολόγος, και βοηθός της ο Raymond Gosling, υποψήφιος διδάκτωρ φυσικής. Η Franklin ήταν δύσκολος άνθρωπος: αυστηρή, απότομη, ανυπόμονη· είχε τη συνήθεια να κοιτάζει τον συνομιλητή της έντονα στα μάτια, κόβοντάς του τα γόνατα. Το παρατσούκλι της, «the Dark Lady of DNA», δεν ήταν τυχαίο. (Προβλήματα συμπεριφοράς: για κάποιον λόγο, πολύ συχνά, αυτό είναι το τίμημα της ιδιοφυΐας.) Από την άλλη, ο Wilkins ήταν ντροπαλός και ήπιος χαρακτήρας· η Franklin τον είχε τρομοκρατήσει.

Η δουλειά, πάντως, πήγαινε καλά. Η ομάδα δούλευε σκληρά για μια ανακάλυψη η οποία έμελλε να αλλάξει δραματικά τα δεδομένα στη βιολογία. Η Franklin είχε φτάσει στο συμπέρασμα ότι το DNA αποτελούταν από δύο έλικες περιελισσόμενες γύρω από έναν κορμό φωσφορικού άλατος. Το σχήμα αυτό επιβεβαιώθηκε από τις εικόνες περίθλασης ακτίνων Χ, καθώς και από τις δικές της μετρήσεις σε κυτταρικές μονάδες. Η Franklin είχε «δει» τη δομή του DNA! Δυστυχώς γι’ αυτήν, άργησε να δημοσιεύσει την ανακάλυψη (τελειομανής γαρ). Όταν αργείς, κάποιος θα σε προλάβει. Και το να σε προλάβει κάποιος που δουλεύει ανεξάρτητα από σένα είναι ατυχία και λόγος να πάθεις κατάθλιψη, αλλά συμβαίνει και δεν μπορείς να κάνεις τίποτα γι’ αυτό (εκτός ίσως από να βιαστείς και να μην ψειρίζεις πολύ τις ανακοινώσεις σου. Ως εδώ, σύμφωνοι. Άλλο όμως να σε προλάβει κάποιος από σύμπτωση κι εντελώς άλλο να σε προλάβει κλέβοντας τη δουλειά σου – γιατί αυτό ακριβώς έπαθε η Franklin.

Κάποια στιγμή, πέρασαν από το εργαστήριο για επίσκεψη οι James Watson και Francis Crick (ονόματα πασίγνωστα ακόμα και σε όσους δεν ασχολούνται με τις επιστήμες). Εν αγνοία της Franklin, o Wilkins (για τους δικούς του λόγους) τους έδειξε τον αφρό της δουλειάς της: μια φωτογραφία του DNA (τη διάσημη «φωτογραφία 51»), καθώς και τα σχετικά άρθρα που ετοίμαζε για δημοσίευση. Μετά από αυτό, οι Watson και Crick έλυσαν τα προβλήματα που τους απασχολούσαν ως προς τη δομή του DNA: ο Wilkins τούς είχε προσφέρει την ανακάλυψη στο πιάτο.

Ο Watson χρησιμοποίησε τη φιλική του σχέση με την Franklin και την έπεισε να δημοσιεύσει τα ευρήματά της μετά τη δημοσίευση που ετοίμαζε ο ίδιος με τον Crick (χωρίς βέβαια να της πει ότι είχε δει στα κρυφά τη δουλειά της). Οι Watson και Crick ανακοίνωσαν την ανακάλυψη τη δομή της διπλής έλικας του DNA σε ένα συνέδριο στο Βέλγιο στις 8 Απριλίου 1953 και δημοσίευσαν το σχετικό άρθρο τους στο περιοδικό Nature λίγε μέρες μετά, στις 25 Απριλίου. Εκεί αναφέρουν τη Rosalind Franklin για τη συνεισφορά της – σε υποσημείωση. Λίγο αργότερα, δημοσίευσε και η Franklin (κι αυτή στο Nature) τα δικά της ευρήματα. Δεύτερη και καταϊδρωμένη, η δική της δημοσίευση έμοιαζε περισσότερο με επαλήθευση παρά με ανακάλυψη.

Η ανακάλυψη της διπλής έλικας του DΝΑ (για κάποιους η σημαντικότερη επιστημονική ανακάλυψη του 20ού αιώνα) πιστώθηκε στους Watson και Crick, κι ας είχε παίξει καθοριστικό ρόλο στην τελική διαμόρφωση της δημοσίευσης τους η «φωτογραφία 51» της Franklin· κι ας ήταν η Franklin εκείνη που είχε τελειοποιήσει την τεχνική για τη μεγεθυμένη εξέταση μορίων χρησιμοποιώντας ακτίνες Χ σε περίθλαση. Η Franklin δεν πτοήθηκε: συνέχισε το ερευνητικό της έργο στο RNA, κάνοντας σημαντικές ανακαλύψεις. Όχι για πολύ, όμως: πέθανε νεότατη από καρκίνο (κι αυτή!) των ωοθηκών το 1958. Τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1962, οι Watson και Crick (και ο Wilkins!) τιμήθηκαν με το Νόμπελ Ιατρικής. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Rosalind Franklin, μία χωρίς αμφιβολία κορυφαία επιστημόνισσα, ξεχάστηκε. Αλλά οι αναφορές στο πρόσωπό της γίνονται, κατά κανόνα, επειδή ήταν το θύμα στην πιο γνωστή ιστορία κλοπής μιας ιδέας στον ακαδημαϊκό χώρο. Δεν της άξιζε τέτοια τύχη.

* * *

  1. Esther Lederberg (1922-2006), μικροβιολόγος

Η Αμερικανίδα Esther Lederberg (Zimmer το πατρικό της) γεννήθηκε στο Μπρονξ της Νέας Υόρκης και μεγάλωσε με πολλές στερήσεις μέσα στην Ύφεση. Στο σχολείο ήταν τόσο καλή που πηδούσε τάξεις. Μόλις 20 χρονών τελείωσε το Hunter College με άριστα. Δούλευε ήδη ως ερευνήτρια γενετικής και είχε κάνει τις πρώτες τις δημοσιεύσεις όταν το 1944 της πρόσφεραν μια θέση στο Stanford. Εκεί, παράλληλα με την έρευνα, πήρε και μάστερ στη γενετική. Το 1946 παντρεύτηκε τον μοριακό βιολόγο Joshua Lederberg. Όταν ο σύζυγος δέχτηκε μια θέση επίκουρου καθηγητή γενετικής στο University of Wisconsin, τον ακολούθησε και ξεκίνησε εκεί το διδακτορικό της, το οποίο ολοκλήρωσε το 1950. Το 1957 ο Joshua ίδρυσε το Τμήμα Γενετικής Ιατρικής στο Wisconsin και το 1958 του απονεμήθηκε το Νόμπελ Ιατρικής. Την ίδια χρονιά το ζεύγος επέστρεψε στο Stanford όπου και παρέμειναν μέχρι το τέλος της ακαδημαϊκής τους καριέρας.

esther_lab

Η Esther ήταν εξαιρετική ερευνήτρια. Το 1951, όταν ήταν ακόμα στο Wisconsin, ανακάλυψε έναν ιό που μολύνει τα βακτήρια, τον βακτηριοφάγο λάμδα – ανακάλυψη που αρκούσε για να μπει το όνομά της στα εγχειρίδια μικροβιολογίας. Επίσης, καθοριστικός ήταν ο ρόλος της στην ανακάλυψη του Παράγοντα Γονιμότητας F, αλλά η συνεισφορά της υποβαθμίστηκε στις δημοσιεύσεις. Άλλο ένα παράδειγμα, το πιο χαρακτηριστικό: Αποκλειστικά στην Esther οφείλεται η λύση ενός ζητήματος που προβλημάτιζε τους μικροβιολόγους επί μία δεκαετία: το πρόβλημα της αναπαραγωγής βακτηριακών αποικιών ομαδικώς με την ίδια αρχική γεωμετρία. Με απλά λόγια, έψαχναν να βρουν έναν τρόπο να μεταφέρουν βακτηριακές αποικίες από το ένα τρυβλίο Πετρί στο άλλο, χωρίς να αλλοιώσουν τα αρχικά χαρακτηριστικά των αποικιών. Αυτό θα βοηθούσε τους μικροβιολόγους να μελετήσουν αξιόπιστα την αντοχή των βακτηρίων στα αντιβιοτικά (και είναι, νομίζω, αυτονόητη η σπουδαιότητα αυτής της έρευνας). Τα κατάφερε με μία απλή αλλά ευφυή ιδέα: χρησιμοποίησε βαμβακερό βελούδο για επίστρωση στα τρυβλία Πετρί. Η απλή τεχνική αυτή (που χρησιμοποιείται ακόμα και στις μέρες μας), γνωστή ως αντιγραφικός εμβολιασμός, ήταν δώρο θεού για τους απανταχού μικροβιολόγους.

Παρά τις πολλές σημαντικές ανακαλύψεις της στη μικροβιολογία και τη γενετική, η επιστημονική της καριέρα κάθε άλλο παρά στρωμένη με ροδοπέταλα ήταν, καθώς πάντοτε αγωνιζόταν να κερδίσει την αναγνώριση των συναδέλφων της. Τα εύσημα για τις από κοινού με τον σύζυγό της ανακαλύψεις τους πήγαιναν κατά κανόνα στον Joshua: εκείνος ήταν πρώτο όνομα στις δημοσιεύσεις, εκείνος έπαιρνε τα βραβεία, εκείνος ανερχόταν στην ακαδημαϊκή ιεραρχία. Ενώ η Esther κάποια στιγμή μέχρι που έχασε και την έδρα της στο Stanford όταν υποβιβάστηκε σε Επίκουρη Καθηγήτρια Ιατρικής Μικροβιολογίας. Αντίθετα, ο Joshua προήχθη σε Πρόεδρο του Τμήματος Γενετικής, του οποίου θεωρείται και ιδρυτής.

Αδικήθηκε ακαδημαϊκά η Esther Lederberg; Αναμφίβολα ναι. Ήταν θύμα ενός άλλου είδους σεξισμού, με θύτη τον ίδιο της τον σύζυγο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Joshua Lederberg ήταν σημαντικός επιστήμονας. Αλλά είναι εξίσου αναμφίβολο ότι στις πολλές ανακαλύψεις που έκαναν από κοινού η συνεισφορά της Esther υποβαθμίστηκε ανελέητα. Δεν ξέρω αν ήταν επιλογή της να παραμείνει στη σκιά του συζύγου της. Αν ήταν, δικαίωμά της· άλλωστε, δεν έχουν όλοι τον χαρακτήρα που απαιτείται για να δεσπόζει κανείς στο προσκήνιο. Φοβάμαι όμως ότι δεν ήταν επιλογή της. Πλήρωσε ενδεχομένως το μόνο της «μειονέκτημα»: ήταν γυναίκα.

* * *

  1. Vera Rubin (1928-2016), αστρονόμος

Η Αμερικανίδα δεύτερης γενιάς (ο πατέρας της ήταν Εβραίος μετανάστης από τη Λιθουανία) Vera Rubin ερωτεύτηκε την αστρονομία όταν ήταν δέκα χρονών. Από τότε έβαλε στόχο να γίνει αστρονόμος – και τα κατάφερε, παρά τις αντιξοότητες. Στην επιστημονική καριέρα της συνάντησε επικρίσεις και εχθρότητα από τους άντρες συναδέλφους της, παρόλο που η ίδια ήταν αφοσιωμένη στη δουλειά της και δεν ασχολήθηκε καθόλου με τα παρασκήνια. Η πρώτη ψυχρολουσία ήρθε όταν πήγε να ενημερώσει τον φυσικό της στο γυμνάσιο ότι είχε γίνει δεκτή στο Vassar College. Εκείνος την προσγείωσε ανώμαλα, λέγοντας: «Θαυμάσια! Υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα ασχοληθείς με τις επιστήμες, θα τα πας μια χαρά».

vera_rubin_large

Παρ’ όλα αυτά, η Rubin δεν αποθαρρύνθηκε. Πήγε στο Vassar και πήρε πτυχίο στην αστρονομία (η μόνη γυναίκα στη χρονιά της). Δεν αποθαρρύνθηκε ούτε όταν έκανε αίτηση για μεταπτυχιακές σπουδές στο Τμήμα Αστρονομίας του Princeton, η οποία δεν έγινε δεκτή γιατί το πανεπιστήμιο απλούστατα δεν δεχόταν γυναίκες στο τμήμα αυτό (μέχρι το 1975!). Μετά την απόρριψη, πήγε στο Cornell University, όπου σπούδασε φυσική και κβαντομηχανική. Πήρε το μάστερ της στο 1951 και στη συνέχεια πήγε στο Georgetown για το διδακτορικό της, το οποίο ολοκλήρωσε το 1954, με μια λαμπρή διατριβή που είχε θέμα την κίνηση των γαλαξιών.

Στη συνέχεια, αφού δίδαξε επί 11 χρόνια (κυρίως στο Georgetown, όπου έφτασε να γίνει Επίκουρος Καθηγήτρια Αστρονομίας), πήγε στο Carnegie Institute για να κάνει ερευνητική δουλειά δίπλα στον παλιό της φίλο, τον αστρονόμο Kent Ford. Εκεί, η Rubin ήταν η πρώτη που παρατήρησε ότι τα άστρα στις παρυφές ενός δοθέντος γαλαξία είχαν ταχύτητα τροχιάς ίδια με τα άστρα στο κέντρο του γαλαξία. Αυτή ήταν μία πολύ παράξενη παρατήρηση εκείνη την εποχή, γιατί η γενική πεποίθηση ήταν ότι αν οι δυνατότερες βαρυτικές έλξεις υπήρχαν εκεί όπου υπήρχε πυκνότερη μάζα (δηλαδή, στο κέντρο), η έλξη θα έπρεπε να μειώνεται όσο απομακρυνόμαστε από το κέντρο, κάνοντας τις τροχιές πιο αργές.

Οι παρατηρήσεις επιβεβαίωσαν μία υπόθεση που είχε γίνει νωρίτερα από κάποιον ονόματι Fritz Zwicky, ο οποίος είχε ισχυριστεί ότι κάποιο είδος σκοτεινής ύλης θα πρέπει να υπάρχει διασκορπισμένη στο σύμπαν και γι’ αυτό η ταχύτητα των τροχιών είναι ίδιες οπουδήποτε σε έναν δεδομένο γαλαξία. Η Rubin κατάφερε να αποδείξει ότι υπήρχε δέκα φορές περισσότερη σκοτεινή ύλη στο σύμπαν απ’ ό,τι πίστευαν μέχρι τότε, και ότι το 90% του σύμπαντος ήταν γεμάτο από σκοτεινή ύλη. Για χρόνια, η παρατήρηση της Rubin δεν είχε τύχει της υποστήριξης που της άξιζε, καθώς πολλοί άντρες συνάδελφοί της δεν την αποδέχονταν. Πίστευαν ότι οι ανακαλύψεις της Rubin ήταν αδύνατες σε περιβάλλον που διέπεται από τους Νόμους του Νεύτωνα, συνεπώς οι υπολογισμοί της θα έπρεπε να είναι λανθασμένοι. Αυτή η αντίδραση της επιστημονικής κοινότητας δεν ήταν κάτι καινούργιο για την Rubin: τόσο η μεταπτυχιακή εργασία της για το μάστερ όσο και η διδακτορική της διατριβή δέχτηκαν έντονες επικρίσεις και ουσιαστικά αγνοήθηκαν στον καιρό τους, μολονότι η τεκμηρίωση της Rubin ήταν και στις δύο περιπτώσεις αδιάσειστη. Ευτυχώς, η επιστημονική κοινότητα τελικά αναγνώρισε το έργο της, αν και αυτό συνέβη μόνο όταν άντρες συνάδελφοί της αργότερα το κατέστησαν έγκυρο με το δικό τους έργο. Η Rubin πέθανε πρόσφατα, στις 25 Δεκεμβρίου 2016, χωρίς ποτέ να της απονεμηθεί το Νόμπελ που αναμφισβήτητα δικαιούταν.

* * *

  1. Judy Malloy (γεν. 1942), προγραμματίστρια

Ο τίτλος «προγραμματίστρια» περιγράφει μόνο μέρος των ιδιοτήτων της Αμερικανίδας Judy Malloy· είναι μεν αυτοδίδακτη προγραμματίστρια ηλεκτρονικών υπολογιστών, αλλά είναι και συγγραφέας / ποιήτρια και ειδική στις οπτικοακουστικές τέχνες. Έχει σπουδάσει φιλολογία, αλλά ούτε οι σπουδές της περιγράφουν το εύρος των δραστηριοτήτων της.

judy-malloy

Μετά το κολέγιο δούλεψε σε μια εταιρεία τεχνολογίας τις πρώτες ημέρες της Silicon Valley. Εκεί άρχισε να εφαρμόζει τις πρωτοποριακές ιδέες της για τη χρήση των υπολογιστών στις καλές τέχνες. Το 1986 δημοσίευσε μόνη της στο Διαδίκτυο ένα διήγημα με τίτλο Uncle Roger. Πρόκειται για μια πικρά χιουμοριστική περιγραφή της τεχνολογικής κουλτούρας της Καλιφόρνιας μέσα από τα μάτια ενός εκκεντρικού πωλητή ηλεκτρονικών κυκλωμάτων. Την εποχή εκείνη, η εμπειρία της ανάγνωσης του διηγήματος ήταν καινοφανής. Ο αναγνώστης μπορούσε να το διαβάσει ον-λάιν (υπάρχει ακόμα στο Διαδίκτυο) και είχε τη δυνατότητα να κάνει κλικ σε αποσπάσματα του κειμένου με οποιαδήποτε σειρά επέλεγε, αλλάζοντας και αναδιαμορφώνοντας την αφήγηση καθώς προχωρούσε διαβάζοντας. Η Malloy δημιούργησε ένα περίτεχνο σύστημα βάσης δεδομένων για να δημοσιεύσει το διήγημά της, χρησιμοποιώντας 32 γραμμές εντολών UNIX και μια προχωρημένη για την εποχή της μηχανή αναζήτησης.

Ήταν πολύ νωρίς για να γίνει ευρέως γνωστή αυτή η πρωτοποριακή ιδέα. Αυτό όμως δεν δικαιολογεί την αδικία που βίωσε λίγα χρόνια αργότερα η Malloy. Tο 1992 ένας κριτικός λογοτεχνίας στους New York Times αναγόρευσε τον νεαρό μυθιστοριογράφο Michael Joyce, συγγραφέα του afternoon, a story ως τον «παππού της πλήρως υπερκειμενικής λογοτεχνίας», μολονότι το Uncle Roger προηγείται χρονικά και η δουλειά της Malloy είχε ήδη αναγνωριστεί από την τότε αναπτυσσόμενη κοινότητα της ψηφιακής τέχνης ως το παλαιότερο αξιοσημείωτο δείγμα υπερκειμενικής λογοτεχνίας.

Ίσως η περίπτωση της Malloy να μην μοιάζει με τρομερή αδικία. Άλλωστε, η ίδια δεν πήγε χαμένη: έκανε ένα σωρό πράγματα στη ζωή της και είναι ακόμα ενεργή. Πρόσφατα ήταν επισκέπτρια λέκτορας στο Princeton, όπου δίδαξε μαθήματα με εντυπωσιακούς τίτλους: Social Media Poetics (2013) και Electronic Literature (2014). Παρ’ όλα αυτά, την συμπεριέλαβα στις «αδικημένες επιστομόνισσες» κυρίως για να τονιστεί το πόση ζημιά μπορεί να κάνει ένα αβασάνιστο και λανθασμένο δημοσίευμα σε μεγάλο μέσο. Άπαξ και η (λανθασμένη εν προκειμένω) πληροφορία βγει εκεί έξω, η διασπορά της αποκτάει τέτοιες διαστάσεις που είναι πρακτικά αδύνατον να μαζευτεί, ακόμα κι ο φταίχτης έχει τη διάθεση να την μαζέψει. Δεν υπάρχει τίποτα το alternative στα facts, ό,τι κι αν λένε οι επίδοξοι βιαστές της αλήθειας: a fact is a fact is a fact!

* * *

  1. Jocelyn Bell Burnell (γεν. 1943), αστροφυσικός

Όταν ήταν παιδί, η Βρετανίδα Jocelyn Bell Burnell ανακάλυψε στη βιβλιοθήκη του αρχιτέκτονα πατέρα της κάποια βιβλία αστρονομίας και έκτοτε άλλαξε η ζωή της. Γεννημένη στην πόλη Lurgan της Βόρειας Ιρλανδίας, γράφτηκε στο τοπικό κολέγιο με σκοπό να μελετήσει και φυσική, χημεία, μαθηματικά. Μόνο που στο κολέγιο εκείνο τα μαθήματα αυτά δεν προσφέρονταν σε κορίτσια (και μιλάμε για τη δεκαετία του 1960, όχι για τον 19ο αιώνα!)· στην θέση των «απαγορευμένων» θετικών επιστημών, στα κορίτσια προσφέρονταν μαθήματα μαγειρικής και σταυροβελονιάς! Μετά από τις επίμονες διαμαρτυρίες κάποιων γονιών, το κολέγιο αναγκάστηκε να αλλάξει πολιτική και έτσι η Jocelyn γλίτωσε τη σταυροβελονιά.

'Miss Jocelyn Bell', 1968

Στη συνέχεια, σπούδασε φυσική στο University of Glasgow, πήρε το πτυχίο της το 1965 και πήγε στο Cambridge (στο κολέγιο θηλέων New Hall, το σημερινό Murray Edwards College) για το διδακτορικό της, το οποίο ολοκλήρωσε το 1969. Όσο ήταν υποψήφια διδάκτωρ, δούλεψε υπό τον επιβλέποντά της, τον αστρονόμο Antony Hewish για την κατασκευή ενός πρωτοποριακού ραδιοτηλεσκόπιου το οποίο προοριζόταν για τη μελέτη των κβάζαρ (ως «κβάζαρ» ορίζεται κάθε εξαιρετικά λαμπρός ενεργός γαλαξιακός πυρήνας, που εμφανίζεται ως σημειακή πηγή –δηλαδή σαν άστρο–, παρά ως εκτεταμένο σώμα, όπως οι γαλαξίες· το λέει και το όνομα: quasar ← quasi-stellar = παρόμοιος με άστρο).

Χρησιμοποιώντας αυτό το ραδιοτηλεσκόπιο, το 1967 η Burnell παρατήρησε (μελετώντας εκτυπώσεις που λέγεται ότι έφταναν σε μήκος τα τρία μίλια!) ότι λάμβαναν περιοδικά σήματα (ανά 1,33΄΄) από μια συγκεκριμένη πηγή στο διάστημα. Τα σήματα αυτά δεν έμοιαζαν με κανένα από τα γνωστά σήματα που είχαν λάβει μέχρι τότε. Μολονότι δεν γνώριζε την πηγή αυτών των σημάτων τότε, η ανακάλυψη ήταν τεράστιας σημασίας. Αργότερα ανακαλύφθηκε ότι τα σήματα αυτά εκπέμπονταν από πάλσαρ – τα άστρα που είναι γνωστά και «λευκοί νάνοι» (ως «πάλσαρ» ορίζεται κάθε αστέρας νετρονίων με ισχυρό μαγνητικό πεδίο ο οποίος περιστρέφεται ταχύτατα γύρω από τον άξονά του εκπέμποντας ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία με σχεδόν περιοδικούς παλμούς· κι εδώ το όνομα λέει πολλά: pulsar ← pulsating star = παλλόμενος αστέρας – ). Με δυο λόγια, η Burnell ανακάλυψε το πρώτο πάλσαρ.

Αυτές οι παρατηρήσεις σύντομα έγιναν αποδεκτές και δημοσιεύτηκαν, με το όνομα του Hewish να εμφανίζεται πριν από το όνομα της Burnell. Μολονότι την κρίσιμη παρατήρηση που οδήγησε στην ανακάλυψη την είχε κάνει η Burnell, ο Hewish ήταν εκείνος που το 1974 τιμήθηκε με το Νόμπελ Φυσικής για την ανακάλυψη των πάλσαρ. Προφανώς η Burnell αδικήθηκε κατάφορα. Το καλό είναι ότι στην επιστημονική κοινότητα σήμερα είναι κοινός τόπος ότι η συγκεκριμένη ανακάλυψη έγινε από την Burnell. Είναι επίσης γεγονός ότι η μετέπειτα ακαδημαϊκή καριέρα της ήταν λαμπρή: διδακτικές θέσεις σε μεγάλα πανεπιστήμια, τιμητικές διακρίσεις (είναι και Λαίδη πλέον), διοικητικές θέσεις με υψηλό κύρος (έχει διατελέσει πρόεδρος της Royal Astronomical Society και του Institute of Physics). Ίσως επειδή είδε από νωρίς την καριέρα της να απογειώνεται, αρχικά δεν έδειχνε να έχει πάρει επί πόνου την αδικία του 1967. Είχε δηλώσει η ίδια σχετικά με την ιστορία του Νόμπελ που δικαιούταν αλλά δεν κέρδισε ποτέ:

«Πρώτον, οι διαφορές οριοθεσίας μεταξύ επιβλέποντος και υποψήφιου διδάκτορα είναι πάντα δύσκολο, ίσως αδύνατον, να επιλυθούν. Δεύτερον, ο επιβλέπων είναι που έχει την τελική ευθύνη για την επιτυχία ή την αποτυχία ενός προγράμματος. Όλοι γνωρίζουμε περιπτώσεις όπου ένας επιβλέπων κατηγορεί τον υποψήφιό του για μια αποτυχία, αλλά ξέρουμε ότι, σε μεγάλο βαθμό, το σφάλμα είναι του επιβλέποντος. Μου φαίνεται δίκαιο οι επιβλέποντες να επωφελούνται και από τις επιτυχίες, αφού φορτώνονται πάντα τις αποτυχίες. Τρίτον, πιστεύω ότι θα τα Νόμπελ θα υποβαθμίζονταν αν απονέμονταν σε υποψήφιους διδάκτορες, εκτός από πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις, και δεν πιστεύω ότι η δική μου περίπτωση ήταν μία από αυτές. Τέλος, καθόλου δεν με στενοχωρεί το γεγονός [που δεν μου απένειμαν το Νόμπελ το 1974] – στο κάτω-κάτω, έχω καλή παρέα, έτσι δεν είναι;»

Αυτά τα είπε το 1977, όταν ήδη η καριέρα της έδειχνε ότι θα είναι λαμπρή, οπότε είναι λογικό το ότι προσπάθησε να φανεί υπεράνω. Παρ’ όλα αυτά, δεν άντεξε και στο τέλος το πέταξε το καρφί της: η παρέα που αναφέρει (της οποίας είναι μέλος και η ίδια) είναι όλοι εκείνοι που δικαιούνταν το Νόμπελ και ποτέ δεν το πήραν. Και λίγα είπε.

