—του Γιάννη Παπαθεοδώρου για τη στήλη Ανώμαλα Ρήματα—

Σίγουρα όταν η E. L. James έγραφε τις πρώτες σελίδες του μυθιστορήματος Πενήντα αποχρώσεις του γκρι δεν είχε φανταστεί πως το βιβλίο της θα αποτελούσε το κατεξοχήν «εκδοτικό γεγονός» των τελευταίων χρόνων. Αμήχανη και διχασμένη η κριτική έσπευσε τότε να χαρακτηρίσει το μυθιστόρημα είτε ως τολμηρό ερωτογράφημα είτε ως «πορνό της νοικοκυράς» (mommy porn).[1] Στην εμπορευματική μαζική κουλτούρα, άλλωστε, και ειδικότερα στην περιοχή της παραλογοτεχνίας, οι αποχρώσεις του ύφους και τα όρια των ειδών «μπερδεύονται γλυκά». Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι το αμφιλεγόμενο βιβλίο βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος όχι για την αισθητική του αξία αλλά για την ευρύτερη πολιτισμική του διαδρομή. Ξεκίνησε από αρχικές σημειώσεις για μυθιστόρημα, έγινε δωρεάν e-book σε συνέχειες και κατέληξε να γίνει διεθνές best-seller. Γρήγορα μεταφέρθηκε και στην κινηματογραφική οθόνη, με δικαιώματα που άγγιξαν, στην πρώτη φάση της διασκευής του, την τιμή των 5.000.000 δολαρίων.
Τη συνέχεια τη γνωρίζουμε όλοι και όλες. Το τρέιλερ της ταινίας ήδη έγινε viral στο Youtube, τα εισιτήρια της ταινίας «κλείστηκαν» με προπληρωμένες κρατήσεις σε πολλές πρωτεύουσες, τα νέα γυναικεία εσώρουχα —εμπνευσμένα από τις «Αποχρώσεις»— ήδη κυκλοφόρησαν στις βιτρίνες, ενώ, στην πρεμιέρα της ταινίας, η Πυροσβεστική του Λονδίνου τέθηκε σε «κόκκινο συναγερμό» για την αναμονή κλήσεων έκτακτης ανάγκης, λόγω πιθανής μίμησης των σεξουαλικών σκηνών από την ταινία∙ ιδιαίτερα στο ασανσέρ. Με επίσημη ανακοίνωση, «ο Ντέιβ Μπράουν από το Πυροσβεστικό Σώμα του Λονδίνου συνέστησε στους θεατές να αποφύγουν καταστάσεις που μπορεί να προκαλέσουν αμηχανία και ντροπή. Η Πυροσβεστική έφτασε, μάλιστα, στο σημείο να προειδοποιήσει τους επίδοξους μιμητές της ταινίας ότι τα πιο ντροπιαστικά περιστατικά θα αναρτώνται στο Twitter»[2] (η σχετική καμπάνια της λονδρέζικης Πυροσβεστικής τιτλοφορείται ευφυώς «Πενήντα αποχρώσεις του κόκκινου»). Βρισκόμαστε επομένως μπροστά σε ένα ενδιαφέρον ερώτημα που δεν αφορά τόσο τον πομπό (τη συγγραφέα) και στις προθέσεις της αλλά το δέκτη (το αναγνωστικό κοινό, τους θεατές) και τις πρακτικές της πρόσληψης: συμπεριφορές, νοοτροπίες, και —γιατί όχι;— φαντασιώσεις και στερεότυπα.
Στις Πενήντα αποχρώσεις του γκρι ο «κυρίαρχος» και η «υποτακτική» διαπραγματεύονται ένα «συμβόλαιο», που αφορά τον έλεγχο του σεξ, τη συχνότητα του, τους όρους της επιτέλεσής του. Ο Κρίστιαν και η Αναστάζια όμως δεν έχουν καμία σχέση με τη σαδική πρόκληση και την πειραματική διεύρυνση των σεξουαλικών οριζόντων, έτσι όπως περιγράφηκαν στα χειραφετητικά αφηγήματα του μακρινού Μαρκήσιου της Γαλλίας. Το ερωτικό παιχνίδι των άκρων «εξημερώνεται» και ταυτόχρονα απο-ενοχοποιείται μέσα από την αφήγηση μιας, κατά τα άλλα, τόσο πεζής (και βαρετής) καθημερινότητας, με φόντο τη «χρυσή εποχή» της οικονομίας, πριν την εποχή της κρίσης. Ανώδυνες, όσο και οι συμβουλές των νυχτερινών τηλε-σεξολόγων, οι ερωτικές συνταγές της E. L. James μετατρέπουν τον σεξουαλικό πειραματισμό σε μια νέα «κανονικότητα» της τρέχουσας ερωτικής ηθικής, στον καιρό ενός πλήρως ατομοκεντρικού μοντέλου ευμάρειας, ευδαιμονίας και απόλαυσης. Μόνο που αυτή τη φορά, ο πυρήνας της λιμπιντικής απόλαυσης βρίσκεται στα στερεότυπα.