Πολύ αργότερα, το 2013, όταν ήταν Επισκέπτρια Καθηγήτρια Αστροφυσικής στο University of Oxford, έδωσε μια συνέντευξη στο National Geographic, όπου λέει πράγματα πολύ πιο σκληρά (ίσως, ευρισκόμενη πια στο τέλος της καριέρας της, να διαισθάνεται ότι έχει την ηθική υποχρέωση να πει τα πράγματα με το όνομά τους). Για παράδειγμα, παραπονιέται ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας της στην αστροφυσική δυσκολευόταν να βρίσκει ερευνητικές θέσεις, καθώς συνήθως τις προσφέρονταν διδακτικές, διοικητικές και διευθυντικές θέσεις. Πριν προλάβει να πει κανείς ότι οι θέσεις που τις προσφέρονταν ήταν σημαντικές κι ας μην ήταν στο ερευνητικό πεδίο (συνεπώς, γιατί παραπονιέται;), ας προσπαθήσουμε να το δούμε από την πλευρά της: είναι μία γυναίκα χορτάτη από διακρίσεις και θέσεις με υψηλό κύρος· αλλά είναι πρωτίστως επιστημόνισσα. Και, υπό ιδανικές συνθήκες, επιστήμη σημαίνει έρευνα. (Θα έχετε ακούσει τον αφορισμό που οφείλουμε στον George Bernard Shaw: «Those who can, do; those who can’t, teach». Εδώ ταιριάζει.) Στη συνέχεια της ίδιας συνέντευξης, η Burnell λέει ότι πάντα το έβρισκε εξαιρετικά δύσκολο να συνδυάσει οικογένεια και καριέρα, εν μέρει επειδή το πανεπιστήμιο στο οποίο δούλευε όταν ήταν έγκυος δεν προέβλεπε άδεια μητρότητας. Τέλος, παραθέτω ένα απόσπασμα αυτής της συνέντευξης, όπου η –ηλικιωμένη πια– Burnell αναφέρεται στη γνωστή ιστορία με τα πάλσαρ (η σύγκριση με τις δηλώσεις του 1977 που παρατέθηκαν παραπάνω είναι άκρως ενδιαφέρουσα):

«Η εικόνα που είχε ο κόσμος εκείνη την εποχή για τον τρόπο που λειτουργούσαν οι επιστήμες ήταν ότι υπήρχε ένας επικεφαλής –και ο οποίος ήταν άντρας, πάντα άντρας– που είχε ως υφισταμένους του ένα σωρό παρατρεχάμενους, κατώτερο προσωπικό, από τους οποίους δεν ζητούσε να σκέφτονται· τους ζητούσε να κάνουν μόνο ό,τι τους έλεγε».

Η διαφορά μεταξύ των δύο δηλώσεων, τις οποίες χωρίζουν σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, εξηγεί πολλά για τη θέση των γυναικών στις επιστήμες. Η Burnell, έχοντας υπηρετήσει την επιστήμη της από κάθε δυνατό πόστο, βλέπει στη δύση της καριέρας της ότι τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει όσο θα ήθελε από την εποχή που ήταν φοιτήτρια. Ίσως γι’ αυτό έχει βαλθεί να κάνει ό,τι μπορεί, όσο προλαβαίνει, έτσι ώστε να βελτιωθεί κατάσταση των γυναικών στο ερευνητικό πεδίο. Με την πείρα της, ξέρει ότι η λύση στο πρόβλημα δεν είναι η αλλαγή στη νοοτροπία των φορέων και όλων των εμπλεκόμενων σε ατομικό, αλλά σε συλλογικό επίπεδο. Μακάρι να ζήσει αρκετά ώστε να δει κάποιο απτό αποτέλεσμα των προσπαθειών της.

* * *

  1. Candace Pert (1946-2013), βιολόγος και φαρμακολόγος

Η Αμερικανίδα Candace Pert σπούδασε βιολογία στο Bryn Mawr College, απ’ όπου αποφοίτησε με άριστα το 1970. Στη συνέχεια, πήγε στο Johns Hopkins University School of Medicine, όπου ολοκλήρωσε το διδακτορικό της στη φαρμακολογία το 1974. Όσο ήταν στο Johns Hopkins, η Pert δούλευε στο εργαστήριο του επιβλέποντός της, του νευροεπιστήμονα Solomon Snyder. Το 1973 ανακάλυψε τους οπιοειδείς υποδοχείς (τα σημεία της μοριακής δέσμευσης των ενδορφινών στον εγκέφαλο). Ο Snyder οικειοποιήθηκε την ανακάλυψή της και μάλιστα βραβεύτηκε το 1978 γι’ αυτήν με το Albert Lasker Award for Basic Medical Research.

candace-pert

Η Pert διαμαρτυρήθηκε στον Snyder για την απαράδεκτη λαθροχειρία, η οποία οδήγησε μάλιστα σε περίβλεπτη βράβευση, για να εισπράξει την κοφτή και κυνική του απάντηση: «Έτσι παίζεται το παιχνίδι». Η Pert έστειλε επίσημη επιστολή διαμαρτυρίας στην επιτροπή που είχε απονείμει το βραβείο «ως η μεταπτυχιακή φοιτήτρια που έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στη βασική ερευνητική ιδέα και στην ίδια την έρευνα που ακολούθησε». Δεν κέρδισε κάτι με όλη αυτή τη φασαρία, αλλά τουλάχιστον το πάλεψε.

Η συνεισφορά της Pert στη νευροεπιστήμη ήταν σημαντικότατη, αλλά τα εύσημα αποδόθηκαν στον καθηγητή της γιατί «έτσι παίζεται το παιχνίδι». Η Pert δεν τα παράτησε· συνέχισε το έργο της σε σημαντικές ερευνητικές θέσεις, και το 1983 έφτασε να γίνει η πρώτη (και μόνη ως τώρα) γυναίκα πρόεδρος του National Institute of Mental Health (με τον εντυπωσιακό τίτλο Chief of the Section on Brain Biochemistry of the Clinical Neuroscience Branch). Δυστυχώς, εκείνη η πρώτη της ανακάλυψη (την οποία της έκλεψε ο Snyder χωρίς καν να κρατήσει τα προσχήματα) ήταν η σημαντικότερη στην καριέρα της (και είναι εύκολο να φανταστεί κανείς την πίκρα της). Όμως δεν το έβαλε κάτω: δούλευε μέχρι το τέλος. Όταν πέθανε, εργαζόταν πάνω σε μια αποτελεσματικότερη θεραπευτική αγωγή της νόσου του Alzheimer.

* * *

Επιλεγόμενα

Ένα γνωστό ανέκδοτο για τις εγγενείς διαφορές των δύο φύλων προέρχεται από τον πρώην Πρόεδρο του Harvard, τον οικονομολόγο Larry Summers, ο οποίος αφηγήθηκε από το βήμα συνεδρίου μία προσωπική του εμπειρία. Ο Summers εκμυστηρεύτηκε στους συνέδρους ότι δεν έδινε στις δίδυμες κόρες του κούκλες για να παίζουν, αλλά φορτηγά. Κάποια μέρα, όταν οι μικρές δεν ήταν ούτε τριών χρονών, εκεί που έπαιζαν με τα φορτηγά τους, άκουσε τη μία να λέει στην άλλη: «Κοίτα, το φορτηγό-μπαμπάς κουβαλάει το φορτηγό-μωρό». Όπερ έδει δείξαι; Εχμ… όχι! Αλλά όταν το λέει αυτό ο πρόεδρος ενός φημισμένου πανεπιστήμιου, το ανέκδοτο αποκτάει άλλη βαρύτητα. Κι ας πρόκειται για ανοησία. Γιατί, όπως θα έπρεπε να ξέρει ο κύριος Πρόεδρος, δεν αρκεί να δώσεις στα κοριτσάκια φορτηγά αντί για κούκλες για να τα μεγαλώσεις σαν «άντρες» – εκτός κι αν σκοπεύεις να τα μεγαλώσεις μέσα σε γυάλα.

Οι γυναίκες (στις επιστήμες και στην κοινωνία γενικότερα) πρέπει ανά πάσα στιγμή να αποδεικνύουν ότι είναι «αντράκια». Αυτή η πρακτική δεν έχει αποδειχτεί ιδιαίτερα επιτυχημένη. Είτε «αντράκια» είτε «γυναικούλες», εξακολουθούν να πέφτουν θύματα σεξισμού, υποτίμησης, διακρίσεων, λαθροχειριών, παρενοχλήσεων· εξακολουθούν να συναντούν δυσκολίες που τις εμποδίζουν να κάνουν αυτό που μπορούν. Και τι μπορούν να κάνουν; Προφανής η απάντηση, αλλά ας την δώσω καλού-κακού: τα πάντα!

Δεν θα ισχυριστώ ότι δεν έχουν υπάρξει και άντρες που έχουν υποστεί παρόμοιες ταλαιπωρίες (με την εξαίρεση του σεξισμού). Έχουν υπάρξει, υπάρχουν και θα υπάρξουν κι άλλοι στο μέλλον. Μόνο που οι άντρες δεν τραβάνε του λιναριού τα πάθη επειδή είναι άντρες, αλλά επειδή οι κοινωνίες είναι άνισα δομημένες. Συνεπώς, πρέπει πρώτα να εξασφαλίσουμε την ισοτιμία όλων μας (χωρίς έμφυλες διακρίσεις) στις ανισότητες και μετά να κοιτάξουμε τι θα κάνουμε για την ισότητα μεταξύ των ανθρώπων. Έχουμε ακόμα δρόμο.

Ορόσημα σ’ αυτό τον δρόμο στέκουν γυναίκες όπως η Ada, η Martha, η Margaret, η Nettie, η Elizabeth, η Henrietta, η Lise, η Ida, η Cecilia, η Chien-Shiung, η Rosalind, η Esther, η Vera, η Judy, η Jocelyn, η Candace (και αναρίθμητες άλλες αφανείς ηρωίδες). Η αναφορά στο έργο τους δεν αίρει τις αδικίες που βίωσαν ως επιστημόνισσες, ούτε αποκαθιστά τα ονόματά τους στην ιστορία των επιστημών. Εντούτοις, ίσως λειτουργήσει σαν οδικός χάρτης στον δρόμο που μένει να διανύσουμε. Δεν τις μνημονεύουμε για να αποτίσουμε κάποιον (ανέξοδο) φόρο τιμής· η μνήμη μπορεί να λειτουργήσει ως εφαλτήριο.

Έφτασα στο τέλος και ακόμα δεν έχω απαντήσω (άμεσα) στο ερώτημα τι δουλειά έχουν οι γυναίκες στις επιστήμες; Προτιμώ να το αφήσω αναπάντητο, με τη βεβαιότητα ότι, αν τις αφήσουμε απερίσπαστες, θα απαντήσουν οι ίδιες.

* * *

Πηγές:

5 Women Scientists Whose Amazing Discoveries Were Stolen By A Man

6 Women Scientists Who Were Snubbed Due to Sexism

Ladies Last: 8 Inventions by Women That Dudes Got Credit For

10 Groundbreaking Women Scientists Written Off By History

* * *

[Bonus 1: Ένα σύντομο γιουτουμπάκι, όπου ένα οχτάχρονο κορίτσι σχολιάζει τον σεξισμό των παιδικών ρούχων σε ένα πολυκατάστημα. Φαίνεται απίστευτο, αλλά μου μοιάζει αληθινό. Σε κάθε περίπτωση, έχει ενδιαφέρον. Αν δε το κοριτσάκι τα έχει όντως σκεφτεί μόνο του αυτά που λέει, τότε υπάρχει ελπίδα. (Ακούει ο Larry Summers;)]

[Bonus 2: Από τις 23/2/2017 θα παίζεται στους κινηματογράφους η ταινία Hidden Figures (2016) του Theodore Melfi. Η ταινία συμπληρώνει ιδανικά τα δύο μέρη του «Τι δουλειά έχουν οι γυναίκες στις επιστήμες;», καθώς αφηγείται την ιστορία μιας ομάδας Αφροαμερικανίδων μαθηματικών οι οποίες διαδραμάτισαν ζωτικής σημασίας ρόλους στη NASA κατά τη διάρκεια των πρώτων χρόνων του διαστημικού προγράμματος των ΗΠΑ. (Ευτυχής συγκυρία· ούτε παραγγελία να την είχα κάνει!)]

* * *

16837724_1401082233267515_1160025992_n

Εδώ άλλες αναρτήσεις από τη στήλη Μικροϊστορίες των επιστημών και της φιλοσοφίας

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Τι δουλειά έχουν οι γυναίκες στις επιστήμες; (Μέρος Α΄)

Μικροϊστορίες των επιστημών και της φιλοσοφίας

—του Γιώργου Θεοχάρη—

Τι δουλειά έχουν οι γυναίκες στις επιστήμες; Μέχρι και τον 18ο αιώνα, (επισήμως) καμία. Από τον 19ο άρχισαν δειλά-δειλά να ασχολούνται δημοσίως, αλλά συναντούσαν μεγάλη αντίσταση μέσα στους ανδροκρατούμενους τομείς της γνώσης. Οι άντρες (γονείς, εκπαιδευτικοί, προϊστάμενοι) δεν έδειχναν καθόλου διατεθειμένοι να τους κάνουν χώρο· μάλλον το αντίθετο: τις απέτρεπαν, τις εμπόδιζαν, τις απέκλειαν· έκλεβαν τις ιδέες τους, τις ταπείνωναν με υποδεέστερες δουλειές, τις αγνοούσαν. Μια γυναίκα έπρεπε πρώτα να ξεπεράσει τον σκόπελο του (συνήθως αντιδραστικού) πατέρα-αφέντη. Στη συνέχεια, να σπουδάσει – περίπου στα κρυφά. Και στο τέλος να βρει μια ταπεινή δουλειά, σαν να της έκαναν και χάρη από πάνω που την εκμεταλλεύονταν.

Η κατάσταση έχει αλλάξει σήμερα, στον 21ο αιώνα; Ναι, αναμφισβήτητα. Τώρα είναι καλύτερα τα πράγματα για τις γυναίκες στις επιστήμες, αλλά και γενικότερα στη δημόσια σφαίρα. (Μιλάμε πάντα για τον δυτικό κόσμο.) Είναι καλύτερα, αλλά όχι καλά. Μπορεί η κατάσταση να βελτιώνεται διαρκώς, αλλά όχι με τον ρυθμό που θα έπρεπε. Οι γυναίκες εξακολουθούν να είναι ποσοστιαία ελάχιστες σε σύγκριση με τους άντρες σε όλους τους τομείς των θετικών επιστημών (αλλά και των ανθρωπιστικών, όπως και της φιλοσοφίας, αλλά αυτή είναι άλλη ιστορία). Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί η προκατάληψη –βαθιά ριζωμένη στις πατριαρχικές κοινωνίες διαχρονικά– ότι οι γυναίκες δεν έχουν καμία δουλειά στις επιστήμες εξακολουθεί να υπάρχει. Πώς το έλεγε ο John Lennon το 1972; «Woman is the nigger of the world» – ακόμα. Στο σπίτι, οι γονείς δίνουν για παιχνίδια στα κοριτσάκια κούκλες και σερβίτσια τσαγιού – ακόμα. (Τα προετοιμάζουν εξ απαλών ονύχων για έναν ρόλο επικουρικό: «πίσω από έναν επιτυχημένο άντρα κρύβεται μια δυναμική γυναίκα», λένε για να χρυσώσουν το χάπι. Ο μηχανισμός διαιώνισης των ανισοτήτων ξοδεύει πολλή χρυσόσκονη για τα χάπια της.) Στο σχολείο, οι δάσκαλοι «κατανοούν» την απέχθεια των κοριτσιών για την αριθμητική, λες και αυτή οφείλεται σε κάποιον εγγενή (γενετικό) παράγοντα, και έτσι δεν τα ζορίζουν. Αργότερα, όσες έχουν καταφέρει, παρ’ όλα τα εμπόδια, να σπουδάσουν (και όχι μόνο θετικές επιστήμες), στους χώρους εργασίας (είτε στην ακαδημαϊκή ζωή είτε στην ελεύθερη αγορά) πέφτουν κατά κανόνα θύματα σεξισμού, υποτίμησης, απόρριψης. Συχνά δεν εξελίσσονται με την ταχύτητα που εξελίσσονται άντρες με τα ίδια προσόντα· καμιά φορά δεν αμείβονται καν ισότιμα με αυτούς· συνήθως τις υποτιμούν και ταυτόχρονα τις εκμεταλλεύονται. Και εκείνες, εκτός λαμπρών εξαιρέσεων, δέχονται τη μοίρα τους γιατί «έτσι έχουν τα πράγματα». Μόνο που δεν θα έπρεπε να έχουν έτσι. Καθόλου όμως.

Καταρχάς, δεν υπάρχει απολύτως καμία επιστημονική απόδειξη (ούτε καν ένδειξη) ότι η γυναίκα δεν έχει μυαλό για θετικές επιστήμες. Έχει μυαλό για οτιδήποτε θελήσει. Μπορεί να μάθει τα πάντα εξίσου καλά με τον άντρα. Αν καταφύγουμε στην προσωπική εμπειρία, αφήνοντας τις παρωπίδες στην άκρη, όλοι το έχουμε διαπιστώσει αυτό, σε όλους τους τομείς του επιστητού. (Εδώ δεν μιλάμε για χαρισματικούς ανθρώπους που είναι γεννημένοι για να λάμψουν σε έναν τομέα· δεν μιλάμε για τον Gauss, τον Newton ή τον Αρχιμήδη. Και μην σας ξενίζει το γεγονός ότι σε αυτά παραδείγματα αναφέρονται μόνο άντρες: οι αντίστοιχες γυναίκες στατιστικά είναι βέβαιο ότι υπήρξαν, αλλά ο κόσμος δεν το έμαθε ποτέ – ούτε καν οι ίδιες.) Όταν όμως κάνεις στις γυναίκες πλύση εγκεφάλου από το νηπιαγωγείο ότι δεν κάνουν για μαθηματικά, δεν κάνουν για το ένα, δεν κάνουν το άλλο, τότε είναι επόμενο τις περισσότερες κάποτε να τις πείσεις.

Και φταίνε οι άντρες γι’ αυτό; Ασφαλώς. «It’s man’s man’s man’s world”, που λέει και ο James Brown (μόνο που εκείνος σπεύδει να προσθέσει «but it would be nothing without a woman»). Ακόμα κι όταν οι γυναίκες μιμούνται τους άντρες, αντιγράφοντας τις επαίσχυντες πρακτικές τους για να ρεφάρουν, των αντρών είναι το σφάλμα. Τα στερεότυπα αποκρυσταλλώνονται από τη χρήση. Και η χρήση είναι αντρική δουλειά: οι άντρες ανακατεύουν, κόβουν και μοιράζουν τη (σημαδεμένη) τράπουλα. Οι γυναίκες παίζουν με ό,τι χαρτί τούς κάτσει. Κι αυτό είναι άδικο.

Εντάξει, κάποιες δεν είναι καλές στην οδήγηση και οι περισσότερες έχουν πρόβλημα με το παρκάρισμα (αν και υπάρχει λόγος γι’ αυτό – κοινωνικός και πολιτισμικός, όχι βιολογικός: έχουν κακή αίσθηση του χώρου εξαιτίας του φυσικού τους περιορισμού επί χιλιετίες). Συνεπώς, στο δρόμο ακούνε το κλασικό «τράβα, μωρή, σπίτι σου να πλύνεις κάνα πιάτο», ακόμα κι αν δεν έχουν κάνει κάτι που να δικαιολογεί την πρόγκα. Όταν όμως ο αφορισμός περνάει από την οδήγηση στην ίδια τη ζωή (κατά συνέπεια, και στις επιστήμες), τότε το πράγμα μοιάζει με πόλεμο κατά των γυναικών.

Ας αφήσω, όμως, τις γενικεύσεις (με την αδιαπραγμάτευτη πεποίθηση ότι όλοι οι άνθρωποι είναι εξίσου προικισμένοι για κάθε είδους γνώση, ως ένα κάποιο επίπεδο τουλάχιστον) για να περάσω σε μερικές εξαιρετικές περιπτώσεις γυναικών που αδικήθηκαν σε διάφορους επιστημονικούς τομείς κατά τους τελευταίους δύο αιώνες. Το δείγμα των 16 γυναικών που θα μας απασχολήσουν στη συνέχεια είναι ενδεικτικό, ο κατάλογος ασφαλώς και δεν είναι εξαντλητικός. (Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η μεγάλη πλειοψηφία των αδικημένων γυναικών δεν έχουν είτε τη θέληση είτε τη δυνατότητα να δημοσιοποιήσουν τις περιπτώσεις τους). Η σειρά αναφοράς δεν είναι αξιολογική (πώς θα μπορούσε άλλωστε;)· είναι αυστηρά χρονολογική με βάση τις ημερομηνίες γέννησης.

* * *

  1. Ada Lovelace (1815-1852), μαθηματικός

Η Αγγλίδα Ada Lovelace ήταν κόρη του Λόρδου George Byron και της Λαίδης Annabella Milbanke. Ο Λόρδος περίμενε αγόρι· η γέννηση του κοριτσιού ήταν γι’ αυτόν σκέτη απογοήτευση. Το 1816 το ζεύγος πήρε διαζύγιο και ο Byron έφυγε από την Αγγλία, για να σκοτωθεί 8 χρόνια αργότερα στο Μεσολόγγι, πολεμώντας στο πλευρό των επαναστατημένων Ελλήνων. Η Λαίδη, η οποία είχε πολύ ταλαιπωρηθεί από τον κυκλοθυμικό και άστατο χαρακτήρα του Λόρδου, έστρεψε την κόρη της στα μαθηματικά και τη μουσική, θεωρώντας ότι κατ’ αυτό τον τρόπο η Ada ίσως να μην ακολουθούσε τα βήματα του αυτοκαταστροφικού και ψυχικά μάλλον διαταραγμένου (για να το θέσουμε ήπια) ποιητή πατέρα της. Ευτυχώς, η μικρή αγάπησε τα μαθηματικά και τους αφιερώθηκε στη σύντομη ζωή της.

ada_lovelace_portrait-1

Το 1833, έφηβη ακόμα, γνώρισε τον Charles Babbage, τον αποκαλούμενο «πατέρα της πληροφορικής». Έγιναν φίλοι και διατήρησαν συστηματική αλληλογραφία. Ο Babbage εκείνη την εποχή δούλευε πάνω σε μία ιδέα του, την «Αναλυτική Μηχανή», η οποία θεωρείται το πρώτο απτό βήμα προς την ανάπτυξη των σύγχρονων ηλεκτρονικών υπολογιστών. Το 1841, ο Babbage είχε δώσει μία διάλεξη για τη Μηχανή του στο Τορίνο της Ιταλίας. Ένας ιταλός μαθηματικός, ο Luigi Menabrea, κράτησε σημειώσεις και στηριγμένος σε αυτές έγραψε ένα άρθρο στα γαλλικά. Η Lovelace μετέφρασε το άρθρο στα αγγλικά και το έστειλε στον Babbage. Εκείνος ενθουσιάστηκε και την προέτρεψε να προσθέσει και τις δικές της σημειώσεις στη μετάφραση. Η Lovelace δέχτηκε και το 1842 του έστειλε εκτεταμένα σχόλια πάνω στο άρθρο, τριπλασιάζοντας το αρχικό κείμενο. Σε εκείνες τις σημειώσεις, που σήμερα είναι γνωστές ως «Notes», η Lovelace προβλέπει ότι στο εγγύς μέλλον μια μηχανή στο πρότυπο της «Αναλυτικής Μηχανής» θα μπορεί όχι μόνο να εκτελεί πολύπλοκες μαθηματικές πράξεις, αλλά και να συνθέτει μουσική, ακόμα και να παράγει γραφικά, βάσει εντολών που εκτός από αριθμούς θα περιλαμβάνουν και λέξεις και σύμβολα. Εντυπωσιακά προχωρημένη πρόβλεψη. Το ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι ότι στις σημειώσεις της περιλαμβάνεται ένα προσχέδιο για το πώς η Αναλυτική Μηχανή θα μπορούσε να υπολογίζει αριθμούς Μπερνούλι. Πρόκειται, λένε οι ειδικοί, για έναν αλγόριθμο σχεδιασμένο να δίνει εντολές σε έναν υπολογιστή· με άλλα λόγια, αυτό είναι το πρώτο πρόγραμμα υπολογιστή στην ιστορία των επιστημών. Το σχολιασμένο άρθρο δημοσιεύτηκε το 1843.

Οι ιστορικοί δεν ομοφωνούν ως προς τη συμβολή της Lovelace στην επιστήμη. Από τη μία, υπάρχουν εκείνοι που την χαρακτηρίζουν μαθηματική ιδιοφυία και την «πρώτη προγραμματίστρια ηλεκτρονικών υπολογιστών», και από την άλλη, εκείνοι που εκφράζουν αμφιβολίες για το κατά πόσον οι ιδέες που περιέχονται στις «Σημειώσεις» είναι δικές της ή του Babbage. Σύμφωνα με κάποιον από τους τελευταίους, «η Ada ήταν θεότρελη, μια μανιοκαταθλιπτική με απίστευτες ψευδαισθήσεις για τις ίδιες της τις ικανότητες. Η μόνη της συνεισφορά στις “Notes” ήταν να μπερδέψει τον Babbage». Αντίθετα, ο Babbage σημειώνει στα απομνημονεύματά του ότι στην Lovelace πρέπει να αποδοθούν εύσημα «για τις αλγεβρικές λύσεις που έδωσε σε διάφορα προβλήματα». Μήπως ο Babbage το έγραψε αυτό από αβρότητα προς τη φίλη του, την Κόμισσα Augusta Ada Lovelace; Δεν αποκλείεται. Εντούτοις, δεδομένου ότι τα εύσημα λόγω αβροφροσύνης δεν είναι και το συχνότερο φαινόμενο στον εξόχως ανταγωνιστικό στίβο των επιστημών, τείνω να πιστέψω ότι η Lovelace, ακόμα και αν είχε κληρονομήσει την τρέλα του πατέρα της (για παράδειγμα, είχε πάθος με τις ιπποδρομίες και είχε αναπτύξει μαθηματικά μοντέλα πιθανοτήτων για να στοιχηματίζει στις κούρσες – αν και αυτό δεν μπορεί κανείς αβασάνιστα να το χαρακτηρίσει «τρέλα»· ρωτήστε και κανέναν αλογομούρη!), κάτι συνεισέφερε στην πρωτοποριακή ιδέα του Babbage. Δεν διατηρείς συχνή –και επί της ουσίας, όχι τυπική– αλληλογραφία με κορυφαίες προσωπικότητες της εποχής σου (εκτός από τον Babbage, και με τους Wheatstone, Faraday και Dickens, μεταξύ άλλων) μόνο και μόνο επειδή έχεις τίτλο ευγενείας. Δυστυχώς πέθανε πρόωρα, μόλις 37 ετών, από καρκίνο της μήτρας, και έτσι δεν είχε την ευκαιρία να δώσει άλλο δείγμα της ιδιοφυίας της. Σε κάθε περίπτωση, η συμβολή της στην επιστήμη θα ήταν άδικο να αγνοηθεί.

  1. Martha Coston (1826-1904), εφευρέτρια

Η Αμερικανίδα Martha Coston κλέφτηκε στα 15 της με έναν τύπο 21 ετών ονόματι Benjamin Franklin Coston, ο οποίος είχε ήδη αποκτήσει τη φήμη ενός πολλά υποσχόμενου εφευρέτη. Νεαρός ακόμα, ο Coston έγινε διευθυντής του επιστημονικού εργαστήριου του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ. Εκεί είχε την ιδέα να αναπτύξει ένα σύστημα επικοινωνίας μεταξύ των πλοίων με φωτοβολίδες διαφορετικών χρωμάτων. Μέχρι τότε, τα πλοία επικοινωνούσαν μεταξύ τους με σημαίες την ημέρα και φανάρια τη νύχτα. Η ιδέα του ήταν καλή και έβαλε μπρος την υλοποίησή της. Σύντομα όμως ζήτησε αύξηση μισθού και επειδή του την αρνήθηκαν παραιτήθηκε για να γίνει πρόεδρος της Εταιρείας Υγραερίου στη Βοστόνη. Η έκθεσή του σε κάθε λογής επικίνδυνα χημικά, δουλεύοντας με τις υποτυπώδεις συνθήκες ασφαλείας της εποχής, έβλαψαν ανεπανόρθωτα την υγεία του, με αποτέλεσμα να πεθάνει το 1848.

marycoston

Η Martha χήρεψε μόλις στα 22 της, έχοντας και δύο μωρά να αναθρέψει. Τα οικονομικά της στο μείον. Ξεσκαρτάροντας τα χαρτιά του μακαρίτη, βρήκε τις σημειώσεις του για τις χρωματιστές φωτοβολίδες. Δεν είχε ιδέα από χημεία και πυροτεχνουργία· παρ’ όλα αυτά, αποφάσισε να υλοποιήσει την ιδέα του συζύγου της. Επί 10 χρόνια έκανε πειράματα. Δεν άργησε να κατασκευάσει λευκές και κόκκινες φωτοβολίδες, αλλά οι μπλε την παίδευαν πολύ. Και της ήταν απαραίτητες γιατί είχε καταλήξει ότι ο κώδικας επικοινωνίας που είχε αναπτύξει απαιτούσε τουλάχιστον τρία χρώματα. Τελικά, μέχρι το 1858 κατάφερε να κατασκευάσει και τις μπλε. Κατοχύρωσε την πατέντα, αλλά στο όνομα του άντρα της, υποχρεωτικά. Στη συνέχεια, βρήκε κεφάλαια και άρχισε την παραγωγή φωτοβολίδων. Σύντομα επεκτάθηκε και σε εξαγωγές στην Ευρώπη. Ως επιχειρηματίας τα κατάφερε μια χαρά. Η εφεύρεσή της άλλαξε ριζικά την αποτελεσματικότητα της επικοινωνίας μεταξύ των σκαφών, ενώ αποδείχτηκε χρησιμότατη στις επιχειρήσεις διάσωσης. Η Martha έσωσε ζωές!

Εντούτοις, ως εφευρέτης δεν μνημονεύεται η ίδια, αλλά ο άντρας της, ο οποίος είχε μεν την αρχική ιδέα, αλλά ήταν ήδη 10 χρόνια πεθαμένος όταν η Martha έκανε την ιδέα του πράξη. Αδικία.

  1. Margaret Knight (1838-1914), εφευρέτρια

Η Αμερικανίδα Margaret Knight εφηύρε τη μηχανή που κατασκευάζει χαρτοσακούλες με επίπεδο πάτο. Δεν πρόκειται για εφεύρεση που άλλαξε τον ρουν της ιστορίας (αν και το πρόβλημα μιας λειτουργικής συσκευασίας για το κολατσιό των εργαζομένων ήταν έντονο στην εποχή της, απ’ ό,τι φαίνεται), αλλά αξίζει να αναφερθεί για να δούμε τι τράβηξε η γυναίκα μέχρι να βρει το δίκιο της.

tumblr_inline_mzixguj1xa1riz1wu-737x1024

Η Knight δεν είχε ιδιαίτερη μόρφωση. Ήταν παιδάκι όταν πέθανε ο πατέρας κι έτσι, όταν τελείωσε το δημοτικό, αναγκάστηκε να πιάσει δουλειά σε υφαντουργείο για να ζήσει. Αλλά φαίνεται ότι είχε το μικρόβιο της επινόησης. Το 1868, τριαντάρα πια, της ήρθε η ιδέα για μια μηχανή που θα κατασκεύαζε χαρτοσακούλες με πάτο. Μόνη της κατασκεύασε ένα ξύλινο πρότυπο, αλλά έμαθε ότι paper-bagγια να κατοχυρώσει την πατέντα η μηχανή έπρεπε να είναι φτιαγμένη από σίδερο. Έτσι, ζήτησε τη βοήθεια ενός τεχνικού ονόματι Charles Annan, ο οποίος –φυσικότατα– της έκλεψε τα σχέδια και κατοχύρωσε την πατέντα στο όνομά του.

Ευτυχώς, μετά από μια διαδικασία που κράτησε 3 χρόνια, η Margaret κατάφερε να αποδείξει στο δικαστήριο ότι εκείνη ήταν η εφευρέτρια της μηχανής, μολονότι ο αντίδικός της είχε το ατράνταχτο επιχείρημα ότι «μια γυναίκα δεν θα ήταν ποτέ ικανή να κάνει τέτοια εφεύρεση». Από κει και πέρα άρχισε να εισπράττει δικαιώματα για την εφεύρεσή της. Έχοντας πια λύσει το βιοποριστικό πρόβλημα, συνέχισε να κατεβάζει ιδέες και να κατοχυρώνει πατέντες. Σήμερα θεωρείται η διασημότερη εφευρέτρια του 19ου αιώνα. Κρίνοντας από τον τρόπο που πάλεψε να αποκτήσει τα δικαιώματα της ιδέας που της είχαν κλέψει, ήταν μία γυναίκα με τσαγανό. Παραμένει βέβαια ένα ερώτημα: σε κάθε μία Margaret Knight που δικαιώθηκε, πόσες άλλες γυναίκες που τις έκλεψαν τις ιδέες και δεν δικαιώθηκαν ποτέ αντιστοιχούν; Δεν θα το μάθουμε ποτέ. 

  1. Nettie Stevens (1861-1912), βιολόγος-γενετήστρια

Η Αμερικανίδα Nettie Stevens προοριζόταν για δασκάλα. Αφού δίδαξε 3 χρόνια σε γυμνάσιο, αποφάσισε ότι αυτή η δουλειά δεν την κάλυπτε. Επειδή είχε πάθος με τη ζωολογία, πήγε στο Westfield State University, όπου ολοκλήρωσε τον τετραετή κύκλο σπουδών της σε 2 χρόνια – και μάλιστα με άριστα. Στη συνέχεια, πήγε στο Stanford University για να σπουδάσει βιολογία (ιστολογία και κυτταρολογία). Πήρε το πτυχίο της το 1899 και μάστερ το 1900. Δεν είχε τελειώσει, όμως, ακόμα με τις σπουδές. Συνέχισε στο Bryn Mawr College, απ’ όπου πήρε διδακτορικό στην κυτταρολογία το 1902. Ήταν ήδη 41 ετών.

190730-004-10ae67d6

Στο Bryn Mawr, η Nettie είχε την έμπνευση να μελετήσει τον καθορισμό του φύλου στους αλευρωσκώληκες και σύντομα διαπίστωσε ότι αυτός εξαρτιόταν από τα χρωμοσώματα Χ και Υ. Σήμερα γνωρίζουμε ότι το φύλο μας καθορίζεται από το 23ο ζεύγος χρωμοσωμάτων, τα Χ και Υ. Η Nettie δεν έφτασε ως εκεί, αλλά ανακάλυψε ότι τα θηλυκά είχαν ένα ζεύγος χρωμοσωμάτων που έμοιαζαν με ΧΧ, ενώ τα αρσενικά ένα κανονικό Χ και άλλο ένα που του έλειπε ένα κομμάτι και έμοιαζε με Υ. Αυτή η ανακάλυψη ήταν τεράστιας σημασίας για τη βιολογία και τη γενετική. Και την έκανε η Stevens. Της πιστώθηκε η ανακάλυψη; Ναι – εκ των υστέρων και με τα χίλια ζόρια.

Στο Bryn Mawr, αρχικά προϊστάμενος των ερευνών της ήταν ο πρωτοπόρος γενετιστής Edmund Wilson, διευθυντής του Τμήματος Βιολογίας, και στη συνέχεια ο διάδοχός του, ο Thomas Morgan. Οι Stevens και Morgan δούλευαν πάνω στον καθορισμό του φύλου παράλληλα, αλλά ανεξάρτητα. Κατέληξαν στο ίδιο συμπέρασμα, αλλά σχεδόν όλες οι κομβικές παρατηρήσεις που οδήγησαν στην ανακάλυψη έγιναν από τη Stevens. Δυστυχώς, η χαρισματική βιολόγος πέθανε (κι αυτή!) από καρκίνο του μαστού πριν προλάβει καν να διεκδικήσει έδρα σε κάποιο πανεπιστήμιο. Ο Morgan έγραψε μια εκτεταμένη νεκρολογία στο περιοδικό Science, όπου εκθείαζε το ερευνητικό της έργο, χωρίς βέβαια να ομολογεί ότι το εκμεταλλεύτηκε αυθαίρετα στις δικές του δημοσιεύσεις. Ακόμα χειρότερα: ισχυρίστηκε –στην ίδια της νεκρολογία, ο αθεόφοβος!– ότι η Stevens «είχε πολύ περιορισμένη άποψη για την επιστήμη» και ότι δεν πρόσφερε τίποτα παραπάνω από τεχνική υποστήριξη κατά τη διάρκεια των πειραμάτων του, πράγμα που σήμερα γνωρίζουμε ότι ήταν ασύστολο ψέμα. Αντίθετα, ο Wilson, προς τιμήν του, ξανάγραψε αργότερα το δικό του καθοριστικό για την ανακάλυψη άρθρο, αναγνωρίζοντας τον κομβικό ρόλο της Stevens. Παρ’ όλα αυτά, ο Morgan ήταν εκείνος που τιμήθηκε με το Νόμπελ Ιατρικής το 1933 για αυτή την ίδια ανακάλυψη. Βέβαια, η Stevens είχε πεθάνει χρόνια πριν και, ως γνωστόν, το Νόμπελ δεν απονέμεται μεταθανάτια. Εντούτοις, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα της το απένειμαν, ακόμα κι αν ζούσε. Ούτε αυτό θα το μάθουμε ποτέ.

  1. Elizabeth Magie (1866-1948), σχεδιάστρια επιτραπέζιων παιχνιδιών

Η Αμερικανίδα Elizabeth Magie ήταν οπαδός (και βοηθός) του προοδευτικού για την εποχή του οικονομολόγου Henry George. (Φυσικά δεν ήταν μόνο αυτό: έγραφε διηγήματα και ποίηση, έπαιζε στο θέατρο –κωμικούς ρόλους–, ήταν ενεργή φεμινίστρια και είχε σπουδάσει μηχανικός.) Σε μια προσπάθεια να δείξει στην πράξη την οικονομική θεωρία του George (καυτηριάζοντας στην αισχροκέρδεια των ιδιοκτητών ακινήτων), επινόησε ένα παιχνίδι που το ονόμασε «The Landlord’s Game» («Το Παιχνίδι των Σπιτονοικοκύρηδων»). Μάλιστα, το κατοχύρωσε και με πατέντα το 1904. Το παιχνίδι αυτό μοιάζει πάρα πολύ με τη γνωστή σε όλους «Μονόπολη», η επινόηση της οποίας κατά παράδοση αποδίδεται σε κάποιον Charles Darrow.

firstversions_elizabeth-magie

Η Elizabeth προσπάθησε να βρει το δίκιο της από την εταιρεία Parker Brothers, αλλά τελικά πείστηκε να πάρει μία αποζημίωση $500 και ένα συμβόλαιο για δύο άλλα δικά της επιτραπέζια παιχνίδια. Σαν εκβιασμός ακούγεται αυτός ο διακανονισμός. Στο μεταξύ, η Parker Brothers έβγαζε –και εξακολουθεί να βγάζει– εκατομμύρια από τη «Μονόπολη».

Η ιστορία της Elizabeth Magie ήρθε στο φως από τον οικονομολόγο Ralph Anspach (είναι αυτός που επινόησε την «Αντι-Μονόπολη») στη διάρκεια μιας δίκης κατά της Parker Brothers μέσα στη δεκαετία του ’70. Μέχρι τότε, στο εγχειρίδιο που συνόδευε τη «Μονόπολη» της Parker Brothers, ως ο άνθρωπος που επινόησε το παιχνίδι αναφερόταν ο Charles Darrow. Αδικία. 

  1. Henrietta Leavitt (1868-1921), αστρονόμος

Η Αμερικανίδα Henrietta Swan Leavitt σπούδασε αστρονομία στο Radcliffe College και αποφοίτησε το 1892. Σύντομα έπιασε δουλειά στο Αστεροσκοπείο του Harvard, ως μέλος μιας ομάδας γυναικών που κατέγραφαν άστρα και έκαναν μετρήσεις με βάση τις άπειρες φωτογραφικές πλάκες με τις οποίες τις προμήθευε το αντίστοιχο εργαστήριο. Φυσικά οι προϊστάμενοι του τμήματος (όλων των τμημάτων!) ήταν άντρες. Στην εποχή της, αυτή η απαιτητική και μάλλον βαρετή δουλειά (που σήμερα κάνουν οι υπολογιστές) ήταν μία από τις λίγες δουλειές στον χώρο της επιστήμης που οι άντρες θεωρούσαν ότι οι γυναίκες (ως μοντέρνες –και ανεγκέφαλες– σκλάβες) μπορούσαν να ανταποκριθούν επιτυχώς. (Άλλωστε, μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα δεν επιτρεπόταν στις γυναίκες να χρησιμοποιούν τηλεσκόπια!)

henrietta-swan-leavitt

Η Leavitt δούλευε σαν ρομπότ, κάνοντας σχολαστικές και επαναληπτικές μετρήσεις για να συγκεντρώνει δεδομένα για τους προϊσταμένους της. Η αμοιβή της γι’ αυτή την πνευματικά εξουθενωτική δουλειά ήταν 30 λεπτά του δολαρίου ανά ώρα. Καθώς συγκέντρωνε δεδομένα για κάμποσο καιρό, η Leavitt παρατήρησε ότι υπήρχε σχέση μεταξύ της λαμπρότητας των μεταβλητών αστέρων και της απόστασής τους από τη Γη. Στη συνέχεια, ανέπτυξε τη θεωρητική ιδέα που σήμερα είναι γνωστή ως «σχέση περιόδου-λαμπρότητας». Έχοντας παρατηρήσει 1.777 μεταβλητούς αστέρες σε εικόνες από τα Μαγγελανικά Νέφη, το 1908 δημοσίευσε τα αποτελέσματά της στο Annals of the Astronomical Observatory of Harvard College, σημειώνοντας ότι μερικοί μεταβλητοί αστέρες παρουσίαζαν ένα μοτίβο: οι φωτεινότεροι έδειχναν να έχουν μεγαλύτερες περιόδους. Συνέχισε την έρευνά της και το 1912 επιβεβαίωσε ότι οι μεταβλητοί αστέρες της κατηγορίας των Κηφείδων με μεγαλύτερη απόλυτη λαμπρότητα είχαν μεγαλύτερες περιόδους και τόνισε ότι η σχέση λαμπρότητας-περιόδου ήταν υπαρκτή, στενή και προβλέψιμη. Αυτή η ανακάλυψη επέτρεψε στους αστρονόμους να υπολογίζουν την απόσταση ενός άστρου από τη Γη βάσει της λαμπρότητας του. Έκτοτε, άλλαξε άρδην η εικόνα που είχαμε ως τότε για το σύμπαν, καθώς οι αστρονόμοι συνειδητοποίησαν ότι κάθε άστρο που βλέπαμε στο στερέωμα δεν ήταν απλώς μια κουκίδα στον δικό μας αχανή γαλαξία, αλλά ένας άλλος, ξεχωριστός γαλαξίας. Το σύμπαν ήταν αδιανόητα τεράστιο!

Μπορεί το όνομα Henrietta Leavitt να μην μας λέει τίποτα, αλλά οι ανακαλύψεις της έφεραν επανάσταση στην αστρονομία και τη φυσική, αλλάζοντας ριζικά τον τρόπο που βλέπουμε το σύμπαν. Χάρη στις εύστοχες παρατηρήσεις της οι αστρονόμοι άρχισαν να μελετούν το σύμπαν στην κλίμακα που σήμερα γνωρίζουμε πως έχει. Και όμως, η συμβολή της αγνοήθηκε ακριβώς από εκείνους τους άντρες που στηρίχτηκαν πάνω της για να αποδείξουν τις θεωρίες τους. Διάσημοι αστρονόμοι όπως οι Harlow Shapley και Edward Hubble χρησιμοποίησαν την ανακάλυψη της Leavitt ως βάση της δικής τους συμβολής στην επιστήμη. (Μεταξύ άλλων, ο πρώτος απέδειξε ότι ο ήλιος δεν είναι στο κέντρο του γαλαξία μας και ο δεύτερος ότι ο γαλαξίας μας δεν είναι στο κέντρο του κόσμου). Κανείς όμως στο Harvard δεν αναγνώρισε τη δική της συμβολή. Όταν ο μαθηματικός Gösta Mittag-Leffler (αν το όνομα σας φαίνεται γνωστό, ίσως είναι επειδή έχετε διαβάσει γι’ αυτόν –τον υποτιθέμενο εραστή της ανύπαρκτης γυναίκας του Alfred Nobel– εδώ) την πρότεινε ως υποψήφια για το Νόμπελ Φυσικής, η γυναίκα είχε ήδη πεθάνει και το Νόμπελ, όπως ήδη είπαμε, δεν απονέμεται μεταθανάτια. Όχι πως θα της το απένειμαν αν ζούσε: οι αστρονόμοι δεν θεωρούνταν φυσικοί στην εποχή της. Αντίθετα, οι Shapley και Hubble από βραβεία άλλο τίποτα – αν και όχι το Νόμπελ. Ο Hubble αγωνίστηκε για να αναγνωριστεί η αστρονομία ως τομέας της φυσικής και πραγματικά η Σουηδική Βασιλική Ακαδημία των Επιστημών λίγο μετά τον θάνατό του (1953) άρχισε να βραβεύει και αστρονόμους. Ο Hubble θα το είχε πάρει· απλώς δεν πρόλαβε. Αντίθετα, ο Shapley (ο οποίος πέθανε πολύ αργότερα, το 1972) πρόλαβε, αλλά δεν του έδωσαν ποτέ. Αυτό δεν τον εμπόδιζε να κοκορεύεται ότι δικαίως έτυχε τόσων (άλλων) διακρίσεων γιατί εκείνος ήταν που ερμήνευσε τα ευρήματα της Leavitt. Για να είμαστε δίκαιοι, πάντως, ο Shapley μόλις ανέλαβε διευθυντής του Αστεροσκοπείου, έκανε την Leavitt προϊσταμένη του Τμήματος Αστρικής Φωτομετρίας (εκείνο με τις γυναίκες-κομπιούτερ). Δυστυχώς, λίγους μήνες αργότερα η αφανής αστρονόμος πέθανε. Από καρκίνο κι αυτή. 

  1. Lise Meitner (1878-1968), πυρηνική φυσικός

Η περίπτωση της Αυστριακής Lise Meitner συνιστά διαφορετικής κατηγορίας αδικία: είχε την ατυχία να γεννηθεί Εβραία. Γεννήθηκε στη Βιέννη και από μικρή έδειξε ιδιαίτερη κλίση στα μαθηματικά και τη φυσική. Κάποια στιγμή διάβασε τη βιογραφία της Marie Curie (της πρώτης γυναίκας που κέρδισε το Νόμπελ και η μόνη γυναίκα που το κέρδισε δύο φορές – την πρώτη στην κατηγορία της Φυσικής και τη δεύτερη στην κατηγορία της Χημείας) και αποφάσισε να γίνει φυσικός με ειδικότητα στη ραδιενεργή ακτινοβολία. Το εκπαιδευτικό σύστημα της Αυστρίας στα τέλη του 19ου αιώνα δεν προέβλεπε προετοιμασία γυναικών για το πανεπιστήμιο (άλλος ένας κρίκος στη μακρά αλυσίδα των έμφυλων διακρίσεων), αλλά ευτυχώς για την ίδια ο πατέρας της, επιτυχημένος δικηγόρος, είχε την οικονομική δυνατότητα (και τη διάθεση, οπωσδήποτε) να προσλάβει κατ’ οίκον προγυμναστές για να προετοιμάσουν την χαρισματική του κόρη. Η Lise μπήκε στο Universität Wien (Πανεπιστήμιο της Βιέννης) το 1901 και το 1905 πήρε το διδακτορικό της στη Φυσική. Ήταν η πρώτη γυναίκα στην οποία απένειμε διδακτορικό το συγκεκριμένο πανεπιστήμιο. Το 1907 πήγε στο Βερολίνο να σπουδάσει υπό τον σπουδαίο Max Plank στο τοπικό πανεπιστήμιο (το σημερινό Humboldt-Universität zu Berlin). Εκεί συνάντησε τον χημικό Otto Hahn, στενό της συνεργάτη και φίλο μέχρι το τέλος της ζωής τους (κατά σύμπτωση, πέθαναν την ίδια χρονιά). Άρχισαν τις από κοινού έρευνές τους (μέσα σε αντίξοες συνθήκες, γιατί το πανεπιστήμιο τότε δεν πρόσφερε επίσημες θέσεις σε γυναίκες, πράγμα που σήμαινε ότι δούλευαν περίπου κρυφά, σε έναν ακατάλληλο χώρο σε κάποιο υπόγειο των πανεπιστημιακών εγκαταστάσεων) με πρώτο σημαντικό αποτέλεσμα την ανακάλυψη ενός νέου στοιχείου, του πρωτακτίνιου. Το 1908 η Meitner ασπάστηκε τον προτεσταντισμό, διαισθανόμενη ίσως το βάρος της εβραϊκής καταγωγής της (αν και τελικά αυτή της η κίνηση καθόλου δεν μέτρησε υπέρ της όταν ήρθε η ώρα του ναζισμού).

p_131

Το 1926 η Meitner κατέλαβε την έδρα Φυσικής στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου (ήταν η πρώτη γυναίκα στη Γερμανία που κατέλαβε έδρα φυσικής σε οποιοδήποτε πανεπιστήμιο – άλλη μία πρωτιά) και εκεί συνέχισε τις έρευνές της μέχρι το 1938, έρευνες που οδήγησαν την επόμενη χρονιά στην ανακάλυψη της πυρηνικής σχάσης. Από το 1933 και την άνοδο των Ναζί στην εξουσία, τα προβλήματα των Εβραίων πολλαπλασιάστηκαν, με αποτέλεσμα ο ένας μετά τον άλλον οι εβραϊκής καταγωγής συνάδελφοί της να εγκαταλείπουν τη Γερμανία για να σώσουν τις ζωές τους. Η ίδια θεώρησε ότι λόγω αφενός του προσηλυτισμού της στον χριστιανισμό και αφετέρου του αυστριακού διαβατηρίου της ήταν ασφαλής και παρέμεινε στο Βερολίνο. Τα πράγματα όμως ζόριζαν όλο και περισσότερο. Το 1938, μετά το Anschluss (την προσάρτηση της Αυστρίας), οι γερμανικοί νόμοι ίσχυαν και τους Αυστριακούς πολίτες: κινδύνευε πλέον να εκτοπιστεί σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Έτσι αποφάσισε να φύγει – και πολύ καλά έκανε: στο τσακ γλίτωσε. Μετά από πολλές περιπέτειες, κατάφερε να φτάσει στη Σουηδία, στη Στοκχόλμη, όπου βρήκε μια θέση στο εργαστήριο του νομπελίστα φυσικής (και σεσημασμένου μισογύνη) Manne Siegbahn, όπου συνέχισε τις έρευνές της για την πυρηνική σχάση. (Εδώ γεννάται μία απορία: γιατί της πρόσφερε τη θέση ο κύριος καθηγητής; Δεν ξέρω, αλλά μπορώ να φανταστώ: μπορεί να ήταν μισογύνης, αλλά δεν ήταν ηλίθιος: κατά πάσα πιθανότητα, παρέβλεψε το γεγονός ότι η Lise ήταν –κατά «ατυχή» σύμπτωση– γυναίκα και εστίασε στο γεγονός ότι ήταν –καθόλου από σύμπτωση– κορυφαία φυσικός.) Την ίδια εποχή, η Meitner γνώρισε τον σπουδαίο Δανό φυσικό Niels Bohr και άρχισαν να συνεργάζονται, με τον Bohr να πηγαινοέρχεται μεταξύ Κοπεγχάγης και Στοκχόλμης, ενώ πυκνή ήταν και η αλληλογραφία τους. Πυκνή αλληλογραφία διατήρησε και με τον φίλο της τον Hahn, ο οποίος συνέχιζε στο Βερολίνο τα πειράματα με το ουράνιο για την πυρηνική σχάση, μαζί με τον βοηθό του, τον Fritz Strassmann (υπό μία έννοια, η Meitner συμμετείχε στα πειράματα εξ αποστάσεως), αλλά και με άλλους Γερμανούς επιστήμονες.

Στην πορεία προς την ανακάλυψη της πυρηνικής σχάσης, πολλοί ήταν αυτοί που συνεισέφεραν. Για παράδειγμα, η Ida Tacke στη Γερμανία (βλ. παρακάτω, #8), ο Ernest Rutherford στη Βρετανία, η Irène Joliot-Curie στη Γαλλία, ο Enrico Fermi στην Ιταλία και ο Niels Bohr στη Δανία: όλοι έβαλαν το λιθαράκι τους στην ιστορική αυτή ανακάλυψη. Από το 1932, όταν ο Άγγλος James Chadwick ανακάλυψε τα νετρόνια (σωματίδια περίπου ίδιας μάζας με τα πρωτόνια, αλλά χωρίς ηλεκτρικό φορτίο), πολλές ερευνητικές ομάδες έπεσαν με τα μούτρα στα πειράματα πυρηνικής σχάσης. Εντούτοις, οι πρώτοι που έκαναν την κομβική ανακάλυψη ότι η ακτινοβολία που εκπεμπόταν από τους πυρήνες ουρανίου, όταν αυτοί βομβαρδίζονταν με νετρόνια, ήταν πυρήνες βαρίου, κρυπτού και άλλων στοιχείων ήταν οι Hahn και Strassmann το 1938-1939. Σήμερα είναι γνωστό από τη σωζόμενη αλληλογραφία ότι οι Γερμανοί δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι ακριβώς προέκυπτε από τους πυρήνες ουρανίου. Πίστευαν ότι από τη διάσπαση του ουρανίου προέκυπταν πυρήνες ραδίου. Η Meitner ήταν εκείνη που τους είπε να κοιτάξουν μήπως το ουράνιο μετασχηματιζόταν σε βάριο – και είχε δίκιο. Σχεδόν ταυτόχρονα, η Meitner, η οποία ήταν απολύτως ενήμερη για τις εξελίξεις στο εργαστήριο του Βερολίνου, δημοσίευσε από κοινού με τον φυσικό Otto Frisch (ο οποίος ήταν και ανιψιός της) ένα άρθρο όπου τεκμηρίωναν την ανακάλυψη θεωρητικά (ενώ –κι αυτό είναι σημαντικό– οι Γερμανοί που είχαν τα πειραματικά δεδομένα στο Βερολίνο δεν μπορούσαν να ερμηνεύσουν το φαινόμενο): το πυρηνικό μοντέλο που είχε προτείνει λίγο νωρίτερα ο Bohr ερμήνευε θεωρητικά και ποσοτικά τις εκπομπές που είχαν ανακοινώσει λίγο πριν (έχοντας ενημερώσει τη Meitner προκαταβολικά) οι Hahn και Strassmann. Επιπλέον, ισχυρίστηκαν σωστά ότι οι πυρήνες ουρανίου όταν βομβαρδιστούν με νετρόνια διασπώνται σχεδόν στη μέση, με αποτέλεσμα να εκλύεται τεράστια ποσότητα ενέργειας. Η πυρηνική διάσπαση (όρος που για πρώτη φορά εμφανίζεται στο άρθρο των Meitner και Frisch) ήταν πλέον γεγονός. Ο Frisch έκανε και την πειραματική επαλήθευση στις αρχές του 1939. Όλοι αυτοί οι σπουδαίοι επιστήμονες βοήθησαν να μπουν τα θεμέλια μιας τεχνολογίας που οι ίδιοι, υποθέτω (και ελπίζω), θεωρούσαν ευλογία για την ανθρωπότητα. Δεν μπορώ να διανοηθώ ότι στο πίσω μέρος του μυαλού τους είχαν το Manhattan Project (το πρόγραμμα των ΗΠΑ για την κατασκευή της ατομικής βόμβας) του 1942 και τη δοκιμή της ατομικής βόμβας από τους Αμερικανούς στο τέλος του πολέμου στην Ιαπωνία, με τα γνωστά ολέθρια αποτελέσματα. Το σίγουρο είναι ότι η Meitner αρνήθηκε να δουλέψει για το Manhattan Project στο Los Alamos, όταν της το πρότειναν οι Αμερικανοί, δηλώνοντας: «Δεν θέλω να έχω καμία σχέση με τη βόμβα», ενώ μετά τον πόλεμο δήλωσε ότι η καταστροφή της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι την ξάφνιασαν δυσάρεστα και ζήτησε συγγνώμη από την ανθρωπότητα για την εφεύρεση της ατομικής βόμβας. Λίγο αργά για δάκρυα, βέβαια. Ο δρόμος για την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις (και πτώματα): η Meitner έμελλε να κάνει τη διαπίστωση καθυστερημένα. (Για να το γενικεύσω, δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι ένας επιστήμονας είναι πρόθυμος να «θάψει» μία ανακάλυψη, αναλογιζόμενος τις ενδεχόμενος καταστροφικές της χρήσεις, λ.χ., από την πολεμική βιομηχανία. Είναι τέτοιο το θάμβος που σε τυφλώνει. Γιατί δεν είναι δυνατόν όλοι αυτοί οι έξοχοι επιστήμονες να μην καταλάβαιναν ότι «η έκλυση τεράστιας ποσότητας ενέργειας», ακόμα και ως έκφραση, έχει κάτι το τρομακτικό. Με το μαχαίρι κάνεις δουλειά, κάνεις και φόνο. Θα σταματήσουμε να φτιάχνουμε μαχαίρια; Όχι βέβαια! Ακόμα κι αν στο τέλος αλληλοσφαχτούμε. Θλιβερό πλην αληθές.)