Τώρα και σε lego
Όπως έχει επαρκώς εξηγήσει ο Μισέλ Φουκώ στην Ιστορία της Σεξουαλικότητας, πάντοτε ο «φορέας του κανόνα» όριζε και τον «κύκλο του απαγορευμένου» μέσα από πολλαπλές διαμεσολαβήσεις εξουσιαστικών λόγων στο «σχηματισμό της επιθυμίας» και την επένδυση στο ανθρώπινο σώμα. Στη σημερινή εποχή, η διαμεσολάβηση αυτή συνοδεύεται από τη μιντιακή έμφαση στο «βασίλειο του σεξ», πολλαπλασιάζοντας το λόγο για τις ηδονές, έστω κι αν αυτές εμφανίζονται συμβατές με μια διαδικασία «εξοικείωσης του ακραίου». Όταν ο κύριος Γκρέι ξεναγεί τη νεαρή κυρία Στιλ στο «δωμάτιο των παιχνιδιών», η τελευταία εντυπωσιάζεται πρόσκαιρα με τα όργανα σαδισμού αλλά γρήγορα επιστρέφει στις βασικές απορίες της για το είδος της σχέσης που μπορούν να συνάψουν ως «ζευγάρι». Η Αναστάζια γίνεται «υποτακτική» του επειδή δηλώνει και νιώθει κατά βάθος «ερωτευμένη» μαζί του, επιδιώκοντας εντέλει μια «κανονική» σχέση.
Στην πραγματικότητα παρακολουθούμε ένα κλασικό love-story, με ένα μάλλον σεμνότυφο ηθικό κώδικα, ενισχυμένο με μερικές «πιπεράτες» σκηνές που παραπέμπουν σε αισθητική διαφημίσεων και σκηνοθεσία βίντεο-κλιπ. Η προώθηση της μυθοπλαστικής αφήγησης, άλλωστε, όπως και η μεταγενέστερη κινηματογραφική διασκευή βασίστηκε στην οργανική σύνδεσή τους με συνοδευτικά by products, από τον χώρο της διαφήμισης. Δεν είναι τυχαίο ότι η ταινία βγήκε στους κινηματογράφους την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου, βουτυρωμένη με άφθονο ποπ κορν για ζευγαράκια, που είχαν στη τσάντα τους πλαστικά μαστίγια, μάσκες και χειροπέδες για να τα συνδυάσουν με τις Απόκριες.
Φωτό (και φωτό εξωφύλλου): Annie Ray / Texas Lifestyle Mag
Το golden boy και η νεαρή φοιτήτρια δεν μοιράζονται πάθη αλλά μιμούνται ρόλους. Τους ίδιους ρόλους μιμείται και το κοινό της ταινίας, που ειδικά στην Ελλάδα ήταν ήδη επαρκώς προετοιμασμένο για παρόμοιες ερωτικές ακροβασίες, εμπνευσμένες από το λαϊκό άσμα του Βαλάντη: «στο ασανσέρ που συναντιόμαστε / φανταζόμαστε να συμβαίνουνε τα πιο τρελά. Στο ασανσέρ που συναντιόμαστε / δεν κρατιόμαστε, και μια μέρα θα γίνουν πολλά». Ευτυχώς, η συνετή ελληνική Πυροσβεστική δεν έβγαλε ακόμη καμία ανακοίνωση, γνωρίζοντας ότι, κατά βάθος, στον έρωτα δεν υπάρχουν αποχρώσεις∙ γιατί απλώς τα πάντα είναι γκρι.
* Και μια παρωδία της σκηνής του ασανσέρ από τη Vanessa Bayer:
[1] Η αρχική έρευνα έγινε παλαιότερα μετά από παρότρυνση της Όλγας Σελλά. Σε πρώτη μορφή, οι πρώτες αντιδράσεις της κριτικής καθώς και σχόλια για το λογοτεχνικό φαινόμενο των Αποχρώσεων δημοσιεύτηκαν στην Καθημερινή, στο πλαίσιο δημοσιογραφικής έρευνας ενόψει της ελληνικής μετάφρασης του βιβλίου.
[2] http://www.imerisia.gr/article.asp?catid=26511&subid=2&pubid=113456402
* * *





Αφήστε απάντηση στον/στην Τα πάντα γκρι | Μεταρρύθμιση Ακύρωση απάντησης