Καλά όλ’ αυτά, αλλά από πού προκύπτει ότι η Meitner αδικήθηκε (αν εξαιρέσουμε την αναγκαστική της δραπέτευση από τη ναζιστική Γερμανία, που όμως ήταν κοινή μοίρα πολλών Εβραίων συναδέλφων της); Η κατάφορη αδικία έγκειται στο γεγονός ότι το 1945 απονεμήθηκε το Νόμπελ Χημείας στον Hahn. Κι αυτό γιατί στο καθοριστικό του άρθρο ο Hahn δεν ανάφερε την Meitner όχι ως συν-συγγραφέα, αλλά ούτε ως εκ του μακρόθεν συνεργάτιδα. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς: στη ναζιστική Γερμανία ζούσε και εργαζόταν· η όποια αναφορά στην Εβραία Meitner θα του στοίχιζε μια καριέρα – ίσως και τη ζωή. Η Meitner αργότερα δήλωσε ότι κατανοούσε τους λόγους που οδήγησαν τον Hahn στην αποσιώπηση του ονόματός της (αν και πέταξε το καρφί της ότι δεν έπρεπε να συνεργαστεί με τους Ναζί, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να επιδιώξουν κι αυτοί την κατασκευή ενός πανίσχυρου όπλου που ίσως να έκρινε τον πόλεμο) χωρίς αυτό τελικά να επηρεάσει τη φιλία τους, η οποία διατηρήθηκε μέχρι τέλους). Επίσης αργότερα, η επιτροπή του Βραβείου Νόμπελ, αναγνώρισε ότι ήταν «λάθος» η μη βράβευση της Meitner. Πάλι καλά.

  1. Ida Tacke (1896-1978), χημικός και φυσικός

H Γερμανίδα Ida Tacke σπούδασε στο Technische Universität Berlin (Τεχνικό Πανεπιστήμιο του Βερολίνου), απ’ όπου πήρε το διδακτορικό της στο 1921. Στη συνέχεια έγινε η πρώτη γυναίκα που κατέλαβε σημαντικό πόστο στη χημική βιομηχανία της Γερμανίας.

Η Tacke συνέβαλε αποφασιστικά στις επιστήμες της χημείας και της πυρηνικής φυσικής, αλλά η συμβολή της υποβαθμίστηκε από το επιστημονικό σινάφι. Η Tacke αδικήθηκε κατάφωρα τρεις φορές (όσες και οι φορές που ήταν υποψήφια για Νόμπελ, το οποίο δεν της απονεμήθηκε ποτέ).

d354c0647f97cbd45a720e6bcad1d30e

Αδικία #1: Στην Tacke οφείλεται η ανακάλυψη δύο νέων στοιχείων, του μαζούριου και του ρήνιου (στοιχεία με ατομικό αριθμό 43 και 75 αντιστοίχως στον περιοδικό πίνακα), στις θέσεις που είχε με ακρίβεια προβλέψει ο Mendeleev ότι θα έπρεπε να είχαν στον περιοδικό πίνακα. Η Tacke πιστώθηκε την ανακάλυψη του ρήνιου, αλλά αν ρίξετε μια ματιά στον περιοδικό πίνακα, στη θέση 43 δεν θα βρείτε το μαζούριο. Στη θέση του θα βρείτε το τεχνήτιο, την ανακάλυψη του οποίου πιστώθηκαν οι Carlo Perrier και Emilio Segrè. Όταν η Tacke έκανε την ανακάλυψη, οι (άντρες) συνάδελφοί της θεώρησαν ότι το στοιχείο αυτό ήταν πολύ σπάνιο και εξαιρετικά ασταθές για να βρεθεί στη φύση. Μολονότι η απόδειξη της Tacke δεν επιδεχόταν αμφισβήτηση, ουσιαστικά αγνοήθηκε μέχρι που οι Perrier και Segrè κατασκεύασαν τεχνητά το στοιχείο στο εργαστήριο και βέβαια πιστώθηκαν την ανακάλυψη που αναμφίβολα ανήκει στην Tacke.

Αδικία #2: Η Tacke είχε επίσης δημοσιεύσει ένα άρθρο που άνοιγε τη συζήτηση για την πυρηνική σχάση (την ιδέα που αργότερα ανέπτυξαν οι Meitner και Hahn, όπως είδαμε προηγουμένως). Στο καθοριστικό άρθρο της, το οποίο δημοσιεύτηκε το 1934 (πέντε χρόνια πριν από το αντίστοιχο του Hahn), περιγράφει ουσιαστικά τη διαδικασία της πυρηνικής σχάσης, αν και ο όρος αυτός δεν είχε ακόμα επινοηθεί.

Αδικία #3: Η Tacke συμπέρανε από τη θεωρία του Fermi, η οποία είχε προκύψει από τα πειράματα που είχε κάνει η ομάδα του, βομβαρδίζοντας στοιχεία με νετρόνια, ότι τα στοιχεία πάνω από το ουράνιο όντως υπήρχαν και πρότεινε ως εξήγηση ότι τα άτομα τους μπορούσαν να διασπαστούν αν βομβαρδίζονταν από νετρόνια· σε αυτή την περίπτωση, θα απελευθερωνόταν μία απίστευτη ποσότητα ενέργειας. Με άλλα λόγια, καλά τα πειράματα του Fermi, αλλά τα συμπεράσματά του –έγραψε σωστά η Tacke– ήταν λανθασμένα. Και πάλι, το άρθρο της αγνοήθηκε μέχρι το 1942 που ξεκίνησε το Manhattan Project. Αντίθετα, ο Fermi πήρε το Νόμπελ Φυσικής το 1938 για τη δήθεν δική του ανακάλυψη ότι νέα ραδιενεργά στοιχεία προέκυπταν μέσω βομβαρδισμού νετρονίων.

Παρά τις μνημειώδεις ανακαλύψεις της, η Tacke παρέμεινε στην αφάνεια. Αδικία.

* * *

[Την επόμενη Κυριακή:

«Τι δουλειά έχουν οι γυναίκες στις επιστήμες; (Μέρος Β΄)»]

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από τη στήλη Μικροϊστορίες των επιστημών και της φιλοσοφίας

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Γνώση: δυο-τρία πράγματα που δεν ξέρω γι’ αυτήν

Μικροϊστορίες των επιστημών και της φιλοσοφίας

—του Γιώργου Θεοχάρη—

Τι είναι γνώση; Πώς ορίζεται; Πότε δικαιούμαι να πω: «γνωρίζω ότι αυτό είναι έτσι»; (Γνωρίζω ότι… Μεγάλη κουβέντα!) Η σχετική συζήτηση έχει ιστορία από 25 αιώνων. [Κανονικά θα έπρεπε να ξεκινήσω όπως ο Dr Sheldon Cooper όταν διδάσκει Φυσική στην Penny (στην τηλεοπτική σειρά The Big Bang Theory): “It’s a warm summer evening in ancient Greece”.

Εντούτοις, όπως ίσως θα έλεγε ο Μπόρχες, για να αφηγηθείς σωστά 25 αιώνες, χρειάζεσαι, εχμ…, 25 αιώνες. Δεν τους έχουμε, οπότε θα πάμε (λίγο) πιο γρήγορα.]

Είναι γνωστός ο αφορισμός του Alfred North Whitehead (1861-1947) που λέει ότι «όλη η Δυτική Φιλοσοφία είναι μια σειρά από υποσημειώσεις στον Πλάτωνα». Υπερβολή; Ίσως. Η οποία, όμως, είναι ενδεικτική του μεγέθους του μεγάλου φιλόσοφου της κλασικής Αθήνας. Από τον Πλάτωνα και μετά (μέχρι να μπει στη συζήτηση ο Gettier – περισσότερα γι’ αυτόν παρακάτω) οι πάντες, λίγο ως πολύ, δέχονταν ότι η γνώση συνίσταται από δικαιολογημένες και αληθείς πεποιθήσεις (“Knowledge is Justified True Belief” – JTB για συντομία). Αξίζει να δούμε τα σχετικά αποσπάσματα του Πλάτωνα (και όχι μόνο για ιστορικούς λόγους).

Στον Μένωνα, τον πλατωνικό διάλογο περί αρετής, ο Σωκράτης συνομιλεί με τον νεαρό Θεσσαλό Μένωνα. Το απόσπασμα που μας ενδιαφέρει (97b-98b) έχει ως εξής:

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Αλλά και ένας που διαθέτει ορθή γνώμη για το ποιος είναι ο δρόμος, χωρίς να τον έχει βαδίσει ούτε να τον ξέρει, και αυτός δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σωστά;

ΜΕΝΩΝ: Βέβαια.

Σ: Και ασφαλώς αυτός, όσο κατέχει ορθή γνώμη σχετικά με το θέμα που ο άλλος διαθέτει γνώση, δεν είναι καθόλου ένας κατώτερος οδηγός από αυτόν που έχει γνώση, καθώς διαθέτει γνώμη για την αλήθεια αλλά δεν έχει τη γνώση της.

Μ: Όχι, καθόλου.

Σ: Επομένως, η αληθινή γνώμη δεν είναι κατώτερος οδηγός από τη φρόνηση στην εκτέλεση μιας ορθής πράξης. Αυτό είναι και το σημείο που μόλις τώρα παραλείψαμε κατά την έρευνα του τι είναι αρετή, αφού λέγαμε ότι μόνο η φρόνηση καθοδηγεί τις ορθές πράξεις· όμως εκεί υπήρχε και η ορθή γνώμη.

Μ: Αυτό φαίνεται.

Σ: Λοιπόν, η ορθή γνώμη δεν είναι λιγότερο ωφέλιμη από τη γνώση.

Μ: Εκτός από ένα σημείο, Σωκράτη· αυτός που κατέχει τη γνώση πάντοτε θα βρίσκει το ορθό, ενώ αυτός με την ορθή γνώμη άλλοτε θα βρίσκει το ορθό και άλλοτε όχι.

Σ: Τι λες; Αυτός που συνεχώς έχει ορθή γνώμη δεν θα έχει πάντοτε επιτυχία, όσο χρόνο κατέχει την ορθή γνώμη;

Μ: Αυτό κατ’ ανάγκην φαίνεται. Μένω έκπληκτος, όμως, Σωκράτη, με αυτό το πράγμα, διότι η γνώση είναι πολύ μεγαλύτερης αξίας από την ορθή γνώμη και διότι η μία διαφέρει από την άλλη.

Σ: Ξέρεις γιατί μένεις έκπληκτος ή να σου πω εγώ;

Μ: Ναι, εσύ να μου πεις.

Σ: Επειδή δεν πρόσεξες τα αγάλματα του Δαίδαλου. Ίσως και να μην υπάρχουν στα μέρη σας.

Μ: Τι εννοείς με αυτό που λες;

Σ: Το εξής· αυτά, εάν δεν τα δέσουν, θα αποδράσουν και θα δραπετεύσουν, εάν όμως τα δέσουν, θα μείνουν στη θέση τους.

Μ: Εντάξει, και τι σημαίνει αυτό;

Σ: Δεν έχει πραγματική αξία να αποκτήσει κάποιος ένα έργο του λυμένο· είναι σαν τον δραπέτη –δεν πρόκειται να παραμείνει– μεγάλη όμως αξία έχει το δεμένο έργο· είναι πολύ όμορφα αυτά τα έργα. Γιατί τα λέω αυτά; Διότι έχουν σχέση με τις ορθές γνώμες. Γιατί οι ορθές γνώμες, όσο χρόνο κάποιος τις διατηρεί, είναι καλό πράγμα και σε όλα τα πράγματα φέρνουν την επιτυχία. Όμως δεν θέλουν να μείνουν στη θέση τους για πολύ και δραπετεύουν από την ανθρώπινη ψυχή· η αξία τους λοιπόν είναι μικρή, εκτός και αν κανείς τις δέσει με τον συλλογισμό. Και αυτός, φίλε Μένωνα, είναι η ανάμνηση, όπως εμείς πιο πριν την περιγράψαμε. Όταν τις δέσουμε, πρώτα γίνονται γνώσεις και έπειτα παραμένουν παντοτινά. Για αυτόν τον λόγο η γνώση έχει μεγαλύτερη αξία από την ορθή γνώμη, και ως προς το σταθερό δέσιμο διαφέρουν η γνώση από την ορθή γνώμη.

Μ: Μα τον Δία, Σωκράτη, κάπως έτσι πρέπει να έχει το πράγμα.

Σ: Και το ισχυρίζομαι όχι επειδή το ξέρω, αλλά κάνω μόνο μια εικασία. Όταν όμως ισχυρίζομαι ότι η ορθή γνώμη και η γνώση είναι διαφορετικά πράγματα, αυτό δεν φαίνομαι μόνο να το εικάζω, αλλά αν ισχυριζόμουν ότι ξέρω ένα πράγμα –για λίγα θα έλεγα κάτι τέτοιο– αυτό το ένα θα το έβαζα μέσα σε εκείνα που ξέρω.

Μ: Έχεις δίκιο εδώ, Σωκράτη.

socrates-menoΤι να πρωτοσχολιάσει κανείς; Εδώ μπαίνουν οι βάσεις της γνωσιολογίας (της επιστημολογία, αν προτιμάτε): άλλο «ορθή γνώμη» (ὀρθὴ δόξα) και άλλο «γνώση» (ἐπιστήμη). Αφήνω κατά μέρος τα περί ανάμνησης (που είναι μεν μια ενδιαφέρουσα κατασκευή, αλλά δεν στηρίζεται πουθενά) και μένω στην πανέμορφη αναλογία με τα αγάλματα. (Ειρήσθω εν παρόδω, ο Πλάτωνας, εκτός από μέγας φιλόσοφος, ήταν και σπουδαίος λογοτέχνης.) Και στο σημείο που λέει «εκτός κι αν κανείς τις δέσει με τον συλλογισμό (αἰτίας λογισμῷ)», δένει την αληθή πεποίθηση με τη δικαιολόγηση, για να φτάσουμε στη θεμελιώδη για τη δυτική σκέψη θεωρία της γνώσης ως δικαιολογημένης και αληθούς πεποίθησης (JTB).

Ας δούμε και το σχετικό απόσπασμα από τον Θεαίτητο (200d-201d), τον πλατωνικό διάλογο περί γνώσης, όπου ο Σωκράτης συνομιλεί με τον νεαρό Θεαίτητο (μονοτονίζω, αλλά κρατώ την ορθογραφία του μεταφραστή):

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Πώς λοιπόν, θα ειπεί κανείς, να ορίσωμε πάλι επαρχής τη γνώση; Γιατί δεν κουρασθήκαμε βέβαια από τώρα.

ΘΕΑΙΗΤΟΣ: Διόλου, αν βέβαια εσύ δεν αποκάμης.

Σ: Λέγε λοιπόν πώς να την ορίσωμε, για μην πέσωμε τουλάχιστον σε αντίφαση με τον εαυτό μας;

Θ: Όπως δοκιμάσαμε πριν, Σωκράτη, γιατί εγώ τουλάχιστον δεν έχω κανέναν άλλο τρόπο.

Σ: Ποιο;

Θ: Ότι δηλαδή η αληθινή γνώμη είναι γνώση. Γιατί αυτή είναι τουλάχιστον αλάθευτη, και όσα έρχονται απ’ αυτή είναι όλα όμορφα και καλά.

Σ: Αυτός που ωδηγούσε κατά τη διάβαση του ποταμού, είπε, Θεαίτητε, ότι το ίδιο το ποτάμι θα δείξη αν θα το περάσουν. Έτσι και το δικό μας ζήτημα, αν προχωρήσουμε να το ερευνάμε, ίσως το ίδιο εμποδίζοντάς μας μάς δείξη το ζητούμενο, αν όμως μείνωμε ακίνητοι δεν θα φανή τίποτε.

Θ: Καλά λες. Ας προχωρήσουμε λοιπόν και ας εξετάζωμε.

Σ: Αυτό βέβαια θέλει πολλή σκέψη. Γιατί ολόκληρη τέχνη δείχνει ότι τούτο δεν είναι γνώση.

Θ: Μα πώς, και ποια είναι αυτή;

Σ: Η τέχνη εκείνων που στη σοφία είναι πρώτοι, αυτών που τους λένε ρήτορες και δικανικούς. Γιατί αυτοί δα πείθουν με την τέχνη τους, όχι γιατί εξηγούν αλλά γιατί κάνουν τους άλλους να πιστεύουν ό,τι αυτοί θέλουν. Ή μήπως εσύ νομίζεις πως υπάρχουν τόσο ικανοί δάσκαλοι, ώστε ό,τι αφορά αυτούς που ληστεύθηκαν ή έπαθαν κανέναν άλλον εκβιασμό δίχως να το ιδή κανείς, νάχουν τη δύναμη την ώρα που τρέχει λίγο νερό της κλεψύδρας να διδάξουν αρκετά την αλήθεια των γεγονότων;

Θ: Καθόλου δεν το νομίζω, αλλά πιστεύω ότι μόνον πείθουν.

Σ: Το να πείσουν όμως δεν είναι να τους κάμουν να πιστεύσουν;

Θ: Τι άλλο δα;

Σ: Όταν λοιπόν οι δικαστές πεισθούν δίκαια για όσα μόνο αν τα ιδή κανείς είναι δυνατόν να τα γνωρίζη, τότε έπεται ότι αν βέβαια εδίκασαν σωστά, έκριναν χωρίς γνώση, στηριζόμενοι στην ακοή, κι αφού σχημάτισαν αληθινή γνώμη κι επείσθηκαν ορθά;

Θ: Βεβαιότατα.

Σ: Αν λοιπόν, φίλε μου, ήταν το ίδιο πράγμα η αληθινή γνώμη και η γνώση, τότε ποτέ ο σωστός δικαστής δεν θα είχε αληθινή γνώμη χωρίς γνώση. Ενώ τώρα φαίνεται ότι το καθένα από τα δύο είναι διαφορετικό.

Μ: Αυτό ακριβώς, Σωκράτη, άκουσα να το λέγη κάποιος, και το είχα λησμονήσει, τώρα όμως το φέρνω στο νου μου. Είπε λοιπόν αυτός ότι η αληθινή γνώμη όταν συνοδεύεται από το λόγο της είναι γνώση, ενώ δίχως το λόγο της είναι έξω από τη γνώση. Και για όσα δεν υπάρχει λόγος, δεν είναι προσιτά στη γνώση, για όσα υπάρχει, είναι – έτσι, μ’ αυτά τα λόγια τα έλεγε.

Σ: Αλήθεια, καλά τα λες.

Το ίδιο το ποτάμι θα μας δείξει αν θα το περάσουμε. Λόγος! Δικαιολόγηση! Justification! Το να πιστεύω ότι κάτι είναι έτσι κι όχι αλλιώς, δεν συνιστά γνώση. Ακόμα κι αν έχω, κατά τύχη, δίκιο, δεν δικαιούμαι να πω πως γνωρίζω ότι αυτό είναι έτσι κι όχι αλλιώς.

Παράδειγμα:

«Πιστεύω ότι υπάρχει Θεός». Δικαίωμά σου. (Για να μην υπάρξει παρεξήγηση, εννοώ ότι έχεις κάθε δικαίωμα να το πιστεύεις.)

«Γνωρίζω ότι υπάρχει Θεός». Όχι, φίλε μου, αυτό δεν το γνωρίζεις· πρέπει πρώτα να το αποδείξεις. (Υπάρχουν κάμποσες «αποδείξεις», μερικές εξόχως γοητευτικές, οι οποίες όμως δεν αποδεικνύουν τίποτα. Αλλά αυτή είναι άλλη ιστορία.)

Κάπως έτσι πορεύτηκε ο πολιτισμός μας για πάνω από δύο χιλιετίες. Με πολλές επιτυχίες – και κάμποσες αποτυχίες, ασφαλώς. Σε γενικές γραμμές, πάντως, δεν τα έχουμε πάει άσχημα. Κάποτε λέγαμε ότι το νερό βράζει στους 100 βαθμούς Κελσίου. Μετά ανακαλύψαμε ότι αυτό δεν ισχύει παντού: όσο μεγαλύτερο είναι το υψόμετρο, τόσο χαμηλότερο το σημείο βρασμού. Κάναμε τη διόρθωση και προχωρήσαμε. Κάποτε λέγαμε ότι όλοι οι κύκνοι είναι λευκοί. Μετά ανακαλύψαμε ότι στην Αυστραλία υπάρχουν και μαύροι κύκνοι. Κάναμε τη διόρθωση και προχωρήσαμε. Κάποτε λέγαμε ότι η γη είναι επίπεδη. (Μια από τις ολέθριες συνέπειες των αμείλικτων ψεκασμών είναι ότι μερικοί το πιστεύουν ακόμα. Για περισσότερα, βλ. εδώ.) Μετά ανακαλύψαμε ότι είναι (περίπου) σφαιρική. Κάναμε τη διόρθωση και προχωρήσαμε. Πρόοδο το λένε αυτό. Έτσι πάει.

black-swan-bird-wallpaper-2

Ή, μάλλον, έτσι πήγαινε μέχρι το 1963, τότε που ο Gettier έφερε τα πάνω κάτω στη γνωσιολογία. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: “It’s a warm summer evening in ancient Greece”. Σταθείτε, μύγδαλα! Αστειεύομαι! Δεν χρειάζεται να ξαναπάμε τόσο πίσω. Πριν συνεχίσουμε, όμως, χρειάζεται να συνοψίσω σχηματικά την τριμερή θεωρία της γνώσης (Α):

(Α) Ο S γνωρίζει ότι p εάν και μόνο εάν

  1. H p είναι αληθής.
  2. Ο S πιστεύει ότι p.
  3. Ο S μπορεί να δικαιολογήσει γιατί πιστεύει ότι p.

[Διατηρώ τα σύμβολα της σχετικής διεθνούς βιβλιογραφίας S (δηλαδή, Subject, το Υποκείμενο, δηλαδή o Άνθρωπος) και p (δηλαδή, proposition, πρόταση – όχι η “sentence”, η άλλη).]

Π.χ.:

  1. Αληθής p → Οι πρώτοι αριθμοί είναι άπειροι.
  2. Ο Ευκλείδης (S) πιστεύει ότι οι πρώτοι αριθμοί είναι άπειροι.
  3. Ο Ευκλείδης αποδεικνύει ότι οι πρώτοι αριθμοί είναι άπειροι. (Σχετικά με την απόδειξη, βλ. εδώ.)

Συνεπώς, ο Ευκλείδης δικαιούται να λέει πως γνωρίζει ότι οι πρώτοι αριθμοί είναι άπειροι.

Είναι, όμως, έτσι για κάθε p; Όχι, είπε πρώτος ο Gettier. (Πάλι αυτός;! Ήρθε η ώρα να δούμε ποιος ήταν και τι έκανε.)

26369_edmund_gettier

Ο Αμερικανός φιλόσοφος Edmund L. Gettier III έχει γεννηθεί το 1927 και είναι ομότιμος καθηγητής στο University of Massachusetts Amherst, όπου μέχρι τη συνταξιοδότησή του δίδασκε κυρίως τροπική λογική (modal logic). Σπούδασε φιλοσοφία στο Cornell University, όπου είχε καθηγητές, μεταξύ άλλων, τον Max Black (1909-1988), αναλυτικό φιλόσοφο ειδικευμένο στον Gottlob Frege (1848-1925), και τον φιλόσοφο Norman Malcolm (1911-1990), τον μαθητή και μετέπειτα στενό φίλο του Ludwig Wittgenstein (1889-1951). Όπως ήταν φυσικό, εντρύφησε στο έργο του μεγαλοφυούς Αυστριακού και επηρεάστηκε καθοριστικά από αυτό. Αν βάλετε από δίπλα και το έργο του Frege, έχετε μια σαφή ιδέα για τα φιλοσοφικά ενδιαφέροντα του Gettier.

Η πρώτη του ακαδημαϊκή θέση ήταν στο Wayne State University, στο Detroit του Michigan. Εκεί, επειδή δεν δημοσίευε άρθρα με τον ρυθμό που όφειλαν εκείνη την εποχή οι του διδακτικού προσωπικού (ο οποίος ρυθμός σήμερα έχει γίνει φρενήρης, εξωπραγματικός, απάνθρωπος – κάτι που, κατά συνέπεια, έχει τραγικές επιπτώσεις στην ποιότητα των δημοσιεύσεων, για να τα λέμε όλα), οι συνάδελφοί του τον παρότρυναν να γράψει κάτι, καθώς ο αριθμός των δημοσιεύσεων ήταν (και είναι) ένα από τα κριτήρια της εξέλιξης στην ακαδημαϊκή ιεραρχία. Με μεγάλη απροθυμία, ο Gettier κάθισε κι έγραψε ένα άρθρο που έπιανε μετά βίας τρεις σελίδες, με τίτλο “Is Justified True Belief Knowledge?” («Είναι γνώση η δικαιολογημένη και αληθής πεποίθηση;»). Το δημοσίευσε πρώτα [έτσι τουλάχιστον λέει ο μύθος, τον οποίο διέσπειρε, εν είδει ανεκδότου, ο τότε συνάδελφός του φιλόσοφος Alvin Platinga (γεν. 1932)] στα ισπανικά σε ένα άσημο περιοδικό της Λατινικής Αμερικής για να μην το δει άνθρωπος – τόσο απογοητευμένος από το αποτέλεσμα ήταν. Και πραγματικά, το άρθρο (το οποίο μπορείτε να διαβάστε ολόκληρο εδώ) μοιάζει με φοιτητική εργασία: απλή γλώσσα, λίγες λέξεις, μικρή βιβλιογραφία: μια τυπική ξεπέτα πρωτοετούς. Ως πρώτη (οπτική) εντύπωση, αυτό· γιατί το περιεχόμενο ήταν πολύ (πολύ όμως!) προχωρημένο. Όταν δημοσιεύτηκε στις ΗΠΑ, το 1963, προκάλεσε σάλο στον χώρο της γνωσιολογίας. Λογικό. Δεν ήταν το πώς αλλά το τι έλεγε εκείνο το άρθρο. Και τι έλεγε; Ούτε λίγο ούτε πολύ, περιείχε δύο αντιπαραδείγματα για δικαιολογημένες και αληθείς πεποιθήσεις, οι οποίες όμως ήταν αληθείς για λόγους ανεξάρτητους από τη δικαιολόγησή τους. [Αυτά παθαίνεις άμα μπεις πολύ βαθιά στη σκέψη του Wittgenstein. Αν και, για είμαι δίκαιος, κάπου εκεί το πήγαινε και ο Bertrand Russell (1872-1970) ήδη από το 1912 στα Προβλήματα της Φιλοσοφίας. Το σίγουρο είναι πως ούτε ο Russell ούτε ο Wittgenstein (πρώιμος και ύστερος κατ’ αρχάς, γιατί ο αποκαλούμενος σήμερα «τρίτος» δεν έπαιζε ακόμα τότε, μιας και το On Certainty κυκλοφόρησε το 1969) κατάφεραν να ταράξουν τα ήρεμα νερά της θεωρίας της γνώσης με τον τρόπο που τα κατάφερε εκείνο το «αρθράκι» του Gettier. Πράγμα που επιβεβαιώνει, αν όχι ότι «ουκ εν τω πολύ το ευ», τουλάχιστον ότι η σωστή βόμβα μπαίνει στα θεμέλια και όχι στους ορόφους ενός οικοδομήματος.]

Ο Gettier στο άρθρο εκείνο (ένα από τα διασημότερα στην ιστορία της φιλοσοφίας του 20ού αιώνα, παρεμπιπτόντως) ισχυρίστηκε εν ολίγοις ότι οι συνθήκες της τριμερούς θεωρίας της γνώσης [βλ. (Α) παραπάνω] είναι αναγκαίες αλλά όχι επαρκείς για να αληθεύει πως ο S γνωρίζει ότι p. Το επιχείρημά του βασιζόταν σε δύο αντιπαραδείγματα, τα οποία πλέον θεωρούνται κλασικά.

Το πρώτο:

Ο Σμιθ και ο Τζόουνς έχουν κάνει αίτηση για μία θέση εργασίας, την οποία θα καταλάβει ή ο ένας ή ο άλλος. Ο Σμιθ έχει σοβαρούς λόγους να πιστεύει ότι ισχύουν τα εξής:

1) Τη δουλειά θα την πάρει ο Τζόουνς, και ο Τζόουνς έχει δέκα κέρματα στην τσέπη του.

Ο Σμιθ τα πιστεύει αυτά γιατί ο πρόεδρος της εταιρείας τον έχει διαβεβαιώσει ότι τελικά ο Τζόουνς είναι αυτός που θα προσληφθεί. Επίσης, ο Σμιθ είχε δει μετά μάτια του προ ολίγου τον Τζόουνς να βγάζει και μετράει τα κέρματα που είχε στην τσέπη του και να τα βρίσκει δέκα.

Από αυτά τα δεδομένα της (α1), ο Σμιθ δικαιούται να συνάγει ότι:

1) Αυτός που θα πάρει τη δουλειά έχει δέκα κέρματα στην τσέπη του.

Η πεποίθηση του Σμιθ είναι δικαιολογημένη και αληθής.

Αν υποθέσουμε τώρα ότι, για λόγους που ο Σμιθ δεν γνωρίζει, εκείνος που τελικά προσλαμβάνεται δεν είναι ο Τζόουνς, αλλά ο Σμιθ. Επίσης, ο Σμιθ, χωρίς ο ίδιος να το γνωρίζει, έχει κι εκείνος ακριβώς δέκα κέρματα στην τσέπη του. Σε αυτή την περίπτωση, η (β1) είναι αληθής, μολονότι η (α1) είναι ψευδής. Ναι, αλλά ο Σμιθ είχε βασιστεί στην ψευδή (α1) για να καταλήξει να πιστέψει την όντως αληθή (β1). Έβγαλε λογικό συμπέρασμα από λανθασμένα δεδομένα! Μα αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί γνώση που κατέχει ο Σμιθ· το σωστό του συμπέρασμα προκύπτει από λάθος δεδομένα. Κανονικά οι όροι της τριμερούς θεωρίας (Α) θα έπρεπε να μπλοκάρουν! Και όμως, ικανοποιούνται:

(Α΄) Ο Σμιθ γνωρίζει ότι (β1) εάν και μόνο εάν

  1. H (β1) είναι αληθής. (Είναι.)
  2. Ο Σμιθ πιστεύει ότι (β1). (Και καλά κάνει.)
  3. Ο Σμιθ μπορεί να δικαιολογήσει γιατί πιστεύει ότι (β1). [Όντως μπορεί, αλλά η δικαιολόγησή του βασίζεται στην ψευδή (α1)!]

Ωχ!

Ας ξαναδούμε την (Α΄) πιο αναλυτικά (χωρίς σύμβολα), γιατί πρόκειται για κομβικό σημείο:

(Α΄ ξανά) Ο Σμιθ γνωρίζει ότι αυτός που θα πάρει τη δουλειά έχει δέκα κέρματα στην τσέπη του εάν και μόνο εάν

  1. Αληθεύει ότι αυτός που θα πάρει τη δουλειά έχει δέκα κέρματα στην τσέπη του. (Είπαμε: αληθεύει, γιατί και ο Σμιθ και ο Τζόουνς έχουν δέκα κέρματα στην τσέπη του ο καθένας – αν και ο Σμιθ ξέρει μόνο πόσα κέρματα υπάρχουν στην τσέπη του Τζόουνς, ενώ αγνοεί πόσα κέρματα υπάρχουν στη δική του τσέπη.)
  2. Ο Σμιθ πιστεύει ότι αυτός που θα πάρει τη δουλειά έχει δέκα κέρματα στην τσέπη του. (Έχει κάθε λόγο να το πιστεύει: ξέρει από έγκυρη πηγή ότι τη δουλειά θα την πάρει ο Τζόουνς, και ξέρει ότι ο Τζόουνς έχει δέκα κέρματα στην τσέπη του.)
  3. Ο Σμιθ μπορεί να δικαιολογήσει γιατί πιστεύει ότι αυτός που θα πάρει τη δουλειά έχει δέκα κέρματα στην τσέπη του. (Και έτσι θα γίνει τελικά. Μόνο που τη δουλειά, για κάποιον λόγο που αγνοούμε, θα την πάρει τελικά ο Σμιθ, ο οποίος έχει επίσης δέκα κέρματα στην τσέπη του, κι ας μην το ξέρει ούτε ο ίδιος.)

Είναι προφανές ότι ο Σμιθ πιστεύει κάτι που όντως ισχύει, αλλά βασιζόμενος σε λάθος δεδομένα. Με άλλα λόγια, ο Σμιθ είχε μία δικαιολογημένη και αληθή πεποίθηση, η οποία όμως δεν συνιστά γνώση. Ο Σμιθ δεν δικαιούται να πει πως γνώριζε ότι (β1). Ακόμα και ο ίδιος μάλλον τυχερό θα θεωρήσει τον εαυτό του που η πεποίθησή του δικαιώθηκε, παρά γνώστη – κι αυτό, όταν συνέλθει από την έκπληξη. Συνεπώς, κάτι δεν πάει καλά με την τριμερή θεωρία, σε ό,τι αφορά το συγκεκριμένο σενάριο. Πρόβλημα! Και μάλιστα με όνομα: «the Gettier problem» – έτσι είναι γνωστό αυτό το μπέρδεμα. Τώρα;

Για να δούμε και το δεύτερο αντιπαράδειγμα του Gettier:

Ο Σμιθ έχει σοβαρούς λόγους να πιστεύει ότι ισχύουν το εξής:

2) Ο Τζόουνς έχει μια Φορντ.

Ο Σμιθ το γνωρίζει αυτό, γιατί βλέπει τον Τζόουνς να οδηγεί μια Φορντ καιρό τώρα. Μάλιστα, ο Σμιθ έχει μπει μια φορά στη Φορντ που οδηγούσε ο Τζόουνς (ίσως τότε που πήγαιναν να κάνουν και οι δύο αίτηση σε κείνη την εταιρεία για τη μία και μόνη προσφερόμενη θέση εργασίας). Ας υποθέσουμε, επίσης, ότι ο Σμιθ έχει έναν φίλο, τον Μπράουν, τον οποίο τώρα τελευταία έχει χάσει: ο Σμιθ δεν έχει απολύτως καμία ιδέα για το πού βρίσκεται ο Μπράουν αυτή τη στιγμή.

0

Βάσει αυτών των δεδομένων, ο Σμιθ επιλέγει τρεις πόλεις στην τύχη και λέει:

2) Είτε ο Τζόουνς έχει μια Φορντ είτε ο Μπράουν είναι στη Βοστόνη.

2) Είτε ο Τζόουνς έχει μια Φορντ είτε ο Μπράουν είναι στη Βαρκελώνη.

2) Είτε ο Τζόουνς έχει μια Φορντ είτε ο Μπράουν είναι στο Μπρεστ-Λιτόφσκ.

Αυτές οι τρεις προτάσεις προκύπτουν λογικά από την (α2). Ο Σμιθ είναι απολύτως δικαιολογημένος να πιστεύει ότι οι τρεις προτάσεις του είναι αληθείς, γιατί τις βάσισε στην αληθή –κατ’ αυτόν– (α2). Και, επίσης, στο ότι δεν ξέρει που βρίσκεται ο Μπράουν.

Ας δούμε τι ισχύει απ’ όλα αυτά, αν ταράξουμε λιγάκι τα νερά. Ας υποθέσουμε ότι αποδεικνύεται πως τελικά η Φορντ δεν είναι του Τζόουνς, αλλά του πατέρα του, λ.χ. Ας υποθέσουμε επίσης ότι ο Μπράουν βρίσκεται, κατά σύμπτωση, στη Βαρκελώνη. Με βάσει αυτά τα δεδομένα, από τις τρεις προτάσεις του Σμιθ, μόνο η (γ2) είναι αληθής. Μόνο που ο Σμιθ δεν γνωρίζει ότι μόνο η (γ2) είναι αληθής, μολονότι και πάλι η τριμερής συνθήκη (Α) έχει ικανοποιηθεί:

(Α΄΄) Ο Σμιθ γνωρίζει ότι (γ2) εάν και μόνο εάν

  1. H (γ2) είναι αληθής. (Είναι.)
  2. Ο Σμιθ πιστεύει ότι (γ2). (Έτσι πιστεύει, αλλά για λάθος λόγους.)
  3. Ο Σμιθ μπορεί να δικαιολογήσει γιατί πιστεύει ότι (γ2). [Όντως μπορεί, αλλά προβάλλοντας (τους λάθος) λόγους που αποδεικνύουν αληθείς και τις ψευδείς (β2) και (δ2). Αυτό δεν είναι γνώση.]

Με αυτές τις δύο ιστοριούλες, ο Gettier έδειξε ότι οι συνθήκες της τριμερούς θεωρίας (Α) είναι αναγκαίες αλλά όχι ικανές για να μπορεί ο S να δηλώσει πως γνωρίζει ότι p.

Μετά τα αντιπαραδείγματα του Gettier, ξεφύτρωσαν πλήθος άλλων ομοειδών αντιπαραδειγμάτων, κάποια από αυτά αληθοφανή, αλλά και πολλά τραβηγμένα από τα μαλλιά. Δεν είναι δύσκολο, ο καθένας μπορεί να σκαρφιστεί ένα. Για του λόγου το αληθές, να ένα φρέσκο:

Χτες το βράδυ συνάντησα στο δρόμο τον φίλο μου τον Γιάννη. Κρατούσε μια σακούλα απ’ όπου αναδύονταν οσμές που προκαλούσαν σιελόρροια. Τον ρώτησα που πήγαινε και μου απάντησε: «Σπίτι». Τον ρώτησα τι κουβαλούσε και μου απάντησε: «Δυο πιτόγυρα με απ’ όλα» (α3). Σκέφτηκα να θυσιαστώ και να πάω μέχρι το σπίτι του να φάω το ένα από τα δύο, αλλά είχα ανειλημμένη υποχρέωση και έτσι τον άφησα στην ησυχία του. Αν με ρωτούσατε: «Τι έφαγε χτες το βράδυ ο Γιάννης;» θα σας απαντούσα με απόλυτη βεβαιότητα: «Δύο πιτόγυρα με απ’ όλα» γιατί, πρώτον, πήγαινε σπίτι και μένει μόνος του (άρα δεν θα του έτρωγε άλλος τα σουβλάκια), και, δεύτερον, γνωρίζω ότι έναν εθισμό στα σουβλάκια τον έχει. Και όμως, τα πράγματα δεν έγιναν ακριβώς όπως υπέθετα. Τα σουβλάκια ο Γιάννης τα είχε αγοράσει για να τα δώσει στον άστεγο που κοιμάται στην είσοδο της πολυκατοικίας που μένει. (Δεν μου είπε τίποτα γιατί είναι τύπος που κάνει το καλό και το ρίχνει στον γιαλό.) Αργότερα, όταν τον έκοψε πείνα, πήρε τηλέφωνο τον δικό του προμηθευτή και παράγγειλε δύο πιτόγυρα με απ’ όλα, τα οποία, με το που τα έφερε ο ντελιβεράς, τα τσάκισε μπροστά στην τηλεόραση μαζί με τις παρελκόμενες μπύρες.

Για να δούμε την τριμερή συνθήκη, προσαρμοσμένη στο συγκεκριμένο παράδειγμα:

(Α΄΄΄) Γνωρίζω ότι (α3) εάν και μόνο εάν

  1. H (α3) είναι αληθής.
  2. Πιστεύω ότι (α3).
  3. Μπορώ να δικαιολογήσω γιατί πιστεύω ότι (α3).

Όλα εντάξει, όλα στη θέση τους, οι συνθήκες ικανοποιούνται. Εντούτοις, δεν δικαιούμαι να πω πως γνωρίζω ότι (α3) – και για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, δεν δικαιούμαι να ισχυριστώ πως «γνωρίζω ότι χτες το βράδυ ο Γιάννης έφαγε δυο πιτόγυρα με απ’ όλα». Είμαι απολύτως βέβαιος ότι έτσι έγινε. Και, τελικά, όντως έτσι έγινε, αλλά μόνο και μόνο επειδή ο Γιάννης, αφού έδωσε τα δύο σουβλάκια που τον είχα δει να κρατάει στον άστεγο, παράγγειλε δύο σουβλάκια για τον ίδιο, τα οποία και τσάκισε ως όφειλε. Με άλλα λόγια, ο Γιάννης έφαγε δύο άλλα σουβλάκια από εκείνα που εγώ υπέθετα ότι έφαγε. Εδώ μπορεί να πει κανείς «Και τι μ’ αυτό; Η (α3) είναι αληθής σε κάθε περίπτωση, Σιγά τώρα μην βάλουμε και βραχιολάκια εντοπισμού στα σουβλάκια που τρώει ο Γιάννης!». Η (α3) είναι αληθής, δεν αντιλέγω. Μόνο που εγώ δεν δικαιούμαι να πω: «γνωρίζω ότι (α3)», για τον απλούστατο λόγο ότι δεν το γνωρίζω. Έπεσα μέσα κατά τύχη, και όχι για τους λόγους που είχα στηρίξει την απόδειξη της πεποίθησής μου. Δηλαδή, η πρότασή μου ήταν αληθής μεν, αλλά για λόγους ανεξάρτητους της δικαιολόγησης στην οποία την στήριξα.

Και πάλι, μπορεί εδώ να πει κανείς: «Πολλή φασαρία για το τίποτα. Αφού η (α3) είναι αληθής, τι μας νοιάζει αν δικαιούσαι εσύ να ισχυριστείς ότι τη γνωρίζεις;» Και όμως, έχει τεράστια σημασία. Όσο πιστεύαμε ήδη από τον Πλάτωνα ότι το ζήτημα είχε αποσαφηνιστεί (θυμίζω: άλλο ὀρθὴ δόξα και άλλο ἐπιστήμη· η διαφορά τους είναι ότι μόνο η δεύτερη είναι δεμένη με αἰτίας λογισμῷ), πορευόμαστε με σιγουριά στις επιστήμες και στη ζωή εν γένει. Μάλιστα, έχουμε δει ότι στην πράξη (εμπειρικά), ακόμα και μια απλώς ορθή γνώμη (με τον συλλογισμό που θα την δέσει να εκκρεμεί «μέχρι να ωριμάσουν οι συνθήκες) την κάνει μια χαρά τη δουλειά της – συνήθως. Αλλά ξέραμε ότι διαφέρει από τη γνώση. Γιατί (νομίζαμε πως) ξέραμε τι είναι γνώση. Κι έρχεται μετά ο Gettier και μας λέει (όχι ρητά, αλλά αυτό αφήνει να εννοηθεί) ότι γνώση δεν είναι αυτό που πιστεύαμε μέχρι τότε. Χρειάζεται κάποια προσθήκη στην παλιά τριμερή θεωρία της γνώσης, έτσι ώστε να συμπεριληφθούν και περιπτώσεις όπως αυτές που σκέφτηκε ο Gettier (και άλλοι πολλοί μετά απ’ αυτόν).

keep-calm-and-%cf%86%ce%b1%ce%b5-%ce%b4%cf%85%ce%bf-%cf%80%ce%b9%cf%84%ce%bf%ce%b3%cf%85%cf%81%ce%b1

Στα 53 χρόνια που έχουν μεσολαβήσει από εκείνο το περιβόητο άρθρο, πολλές προσθήκες ή/και τροποποιήσεις έχουν προταθεί, αλλά το «πρόβλημα του Gettier» αντιστέκεται σε όλες, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. [Δεν έχει νόημα να παραθέσω τα ονόματα εκείνων που πίστεψαν (καλώς ή κακώς) ότι είχαν λύσει το πρόβλημα –και είναι κάμποσοι– χωρίς να αναφερθώ στα επιχειρήματα τους – και δεν υπάρχει χώρος εδώ για κάτι τέτοιο. Αξίζει, όμως, να δείτε το παρακάτω βίντεο, όπου η φιλόσοφος του νου Jennifer Nagel, του University of Toronto, εξηγεί απλά και κατανοητά το «Πρόβλημα του Gettier».

Αν σας ανοίξει η όρεξη, αυτό το βίντεο θα σας οδηγήσει σε άλλα ομοειδή και να μπλέξετε όμορφα.]

Το γεγονός είναι ένα: το «πρόβλημα του Gettier» αντιστέκεται σθεναρά! Δεν υπάρχει μέχρι στιγμής κάποια κοινά αποδεκτή λύση που να σώζει την τριμερή θεωρία. Μήπως αυτό σημαίνει ότι έχουμε πάψει (ή πρέπει να πάψουμε) να χρησιμοποιούμε την τριμερή θεωρία; Όχι βέβαια! Αυτό θα σήμαινε χάος! Η τριμερής θεωρία εξακολουθεί να λειτουργεί μια χαρά – στην πράξη. Αλλά η ανθρωπότητα έχει ξαναγυρίσει στην κατάσταση των στοχαστών που άρχισαν να έχουν απορίες για παν το επιστητό «μια ζεστή καλοκαιρινή βραδιά στην αρχαία Ελλάδα»: όπως κι εκείνοι, έτσι κι εμείς προσπαθούμε (ακόμα) να καταλάβουμε τι μπορούμε να γνωρίζουμε. Ακόμα δεν ξέρουμε τι ακριβώς είναι γνώση. Η συζήτηση παραμένει ανοικτή. Κάποιοι έχουν αρχίσει να ξαναδιαβάζουν αλλιώς τους φιλόσοφους που νομίζαμε ότι είχαν αναλυθεί επαρκώς. Άλλοι πιστεύουν ότι πρέπει να αλλάξουμε εντελώς οπτική γωνία, γιατί η παλιά και καθιερωμένη έχει ήδη πιάσει ταβάνι και δεν έχει άλλα να μας προσφέρει. Ίσως εκείνο που απαιτείται πλέον είναι όχι διορθωτικές κινήσεις πάνω στο παλιό (και εξαντλημένο) Παράδειγμα, αλλά Αλλαγή Παραδείγματος στον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τα πράγματα. [Εδώ χρησιμοποιώ καταχρηστικά σε φιλοσοφικά συμφραζόμενα τον όρο «Αλλαγή Παραδείγματος» που εισηγήθηκε ο φιλόσοφος της επιστήμης Thomas S. Kuhn στο μνημειώδες έργο του Η Δομή των Επιστημονικών Επαναστάσεων (1962) γιατί, όπως δεν κουράζομαι να επαναλαμβάνω, η φιλοσοφία δεν είναι επιστήμη. Θα προσποιηθώ ότι αναφέρομαι στη επιστήμη της λογικής για να περάσω ανώδυνα τον κάβο.]

Και τι έχει να πει για όλα αυτά ο άνθρωπος που άναψε το φιτίλι της αμφισβήτησης της JTB, ο Edmund L. Gettier; Τίποτα! Φέτος έκλεισε τα 89 του, ζωή να ’χει, και δεν έχει δημοσιεύσει ούτε λέξη μετά το “Is Justified True Belief Knowledge?”. Όταν τον ρωτάνε: «Και γιατί, δηλαδή, δεν συνίσταται η γνώση από δικαιολογημένες και αληθείς πεποιθήσεις», εκείνος απαντάει: «Δεν έχω τίποτα να προσθέσω επί του θέματος». Λιτός, σαφής και κατηγορηματικός. Όπως πρέπει, έτσι που μπλέξαμε.

* * *

Βιβλιογραφία

  • Gettier Edmund L., “Is Justified True Belief Knowledge?”, Analysis 23 (1963): 121-123.

  • Kuhn Thomas S., Η Δομή των Επιστημονικών Επαναστάσεων, μετάφραση: Γ. Γεωργακόπουλος & Β. Κάλφας, Σύγχρονα Θέματα, 1997.

  • Πλάτων, Μένων, εισαγωγή-μετάφραση: Ιωάννης Πετράκης, Πόλις, 2008.

  • Πλάτων, Θεαίτητος, εισαγωγή-μετάφραση: Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλος, Ακαδημία Αθηνών, 1980.

  • Ράσελ Μπέρτραντ, Τα Προβλήματα της Φιλοσοφίας, μετάφραση: Αντώνης Πέρης, Εκδόσεις Αρσενίδη, 2008.

  • Taylor A.E, Πλάτων. Ο Άνθρωπος και το Έργο του, μετάφραση: Ιορδάνης Αρζόγλου, ΜΙΕΤ, 2003.

  • Whitehead Alfred North, Διαδικασία και Πραγματικότητα, μετάφραση: Φώτης Τερζάκης, Εκδόσεις Παπαζήση, 2013.

Διαδικτυογραφία

 

knowledge-1

Εικόνα εξωφύλλου: Το δέντρο της γνώσης, Matthew Klaver

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από τη στήλη Μικροϊστορίες των επιστημών και της φιλοσοφίας

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

 

Η Αξιοθέα ήθελε να μάθει

Μικροϊστορίες των επιστημών και της φιλοσοφίας

—του Γιώργου Θεοχάρη—

Ο Πλάτωνας (427-347 π.Χ.) αναφέρει μόλις δύο γυναίκες ως φιλοσόφους στους διαλόγους του: τη Διοτίμα (στο Συμπόσιο) και την Ασπασία (στον Μενέξενο). Αλλά κι αυτές οι ελάχιστες αναφορές δεν είναι χωρίς προβλήματα. Αφενός η Διοτίμα, η ιέρεια από τη Μαντινεία, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι πρόκειται για ιστορικό πρόσωπο, καθώς πολλοί τη θεωρούν μυθοπλαστικό εφεύρημα του Πλάτωνα (ή του Σωκράτη) και αφετέρου την Ασπασία από τη Μίλητο (τη γυναίκα πίσω από τον Περικλή) ο Σωκράτης την επαινεί για τις ρητορικές της ικανότητες μάλλον ειρωνικά.

diotima

Franc Kavčič / Caucig, Ο Σωκράτης, ένας μαθητής του και η Διοτίμα 

Από αυτό μπορούμε άραγε να συμπεράνουμε ότι οι γυναίκες δεν είχαν θέση στη φιλοσοφία της κλασικής αρχαιότητας; Όχι, το συμπέρασμα αυτό δεν είναι ασφαλές. (Είναι αληθές, αλλά όχι ασφαλές.) Το μόνο βέβαιο είναι ότι οι γυναίκες την εποχή εκείνη δεν είχαν απολύτως κανέναν ρόλο στον δημόσιο βίο. Τις θεωρούσαν απλώς μηχανές αναπαραγωγής και νοικοκυρές, αυστηρά περιορισμένες στο σπίτι. Οι μόνες δικαιολογημένες δημόσιες εμφανίσεις τους ήταν στους ναούς, και τότε μόνο καλυμμένες από την κορφή ως τα νύχια. Πώς το λέει ο John Lennon; «Woman is the nigger of the world» – διαχρονικά.

Περίεργο αυτό με τον Πλάτωνα, πάντως. Στην Πολιτεία (η συγγραφή της οποίας τοποθετείται στα μέσα της δεκαετίας 380-370 π.Χ.) είναι απολύτως σαφής: οι γυναίκες, στην ιδανική πολιτεία, (θα πρέπει να) είναι ισότιμες με τους άντρες σε όλες τις εκφάνσεις του δημόσιου βίου, άρα και στην εκπαίδευση: «Αφού λοιπόν θα χρησιμοποιούμε τις γυναίκες για τα ίδια πράγματα με τους άνδρες, πρέπει να τις διδάξουμε τα ίδια» (Ε, 452.4-5). Τούτου δοθέντος, θα περίμενε κανείς ότι ο ίδιος στην Ακαδημία του θα δεχόταν και γυναίκες, αν όχι για κανέναν άλλο λόγο, για να δώσει πρώτος το παράδειγμα. Εντούτοις, οι γυναίκες δεν γίνονταν δεκτές στην Ακαδημία, ούτε ως απλές ακροάτριες. Μπορούμε από αυτό να συμπεράνουμε ότι ο Πλάτωνας ήταν ανακόλουθος; Και πάλι όχι: δεν ήταν στο χέρι του να αλλάξει το καθεστώς των γυναικών στην Αθήνα. Ακόμα κι αν δήλωνε απερίφραστα ότι οι γυναίκες ήταν ευπρόσδεκτες στην Ακαδημία, πάλι καμία Αθηναία δεν θα πατούσε το πόδι της εκεί. Έτσι είχαν τα πράγματα τότε, τελεία και παύλα.

2941

Michel Corneille, η Ασπασία περιστοιχισμένη από φιλοσόφους

Τελεία και παύλα; Όχι ακριβώς. Υπήρχαν εξαιρέσεις, οι οποίες είναι και το θέμα του παρόντος: ο Πλάτωνας δίδαξε φιλοσοφία σε τουλάχιστον δύο γυναίκες, τη Λασθένεια από τη Μαντινεία και την Αξιοθέα από τον Φλιούντα. Αξιομνημόνευτες περιπτώσεις, αλλά εξαιρετικά δύσκολες στην τεκμηρίωσή τους. Επειδή οι σχετικές αναφορές στην αρχαιοελληνική γραμματεία είναι ελάχιστες, μπορούμε εύκολα να τις δούμε όλες, μπας και βγάλουμε κάποια άκρη.

045180_2

Ο Διογένης Λαέρτιος ήταν ιστοριογράφος της αρχαίας φιλοσοφίας που έζησε τον 3ο μ.Χ. αιώνα (π.180 – π.240). Το έργο του Βίοι Φιλοσόφων (πλήρης τίτλος: Βίοι καὶ γνῶμαι τῶν ἐν φιλοσοφίᾳ εὐδοκιμησάντων καί τῶν ἑκάστῃ αἱρέσει ἀρεσκόντων ἐν ἐπιτόμῳ συναγωγῆ) σώζεται ολόκληρο και αποτελεί τεράστια πηγή πληροφοριών (όχι πάντα αξιόπιστων, βέβαια) για πλήθος φιλοσόφων. Εκεί αναφέρει, και μάλιστα δύο φορές, τις δύο μαθήτριες του Πλάτωνα. Από τα δέκα βιβλία των Βίων, το τρίτο είναι ολόκληρο αφιερωμένο στον Πλάτωνα. Όπως είναι φυσικό, γίνεται λόγος και για τους μαθητές του. Ιδού το απόσπασμα (το αφήνω αμετάφραστο, γιατί έχω τους λόγους μου – άλλωστε δεν παρουσιάζει πρόβλημα κατανόησης: ένας κατάλογος ονομάτων είναι ουσιαστικά):

[46] μαθηταὶ δ’ αὐτοῦ Σπεύσιππος Ἀθηναῖος, Ξενοκράτης Χαλκηδόνιος, Ἀριστοτέλης Σταγειρίτης, Φίλιππος Ὀπούντιος, Ἑστιαῖος Περίνθιος, Δίων Συρακόσιος, Ἄμυκλος Ἡρακλεώτης, Ἔραστος καὶ Κορίσκος Σκήψιοι, Τιμόλαος Κυζικηνός, Εὐαίων Λαμψακηνός, Πύθων καὶ Ἡρακλείδης Αἴνιοι, Ἱπποθάλης <καὶ> Κάλλιππος Ἀθηναῖοι, Δημήτριος Ἀμφιπολίτης, Ἡρακλείδης Ποντικὸς καὶ ἄλλοι πλείους, σὺν οἷς καὶ γυναῖκες δύο Λασθένεια Μαντινικὴ καὶ Ἀξιοθέα Φλειασία, ἣ καὶ ἀνδρεῖα ἠμπίσχετο, ὥς φησι Δικαίαρχος. (Διογένης Λαέρτιος, Βίοι Φιλοσόφων, III, 46)

Εδώ είμαστε: «[…] σὺν οἷς καὶ γυναῖκες δύο Λασθένεια Μαντινικὴ καὶ Ἀξιοθέα Φλειασία». Σαφέστατο. Η Λασθένεια από τη Μαντινεία, την αρχαιότατη πόλη της Αρκαδίας, και η Αξιοθέα από τον Φλειούντα, την αρχαία πόλη-κράτος της Κορινθίας. Γυναίκες! Μάλιστα, για τη δεύτερη γράφει ο Διογένης: «η οποία φορούσε αντρικά ρούχα, όπως λέει ο Δικαίαρχος». Εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Εντάξει, φορούσε αντρικά ρούχα για να μπορεί να παρακολουθεί τις παραδόσεις (αρχικά του Πλάτωνα στη συνέχεια και του Σπεύσιππου, του ανιψιού του Πλάτωνα που τον διαδέχτηκε ως σχολάρχης στην Ακαδημία), αυτό μπορούμε να το καταλάβουμε. Αλλά γιατί μόνο η Αξιοθέα; Δηλαδή, η Λασθένεια έμπαινε στην Ακαδημία χωρίς μεταμφίεση; Γιατί ο Διογένης είναι σαφής: «Ἀξιοθέα Φλειασία, ἣ καὶ ἀνδρεῖα ἠμπίσχετο» – μόνο για την Αξιοθέα λέει ότι φορούσε αντρικά ρούχα. (Εδώ να σημειώσω ότι απορώ με την ακαδημαϊκή διαμάχη για το αν φορούσαν αντρικά και οι δύο ή μόνο η Αξιοθέα. Το απόσπασμα δεν αφήνει περιθώριο για παρερμηνεία: στον ενικό και η αντωνυμία και το ρήμα. Δεν χρειάζεται να είσαι η κορυφή της αρχαιομάθειας για να το καταλάβεις. Απορώ.) Και ποιος, τέλος πάντων, τα λέει αυτά; Ο Δικαίαρχος. Μήπως να ζητήσουμε από εκείνον να μας λύσει τις απορίες;

Ο Δικαίαρχος (350-290 π.Χ.) ήταν φιλόσοφος, γεωγράφος και μαθηματικός που φοίτησε στο Λύκειο του Αριστοτέλη. Από τα έργα του ελάχιστα αποσπάσματα σώζονται, και σίγουρα όχι εκείνα που είχε στα χέρια του ο Διογένης Λαέρτιος όταν έγραφε τους Βίους έξι αιώνες αργότερα. Συνεπώς, ο Δικαίαρχος, παρότι σίγουρα γνώριζε καθότι σύγχρονος των υπό διερεύνηση δεσποινίδων, δεν μπορεί να μας διαφωτίσει. Για να δούμε τη δεύτερη αναφορά του Διογένη Λαέρτιου στη Λασθένεια και την Αξιοθέα. Το απόσπασμα είναι από το τέταρτο βιβλίο των Βίων όπου γίνεται λόγος, μεταξύ άλλων, για τον Σπεύσιππο (408-339/338 π.Χ.).

ἐλέγοντο δὲ αὐτοῦ καὶ αἱ Πλάτωνος ἀκούειν μαθήτριαι, Λασθένειά τε ἡ Μαντινικὴ καὶ Ἀξιοθέα ἡ Φλιασία. ὅτε καὶ Διονύσιος πρὸς αὐτὸν γράφων τωθαστικῶς φησι·‘καὶ ἐκ τῆς Ἀρκαδικῆς σου μαθητρίας ἔστι τὴν σοφίαν καταμαθεῖν. καὶ Πλάτων μὲν ἀτελεῖς φόρων τοὺς παρ’ αὐτὸν φοιτῶντας ἐποίει· σὺ δὲ δασμολογεῖς καὶ παρ’ ἑκόντων καὶ ἀκόντων λαμβάνεις.’ (Διογένης Λαέρτιος, Βίοι Φιλοσόφων, IV, 2)

Εδώ μάλλον χρειάζεται μετάφραση για να μην υπάρξουν παρεξηγήσεις. Θα την αποτολμήσω με τα αρχαία του γυμνασίου (την επιείκειά σας τη θεωρώ δεδομένη), έχοντας από δίπλα την αγγλική μετάφραση. (Εδώ θα ταίριαζε ένα σχόλιο για τη συνέχεια της ελληνικής γλώσσας, αλλά δεν το κάνω γιατί η παρέκβαση θα μας οδηγήσει σε ναρκοπέδιο, εγγυημένα.) Γράφει, λοιπόν, ο Λαέρτιος:

Λέγεται ότι μαθήτριές του [του Σπεύσιππου] έγιναν και οι γυναίκες μαθήτριες του Πλάτωνα, η Λασθένεια από τη Μαντινεία και η Αξιοθέα από τον Φλειούντα. Και ο Διονύσιος [ο Νεότερος, των Συρακουσών] του γράφει [του Σπεύσιππου] χλευαστικά: «μπορεί κανείς να μάθει φιλοσοφία και από τη μαθήτρια του από την Αρκαδία. Γιατί μπορεί ο Πλάτωνας να μην χρέωνε δίδακτρα στους μαθητές του, αλλά εσύ τους τα παίρνεις, είτε θέλουν να πληρώσουν είτε όχι».

200px-speusippus_in_thomas_stanley_history_of_philosophyΝέα στοιχεία! Η Λασθένεια και η Αξιοθέα συνέχισαν και μετά τον θάνατο του Πλάτωνα να παρακολουθούν παραδόσεις στην Ακαδημία, αυτή τη φορά από τον διάδοχό του, τον Σπεύσιππο. Από το απόσπασμα προκύπτει ότι ο Διονύσιος ουσιαστικά κατηγορεί τον άσπονδο φίλο του και νέο σχολάρχη της Ακαδημίας αφενός για φιλαργυρία και αφετέρου για αθέμιτη σύναψη ερωτικής σχέσης (για να το πω με αποστειρωμένη πολιτική ορθότητα) με μια μαθήτριά του, τη Λασθένεια. Αν πιστέψουμε τις πηγές, ο Σπεύσιππος ήταν, εκτός από οξύθυμος, και φιλοχρήματος και γυναικάς. Το επιβεβαιώνει αυτό και ο Διονύσιος, οπότε μάλλον είναι αλήθεια ότι ο Σπεύσιππος δεν ήταν και υπόδειγμα αρετής. Αλλά, για να επιστρέψουμε στις δύο δεσποινίδες, αν ισχύουν αυτά που γράφει ο Λαέρτιος, η Λασθένεια (που δεν φορούσε αντρικά) ήταν κάτι παραπάνω από μαθήτρια του Σπεύσιππου. Ίσως αυτό να δικαιολογεί την παρουσία της στην Ακαδημία με γυναικεία ρούχα. Αλλά η Αξιοθέα; Ποιος να ξέρει; Ας εξαντλήσουμε όλες τις πηγές πριν αρχίσουμε τις εικασίες. Για να δούμε τι έχει να πει επί του θέματος ο Θεμίστιος.

Ο Θεμίστιος (317-388) ήταν πολιτικός, ρήτορας και φιλόσοφος. Σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη, όπου και έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Προφανώς ήταν καλός ρήτορας – εξού και το προσωνύμιο Ευφραδής. Σε έναν από τους σωζόμενους λόγους τους, είχε πει κάτι σχετικό με το υπό εξέταση ζήτημα. Μιλώντας για κάποιον νεαρό που δεν κατονομάζεται, ο Θεμίστιος είπε:

[…] είχε σχεδόν την ίδια εμπειρία που είχαν η φιλόσοφος Αξιοθέα και ο Ζήνων ο Κιτιεύς και ο Κορίνθιος αγρότης. Όταν η Αξιοθέα διάβασε ένα από τα έργα του Πλάτωνα σχετικά με την πολιτεία, έφυγε από την Αρκαδία και πήγε στην Αθήνα. Παρακολούθησε τη διδασκαλία του Πλάτωνα, καταφέρνοντας να κρύψει για αρκετό καιρό το γεγονός ότι ήταν γυναίκα, ακριβώς ότι ο Αχιλλέας είχε κρύψει το φύλο του στο σπίτι του Λυκομήδη. (Λόγος 23, 295c) [η μετάφραση δική μου από τα αγγλικά]

Ο Θεμίστιος είναι κατά έναν αιώνα μεταγενέστερος του Διογένη Λαέρτιου, άρα χρονικά έζησε ακόμα πιο μακριά από τα γεγονότα που περιγράφει, συνεπώς είναι ακόμα λιγότερο αξιόπιστος. Παρ’ όλα αυτά, μας δίνει ένα σημαντικό στοιχείο για την Αξιοθέα: μας λέει ότι διάβασε ένα έργο του Πλάτωνα σχετικά με την πολιτεία (προφανώς εννοεί την Πολιτεία) και έπαθε τέτοια πλάκα που έφυγε από την πατρίδα της (από την Αρκαδία, λέει λανθασμένα ο Θεμίστιος, έχοντας μάλλον μπερδέψει την Αξιοθέα με τη Λασθένεια) και πήγε στην Αθήνα για να παρακολουθήσει τις παραδόσεις του Πλάτωνα. Μαθαίνουμε επίσης ότι όντως ντυνόταν με αντρικά ρούχα για να κρύβει το φύλο της (χρησιμοποιούσε δηλαδή το τέχνασμα του Αχιλλέα –που ντυνόταν γυναικεία και ζούσε με τις κόρες του Λυκομήδη στη Σκύρο για να αποφύγει να πάει να πολεμήσει στην Τροία– από την ανάποδη).

Αυτές είναι λίγο-πολύ οι πρωτογενείς πηγές. Συν ένα απόσπασμα σε θραύσμα παπύρου που βρέθηκε στην Οξύρρυγχο της Αιγύπτου, όπου αναφέρεται ότι μία γυναίκα, η οποία δεν κατονομάζεται, σπούδασε φιλοσοφία υπό τον Πλάτωνα, τον Σπεύσιππο και τον Μενέδημο τον Ερετριέα. Η μόνη πρόσθετη πληροφορία από τον πάπυρο είναι ότι αυτή η κυρία στην εφηβεία της ήταν όμορφη και γεμάτη ανεπιτήδευτη χάρη. Σε ποιαν να αναφέρεται άραγε, στη Λασθένεια ή στην Αξιοθέα; Δεν γνωρίζουμε.

1024px-sanzio_01

Η Σχολή των Αθηνών, η περίφημη τοιχογραφία του Ραφαήλ στο Βατικανό (1509-1511)

Εν πάση περιπτώσει, από αυτά τα λίγα που γνωρίζουμε μπορούμε να κάνουμε κάποιες όχι και τόσο παρακινδυνευμένες εικασίες. Για κάποιον λόγο που δεν μπορώ να εξηγήσω, θεωρώ την Αξιοθέα σημαντικότερη από τη Λασθένεια. (Μάλλον φταίει ο Διονύσιος με κείνο το καρφί για τα γκομενικά της Λασθένειας.) Όχι πως έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία: με την πάροδο του χρόνου, Λασθένεια και Αξιοθέα συγκλίνουν συμβολικά σε ένα και το αυτό πρόσωπο. Συνεπώς, σχεδόν εντελώς αυθαίρετα επιλέγω ως σύμβολο της ακόρεστης δίψας για γνώση την Αξιοθέα.

Ο Φλειούντας (ο αρχαίος Φλειοῦς) ήταν σημαντική πόλη-κράτος κοντά στη Νεμέα και σύμμαχος της Σπάρτης. Μπορούμε να υποθέσουμε με ασφάλεια ότι η Αξιοθέα προερχόταν από πλούσια οικογένεια, αφενός γιατί ήξερε να διαβάζει και αφετέρου γιατί στο σπίτι της υπήρχε αντίγραφο της Πολιτείας. Η Αξιοθέα διάβασε αυτό το αριστούργημα της αρχαιοελληνικής γραμματείας (με το οποίο, όσο κι αν διαφωνεί κανείς –σε ορισμένες περιπτώσεις δικαίως– με τα επιμέρους, δεν παύει να είναι και φιλοσοφικό και λογοτεχνικό διαμάντι) και εντυπωσιάστηκε σε τέτοιο βαθμό που αποφάσισε να αλλάξει τη ζωή της. (Κυριολεκτικά, όχι σαχλομεταφορικά όπως χρησιμοποιείται συνήθως, π.χ., «Ο Ζίζεκ μού άλλαξε τη ζωή», πράγμα αδύνατον.) Έφυγε από την πόλη της και πήγε στη εχθρική Αθήνα μόνο και μόνο για να σπουδάσει φιλοσοφία στην Ακαδημία. Μπαίνει κανείς στον πειρασμό να φανταστεί τις συνθήκες και τις λεπτομέρειες, αλλά θα συγκρατηθώ μένοντας όσο πιο κοντά στα γεγονότα γίνεται.

Φτάνοντας στην Αθήνα, είχε μόνο δύο επιλογές: είτε θα γινόταν εταίρα, όπως η Ασπασία του Περικλή (ή, ακόμα χειρότερα, πόρνη), είτε θα παρίστανε τον άντρα. Οι ελεύθερες μη Αθηναίες που ζούσαν στην κλασική Αθήνα δεν είχαν άλλες επιλογές. Η εταίρα απολάμβανε μεν την προστασία ενός Αθηναίου πολίτη, αλλά παράλληλα ήταν δέσμιά του, μια παλλακίδα επιφορτισμένη με το καθήκον να προσφέρει χαρά (όχι μόνο στο κρεβάτι· οι εταίρες ήταν συνήθως μορφωμένες κι έξυπνες γυναίκες) στον ισχυρό προστάτη της. Η Αξιοθέα, υποθέτω, ότι δεν ήθελε να βρεθεί υποχείριο κάποιου πλούσιου Αθηναίου, πράγμα που θα της ήταν μάλλον εύκολο, αν ήταν όμορφη και μορφωμένη, όπως μας παραδίδεται. Έτσι, θα μπορούσε να ζήσει χωρίς πρόβλημα στην Αθήνα, αλλά δεν μπορούσε να πηγαίνει στην Ακαδημία. Εκείνη όμως ήθελε να κάνει φιλοσοφία! Γι’ αυτό είχε πάει στην Αθήνα, όχι για να γίνει μετρέσα κάποιου επιφανούς Αθηναίου. Επομένως, επέλεξε να παραστήσει τον άντρα.

Εδώ υπάρχει ένα σημείο που δυσκολεύομαι να το πιστέψω. Είναι δυνατόν να παριστάνει μια όμορφη γυναίκα τον άντρα για χρόνια ολόκληρα και να μην την καταλάβει κανείς; Και καλά στην καθημερινότητάς της – εκεί μπορεί να φανταστεί κανείς ότι εμφανιζόταν σπανίως σε δημόσιους χώρους, πρόσεχε πολύ, σχεδόν κρυβόταν. Αλλά στην Ακαδημία; Είναι δυνατόν να περνάει ώρες ατελείωτες με αποδεδειγμένα έξυπνους ανθρώπους συζητώντας φιλοσοφικά προβλήματα και να μην καταλάβει κανείς ότι ήταν γυναίκα; Το θεωρώ αδύνατον. (Και όχι μόνο εγώ· η Kate Lindemann γράφει, με απόλυτη βεβαιότητα, στη Society for the Study of Women Philosophers, Inc.: «Στο κάτω-κάτω ήταν γνωστό ότι [η Αξιοθέα] ήταν γυναίκα ντυμένη σαν άντρας».) Άλλωστε, μέχρι και αιώνες αργότερα, κάποιοι ήξεραν ότι ήταν γυναίκα. Από πού το έμαθαν οι μεταγενέστεροι; Από τους συγχρόνους της ασφαλώς. Οι οποίοι ήξεραν.

Εδώ ανοίγω μία μεγάλη παρένθεση για να παραθέσω το πώς περιγράφει, στηριζόμενος αποκλειστικά στη φαντασία του, ο Γάλλος Roger-Pol Droit την Αξιοθέα:

Όσον αφορά στο πρόσωπο, ήταν εντάξει. Το μέτωπό της ήταν αρκετό ψηλό, τα φρύδια αρκετά έντονα, η μύτη της αρκετά ίδια, για να την περάσει κανείς για αγόρι. Φυσικά, τα μάτια της ήταν γλυκά, τα αυτιά της λεπτοκαμωμένα. Αλλά υπήρχαν πολλοί νέοι άντρες με αυτά τα χαρακτηριστικά. Στην ηλικία που ήταν, θα μπορούσε κανείς να ξεγελαστεί. Προπαντός αφού είχε κοντά και σγουρά μαλλιά και σχεδόν τετράγωνο πηγούνι. Με την πλάτη στο φως, διέκρινες μάλιστα ένα πολύ λεπτό χνούδι ψηλά στα μάγουλα και στο πάνω χείλος.

            Η σιλουέτα της ήταν επίσης εντάξει: ήταν ψηλή, κάπως οστεώδης, με ισχνά και μακριά άκρα. Η Αξιοθέα ήταν περήφανη για την ξερακιανή της σιλουέτα, την απαλλαγμένη από εκείνες τις καμπύλες που κατεδείκνυαν από μακριά τη θηλυκότητα. Μα την αλήθεια, είχε τα πάντα για να την μπερδέψει κανείς με ένα νέο άντρα. Τα πάντα, συμπεριλαμβανομένων των μεγάλων, πλατιών χεριών της, που ήταν καλοκαμωμένα αλλά σχεδόν τραχιά.

            Τα πάντα ή σχεδόν τα πάντα. Το μόνο, αλλά απειλητικό πρόβλημα ήταν τα στήθη. Δύο μήλα στρογγυλά, σφιχτά, ψηλά στον κορμό, ολοφάνερα. Θα ήταν αδύνατον να την περάσουν για αγόρι, εάν έβλεπαν το ύφασμα του χιτώνα της τεντωμένο από αυτές τις υπεροπτικές και σταθερές καμπύλες. Και χωρίς μια ανδρική εμφάνιση, θα αποχαιρετούσε τη γνώση, τη σοφία, την ανύψωση της ψυχής που προσφέρει η φιλοσοφία. Ο Πλάτων δεν ήθελε γυναίκες στην Ακαδημία. Και όμως η Αξιοθέα ήθελε να ακούσει τη διδασκαλία του. (σσ. 109-110)

Ο Droit προτιμάει την εκδοχή που θέλει την Αξιοθέα να καταφέρνει να ξεγελάσει, ως προς το φύλο της, μία ολόκληρη πόλη για πολλά χρόνια. Παραδέχομαι ότι δραματουργικά αυτή η εκδοχή προσφέρει περισσότερες δυνατότητες, αλλά είναι αναληθοφανής, για να το πω κομψά. (Κλείνει η παρένθεση.)

Δεν ξέρουμε αν ο Πλάτωνας ήθελε γυναίκες στην Ακαδημία. Ήθελε-δεν ήθελε, δεν μπορούσε να τις κάνει δεκτές χωρίς να παραβιάσει τον άτεγκτο νόμο – αυτό το γνωρίζουμε. Αλλά πιστεύω πως ήξερε ότι η Αξιοθέα ήταν γυναίκα. Πιστεύω (χωρίς να μπορώ να το αποδείξω – κανείς δεν μπορεί!) ότι η Αξιοθέα είχε τέτοιες διανοητικές ικανότητες που ήταν αποδεκτή και από τον Πλάτωνα και από τους συμφοιτητές της. Δεν αποκλείεται να βοηθούσε και το γεγονός ότι ήταν πλούσια. Αλλά να κάνει φιλοσοφία σε τέτοιο επίπεδο και να παριστάνει με επιτυχία τον άντρα για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, το βρίσκω απίθανο. Καλό το σενάριο για χολιγουντιανή ταινία, αλλά στην πραγματικότητα τα πράγματα πρέπει να ήταν μάλλον απλούστερα: όλοι στην Αθήνα ήξεραν ότι η Αξιοθέα ήταν γυναίκα, αλλά έκαναν τα στραβά μάτια είτε επειδή ήταν εξαιρετική περίπτωση (όμορφη και έξυπνη) είτε επειδή ήταν πλούσια – είτε και για τα δύο αυτά μαζί. Κυρίως, όμως, επειδή ήταν καλή στη φιλοσοφία. Έτσι θέλω να πιστεύω ότι έγινε. Η κλασική Αθήνα δεν ήταν φιλική προς τις γυναίκες, αυτό δεν αμφισβητείται. Από την άλλη, οι Αθηναίοι δεν ήταν Σπαρτιάτες, ήταν πιο χαλαροί. Ίσως και να σκέφτηκαν: «Θέλει να κάνει φιλοσοφία; Ας κάνει. Ποιον πειράζει;» Μακάρι να έγινε έτσι.

m0035.jpg

Η Ακαδημία Πλάτωνος σε μωσαϊκό της Πομπηίας, 1ος αι. π.Χ.

Μια και ήρθε ο λόγος στο Χόλιγουντ (εγώ τον έφερα, εδώ που τα λέμε – δεν ήρθε μόνος του), ας επεκταθώ επ’ αυτού εδώ, στον επίλογο. Στην ποπ κουλτούρα των ημερών μας, περίβλεπτη θέση έχουν οι ιστορίες των underdogs, εκείνων δηλαδή που τα καταφέρνουν να κάνουν αυτό που θέλουν, ενώ τα πάντα βαίνουν καλώς εναντίον τους. Άπειρα τα παραδείγματα, δεν χρειάζεται να παραθέσω ούτε ένα. Εύκολα μπορώ να φανταστώ ένα μεγάλο στούντιο στο Χόλιγουντ να καλοβλέπει ένα blockbuster από την ιστορία της Αξιοθέας (κάτι σαν το Ερωτευμένος Σαίξπηρ, λ.χ.). Αλλά η ουσία της ιστορίας δεν προσφέρεται (μόνο) για χαριτωμένη συγκίνηση και έξυπνες ατάκες – πάει πολύ βαθύτερα.

Ανά πάσα στιγμή στην ιστορία της ανθρωπότητας αμέτρητες ήταν οι περιπτώσεις ανθρώπων που τους αρνήθηκαν την πρόσβαση στη γνώση. Οι λόγοι ήταν επίσης πολυάριθμοι: κοινωνικοί, πολιτικοί, οικονομικοί, πολιτισμικοί, θρησκευτικοί, φυλετικοί, έμφυλοι. Η χρήση του αορίστου στις προηγούμενες προτάσεις δεν σημαίνει ότι τα πράγματα σήμερα έχουν αλλάξει ριζικά. Η κατάσταση στον 21ο αιώνα έχει ασφαλώς βελτιωθεί σε σχέση με το παρελθόν, αλλά όχι όσο θα ήθελαν όσοι πιστεύουν ότι η γνώση πρέπει να είναι προσβάσιμη στους πάντες ανεξαιρέτως. Οποιαδήποτε στρέβλωση στις ιδέες της ισότητας και της ισονομίας οδηγεί αναπόφευκτα σε αποκλεισμό από τη γνώση – ακόμα και σήμερα.

Το ζήτημα της παιδείας είναι πρωτίστως πολιτικό, γι’ αυτό και η λύση του προβλήματος της πρόσβασης στη γνώση καθυστέρησε, καθυστερεί και θα καθυστερήσει: το πολιτικό προσωπικό της εκτελεστικής εξουσίας (ανεξαρτήτως ιδεολογικής απόχρωσης) δεν μπορεί (κι όταν μπορεί, δεν θέλει) να το λύσει γιατί απλούστατα η γνώση είναι δύναμη. Κι όταν η δύναμη περάσει στα χέρια της κοινωνίας των πολιτών, μαύρα τα χαμπέρια για τους διαχειριστές της εξουσίας.

Το πρόβλημα της πρόσβασης στη γνώση αφορά τις κοινωνίες στο σύνολό τους. Συνεπώς, η λύση του θα πρέπει επίσης να είναι συλλογική. Μόνο που οι συλλογικές λύσεις απαιτούν συνεννόηση, θέληση, προσπάθεια. Με μία λέξη: αρετή (με την ευρύτερη πλατωνική της έννοια). Καθώς η πλατωνική αρετή παρουσιάζει διαχρονική έλλειψη στα ανώτερα κλιμάκια της λήψης αποφάσεων, δεν προβλέπεται ριζική βελτίωση της κατάστασης στο άμεσο μέλλον.

Κατόπιν τούτων, είναι ελαφρώς δονκιχωτική η αναφορά σε μεμονωμένες, ατομικές περιπτώσεις ανθρώπων που έκαναν την προσωπική τους υπέρβαση επειδή ήθελαν να μάθουν. Το αρχέτυπο του ήρωα που μάχεται σε αντίξοες συνθήκες για την προσωπική του ολοκλήρωση, παρότι γοητευτικό και συγκινητικό (έως και προτρεπτικό), εύκολα μπορεί να ξεπέσει σε ευκολίες επιπέδου σαπουνόπερας – ή, ακόμα χειρότερα, να χρησιμοποιηθεί ως υπόβαθρο στο διαβόητο κοελιογενές απόφθεγμα «όταν θέλεις κάτι, όλο το σύμπαν συνωμοτεί για να τα καταφέρεις». Μόνο που το σύμπαν δεν έχει ιδέα για το θέλει ο ένας και ο άλλος· δεν έχει ιδέα γενικώς, παίρνω όρκο, πείτε του χαιρετίσματα του μπαρμπα-Κοέλιο.

Εντούτοις, στην ιστορία των ιδεών, μολονότι γνωρίζει κανείς ότι οι αναφορές σε μεμονωμένες περιπτώσεις δεν έχει ουσιαστική αξία, κάποιες ιστορίες έχουν τέτοια δυναμική που είναι δύσκολο να τους αντισταθεί. Πολλοί από εμάς, αν και γνωρίζουμε εκ των προτέρων την κατάληξη μίας ακόμα σισύφειας ανάβασης, αναφερόμαστε σε τέτοια παραδείγματα πάθους για τη γνώση. Γιατί; Επειδή μας γοητεύει ο Σίσυφος.(Πώς το έλεγε ο Camus; «Ακόμα κι ο ίδιος ο αγώνας προς την κορυφή φτάνει για να γεμίσει μια ανθρώπινη καρδιά. Πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο». Αυτό.) Επειδή παραμυθιαζόμαστε (κάπως εμμονικά, ομολογώ) ότι, μακροπρόθεσμα έστω, η διά του παραδείγματος μέθοδος θα φέρει αποτελέσματα. Επειδή, εντέλει, κάποιες ιστορίες αξίζει να λέγονται.

Κλείνοντας, να προσθέσω ότι για το έργο της Αξιοθέας (αν υπήρξε τέτοιο έργο) δεν γνωρίζουμε απολύτως τίποτα. Αν η Αξιοθέα μνημονεύεται σήμερα στην ιστορία της φιλοσοφίας, μνημονεύεται για το πάθος που είχε για τη γνώση: ήθελε να μάθει – και έμαθε! Έκανε το όνειρό της πραγματικότητα. Ακριβώς επειδή τα κατάφερε να εισχωρήσει σε ένα πεδίο που διαχρονικά θεωρείται αντρική υπόθεση (χωρίς να υφίσταται κανένας πραγματικός λόγος γι’ αυτό, πέρα από το επονείδιστο γεγονός ότι οι γυναίκες εκπαιδεύονται έτσι ώστε να πιστέψουν ότι δεν είναι ικανές να ασχοληθούν με κάποιους τομείς του επιστητού) έχει κερδίσει επάξια μια θέση στο προσωπικό μου εικονοστάσι των ηρώων της γνώσης. Το θέμα, ασφαλώς, δεν είναι προσωπικό. Η Αξιοθέα, ως σύμβολο, ανήκει στις καλές στιγμές της ανθρώπινης γνώσης εν γένει, της εγγενούς ανάγκης του ανθρώπου να γνωρίσει. Η Αξιοθέα είναι ιδέα. Μια πολύ καλή ιδέα.

Βιβλιογραφία

  • Diogenes Laërtius, The Lives and Opinions of Eminent Philosophers, translated by C.D. Yonge, Bohn’s Classical Library, 1853.
  • Diogenes Laertius, Lives of Eminent Philosophers, edited by Tiziano Dorandi, Cambridge Classical Texts and Commentaries, 2013.
  • Πλάτων, Πολιτεία, μετάφραση: Ν.Μ. Σκουτερόπουλος, Πόλις, 2002.
  • Πλάτων, Συμπόσιον, μετάφραση: Ιωάννης Συκουτρής, Κάκτος, 2005.
  • Πλάτων, Μενέξενος, μετάφραση: Κωνσταντίνος Π. Αθανάσατος, Δαίδαλος Ι. Ζαχαρόπουλος, 2007.
  • Ροζέ-Πολ Ντρουά & Ζαν Φιλίπ Τονάκ, Είναι Τρελοί Αυτοί οι Σοφοί, μετάφραση: Ειρήνη Μαρκίδη, Ψυχογιός, 2007.
  • Themistius, The Private Orations, translated by Robert J. Penella, University of California Press, 2000.
  • Mary Ellen Waithe, A History of Women Philosophers. Volume 1. 600 B.C.-500 A.D., Martinus Nijhoff Publishers, 1987.

Διαδικτυογραφία

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από τη στήλη Μικροϊστορίες των επιστημών και της φιλοσοφίας

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

Νόμπελ: «Μαθηματικά; Όχι, ευχαριστώ»

Μικροϊστορίες των επιστημών και της φιλοσοφίας

—του Γιώργου Θεοχάρη—

Κάθε χρόνο, αρχής γενομένης το 1901, τον Οκτώβριο ανακοινώνονται και στις 10 Δεκεμβρίου (ημερομηνία θανάτου του Alfred Nobel) απονέμονται τα έξι περίβλεπτα διεθνή Βραβεία Νόμπελ: Φυσικής, Χημείας, Ιατρικής, Λογοτεχνίας, Ειρήνης και Οικονομικών. Νόμπελ Μαθηματικών, όμως, δεν υπάρχει. Γιατί άραγε;

Στο δίτομο In Mathematical Circles (1969), o Howard M. Eves έχει συγκεντρώσει μαθηματικές ιστορίες και ανέκδοτα, 360 τον αριθμό, όσες και οι μοίρες του κύκλου. Στην 352η «μοίρα» (τόμος Β΄, σ. 130) γράφει ο Eves:

Γιατί δεν υπάρχει Βραβείο Νόμπελ για τα μαθηματικά. Υπάρχουν βραβεία Νόμπελ για αρκετούς από τους επιστημονικούς τομείς, αλλά όχι για τα μαθηματικά. Υπήρχε κάποτε ένας σπουδαίος Σουηδός μαθηματικός, ο G. M. Mittag-Leffler (1846-1927), ο οποίος ήταν και πολύ πλούσιος. Καθώς γινόταν όλο και πλουσιότερος, ανταγωνιζόταν αρκετούς άλλους μεγιστάνες, ιδιαιτέρως τον Alfred Nobel, ο οποίος θέσπισε τα πέντε μεγάλα βραβεία που απονέμονται ετησίως για την σημαντικότερη συνεισφορά στη Φυσική, τη Χημεία, τη Φυσιολογία ή την Ιατρική, για το Ιδεαλιστικό Λογοτεχνικό Έργο και για τον Σκοπό της Παγκόσμιας Ειρήνης. Την εποχή που θεσπίστηκαν τα βραβεία, ο Νόμπελ, καθώς εξέταζε το ενδεχόμενο να συμπεριλάβει και τα μαθηματικά στα βραβεία, ζήτησε τη γνώμη των συμβούλων του αν υπήρχε περίπτωση να το κέρδιζε ποτέ ο Mittag-Leffler. Καθώς ο Mittag-Leffler ήταν ικανός και διάσημος μαθηματικός, εκείνοι παραδέχτηκαν πως όντως υπήρχε μια τέτοια πιθανότητα. «Τότε δεν θα υπάρξει βραβείο για τα μαθηματικά», πρόσταξε ο Νόμπελ.

Η ανεκδοτολογικής υφής εξήγηση του Eves αφενός δύσκολα γίνεται πιστευτή –ακόμα και πριν εξετάσει κανείς τα δεδομένα–, αφετέρου δεν είναι καν διασκεδαστική. Αντίθετα, αν ρωτήσετε έναν οποιονδήποτε μαθηματικό θα σας πει μια τελείως διαφορετική ιστορία, ενδεχομένως με τους ίδιους πρωταγωνιστές, αλλά σαφώς πιο πιπεράτη. Το ανέκδοτο που κυκλοφορεί στις μαθηματικές σχολές έχει ως εξής:

Ο λόγος που δεν υπάρχει Νόμπελ Μαθηματικών είναι ότι η σύζυγος (κατ’ άλλους, η αρραβωνιαστικιά ή η ερωμένη) του Alfred Nobel το ’σκασε (κατ’ άλλους είχε παράνομη σχέση) με έναν γνωστό μαθηματικό. Το όνομα του μαθηματικού ποικίλλει στις διάφορες εκδοχές, αλλά συνήθως κατονομάζεται ο Σουηδός καθηγητής μαθηματικών Gösta Magnus Mittag-Leffler. Ο Νόμπελ όρισε στη διαθήκη του να μην απονέμεται βραβείο για τα μαθηματικά, φοβούμενος ότι ο καθηγητής Mittag-Leffler μπορεί κάποτε να το κέρδιζε.

Αυτή η δεύτερη εκδοχή είναι σίγουρα καλύτερη από την πρώτη, αλλά πρόκειται για μύθο. Και οι δύο εκδοχές (μαζί με τις παραλλαγές της δεύτερης) έχουν καταρριφθεί εδώ και δεκαετίες από τους Lars Garding και Lars Hormander στο άρθρο τους «Is There No Nobel Prize in Mathematics?» (Mathematical Intelligencer 7:3, 1985, σσ.73-74). Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

immanuel-nobel
Immanuel Nobel

Ο Alfred Bernhard Nobel (1833-1896) ήταν χημικός, μηχανικός, εφευρέτης και βιομήχανος πολεμικού υλικού. Δεν καταγόταν από πλούσια οικογένεια. Ο πατέρας του, Immanuel Nobel, ήταν επίσης μηχανικός, αρχιτέκτονας και εφευρέτης (της υποβρύχιας νάρκης, μεταξύ άλλων), αλλά βιομήχανος έγινε αργότερα, το 1842, αφού πρώτα ο Alfred είχε μεγαλώσει μέσα στη φτώχια. Κάτι ο Κριμαϊκός Πόλεμος, κάτι οι εφευρέσεις πατέρα και γιου, κάτι το επιχειρηματικό δαιμόνιο του δεύτερου γιου, του Ludvig (ο Alfred ήταν ο τρίτος και ο Robert ο πρωτότοκος, ο οποίος επίσης έκανε πολλά λεφτά από το ρωσικό πετρέλαιο), το οικογενειακό εργοστάσιο πολεμικού υλικού έκανε χρυσές δουλειές. Οι Nobel κολυμπούσαν στο χρήμα. Θησαύριζαν πουλώντας θάνατο. (Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ήταν γερά μυαλά, όλοι τους. Το ζήτημα είναι τι το κάνεις το μυαλό, άπαξ και το ’χεις.)

Τα αδέλφια Nobel (με τη φορά του ρολογιού): Robert, Alfred, Ludvig and baby Emil. Η φωτογραφία είναι από το St. Petersburg, περίπου το 1843.
Τα αδέλφια Nobel (με τη φορά του ρολογιού): Robert, Alfred, Ludvig και ο μικρός Emil. Η φωτογραφία είναι από το St. Petersburg, περίπου το 1843.

Ο Alfred είχε στο όνομά του 355 πατέντες, αλλά η βασική εφεύρεση, που απέφερε και τα μεγαλύτερα κέρδη, ήταν ο δυναμίτης. Ισχυριζόταν ότι οι εφευρέσεις του στόχευαν στο καλό της ανθρωπότητας, αλλά στην πράξη οι άνθρωποι τις χρησιμοποιούσαν για να αλληλοσκοτώνονται με προϊόντα παραγωγής του εργοστασίου των Nobel. Ο Alfred, εκτός από προφανώς έξυπνος άνθρωπος, ήταν και καλλιεργημένος: ανέκαθεν διάβαζε με πάθος κάθε είδους λογοτεχνία. Επόμενο ήταν να μην του αρέσει η φήμη πολεμοκάπηλου που είχε αποκτήσει λόγω των εφευρέσεων και του εξ αυτών πλούτου. Μάλιστα, το 1867 προσπάθησε (χωρίς επιτυχία) να πλασάρει στην αγορά τον δυναμίτη (που ουσιαστικά ήταν μία όντως ασφαλέστερη μορφή της πραγματικά επικίνδυνης νιτρογλυκερίνης) με την επωνυμία «η σκόνη ασφαλείας του Nobel». Λίγο πριν, ο Emil Nobel, το στερνοπαίδι της οικογένειας, είχε σκοτωθεί κατά τη διάρκεια πειράματος με εκρηκτικά στο εργοστάσιό τους. Βαρύ το τίμημα για την οικογένεια, η οποία βέβαια δεν πτοήθηκε: η δουλειά συνεχίστηκε κανονικά – ήταν πολλά τα λεφτά.

Το τελειωτικό χτύπημα για τον Alfred, σε ό,τι αφορούσε τη φήμη του, ήρθε όταν πέθανε ο αδελφός του ο Ludwig το 1888. Μια γαλλική εφημερίδα μπέρδεψε τα αδέρφια και έγραψε: ««Πέθανε ο έμπορος του θανάτου: Ο Δρ Alfred Nobel, ο οποίος πλούτισε ανακαλύπτοντας τρόπους να σκοτώνονται οι άνθρωποι πιο γρήγορα από ποτέ, πέθανε χθες». Δεν είναι και μικρό πράγμα να το διαβάζεις αυτό για τον εαυτό σου. Ο Alfred σοκαρίστηκε. (Δεν είχε και το χιούμορ του Mark Twain, ο οποίος σε μια ανάλογη περίσταση είναι τηλεγραφήσει στην απρόσεχτη εφημερίδα τη μνημειώδη ατάκα: «οι αναφορές στον θάνατό μου είναι σε μεγάλο βαθμό υπερβολικές».) Τότε ήταν που σκέφτηκε ότι έπρεπε να κάνει κάτι εντυπωσιακό για την υστεροφημία του. Και το έκανε: στην τελική του διαθήκη (1895) όριζε ότι 9 εκατομμύρια δολάρια (το 94% της περιούσιας του, περίπου 250 εκατομμύρια σημερινά δολάρια) θα πήγαιναν για τα ετήσια βραβεία που θα είχαν το όνομά του.

Όριζε επίσης και τους πέντε αρχικούς τομείς: Φυσικής, Χημείας, Ιατρικής, Λογοτεχνίας, Ειρήνης, τα οποία απονεμήθηκαν για πρώτη φορά το 1901. (Το Νόμπελ Οικονομικών είναι μετέπειτα προσθήκη: απονεμήθηκε για πρώτη φορά το 1969.) Για τα μαθηματικά, όπως είπαμε, κουβέντα. Υπήρχε άραγε λόγος;

gosta-mittag-leffler
Gösta Magnus Mittag-Leffler

Για να ξεδιαλύνουμε την υπόθεση πρέπει απαραιτήτως να δούμε πρώτα ποιος ήταν ο Gösta Magnus Mittag-Leffler, η (φερόμενη ως) πέτρα του σκανδάλου. Γεννήθηκε στη Στοκχόλμη το 1846. Γόνος καλής οικογένειας: ο πατέρας του διευθυντής σχολείου, η αδελφή του συγγραφέας. Σπούδασε μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο της Ουψάλας, απ’ όπου πήρε το διδακτορικό του το 1872. Συνέχισε τις μεταδιδακτορικές σπουδές του στο Παρίσι, στο Γκέτινγκεν και στο Βερολίνο (υπό τον Weierstrass) και το 1877 βρέθηκε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Ελσίνκι. Εκεί γνώρισε και παντρεύτηκε την πάμπλουτη Φινλανδή Signe Lindfors. Το 1881 επέστρεψε στη Σουηδία και πήρε την έδρα του προϊστάμενου του μαθηματικού τμήματος στο Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης. Ήταν σπουδαίος μαθηματικός, αλλά δύσκολα θα κέρδιζε το Νόμπελ Μαθηματικών (αν υπήρχε), σε μια εποχή που στον χώρο δέσποζαν μορφές των μαθηματικών όπως, λ.χ., οι Hilbert, Poincaré, Weierstrass και άλλοι πολλοί. Ήταν επίσης γνωστός υπέρμαχος των δικαιωμάτων των γυναικών, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο να δοθεί, για πρώτη στην ακαδημαϊκή ιστορία, έδρα μαθηματικών σε γυναίκα, συγκεκριμένα στη Sofia Kovalevskaya. Επίσης, το 1903 ήταν μέλος της Επιτροπής των Βραβείων Νόμπελ που έδωσε στο Νόμπελ Φυσικής σε γυναίκα (τη Marie Curie – από κοινού με τον σύζυγό της, τον Pierre Curie). Παραιτήθηκε από την έδρα του το 1911 για να ασχοληθεί αποκλειστικά με τις επιχειρήσεις του. Τα πήγαινε πολύ καλά μέχρι που έχασε όλη του την περιουσία στο κραχ του 1922. Πέθανε το 1927.

alfred_nobel_young
Ο Alfred Nobel νεαρός.

Ας δούμε τώρα αν θα μπορούσε να υπάρχει βεντέτα (ερωτική ή άλλη) μεταξύ του Nobel και του MittagLeffler. Κατά πρώτον, ο ισχυρισμός του Howard Eves ότι η αντιζηλία μεταξύ των δύο αντρών ήταν επιχειρηματικής φύσης δεν ευσταθεί: στο πρώτο μισό της δεκαετία του 1890, ο Nobel ήταν ένας πανίσχυρος βιομήχανος που νοιαζόταν πλέον κυρίως για την υστεροφημία του (πέθανε το 1896), ενώ ο MittagLeffler ήταν είχε την πρώτη έδρα μαθηματικών στο Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης (μάλιστα, διετέλεσε μέχρι και πρόεδρος του πανεπιστημίου μεταξύ 1891-1892)· δεν ασχολήθηκε συστηματικά με επιχειρήσεις παρά μόνο μετά το 1911, όταν πια είχε παραιτηθεί από καθηγητής. Εξάλλου, τα πολλά λεφτά δεν ήταν καν δικά του, αλλά της γυναίκας του. Φαντάζει απίθανο να τον φοβόταν ο Nobel λόγω της επιχειρηματικής του δραστηριότητας. Συνεπώς, η βεντέτα μεταξύ μεγιστάνων βγαίνει εύκολα από τη συζήτηση. Μένει προς εξέταση η πιθανότητα η αντιπαλότητά τους (αν υπήρχε) να ήταν απλούστατα ερωτική αντιζηλία. Cherchez la femme, λοιπόν.

Καταρχάς, ο Nobel δεν παντρεύτηκε ποτέ, συνεπώς κανείς δεν μπορεί να το ’σκασε με τη σύζυγό του, ούτε να είχε σχέση μαζί της. Τότε, ίσως να μην ήταν σύζυγος, αλλά αρραβωνιαστικιά ή ερωμένη. Ίσως. Ας δούμε όλες τις (γνωστές, εν πάση περιπτώσει) γυναίκες στη ζωή του Nobel.

Bertha Kinsky
Bertha Kinsky

Ως πρώτη αναφέρεται κάποια Alexandra, στην οποία έκανε πρόταση γάμου στα νεανικά του χρόνια. Εκείνη όμως αρνήθηκε να τον παντρευτεί. Την εποχή εκείνη, ο MittagLeffler ήταν ακόμα παιδί, συνεπώς αποκλείεται να «έφαγε» την Alexandra από τον Nobel. Δεν είναι γνωστό τι απέγινε η Alexandra, αν παντρεύτηκε, και μάλιστα διάσημο μαθηματικό. Η λογική λέει ότι αν είχε συμβεί κάτι τέτοιο, θα το ξέραμε. (Πάει η πρώτη.)

Δεύτερη γυναίκα στη ζωή του Nobel ήταν μία γραμματέας του, η Bertha Kinsky. Είναι βέβαιο ότι είχαν σχέση, την οποία τερμάτισε εκείνη για να παντρευτεί έναν πρώην εραστή της, τον Βαρόνο Arthur Gundaccar von Suttner. Δηλαδή, την Bertha όντως κάποιος του την «έφαγε» του Nobel, αλλά όχι ο MittagLeffler. Άλλωστε, ο Alfred και η Bertha παρέμειναν στενοί φίλοι μέχρι τον θάνατο του πρώτου, γεγονός που αποδεικνύει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι δεν της το κράτησε μανιάτικο. (Πάει κι δεύτερη.)

sophie-hess
Sophie Hess

Η τρίτη και τελευταία γυναίκα της ζωής του ήταν η Αυστριακή Sophie Hess, με την οποία είχε σχέση για περίπου 18 χρόνια. Σώζονται γράμματα μεταξύ τους όπου ο Nobel την προσφωνεί Madame Sofie Nobel, αλλά είναι βέβαιο ότι δεν παντρεύτηκαν ποτέ. Στην πυκνή τους αλληλογραφία, πάντως, δεν υπάρχει καν υπαινιγμός για κάποιο τρίτο πρόσωπο που είχε μπει ανάμεσά τους. (Πάει και η τρίτη – δεν έχει άλλες.)

Συνοψίζοντας, υπήρχαν συνολικά τρεις γυναίκες στη ζωή του Nobel. Η πρώτη, Alexandra, δεν δέχτηκε να τον παντρευτεί όταν ήταν νέος· εντούτοις, δεν υπάρχουν στοιχεία ότι κατέληξε να παντρευτεί ή να τα φτιάξει με μαθηματικό (και σίγουρα όχι με τον Mittag-Leffler, που τότε πήγαινε ακόμα στο δημοτικό) . Με τη δεύτερη, την Bertha –η οποία τον παράτησε για να παντρευτεί όχι μαθηματικό, αλλά αριστοκράτη– παρέμεινε φίλος μέχρι που πέθανε, άρα ούτε εδώ διαφαίνεται έχθρα (και πάντως όχι κατά των μαθηματικών· για τους αριστοκράτες δεν ξέρουμε). Όσο για την τρίτη, τη Sophie, από πουθενά δεν προκύπτει ότι στα 18 χρόνια που ήταν μαζί, η σχέση τους διαταράχτηκε από κάποιον τρίτο, πόσο μάλλον από τον Mittag-Leffler, τον διαπρεπή καθηγητή μαθηματικών.

Συμπέρασμα: ο Nobel δεν εχθρευόταν τον Mittag-Leffler ούτε ως επιχειρηματικό αντίπαλο ούτε ως ερωτικό αντίζηλο.

Σύμφωνοι, αλλά δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά, υπάρχει; Κάποιος λόγος θα υπάρχει για να εμπλέκεται το όνομα του Mittag-Leffler σχεδόν σε κάθε συζήτηση για την εκκωφαντική απουσία των μαθηματικών από τα Βραβεία Νόμπελ. Κάτι θα είχαν να χωρίσουν ο Alfred με τον Gösta, δεν μπορεί! Κι επειδή εδώ δεν κάνουμε κουτσομπολιό, αλλά ιστορική έρευνα, θα προσπαθήσουμε να βρούμε τι συνδέει (αν τους συνδέει κάτι, τέλος πάντων) αυτούς τους δύο.

Καταρχάς, δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι οι περί ων ο λόγος συναντήθηκαν ποτέ στη ζωή τους. Ο Nobel εγκαταστάθηκε στο Παρίσι όταν ο Mittag-Leffler ήταν ακόμα φοιτητής και δεν επέστρεφε στη Σουηδία παρά μόνο μία φορά τον χρόνο για τα γενέθλια της μητέρας του. Από την άλλη, είναι γεγονός ότι το Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης είχε αναθέσει στον Mittag-Leffler να πείσει τον Nobel (όχι απαραίτητα τον ίδιο, αλλά τους περί αυτών) να αφήσει μέρος της περιουσίας του στο πανεπιστήμιο. Και πράγματι, σε κάποια προγενέστερη διαθήκη του ο Nobel άφηνε το 5% της περιουσίας του στο Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης. Αλλά όταν το 1897 ανακοινώθηκε το περιεχόμενο της τελευταίας του διαθήκης, το πανεπιστήμιο είχε μείνει απέξω. Αυτό δεν σημαίνει πολλά πράγματα: ο Nobel άλλαζε τη διαθήκη του κάθε τρεις και λίγο στις τελευταίες δεκαετίες της ζωής του. Και στην τελευταία του (σ’ εκείνη που τελικά εκτελέστηκε, δηλαδή) άφησε απέξω πολλά εκπαιδευτικά ιδρύματα, όχι μόνο το Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης. Εύλογα υποθέτει κανείς ότι είχε εντέλει αποφασίσει να τα αφήσει σχεδόν όλα στο ίδρυμα για τα Βραβεία Νόμπελ, το Nobel Foundation.

Και όμως, υπάρχει κάποια ένδειξη βάσει της οποίας ο Mittag-Leffler είχε πει σε κάποιον ότι ο Nobel δεν τον χώνευε. Το 1966, η Αδελφή Mary Thomas à Kempis δημοσίευσε στο The Mathematics Teacher (σσ. 667-668) μία επιστολή του Καναδού μαθηματικού Raymond Clare Archibald (1875-1955), την οποία είχε ανακαλύψει στο αρχείο του Brown University, όπου αναφέρεται ότι ο MittagLeffler του είχε πει (του Archibald) σε ιδιωτική συνομιλία πως πίστευε ότι η απουσία ενός Βραβείου Νόμπελ για τα μαθηματικά οφείλεται στο γεγονός ότι εκείνος (ο MittagLeffler) και ο Nobel δεν τα πήγαιναν ποτέ καλά. Αυτό όλο κι όλο. Από τόσους ανθρώπους που σίγουρα θα γνώριζαν αν υπήρχε κάτι μεταξύ των δύο ανδρών, το μόνο στοιχείο που έχει βρεθεί είναι ένα απόσπασμα επιστολής όπου αναφέρεται ότι ο MittagLeffler είπε σε κάποιον ότι πίστευε πως ο Nobel δεν τον χωνεύει, γι’ αυτό και άφησε τα μαθηματικά έξω από τα ομώνυμα Βραβεία. Πολύ χλομή ένδειξη για να στηθεί πάνω της ολόκληρη ιστορία.

Από την άλλη μεριά, προσωπικά πιστεύω ότι όντως υπήρχε μια φήμη ότι οι Nobel και MittagLeffler ήταν στα μαχαίρια, η οποία ξεκίνησε από καθηγητές του Πανεπιστημίου της Στοκχόλμης που ήταν ακαδημαϊκοί αντίπαλοι του MittagLeffler. (Δεν θ’ ανοίξουμε εδώ συζήτηση για το ακαδημαϊκό σινάφι, τις κλίκες και τις ίντριγκες – είναι κοινή γνώση ότι υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν.) Η Elisabeth Crawford στο The Beginnings of the Nobel Institution (Cambridge University Press, 1984, σσ. 52-53) γράφει κάτι πολύ ενδιαφέρον σχετικά με το πώς ξεκίνησε αυτή η φήμη:

Μολονότι δεν είναι γνωστό πώς εκείνοι που είχαν υπεύθυνες θέσεις στο Πανεπιστήμιο στης Στοκχόλμης έφτασαν στο σημείο να πιστεύουν ότι ένα μεγάλο κληροδότημα ήταν καθ’ οδόν, αυτή ήταν πράγματι η προσδοκία τους, και η απογοήτευσή τους ήταν έντονη όταν στις αρχές του 1897 ανακοινώθηκε ότι το πανεπιστήμιο είχε μείνει έξω από την τελική διαθήκη του Nobel το 1895. Ακολούθησαν αλληλοκατηγορίες, με τους Pettersson και Arrhenius [ακαδημαϊκοί αντίπαλοι του MittagLeffler στα διοικητικά του πανεπιστήμιου] να ισχυρίζονται ότι αυτό που προκάλεσε την καταστροφή σχετικά με το κληροδότημα ήταν η αντιπάθεια του Nobel για τον MittagLeffler. Αυτό έχει κάποιο ενδιαφέρον γιατί ενδέχεται να έχει συμβάλει στον μύθο που λέει ότι ο Nobel σκόπευε να θεσπίσει βραβείο και για τα μαθηματικά, αλλά έκανε πίσω εξαιτίας της αντιπάθειάς του για τον MittagLeffler ή –σε μια άλλη εκδοχή της ίδιας ιστορίας– εξαιτίας της αντιπαλότητάς τους για τα μάτια μιας γυναίκας…

Ενδέχεται; Σίγουρο είναι! Από μια ακαδημαϊκή κόντρα ξεκίνησαν όλα. Δεν ξέρουμε αν όντως ο Nobel αντιπαθούσε τον MittagLeffler (δεν αποκλείεται, συμβαίνουν αυτά) –και εξ αντανακλάσεως όλους τους μαθηματικούς και τα μαθηματικά–, αλλά κι έτσι να ήταν, ο λόγος δεν ήταν ούτε τα λεφτά ούτε μια γυναίκα. Τα μαθηματικά έμειναν εκτός Βραβείων, αλλά ο λόγος μπορεί να είναι πολύ πιο πεζός (όπως συχνά συμβαίνει).

Βαρόνη Bertha von Suttner (πρώην Kinsky)
Βαρόνη Bertha von Suttner (πρώην Kinsky)

Ο Νόμπελ θέλησε τα Βραβεία να δίνονται σε ανθρώπους που έχουν τη σημαντικότερη ανά έτος συνεισφορά σε αντικείμενα που τον ενδιέφεραν. Και ποια ήταν αυτά; Προφανώς η Χημεία και η Φυσική (τα κατ’ εξοχήν αντικείμενά του) και εξίσου προφανώς η Λογοτεχνία (είπαμε: ήταν φανατικός αναγνώστης). Η Ιατρική δεν ήταν στα άμεσα ενδιαφέροντά του, αλλά η συμβολή της στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου είναι αυτονότητη. Τέλος, η Ειρήνη προστέθηκε για να βγάλει από πάνω του τη ρετσινιά του πολεμοκάπηλου. Λογικό. Μάλιστα, την ιδέα για το Βραβείο Ειρήνης δεν την έριξε ο ίδιος, αλλά η πρώην γραμματέας και ερωμένη του, η Bertha Kinsky (η οποία, ως βαρόνη Bertha von Suttner πλέον, το κέρδισε κιόλας το 1905, θεωρητικά για τη συγγραφή του Lay Down Your Arms, αλλά στην ουσία για τη συμβολή της στη θέσπιση του ίδιου του Νόμπελ Ειρήνης). Εντάξει με τα Βραβεία που θεσπίστηκαν, αλλά γιατί να αποκλειστούν τα μαθηματικά; Η κραυγαλέα απουσία τους μοιάζει αφύσικη. Πρέπει (πρέπει!) να υπήρχε κάποιος λόγος. Υπήρχε τωόντι: ο Nobel απλώς δεν ενδιαφερόταν για τα μαθηματικά – ίσως να τα αντιπαθούσε κιόλας (είναι γνωστό ότι αντιπαθούσε τους στατιστικολόγους και τους λογιστές)! Είναι πολύ πιθανό να μην μπόρεσε ποτέ να καταλάβει πώς μπορούν να καθαρά μαθηματικά να συνεισφέρουν –από μόνα τους– στην πρόοδο της ανθρωπότητας. Ως άνθρωπος της πράξης, μάλλον θεωρούσε τα (εφαρμοσμένα) μαθηματικά απλώς βοηθούσαν την πρόοδο των άλλων επιστημών. Σε αυτό το σημείο, πολλοί (όχι όλοι, εντάξει) θα συμφωνήσουν ότι ο Nobel έσφαλε: τα μαθηματικά είναι, ανάμεσα στις θετικές επιστήμες, η πρώτη μεταξύ ίσων.

Θα μπορούσε να προστεθεί ένας ακόμα λόγος, αν και όχι τόσο ισχυρός όσο ο προηγούμενος. Ο Mittag-Leffler (πάλι αυτός!), ως εκδότης (με τα λεφτά της γυναίκας του) από το 1892 του περιοδικού Acta Mathematica, είχε ήδη θεσμοθετήσει ένα βραβείο (με χρηματικό έπαθλο) για Ευρωπαίους μαθηματικούς και είχε καταφέρει να πάρει την έγκριση του βασιλιά Όσκαρ Β΄. Μπορεί κανείς να φανταστεί ότι ο Nobel δεν επιθυμούσε να ανταγωνιστεί ένα βραβείο με μεγάλο κύρος, που είχε και τη βασιλική έγκριση. Μπορεί να προτίμησε να διαθέσει την περιουσία του για βραβεία σε τομείς που αφενός τον ενδιέφεραν και αφετέρου δεν βραβεύονταν μέχρι τότε.

Όταν το 1969 θεσπίστηκε και έκτο βραβείο, το Νόμπελ Οικονομικών, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που περίμεναν ότι η επόμενη προσθήκη θα ήταν το Νόμπελ Μαθηματικών, με τη λογική ότι αφού θεσπίστηκε Νόμπελ μέχρι και για τα οικονομικά (!), δεν γίνεται να μην θεσπιστεί (έστω με ακατανόητη καθυστέρηση) και για τα μαθηματικά . Αυτό όμως δεν έγινε ποτέ – ούτε και πρόκειται να γίνει: τα μαθηματικά έχουν πλέον το δικό τους βραβείο, ισοδύναμο του Νόμπελ. Δεν αναφέρομαι στο Μετάλλιο Φιλντς (Fields Medal), το οποίο είναι μεν περίβλεπτο, αλλά απονέμεται κάθε τέσσερα χρόνια (αρχής γενόμενης το 1936) σε δυο, τρεις ή τέσσερις μαθηματικούς κάτω των 40 ετών και συνοδεύεται από χρηματικό έπαθλο 15.000 καναδικών δολαρίων. Αναφέρομαι στο Βραβείο Άμπελ (Abel Prize), το οποίο θεσπίστηκε από τη νορβηγική κυβέρνηση το 2002 (επ’ ευκαιρία της διακοσιοστής επετείου από τη γέννηση του μεγάλου Νορβηγού μαθηματικού Niels Henrik Abel, του οποίου άλλωστε φέρει το όνομα) και απονέμεται κάθε χρόνο (αρχής γενόμενης το 2003), συνοδευόμενο από 6 εκατομμύρια κορόνες (περίπου 600.000 ευρώ). Η ιδέα για το Βραβείο Άμπελ είναι παλιά, περίπου όσο και τα Βραβεία Νόμπελ. Το πρότεινε ο Νορβηγός μαθηματικός Sophus Lie (1842-1899) όταν έμαθε ότι ο Nobel είχε παραλείψει τα μαθηματικά από τα δικά του βραβεία. Όμως, το ενδιαφέρον ξεθύμανε όταν τερματίστηκε η Ένωση Σουηδίας και Νορβηγίας το 1905, για να υλοποιηθεί πάνω στους εορτασμούς για τα 200 χρόνια από τη γέννηση του Abel. Δικαιοσύνη! Γιατί, όπως και το κάνουμε, τα μαθηματικά ενυπάρχουν και στη Χημεία και στη Φυσική και στην Ιατρική και στα Οικονομικά (για τη Λογοτεχνία και την Ειρήνη, το συζητάμε).

nobel-prize

Χάρη της σύγκρισης των επάθλων, να σημειωθεί ότι τα Βραβεία Νόμπελ συνοδεύονται από χρυσό μετάλλιο 18 καρατίων, πιστοποιητικό και ένα ποσό που ποικίλλει από χρόνο σε χρόνο, αλλά σε κάθε περίπτωση ξεπερνά το 1 εκατομμύριο δολάρια. Καθόλου άσχημα! Το 2009 ήταν περίπου 1,4 εκατομμύρια δολάρια. Το κάθε βραβείο μπορούν να το μοιραστούν μέχρι τρεις, και είναι η επιτροπή που αποφασίζει πόσα θα πάρει ο καθένας. Και λεφτά υπάρχουν! Το Nobel Foundation που διαχειρίζεται το κληροδότημα του Nobel έχει σήμερα περιουσία περίπου μισό δισεκατομμύριο δολάρια. Δηλαδή, έχει –κατά προσέγγιση– διπλασιάσει το αρχικό κεφάλαιο. Μικρή η αύξηση, ιδίως αν σκεφτεί κανείς ότι δεν πληρώνει φόρους. Αυτό οφείλεται στο ότι οι διαχειριστές του είναι από επιλογή πολύ συντηρητικοί στις επενδύσεις τους γιατί δεν θέλουν να ρισκάρουν, αφού ο στόχος είναι τα Νόμπελ να απονέμονται για πάντα. Συν το γεγονός ότι κάθε χρόνο δίνουν του κόσμου τα λεφτά στους νικητές.

Για να επανέλθουμε, κλείνοντας, στον Alfred Nobel, κατά πώς φαίνεται, ο λόγος που σνομπάρισε τα μαθηματικά στα βραβεία του είναι πολύ πιο πεζός από τον μύθο που εμπλέκει τα ανθρώπινα πάθη με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Εντούτοις, δεν υπάρχει αμφιβολία πως ό,τι και να γραφτεί για το θέμα, σε βάθος χρόνου ο μύθος θα υπερισχύσει. Είναι εμπειρικά αποδεδειγμένο ότι όπου κοντράρεται η αλήθεια με τον μύθο, ο μύθος βγαίνει σχεδόν πάντοτε κερδισμένος – ειδικά όταν σε αυτόν εμπλέκονται αμύθητα πλούτη ή μοιραίες γυναίκες (ή και τα δύο μαζί – ακόμα καλύτερα!). Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο.

680px-alfred_nobel_signature-svg

Πηγές:

The Reason There is No “Nobel Prize for Mathematics” Had Nothing to Do With Any Wife/Mistress of Alfred Nobel

Why Isn’t There a Nobel Prize in Mathematics?

Why is there no Nobel Prize in Mathematics?

The Prize’s Rite

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από τη στήλη Μικροϊστορίες των επιστημών και της φιλοσοφίας

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

Λύνοντας τα άλυτα

Μικροϊστορίες των επιστημών και της φιλοσοφίας

—του Γιώργου Θεοχάρη—

 

will-hunting

Όσοι έχετε δει την ταινία Good Will Hunting (1997, σκηνοθεσία: Γκας Βαν Σαντ) σίγουρα θα θυμόσαστε στην αρχή μια σεκάνς όπου ο χαρισματικός, αυτοδίδακτος και τζόρας Γουίλ Χάντινγκ (Μάτ Ντέιμον), καθώς σφουγγαρίζει έναν διάδρομο στο ΜΙΤ, βλέπει αναρτημένο ένα μαθηματικό πρόβλημα με πίνακα γειτνίασης (adjacency matrix), παρατάει προς στιγμή τη σφουγγαρίστρα και το λύνει –ανώνυμα– για την πλάκα του. Το πρόβλημα αυτό ήταν από τα πολύ δύσκολα και το είχε βάλει ως πρόκληση στους φοιτητές του ο καθηγητής Τζέραλντ Λαμπώ (Στέλαν Σκάρσκαρντ). Φυσικά, οι πάντες εντυπωσιάζονται όταν μαθαίνουν ότι η διάνοια που έλυσε το άλυτο είναι ο επιστάτης της σχολής. Συμβαίνουν αυτά· στο Χόλιγουντ.i

good_will_hunting_1997_posterΕντυπωσιακό ξεκίνημα μιας καλής ταινίας. Ακόμα πιο εντυπωσιακό, όμως, είναι το γεγονός ότι οι σεναριογράφοι Ματ Ντέιμον και Μπεν Άφλεκ (που πήραν και το Όσκαρ πρωτότυπου σεναρίου ακριβώς γι’ αυτή την ταινία) χρησιμοποίησαν ως βάση για τη συγκεκριμένη σεκάνς έναν ευρέως διαδομένο –στις ΗΠΑ– αστικό μύθο, σύμφωνα με τον οποίο ένας φοιτητής λύνει ένα άλυτο («ανοιχτό») πρόβλημα μαθηματικών ακριβώς επειδή δεν ξέρει ότι θεωρείται άλυτο. Οι εκδοχές που κυκλοφορούν είναι πολλές, αλλά το επιμύθιο πάντα το ίδιο: σκέψου θετικά. Προφανώς ο εν λόγω φοιτητής (σε όλες τις εκδοχές) είναι ιδιοφυής και δουλευταράς, αλλά πάνω απ’ όλα σκέφτεται θετικά! Σαν αμερικανιά ακούγεται – και είναι. Εντούτοις, πρόκειται για αστικό μύθο που περιέργως βασίζεται σε αληθινή ιστορία!ii

george-bernard-dantzig

Ο Τζορτζ Μπέρναρντ Ντάντζιγκ (George Bernard Dantzig, 1914-2005) ήταν Αμερικανός μαθηματικός με σημαντική συνεισφορά στη στατιστική, την πληροφορική, τα οικονομικά και τη λήψη αποφάσεων. Ο πατέρας του, ο Τομπάιας Ντάντζιγκ, ήταν γερμανόφωνος Λετονός και η μητέρα του, η Άνια, ήταν Πολωνή. Οι δυο τους γνωρίστηκαν στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης, στο Παρίσι, όπου σπούδαζαν, εκείνος μαθηματικά (με καθηγητή τον Ανρί Πουανκαρέ) κι εκείνη γλωσσολογία. Ερωτεύτηκαν, παντρεύτηκαν και το 1910 αποφάσισαν να μεταναστεύσουν στις ΗΠΑ, αποφεύγοντας έτσι αρκετές μαύρες σελίδες της ευρωπαϊκής ιστορίας. dantzig_babyΟ γιος τους γεννήθηκε λίγα χρόνια αργότερα στο Πόρτλαντ του Όρεγκον και βαφτίστηκε Τζορτζ Μπέρναρντ προς τιμή του θεατρικού συγγραφέα Τζορτζ Μπέρναρντ Σω, τον οποίο φαίνεται πως είχε περί πολλού ο Τομπάις. Ο Τζορτζ, έχοντας τα γονίδια και την υποστήριξη των γονιών του, έδειξε από νωρίς τη μαθηματική του κλίση (ιδιαίτερα στη γεωμετρία). Ακολούθησαν καλές σπουδές στα μαθηματικά: πτυχίο από το Πανεπιστήμιο του Μέριλαντ το 1936, μεταπτυχιακό από το Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν το 1938 και διδακτορικό (που διακόπηκε λόγω του Β΄ ΠΠ για να υπηρετήσει στην Αεροπορία) από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Μπέρκλεϊ το 1946. Μολονότι του προσφέρθηκε θέση στο διδακτικό προσωπικό τού Μπέρκλεϊ, εκείνος αρχικά προτίμησε να δουλέψει ως μαθηματικός σύμβουλος στην Πολεμική Αεροπορία. Το 1952 βρέθηκε να δουλεύει στην Research and Development (RAND) Corporation ως μαθηματικός ερευνητής. Το 1960 ξεκίνησε η ακαδημαϊκή του καριέρα, πρώτα στο Μπέρκλεϊ ως καθηγητής και ερευνητής στον τομέα της λήψης αποφάσεων, και από 1966 έως το 1985, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε υποχρεωτικά, ως καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ. Έγραψε δεκάδες βιβλία και άρθρα, δίδαξε χιλιάδες φοιτητές, βραβεύτηκε, τιμήθηκε – μία καθ’ όλα αξιόλογη πορεία στον κόσμο των μαθηματικών. Όντας διαβητικός και καρδιοπαθής, πέθανε στο σπίτι του στο Στάνφορντ στις 13/5/20005, σε ηλικία 91 ετών. Καθόλου άσχημα. Και αν στην ιστορία των επιστημών μείνει ως εκείνος που ανέπτυξε τον αλγόριθμο simplex του γραμμικού προγραμματισμού (αυτή θεωρείται η σημαντικότερη συνεισφορά του, ενώ συχνά αναφέρεται ως «ο πατέρας του γραμμικού προγραμματισμού»), στη συλλογική μνήμη –με τη βοήθεια της μαζικής κουλτούρας– θα μείνει ως πρωταγωνιστής ενός συμβάντος που εξελίχθηκε σε αστικό μύθο.

simplex-algor

youngΗ (πραγματική) ιστορία έχει ως εξής: Μια μέρα του 1939, ο Τζορτζ Ντάντζιγκ, υποψήφιος διδάκτωρ στο Μπέρκλει, έφτασε καθυστερημένος για μια διάλεξη στο πλαίσιο ενός προπτυχιακού μαθήματος στατιστικής που έδινε ο επιβλέπων του, ο Πολωνός στατιστικολόγος Γιέρζε Νέιμαν. Όταν βολεύτηκε κάπου, είδε γραμμένα στον πίνακα δύο προβλήματα. Δεν μπήκε στον κόπο να ρωτήσει τριγύρω τι ακριβώς παιζόταν και, πιστεύοντας όταν ήταν ασκήσεις για το σπίτι, τις αντέγραψε από τον πίνακα. Όταν αργότερα έκατσε να λύσει τις «ασκήσεις», διαπίστωσε ότι ήταν δυσκολότερες απ’ ό,τι συνήθως. Παρ’ όλα αυτά, τις έλυσε. Σύντομα αποδείχθηκε ότι δεν ήταν ασκήσεις για προπτυχιακούς φοιτητές, αλλά παραδείγματα άλυτων στατιστικών προβλημάτων. Μια διευκρίνιση επί των όρων: τα περί ων ο λόγος «προβλήματα» που «έλυσε» ο Ντάντζιγκ ήταν στην πραγματικότητα δύο αναπόδεικτα θεωρήματα στατιστικής, τα οποία ο ανυποψίαστος φοιτητής δεν «έλυσε» –όπως αρχικά νόμιζε–, αλλά απέδειξε. Έξι βδομάδες αργότερα, ο καθηγητής του τού γνωστοποίησε ότι είχε προετοιμάσει μία από τις αποδείξεις για δημοσίευση. Η δεύτερη απόδειξη, η οποία δημοσιεύτηκε μια δεκαετία αργότερα, χρεώθηκε από κοινού στον Ντάντζιγκ και στον μαθηματικό Έιμπραχαμ Γουάλντ γιατί, αν και δούλεψαν ανεξάρτητα και με χρονική διαφορά, κατέληξαν στην ίδια (σωστή) απόδειξη για το ίδιο θεώρημα.

Ας δούμε πώς αφηγήθηκε ο ίδιος ο Ντάντζιγκ την ιστορία σε συνέντευξη που δημοσιεύτηκε στο College Mathematics Journal το 1986:

Όλα έγιναν επειδή στο πρώτο μου έτος στο Μπέρκλεϊ μια μέρα πήγα καθυστερημένος σε κάποιο από τα μαθήματα του Νέιμαν. Στο πίνακα υπήρχαν δύο προβλήματα τα οποία υπέθεσα ότι ήταν η εργασία μας για το σπίτι. Τα αντέγραψα στο τετράδιό μου. Λίγες μέρες αργότερα ζήτησα συγγνώμη από τον Νέιμαν επειδή δεν είχα ακόμα παραδώσει την εργασία – οι ασκήσεις φαίνονταν λιγάκι δυσκολότερες απ’ ό,τι συνήθως. Τον ρώτησα αν εξακολουθούσε να τις θέλει. Μου είπε να τις αφήσω στο γραφείο του. Έκανα όπως μου είπε, αν και με κάποιο δισταγμό γιατί το γραφείο του ήταν καλυμμένο από ένα βουνό χαρτιών και φοβόμουν ότι η εργασία μου να χανόταν εκεί για πάντα. Περίπου έξι βδομάδες αργότερα, μια Κυριακή πρωί, η Αν –η γυναίκα μου– κι εγώ ξυπνήσαμε από χτυπήματα στην εξώπορτα. Ήταν ο Νέιμαν. Μπήκε μέσα με φούρια, κρατώντας κάτι χαρτιά στο χέρι και απερίγραπτα ενθουσιασμένος. Μου είπε: «Έχω γράψει μια εισαγωγή για μία από τις αποδείξεις σου. Διάβασέ την γιατί θέλω να τη στείλω αμέσως για δημοσίευση». Δεν είχα ιδέα για τι πράγμα μιλούσε. Για να μην μακρηγορώ, τα προβλήματα στον πίνακα, τα οποία είχα λύσει πιστεύοντας ότι ήταν η εργασία μας για το σπίτι, ήταν στην πραγματικότητα δύο διάσημα ανοιχτά προβλήματα στατιστικής. Μέχρι να μου το πει ο Νέιμαν, δεν ήξερα ότι είχα αποδείξει θεωρήματα που αντιστέκονταν για χρόνια σε πολλούς και ικανότατους συναδέλφους.

Ένα χρόνο αργότερα, όταν είχα αρχίσει να ανησυχώ για το θέμα της διπλωματικής μου, ο Νέιμαν απλώς σήκωσε τους ώμους του και μου είπε ότι αν δέσω σε έναν τόμο τις αποδείξεις των δύο θεωρημάτων και τις υποβάλλω δεόντως, θα τις δεχόταν για διπλωματική. Έτσι κι έγινε.

Παρ’ όλα αυτά, η απόδειξη του δεύτερου θεωρήματος δεν δημοσιεύτηκε παρά μετά τον Β΄ ΠΠ. Και να πώς έγινε. Νομίζω ήταν το 1950 όταν έλαβα ένα γράμμα από τον Έιμπραχαμ Γουάλντ, ο οποίος είχε εσωκλείσει τα τελικά τυπογραφικά δοκίμια ενός δικού του άρθρου που πήγαινε για άμεση δημοσίευση στο Annals of Mathematical Statistics. Κάποιος του είχε μόλις επισημάνει ότι το βασικό αποτέλεσμα του άρθρου του ήταν το ίδιο με το δεύτερο πρόβλημα της «εργασίας στο σπίτι» που είχα συμπεριλάβει και στη διπλωματική μου. Του απάντησα προτείνοντας να βάλουμε και τα δύο ονόματα στο άρθρο. Εκείνος χωρίς δεύτερη κουβέντα πρόσθεσε το όνομά μου στα τυπογραφικά δοκίμια, σαν να το είχαμε γράψει παρέα.

Απίστευτη και όμως αληθινή η ιστορία, ομολογουμένως. Αλλά μια καλή ιστορία δεν γίνεται από μόνης της αστικός μύθος. Χωρίς αμφιβολία, τα συστατικά ήταν πρώτης ποιότητας: καταρχάς, μία από τις απόλυτες ακαδημαϊκές φαντασιώσεις: ο φοιτητής που όχι μόνο αποδεικνύεται εξυπνότερος όλων των συμφοιτητών του, αλλά καλύτερος ακόμα κι από τον καθηγητή του, αλλά και από κάθε άλλον ακαδημαϊκό στον τομέα του. Αν προσθέσουμε (ή προσαρμόσουμε) σε αυτή τη φαντασίωση το κόλλημα που έχουν οι Αμερικανοί με τη «θετική σκέψη» (βασικό μοτίβο πολλών αστικών μύθων και με έρεισμα στη μαζική κουλτούρα, ιδίως σε εκπαιδευτικά συμφραζόμενα), έχουμε έναν συνδυασμό που εγγυάται σίγουρη επιτυχία. Ποιος δεν αναβαίνει ψυχολογικά ακούγοντας μια πραγματική ιστορία όπου ένας άνθρωπος αφέθηκε ελεύθερος να πετύχει τον στόχο του, ανεμπόδιστος από τους περιορισμούς που αναμφίβολα να τον φρέναραν αν λειτουργούσαν κατά τα ειωθότα; Όλοι είμαστε ικανοί όχι μόνο το καλύτερο, αλλά και για το κάλλιστο, αρκεί να είμαστε εκ γενετής χαρισματικοί και ταυτόχρονα δουλευταράδες! Απλά, καθημερινά πράγματα.

Αλλά, και πάλι, πώς έγινε και αυτή η ιστορία πέρασε στη σφαίρα των αστικών μύθων; Πώς διαδόθηκε; Για να δούμε την αληθοφανέστατη εξήγηση που έδωσε ο ίδιος ο Ντάντζιγκ σ’ εκείνη τη συνέντευξη του 1986:

Μια μέρα, καθώς έκανα τον πρωινό μου περίπατο, διασταυρώθηκα με τον Ντον Κνουθ που ερχόταν με το ποδήλατό του. Με τον Ντον ήμασταν συνάδελφοι στο Στάνφορντ. Σταμάτησε να με χαιρετήσει και μετά μου είπε: «Ξέρεις, Τζορτζ, ήμουνα στην Ιντιάνα πρόσφατα και άκουσα ένα κήρυγμα για σένα στην εκκλησία. Το ήξερες εσύ ότι αποτελείς πρότυπο για τους χριστιανούς των μεσοδυτικών πολιτειών;» Τον κοίταξα έκπληκτος. «Μετά το κήρυγμα», συνέχισε ο Ντον, «ο ιερέας ήρθε και με ρώτησε αν γνώριζα κάποιον Τζορτζ Ντάντζιγκ στο Στάνφορντ, γιατί αυτό ήταν το όνομα του ανθρώπου που ήταν το θέμα του κηρύγματος».

Το πρωτότυπο του κηρύγματος αυτού του ιερέα, όμως, πρέπει να το αναζητήσουμε στο έργο ενός άλλου λουθηριανού ιερέα, του Αιδεσιμότατου Σούλερ της Κρίσταλ Καθίντραλ στο Λος Άντζελες. Συναντηθήκαμε κάποτε πριν από χρόνια και μου ανέπτυξε τις ιδέες του για τη θετική σκέψη. Εγώ, με τη σειρά μου, του είπα την ιστορία με τα προβλήματα που έλυσα επειδή δεν ήξερα ότι ήταν «άλυτα» και για τη διπλωματική μου. Λίγους μήνες αργότερα έλαβα ένα γράμμα από τον Αιδεσιμότατο, όπου μου ζητούσε την άδεια να περιλάβει την ιστορία μου σε ένα βιβλίο που έγραφε για τη δύναμη της θετικής σκέψης. Η δημοσιευμένη εκδοχή του Σούλερ είναι κάπως δυσνόητη και υπερβολική, αλλά στα βασικά της σημεία είναι σωστή. Το ηθικό δίδαγμα του κηρύγματός του ήταν αυτό: Αν γνώριζα ότι τα προβλήματα δεν ήταν ασκήσεις για το σπίτι, αλλά στην πραγματικότητα δύο διάσημα άλυτα προβλήματα στατιστικής, πιθανότατα δεν θα είχα σκεφτεί θετικά, θα είχα αποθαρρυνθεί και δεν τα έλυνα ποτέ, ίσως ούτε καν να προσπαθούσα να τα λύσω.

Η εκδοχή της ιστορίας του Ντάντζιγκ που δημοσίευε ο χριστιανός τηλε-ευαγγελιστής Ρόμπερτ Χ. Σούλερ περιείχε κάμποσες φιοριτούρες και λάθος πληροφορίες, οι οποίες έχουν έκτοτε πολλαπλασιαστεί στις ποικίλες εκδοχές που κυκλοφορούν με σημείο εκκίνησης μια πραγματική ιστορία. Αλλά αυτό λίγη σημασία έχει. Ο μύθος, όπως και αν διατυπωθεί, είναι σίγουρα πηγή έμπνευσης, εντός και εκτός Αμερικής: το παραμύθιασμα είναι σκληρό ναρκωτικό. Δεν θα ισχυριστώ ότι η σκληρή δουλειά δεν είναι θεμελιώδες συστατικό για την επιτυχία σε οτιδήποτε (σε αντίθεση με την τύχη). Από την άλλη, δεν ξέρω τι θα συνέβαινε αν κάποιος άλλος, λιγότερο ή καθόλου χαρισματικός, αντέγραφε τα αναπόδεικτα θεωρήματα και, έχοντας πλήρη άγνοια για τον βαθμό δυσκολίας τους, επιχειρούσε να τα αποδείξει. Δεν ξέρω, αλλά μπορώ να φανταστώ: θα πήγαινε στην άλλη μέρα στο σχολείο αδιάβαστος!

Θα το πω αλλιώς για να μείνω στο πνεύμα της θετικής σκέψης από την ανάποδη: η σκληρή δουλειά μπορεί να κάνει μέτριο τον κακό και καλό τον μέτριο· αλλά για να γίνει άριστος ο καλός απαιτείται κάτι παραπάνω. Αυτό ίσως να μην ακούγεται δίκαιο για όλους εκείνους τους σκληρά εργαζόμενους που δεν έχουν αυτό το κάτι παραπάνω, τους καταδικασμένους στην αιώνια μετριότητα. Αλλά, πάλι, αν είχαμε όλοι τις πολλές και αστάθμητες προδιαγραφές προς αριστεία, κανείς μας δεν θα είχε το κάτι παραπάνω· θα είχαμε όλοι κάτι, σε μια ουτοπική κοινωνία όπου οι πάντες θα ήταν ιδιοφυίες. Σαν βαρετό σενάριο επιστημονικής φαντασίας ακούγεται. Ίσως σε μερικές χιλιετίες να φτάσουμε εκεί, ποιος ξέρει; Επί του παρόντος, περνάμε τη φάση της δίκαιης αδικίας. Αλλά δεν είναι κι άσχημα: τουλάχιστον έτσι έχουμε κάτι να περιμένουμε.

dantzig_michigan
Ο Ντάντζιγκ, μεταπτυχιακός φοιτητής στο Μίσιγκαν, 1938.

i Οι σεναριογράφοι του Cood Will Hunting (ελλ. τίτλος: Ο Ξεχωριστός Γουίλ Χάντινγκ) έχουν παραδεχτεί ότι η σχέση του καθηγητή Λαμπώ με τον Γουίλ Χάντιγκ είναι εμπνευσμένη από την πραγματική σχέση τού Άγγλου μαθηματικού και καθηγητή Γκ.Χ. Χάρντι με τον ιδιοφυή Ινδό μαθηματικό Σρινιβάσα Ραμανούτζαν . (Η στήλη έχει ασχοληθεί στο παρελθόν με την ιστορία αυτών των δύο, την οποία μπορείτε να διαβάσετε εδώ.)

ii Αντίθετα, οι προαναφερθέντες σεναριογράφοι δεν έχουν παραδεχτεί –τουλάχιστον, απ’ όσο ξέρω– ότι η ιστορία της σεκάνς με το πρόβλημα στον διάδρομο είναι βασισμένη στον αστικό μύθο της θετικής σκέψης, ο οποίος με τη σειρά του βασίζεται στην ιστορία με τις αποδείξεις του Τζορτζ Ντάντζιγκ. Ίσως και να μην χρειάζεται: οι ομοιότητες μιλάνε από μόνες τους. Άλλωστε, και ο τίτλος –ένα λογοπαίγνιο με το όνομα του «καλού Γουίλ Χάντινγκ» και το «κυνήγι της καλής θέλησης»– ακριβώς σε αυτή την ιστορία παραπέμπει.


Πηγές:

Maryland Movie Connections–Good Will Hunting & Dr. George Dantzig

The Life and Times of the Father of Linear Programming

The Unsolvable Math Problem

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από τη στήλη Μικροϊστορίες των επιστημών και της φιλοσοφίας

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter