Home

9 Νοεμβρίου 1938: Η Νύχτα των Κρυστάλλων στη Γερμανία και στην Αυστρία.
9 Νοεμβρίου 1989: Η πτώση του Τείχους του Βερολίνου.

—του Γιώργου Τσακνιά—

Κοινή επέτειος δύο σημαδιακών γεγονότων στην ιστορία της Γερμανίας, της Ευρώπης, του κόσμου. Δύο κρίσιμες καμπές του «σύντομου εικοστού αιώνα» — η έκρηξη του ναζιστικού αντισημιτισμού, απαρχή της φρίκης του Ολοκαυτώματος, και το τέλος του παράλογου και βάρβαρου διαμελισμού  μιας πόλης, μιας χώρας και ενός λαού, στο όνομα του σοσιαλισμού.

Το dim/art ετοίμασε ένα ανθολόγιο-αφιέρωμα στην 9ηΝοεμβρίου, επέτειο της Kristallnacht, Παγκόσμια Ημέρα κατά του Φασισμού και του Αντισημιτισμού και επέτειο της πτώσης του Τείχους του Βερολίνου.

Μάλλον από περιέργεια, χωρίς ιδιαίτερο φόβο, ο οκτάχρονος Edgar χάζευε τον διάσημο γείτονά του, όποτε τον πετύχαινε να μπαίνει ή να βγαίνει από το σπίτι του στον αριθμό 16 της Prinzregentenplatz στο Μόναχο, στις αρχές της δεκαετίας του ’30. Οι ενήλικες περαστικοί σταματούσαν και χαιρετούσαν ναζιστικά — και ο Αδόλφος Χίτλερ ανασήκωνε ευγενικά το καπέλο του σε ανταπόδοση του χαιρετισμού, όπως θα έκανε οποιοσδήποτε αστός πολιτικός. Κι ούτε φαινόταν να προσέχει ιδιαίτερα το μικρό εβραιόπουλο.

«Ηχεί τόσο απλό και φυσιολογικό σήμερα,  ότι έμενα στον ίδιο δρόμο με τον Αδόλφο Χίτλερ», λέει ήρεμα ο ογδονταοκτάχρονος, πλέον, Edgar Feuchtwanger. «Είναι τόσο δύσκολο να κατανοήσεις και να αποδεχτείς ότι ένας άνθρωπος που έβλεπες καθημερινά έφερε όλον τον κόσμο πάνω-κάτω».

Η οικογένεια Feuchtwanger είχε μια ελαφρά ανησυχία, αλλά τίποτε περισσότερο. Μέχρι τις 10 Νοεμβρίου 1938, την επομένη της «Νύχτας των Κρυστάλλων». Τότε, οι Ναζί ήρθαν και συνέλαβαν τον πατέρα του Edgar, ο οποίος μεταφέρθηκε στο Νταχάου. Και το παιδί δεν μπορούσε πλέον να πάει σχολείο. Παραδόξως, ο πατέρας του Edgar αφέθηκε ελεύθερος μερικούς μήνες αργότερα, σε κακή κατάσταση αλλά ζωντανός. Η ιστορία είχε αίσιο τέλος για την οικογένεια Feuchtwanger, που κατόρθωσε να μεταναστεύσει στο Λονδίνο λίγο προτού ξεσπάσει ο πόλεμος και δρομολογηθεί η «τελική λύση» των Ναζί για τους Εβραίους.

Ολόκληρη η συνέντευξη του Edgar Feuchtwanger στο BBC εδώ.

9 Νοεμβρίου 1929: Γέννηση του Imre Kertész.

Εβραίος της Ουγγαρίας, επιζήσας του Άουσβιτς και του Μπούχενβαλντ, συγγραφέας, βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας 2002.

Και ξαφνικά ήμουν πάλι εδώ, οι λέξεις-φάντασμα των παιδικών μου χρόνων: το εβραϊκό μυστικό. Έλεγα από μέσα μου, με τα μάτια κλειστά, τις λέξεις αυτές, με φωνή βαθιά, κάπως τραχιά. Ήταν κάτι σαν δόλωμα για άλλες τρομαχτικές λέξεις: Άουσβιτς. Εξολόθρευση. Εξόντωση. Καταστροφή. Επιβίωση. Μου τα ξανάφερε στη μνήμη μου όλα, τα θλιβερά παιδικά χρόνια που πέρασα στη σκιά τέτοιων λέξεων. Η μητέρα μου είχε πεθάνει από μια αρρώστια που έφερε μαζί της από το Άουσβιτς, ο πατέρας μου ήταν ένας από τους επιζήσαντες, ένας σιωπηλός, μοναχικός, απρόσιτος άνθρωπος. Δεν ξέρω πώς εξελίχτηκα σε μια σχετικά κανονική γυναίκα. Έπρεπε να παλεύω καθημερινά για να κρατήσω υγιή την ανθρώπινη λογική μου, για να παραμείνω κανονική. Με αηδίαζε που ήμουν Εβραία, με αηδίαζε ακόμα περισσότερο όμως να το απαρνηθώ. Υπέφερα από μια συνήθη νεύρωση, όπως και τόσοι άλλοι, και όπως κι εκείνοι έβλεπα κι εγώ μία και μόνη διέξοδο: να εξοικειωθώ μαζί της. Πλάι στον Βήτα έμαθα όμως ότι αυτό δεν αρκεί. Πρέπει να βαδίσεις το δρόμο σου μέχρι τέλους, έλεγε πάντα.
Ο δικός μου δρόμος δεν οδηγεί πουθενά.
Μην κοιτάς πού οδηγεί, παρά μόνο από πού ξεκινάει.

Ίμρε Κέρτες, Εκκαθάριση, μετάφραση: Γιώτα Λαγουδάκου. Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2004.

Το κάψιμο των βιβλίων (1938)

Όταν το Καθεστώς
πρόσταξε να κάψουν τα επικίνδυνα βιβλία,
τα φέρνανε με τις βοϊδάμαξες, ολόκληρα φορτία, στην πυρά.

Τότε ένας ποιητής εξόριστος, από τους πιο καλούς,
έριξε μια ματιά στη λίστα των βιβλίων
και εξοργίστηκε, που δεν ήτανε μέσα.

Έτρεξε στο γραφείο του, γεμάτος περιφρόνηση κι οργή,
βάλθηκε να συντάσσει επιστολές σ’ αυτούς τους βλάκες:
Κάψτε με! έγραφε με πένα πυρωμένη —
Σάμπως δεν έλεγα πάντοτε την αλήθεια;
Και τώρα εσείς  σαν ψεύτη με αγνοείτε!
Κάψτε με!

Μπέρτολντ Μπρεχτ. Μετάφραση για το dim/art: Γιώργος Τσακνιάς

9 Νοεμβρίου 1944: Εκτέλεση του Miklós Radnóti.

Miklós Radnóti (1909-1944), Εβραίος της Ουγγαρίας, φιλόλογος και ποιητής. Στη διάρκεια του πολέμου εκτοπίστηκε σε στρατόπεδο εργασίας στο Bor της Γιουγκοσλαβίας. Μετά την κατάρρευση του μετώπου και την προέλαση του Κόκκινου Στρατού, οι κρατούμενοι εξαναγκάστηκαν να διασχίζουν πεζή τη Γιουγκοσλαβία και την Ουγγαρία. Κατά τη διάρκεια της πορείας, ο Radnóti έγραψε τέσσερα ποίηματα, με τον γενικό τίτλο Cartes Postales. Μόλις έγραψε την τέταρτη και τελευταία Carte Postale, χτυπήθηκε βάναυσα από έναν φρουρό, που είχε εκνευριστεί από το γεγονός ότι τον έβλεπε κάθε τόσο να γράφει. Δεν ήταν πλέον σε θέση να συνεχίσει την πορεία του θανάτου κι έτσι εκτελέστηκε, κοντά στο χωριό Abda στη βορειοδυτική Ουγγαρία, μαζί με άλλους 21 αιχμαλώτους.

Carte Postale ΙΙ

6 Οκτωβρίου 1944, κοντά στην Crvenka, Σερβία

Λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα πυρπολούν
τα σπίτια και τις θημωνιές,
ενώ οι αγρότες κάθονται στην άκρη στ’ όμορφο λιβάδι
και καπνίζουν τις πίπες τους, μετά τον βομβαρδισμό.
Σε τούτη εδώ την ήσυχη λιμνούλα, η μικρή βοσκοπούλα
μπαίνει και κάνει το ασημί νερό να ρυτιδώνει
καθώς τ’ αφράτα πρόβατα σκύβουν να πιουν νερό
και μοιάζουν σαν να κολυμπούν, ίδια με σύννεφα.

Μετάφραση για το dim/art: Γιώργος Τσακνιάς

Ο απόλυτος στόχος

Δύο στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού κουβαλάνε
Τον νεκρό τους σύντροφο δίπλα απ’ το σπίτι μας
Πριν από λίγο η μητέρα μου κέρασε
Και τους τρεις τους μηλόπιτα
Και κρασί απ’ το Βρσατς
Ο πατέρας συμβούλεψε τον νεκρό
Να περάσουν από τις στέγες
Και να βγουν πίσω απ’ το πολυβολείο
Ο νεκρός χαμογέλασε αγκάλιασε τον πατέρα
Και μαζί με τους άλλους δύο
Ξεκίνησε πάλι το δρόμο του
Κοιτάζω ξανά τους στρατιώτες
Ξαπλώνουν τον φίλο τους στο κάρο
Που γράφει με κόκκινα γράμματα
Σ τ ο   Β ε ρ ο λ ί ν ο

Vasko Popa (1922-1991), Σέρβος ρουμανικής καταγωγής από τη Βοϊβοντίνα. Έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση, συνελήφθη από τους Ναζί και στάλθηκε στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως στη  Bečkerek. Το ποίημα είναι από τη συλλογή Ωμό Κρέας (1975). Μετάφραση: Γιώργος Τσακνιάς, περιοδικό «Ποίηση», τ.16.

Εμείς και τα λουλούδια ρίχνουμε ίσκιο στη γη.
Ό,τι δεν κάνει ίσκιο, δεν έχει δύναμη να ζήσει.

Czeslaw Milosz (1911-2004). Πολωνός ποιητής, συγγραφέας και μεταφραστής. Μορφωτικός ακόλουθος της Πολωνίας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1945-1951), το 1951 αυτομόλησε στη Δύση και εγκαταστάθηκε στις ΗΠΑ.

9 Νοεμβρίου 2006, φεύγει από τη ζωή ο Markus Johannes «Mischa» Wolf, επί τριακονταετία επικεφαλής του Τμήματος Εξωτερικού της Υπηρεσίας Πληροφοριών της Ανατολικής Γερμανίας. Κοινώς, ο Μίσα ήταν ο αρχικατάσκοπος της Στάζι, ο άνθρωπος που γέμισε πράκτορες τη Δυτική Γερμανία, που προκάλεσε την πτώση του καγκελάριου Willy Brandt. Ήταν γνωστός ως «ο άνθρωπος δίχως πρόσωπο» — μόλις το 1978 κατόρθωσε η Υπηρεσία Πληροφοριών της Σουηδίας να τον φωτογραφίσει, κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στη χώρα· ένας ανατολικογερμανός πράκτορας που είχε περάσει στη Δύση τον αναγνώρισε στη φωτογραφία και έτσι έγινε η ταύτιση του προσώπου του αρχικατασκόπου.

* * *

Ήταν ένα παράξενο τείχος

Ήταν ένα παράξενο τείχος
σαν τη λωρίδα του Möbius
είχε μια πλευρά μονάχα
η άλλη δεν φαινόταν:
η αόρατη πλευρά του φεγγαριού.
Μερικοί όμως έτρεχαν
κόντρα στις σφαίρες, να κόψουν
το αγκαθωτό νήμα του τερματισμού
με το στήθος τους, να δώσουν
μια σπρωξιά στη μπάλα κατεδάφισης:
το εκκρεμές του αόρατου ρολογιού.

Στις 9/11/89,
στο ημερολόγιο μου έχω γράψει:
«Η Νατάσα άλλαξε ένα δόντι μπροστινό
κι η Λίζα για πρώτη φορά
στάθηκε στην κούνια όρθια
μόνη της».

Vera Pavlova
Μετάφραση για το dim/art: Γιώργος Τσακνιάς

* * *

Το Τείχος του Βερολίνου

Το Τείχος του Βερολίνου, μια από τις πιο παράλογες και βάρβαρες ιστορίες του παράλογου και βάρβαρου 20ού αιώνα, έπαψε να υπάρχει πριν από είκοσι έξι χρόνια. Για την ακρίβεια, στις 9/11/1989, άνοιξαν οι μπάρες στα σημεία εισόδου και οι κάτοικοι του Βερολίνου μπόρεσαν να κινηθούν ελεύθερα από το Ανατολικό στο Δυτικό Τμήμα και αντιστρόφως, για πρώτη φορά μετά από τρεις περίπου δεκαετίες.

berlin07-1

Ο παράδεισος δεν είναι εδώ

—του Γρηγόρη Καραγρηγορίου—

Το πρωί είχε συνεδριάσει το Πολιτικό Γραφείο. Μετά τις τεράστιες συγκεντρώσεις στη Λειψία κι άλλου, πρωτόγνωρη εμπειρία για τους κομματικούς γραφειοκράτες, αποφάσισε να εισηγηθεί κάποιες ταξιδιωτικές διευθετήσεις. Πριν προλάβουν να απαντήσουν τα αρμόδια Υπουργεία για τις διαδικασίες, προθεσμίες και προϋποθέσεις, ένας από τους γραφειοκράτες ο Γκύντερ Σαμπόφσκι δίνει στις 18:00 συνέντευξη Τύπου και ανακοινώνει την απόφαση του Κόμματος, χωρίς να αναλωθεί σε μικρολεπτομέρειες όπως πχ οι προϋποθέσεις ή αν και ποιος θα έδινε την ταξιδιωτική άδεια. Όταν τον ρωτάνε από πότε θα ισχύει η απόφαση για διευκόλυνεις στα ταξίδια προς το εξωτερικό, ψάχνει τα χαρτιά του και μουρμουρίζει: «Μα νομίζω… άμεσα…». Οι δρόμοι γεμίζουν αμέσως κόσμο που πηγαίνει στα σημεία εξόδου. Στις 9 Νοεμβρίου 1989 και ώρα 23:00 ο αρχιφύλακας του μεθοριακού σταθμού της Μπόρνχολμερ Στράσε στο Τείχος του Βερολίνου, ανίκανος πια να αντιμετωπίσει με τα λόγια τους δεκάδες χιλιάδες ανατολικοβερολινέζους που φώναζαν και πίεζαν για να περάσουν στη Δύση, αποφασίζει, για να γλυτώσει προφανώς το λιντσάρισμα, να ανοίξει τις πύλες εξόδου. Το Τείχος έπεσε. Μεχρι το πρωί θα ανοίξουν όλοι οι σταθμοί. Η Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας υπαρχει πλέον μόνο τυπικά. Πριν περάσουν 2 χρόνια όχι μόνο δεν θα υπάρχει κανένα από τα κράτη δορυφόρους της Σοβιετικής Ένωσης, αλλά ούτε κι η ίδια.

Ο «σοσιαλιστικός παράδεισος» τελείωσε ουσιαστικά εκείνο το βράδυ, όταν ανέβηκαν οι μπάρες στην Μπόρνχολμερ Στράσε. Γιατί το Τείχος ήταν το σημαντικότερο σύμβολο της ισχύος και της δυναμικής του. Τα επόμενα χρόνια κανείς δεν μπορούσε να αμφισβητήσει σοβαρά την Πτώση, οχι μόνο την κυριολεκτική, του Τείχους, αλλά και την ιδεολογική, του σοβιετικού μοντέλου, των πρακτικών και των οραμάτων του. Γιατί κάποιοι σήμερα προσπαθούν να δικαιώσουν το Τείχος και το καθεστώς που το έφτιαξε;

Από την ίδρυση της το 1949 μέχρι το 1961 που έφτιαξε το Τείχος, το 20% του πληθυσμού της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας είχε φύγει για τη Δύση. Το πιο κρίσιμο, το πιο δυναμικό 20%, οι νέοι, οι μορφωμένοι, οι επιστήμονες, οι εξειδικευμένοι τεχνικοί. Αυτό από μόνο του έδειχνε την αποτυχία του σοβιετικού μοντέλου. Οι πολίτες μιας χώρας που προσπαθούσε να ξαναγεννηθεί απο τα συντρίμμια ενός τρομερού καταστροφικού χαμένου πόλεμου έφευγαν μαζικά για την διπλανή εκδοχή της χώρας τους, που κι αυτή βρισκόταν στο ίδιο σημείο αλλά ακολουθούσε τον αντίπαλο δρόμο. Για αυτό έγινε το Τείχος. Όχι μόνο για να σταματήσει την αιμορραγία, αλλά γιατί η αιμορραγία αυτή έδειχνε με τον πιο απτό, απλό, αδιαμφισβήτητο τρόπο ότι είχαν αποτύχει.

Ναι, στην Δυτική Ευρώπη δεν υπήρχε κανένας παράδεισος, η εκμετάλλευση ήταν ακόμη εκεί, οι διακρίσεις το ίδιο μεγεθυμένες, η φτώχεια μεγάλη, τα όρια της ελευθερίας συγκεκριμένα και περιοριστικά, η αποικιοκρατία, τα αποτελέσματα κι η κληρονομιά της έδιναν την τελευταία τους μάχη. Στην αρχή της δεκαετίας ’60 βρισκόμαστε. Αλλά ξεκινούσε το κράτος πρόνοιας που η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία θα επιβάλει δημοκρατικά για να μειώσει τις ανισότητες, ο μεγάλος αγώνας για τα δικαιώματα και τις ατομικές ελευθερίες, νέες γενιές και νέες κοινωνικές ομάδες ετοιμάζονταν να μπουν στο παιχνίδι. Ναι, δεν λύθηκαν τα προβλήματα αλλά άρχιζε μια μεγάλη προσπάθεια. Αλλά ακόμη κι αν δεχτούμε οτί η κατάσταση ήταν τραγική, οι Ανατολικογερμανοί ήθελαν να πάνε σε αυτή τη κατάσταση, κι αυτο δεν μπορεί παρά να σημαίνει οτί θέλανε να φύγουν από την τραγικότερη δική τους.

Είναι δυνατόν σήμερα κάποιοι να προσπαθούν να πείσουν ότι η ανέγερση του Τείχους δικαιώθηκε; Στην πραγματικότητα δεν έχεις πολλά να απαντήσεις. Αν ο σοσιαλιστικός παράδεισός τους είναι ένα κράτος που μαντρώνει με ψηλό τοίχο, νάρκες, φυλάκια με πολυβόλα κι αγκαθωτά σύρματα τους πολίτες του να μη φύγουν· αν το κράτος πυροβολεί στο ψαχνό όποιον θέλει να δραπετεύσει από τον παράδεισο και να ζήσει στην κόλαση παραδίπλα· αν οι απολογητές του Τείχους ονειρεύονται αυτό, δηλαδή μια φυλακή, τοτε δεν χρειάζονται επιχειρήματα για να τους αντικρούσεις. Τα είπαν όλα μόνοι τους.

Opening of the German-German border - Berlin

Disregard this play

—του Γιώργου Γλυκοφρύδη—

Ένα για το Τείχος, δύο για τον Ριζοσπάστη, τρία για την πραγματικότητα

Για τους νεοφουτουριστές, δεν θα μιλήσω εγώ. Ούτε Ιστορικός Τέχνης είμαι ούτε κάτι άλλο σχετικό, αλλά για ένα θεατρικό έργο που ανήκει σε αυτούς, μπορώ να μιλήσω (πληροφορίες, Πάντως, για αυτούς μπορείτε να βρείτε εδώ — αν και δεν είναι και τόσο καινούργιοι όσο φαίνονται και το πεδίο δράσης τους δεν περιορίζεται μόνο στο θέατρο). Μπορώ λοιπόν να πω κάποια πράγματα σχετικά με το θεατρικό αυτό έργο.

Το «Disregard this play», λοιπόν, είναι ένα μονόπρακτο (εφόσον για λόγους ευκολίας χρησιμοποιήσουμε την κατηγοριοποίηση «μονόπρακτο» στον νεοφουτουρισμό) του θεατρικού συγγραφέα και σκηνοθέτη Greg Kotis, γραμμένο το 1998, που θεωρείται ότι εκπροσωπεί με εμβληματικό τρόπο τον νεοφουτουρισμό στην τέχνη του θεάτρου.

Το ίδιο έτος, ο σκηνοθέτης Chris Landreth (Όσκαρ για το φιλμ μικρού μήκους «Ryan» το 2004), με εντολή και υποστήριξη της Alias Wavefront, μιας εταιρείας παραγωγής λογισμικού, δημιουργεί το μικρού μήκους animation, «Bingo«, το οποίο βασίζεται στο «Disregard this play».

Το «Bingo» είναι μία animated πραγμάτωση του θεατρικού αυτού με τη συμμετοχή πολλών ηθοποιών που χαρίζουν στους ήρωες του animation τις φωνές τους. Η ταινία κέρδισε σημαντικές διακρίσεις και έχει μείνει στην ιστορία του animation γιατί, εκτός από τη μοναδική καλλιτεχνική της αξία, είχε χρησιμοποιηθεί και ως δείγμα για τις δυνατότητες μιας πρώτης έκδοσης του λογισμικού παραγωγής animation «Maya» της Alias Wavefront, η οποία όπως ήδη αναφέρθηκε υποστήριξε και την παραγωγή του.

Όταν διάβασα το έγχρωμο τετρασέλιδο του Ριζοσπάστη περί του Τείχους του Βερολίνου, ένιωσα ακριβώς όπως ο Dave, ο ήρωας της ταινίας, και είχα στο τέλος την επιθμία στο τέλος να πάρω μια κουδουνίστρα, αν έβρισκα κάποια πρόχειρη.

265385

Εδώ η «αλήθεια» του Ριζοσπάστη για το Τείχος, είκοσι χρόνια μετά την πτώση του (12/11/2009)

Έτσι έπεσε το τείχος του Βερολίνου

9 Νοέμβρη 1989: Πώς από ένα λάθος ανώτατου αξιωματούχου του Χόνεκερ κατέρρευσε μία ώρα αρχύτερα το καθεστώς της Ανατολικής Γερμανίας.

—του Νίκου Χειλά—

Έχει στρατηγική σκέψη. Ο Γκύντερ Σαμπόβσκι ενδιαφέρεται πριν από όλα για το, όπως λένε οι Γερμανοί, «μεγάλο όλο» — όχι τις όποιες παρωνυχίδες. Αυτή η περιφρόνηση για τις λεπτομέρειες ήταν όμως εκείνη που μια βραδιά του φθινοπώρου, πριν από 14 ακριβώς χρόνια, τον έκανε να παραβλέψει μια σημαντική ημερομηνία — με άμεσο αποτέλεσμα, την πτώση του τείχους του Βερολίνου και, συνακόλουθα, την αλλαγή της ροής της παγκόσμιας ιστορίας.

9 Νοεμβρίου 1989, 6.30 μ.μ.. Στο Κέντρο Τύπου στην οδό Μόρενστρασε του Ανατολικού Βερολίνου, ο κ. Σαμπόβσκι, το νούμερο 3 —τότε— του ανατολικογερμανικού κομμουνιστικού κόμματος (ύστερα από τον γενικό γραμματέα Έριχ Χόνεκερ και τον ορισμένο διάδοχό του Έγκον Κρεντς) δίνει συνέντευξη στους ξένους schab_playerανταποκριτές. «Μία από τα ίδια» σημειώνει κατά την έναρξή της ένας από αυτούς. Αυτό συνεχίζεται και όταν ο ομιλητής αρχίζει να διαβάζει αποσπάσματα από νέα απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος. Για αλλαγή των διατάξεων περί ταξιδίων στο εξωτερικό είναι εδώ ο λόγος. Για κατάργηση των περιορισμών. Για ελεύθερη διακίνηση. «Από πότε θα ισχύει αυτό;» ερωτά ιταλός δημοσιογράφος. «Από όσο ξέρω… από τώρα, αμέσως» είναι η απάντηση. H ατμόσφαιρα ηλεκτρίζεται ξαφνικά. Οι δημοσιογράφοι εγκαταλείπουν τρέχοντας την αίθουσα. Στις 7.05 μ.μ. το πρακτορείο Associated Press χρησιμοποιεί ως πρώτο τον όρο «άνοιγμα των συνόρων». Και λίγα λεπτά αργότερα η γερμανική τηλεόραση επιβεβαιώνει ότι η «Ανατολική Γερμανία ανοίγει οριστικά τα σύνορα».

H πραγματικότητα, που κρυβόταν στις λεπτομέρειες, ήταν βέβαια διαφορετική. Στην απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής αναφέρεται ρητά, ότι το άνοιγμα θα γινόταν όχι αμέσως, αλλά από τις 4.00 π.μ. της επόμενης ημέρας, έτσι ώστε να υπάρξει χρόνος για την ειδοποίηση των συνοριακών αρχών και η όλη υπόθεση να φανεί σαν κάτι που ελέγχουν πλήρως οι ανατολικογερμανικές αρχές. «Δεν υπήρξε κάτι τέτοιο στο χαρτί που μου παρέδωσαν» έλεγε αργότερα ο κ. Σαμπόβσκι. «Ο Γκύντερ παρέβλεψε,ως συνήθως, τα ψιλά γράμματα. Αυτό ήταν που προκάλεσε το χάος στα σύνορα. Με αποτέλεσμα να χάσουμε μαζί με τον έλεγχο και την πολιτική ηγεμονία στη χώρα»ήταν η απάντηση του κ. Κρεντς.

Το υπόλοιπο ήταν γενική έξοδος προς το Δυτικό Βερολίνο, που διήρκεσε ολόκληρη τη νύχτα. Ύστερα από αρχικούς δισταγμούς η Λαϊκή Συνοριακή Φρουρά προχωρεί στην εκτέλεση μιας απόφασης, για την οποία έχει ακούσει μόνο από την τηλεόραση. «Το μόνο που προσέχαμε μετά ήταν να μη μας κλέψουν τα όπλα» έλεγε ένας αξιωματικός.

H αρχή γίνεται στις 10.30 μ.μ. στο φυλάκιο της  Μπορνχόλμερ Στράσε. Λίγο αργότερα σηκώνονται οι μπάρες και στις άλλες διαβάσεις ανάμεσα στα δύο τμήματα της πόλης, ενώ πολλοί νεαροί, οπλισμένοι με σφυριά, σμίλες και καλέμια, ανοίγουν τρύπες στο Τείχος. «Ηταν το πιο θορυβώδες πάρτι που έγινε ποτέ τη νύχτα» έγραψε μια εφημερίδα. Και το μεγαλύτερο — με συμμετοχή 3,5 εκατομμυρίων Βερολινέζων από Ανατολή και Δύση. «Όποιος κοιμάται απόψε είναι νεκρός» ήταν το κυρίαρχο σύνθημα.

«Και εσείς, κοιμηθήκατε επίσης καλά τη νύχτα της 9ης Νοεμβρίου;» ερωτάται λίγο αργότερα ο κ. Κρεντς. «Δεν έκλεισα μάτι» είναι η απάντηση. «Ημουν όλη τη νύχτα στο κτίριο της Κεντρικής Επιτροπής, από το οποίο έδινα οδηγίες στην αστυνομία και στον στρατό να αποφύγουν κάθε σύγκρουση με τους πολίτες».

Ο κ. Μόντρο ήταν λοιπόν από τους λίγους ζωντανούς-«νεκρούς» εκείνης της νύχτας. Πολιτικά ήταν όμως ολόκληρο το κομμουνιστικό κόμμα νεκρό. H ληξιαρχική πράξη του θανάτου του υπεγράφη από το ίδιο, την 16 Δεκεμβρίου 1989 σε συνέδριό του στο γήπεδο της «Δυναμό», με τη μεταβάπτισή του από κομμουνιστικό (SED) σε Κόμμα του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού PDS. H μεταβάπτιση δεν οδήγησε όμως σε πλήρη μεταλλαγή του: το PDS απέταξε μεν την πολιτική του SED, δήλωσε δε νομικός διάδοχός του για να μπορέσει να κρατήσει την τεράστια περιουσία του. Εις μάτην καλούσε στο ίδιος συνέδριο ο περίφημος «αντιφρονών» Ρούντολφ Μπάρο τους «γερμανούς κομμουνιστές» να διαλύσουν έστω και για 24 ώρες το παλιό κόμμα τους και να προχωρήσουν κατόπιν σε επανίδρυση ή σε ίδρυση νέου. Τα παλιά στελέχη, πολλά εκ των οποίων —όπως απεδείχθη αργότερα— ήταν πράκτορες της μυστικής υπηρεσίας ασφαλείας Στάζι που απέτρεψαν την αυτοδιάλυση. Και αυτό το πληρώνει ως σήμερα το PDS, που δεν μπορεί να απαλλαγεί από το στίγμα του «μετακομμουνιστικού» πρακτορείου της Στάζι.

H πτώση του Τείχους δεν οφείλεται, βέβαια, κυρίως σε ατομικά λάθη. Το καθεστώς του υπαρκτού σοσιαλισμού βρισκόταν από καιρό σε πλήρη σήψη – χωρίς λεφτά και χωρίς προοπτική οικονομικής ανάκαμψης. «Μας επισκέπτονταν καθημερινά απεσταλμένοι του Χόνεκερ για να μας πουν πως είναι χρεοκοπημένοι και χρειάζονται άμεσα πίστωση» αποκάλυψε τις προάλλες ανώτατος δυτικογερμανός υπάλληλος, που το 1989 υπηρετούσε στο υπουργείο Οικονομικών, στη Βόννη. «Ως αντάλλαγμα πρόσφεραν την απόλυση πολιτικών κρατουμένων και τη χαλάρωση των περιορισμών στα ταξίδια των Ανατολικογερμανών». Και κάτι που υποθέτει ο ίδιος: «Στα τέλη του ’89 ο Χόνεκερ φαινόταν αποφασισμένος να ξεπουλήσει το Τείχος – παρ’ όλο που συνέχιζε να λέει ότι αυτό και μετά 100 χρόνια θα στέκεται ακόμη».

Αλλά ούτε και εξωτερικά στηρίγματα είχε το καθεστώς. Ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ είχε εξαγγείλει τη λήξη του «δόγματος Μπρέζνιεφ», που έδινε στη Σοβιετική Ενωση «αυτοδίκαια» το δικαίωμα επέμβασης στις χώρες του ανατολικού μπλοκ. Και έτι χειρότερα για τον Χόνεκερ: στην τελευταία επίσκεψή του στο Ανατολικό Βερολίνο, με αφορμή τα 40ά γενέθλια της Ανατολικής Γερμανίας την 8η Οκτωβρίου 1989, ήταν —με εξαίρεση τον καθιερωμένο ασπασμό στόμα με στόμα— κάθε άλλο φιλικός προς τον Χόνεκερ. Αντίθετα, φιλικά αισθήματα έδειχνε προς τους διαδηλωτές στην ίδια πόλη, που με το σύνθημα «Γκόρμπι, Γκόρμπι – βοήθα» ζητούσαν την εφαρμογή της περεστρόικα και στην Ανατολική Γερμανία.

Gorbchev-honecker_3087884k

Το αποφασιστικό χτύπημα ήρθε όμως από τα «κάτω», από τα «κινήματα των πολιτών» που είχαν ως ορμητήριο – ελλείψει άλλων φορέων – την εκκλησία των Διαμαρτυρομένων. Παράδειγμα, οι «διαδηλώσεις της Δευτέρας» στη Λειψία, στις οποίες συμμετείχαν δεκάδες χιλιάδες άτομα, με μόνιμη αφετηρία την εκκλησία Σανκτ Νικολάι. Σε αυτό πρέπει να προστεθεί και η απόδραση χιλιάδων πολιτών μηνιαίως, κυρίως μέσω των δυτικών πρεσβειών στην Πράγα και στη Βουδαπέστη, αλλά και από τα σύνορα της Ουγγαρίας και της Γιουγκοσλαβίας προς την Αυστρία. Ολα αυτά υπονόμευσαν το καθεστώς σε βαθμό ώστε να μην μπορεί πλέον να ασκήσει εξουσία. Το αποτέλεσμα ήταν μια «εσωτερική έκρηξη»(implosion) που οδήγησε και στην εσωτερική κατάρρευση του καθεστώτος.

Γιατί επελέγη η «αναίμακτη λύση»

Ένα από τα λίγα αινίγματα που θεωρούνταν, μέχρι πρότινος, άλυτα ήταν το αν η ηγεσία του κομμουνιστικού κόμματος σχεδίαζε ή όχι τη βίαιη καταστολή του κινήματος. Οι νεότερες έρευνες επιβεβαιώνουν όμως ότι τα σχέδια επέμβασης που υπήρχαν στο χρονοντούλαπο δεν ανανεώθηκαν το 1989. Και αυτό επειδή μεγάλο μέρος των μεσαίων κομματικών στελεχών τάχθηκε κατά της βίας, αλλά και επειδή οι δυνάμεις ασφαλείας είχαν χάσει – εν όψει των μεγάλων κινητοποιήσεων – το ηθικό τους. H «αναίμακτη λύση της κρίσης» λοιπόν, για την οποία επαίρεται ιδιαίτερα ο κ. Εγκον Κρεντς – που από τα μέσα Οκτωβρίου 1989 είχε διαδεχθεί τον Χόνεκερ στην κομματική και κρατική ηγεσία -, στηρίχθηκε προφανώς στον υπολογισμό ότι η εφαρμογή βίας θα απέφερε μάλλον το αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.

«Ο,τι και να κάναμε τότε μας έβγαινε λάθος» αναγνωρίζει σήμερα ο Γκύντερ Σαμπόβσκι. Το «λάθος» του την 9η Νοεμβρίου απεδείχθη όμως «ορθότερο» από κάθε «ορθή» απόφαση, αφού οδήγησε άμεσα στην πτώση του Τείχους.

Πηγή: Το Βήμα

* * *

* * *

* * *

* * *

berlin-wall-tumbles

Το Τείχος του Βερολίνου 1961-1989

Στις 9 Νοεμβρίου του 1989, μια χώρα έπαψε να υπάρχει. Το Τείχος του Βερολίνου γκρεμίζεται.

Τα μεσάνυχτα της 3ης Οκτώβριου του 1990 η Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία απεδέχθη το σύνταγμα της Ομοσπονδιακής και προσχώρησε σε αυτή. Η Γερμανία ήταν ξανά μία ενιαία χώρα.

Η Ανατολική Γερμανία, η οποία ιδρύθηκε το 1949, αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, πέρασε στην Ιστορία.

Το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου – Η συγκρότηση των δύο Γερμανιών

Το καλοκαίρι του 1945 στα τέλη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου μπήκαν τα πολιτικά θεμέλια του τείχους του Βερολίνου με το διαχωρισμό της Γερμανίας σε ζώνες ελέγχου από τους Συμμάχους και τη Σοβιετική Ένωση. Το κράτος της Γερμανίας χωρίστηκε σε τέσσερις τομείς όπου στα δυτικά τον έλεγχο είχαν οι Η.Π.Α., η Γαλλία, η Αγγλία και ο καπιταλιστικός κόσμος και στα ανατολικά όπου ο τομέας βρισκόταν στην διοίκηση της Σοβιετικής Ένωσης και του καπιταλισμού. Τον Αύγουστο του 1948 η Σοβιετική Ένωση προχώρησε στο μαρκάρισμα με μία λευκή γραμμή της περιοχής ελέγχου της.

Από τις 17 Ιουλίου μέχρι τις 2 Αυγούστου 1945 έλαβε χώρα στο Πότσνταμ, 26 χ.μ. νοτιοδυτικά του Βερολίνου, η γνωστή Διάσκεψη του Πότσνταμ, στην οποία πήραν μέρος οι ηγέτες της ΕΣΣΔ Ιωσήφ Στάλιν, της Αγγλίας Ουίνστον Τσώρτσιλ και των ΗΠΑ Χάρρυ Τρούμαν. Στη Συνδιάσκεψη αυτή  ελείφθησαν μια σειρά αποφάσεις για την αποναζιστικοποίηση, την αποστρατικοποίηση, τις επανορθώσεις, την κατοχή και διοίκηση του γερμανικού κράτους και γενικά ζητήματα της μεταπολεμικής τάξης πραγμάτων στη Γερμανία (Πρωτόκολλο της Διάσκεψης του Πότσνταμ).

Όλα τα επιμέρους μέτρα υποτάσσονταν στον κεντρικό στόχο που έθεσε η Διάσκεψη, ο οποίος  ήταν η δημιουργία ενός ενιαίου γερμανικού, αποστρατιωτικοποιημένου, αποναζιστικοποιημένου και δημοκρατικά οργανωμένου κράτους.Από το 1946 οι δυτικές δυνάμεις κατοχής της Γερμανίας διακήρυσσαν ανοιχτά την πρόθεσή τους για δημιουργία δύο γερμανικών κρατών.

Η απόφαση της διάσκεψης του Πότσνταμ, η Γερμανία να τύχει μεταχείρισης ως ενιαίας οικονομικής οντότητας, αποδείχτηκε αδύνατο να εκτελεστεί. Οι νικήτριες δυνάμεις είχαν συνάψει μια συμφωνία που απαιτούσε την ομοθυμία του Συμμαχικού Συμβουλίου Ελέγχου (Allied Control Council) για κάθε απόφαση. Ωστόσο, οι τέσσερις δυνάμεις ποτέ δεν συμφώνησαν επί του προγράμματος που αφορούσε την Γερμανία, με την ΕΣΣΔ ιδιαιτέρως να ακολουθεί τη δική της πολιτική. Αρχικά ακόμη και οι δυτικές δυνάμεις διαφωνούσαν ως προς την πολιτική που έπρεπε να ακολουθηθεί σχετικά με τη Γερμανία.Οι τέσσερις ζώνες κατοχής απομακρύνονταν όλο και περισσότερο από οικονομικής άποψης και το οικονομικό χάος όλο και διευρυνόταν. Η οικονομική δομή της Γερμανίας απαιτούσε ανταλλαγή αγροτικών προϊόντων από την ανατολή και, σε μικρότερο βαθμό, από το νότο της χώρας, με βιομηχανικά προϊόντα από την Κοιλάδα του Ρουρ και άλλες βιομηχανικές ζώνες. Η ανταλλαγή αυτή διακόπηκε με τη διαίρεση της χώρας σε τέσσερις ζώνες. Οι διοικητές κάθε ζώνης ενεργούσαν με βάση κατευθύνσεις που λάμβαναν από τις κυβερνήσεις τους και καθένας ακολουθούσε διαφορετική πολιτική σε κάθε ζώνη. Η τακτική αυτή παρακώλυε μια οικονομία ήδη παράλυτη από τις συνέπειες του πολέμου.
Στις 15 Σεπτεμβρίου 1946, το υπουργείο εξωτερικών των ΗΠΑ δημοσιεύει μία 37σέλιδη αναφορά για τις εξελίξεις στη Γερμανία και τη στάση της, όπου αναφέρεται:

«Οι ΗΠΑ δεν μπορούν να αποδεχτούν καμία πιθανή κυριαρχούμενη από τους κομμουνιστές Γερμανία και ο στόχος μίας ουδέτερης Γερμανίας θα ετίθετο σε αμφισβήτηση από μία κυρίαρχη κομμουνιστική επιρροή (σ.σ.: αν οι σοβιετικοί έμπαιναν εμπόδιο στα σχέδια των Αμερικανών για οικονομική ένωση της Γερμανίας) […] θα έπρεπε να συνεχίσουμε με την ένωση της Δυτικής Γερμανίας -με τους Βρετανούς και αν είναι εφικτό και με τους Γάλλους- και με την αποκατάσταση της οικονομίας σε αυτή την περιοχή. Αυτή η εναλλακτική θα σήμαινε τη διαίρεση της Γερμανίας σε ένα ανατολικό και ένα δυτικό κράτος».

Στην ίδια κατεύθυνση εκφράζονται ανοιχτά και οι Βρετανοί. Στη συνάντηση μεταξύ του Βρετανού υπουργού εξωτερικών Ernest Bevin και του επικεφαλής της βρετανικής ζώνης κατοχής John Hynd, στις 3 Απριλίου 1946 υπήρξε συμφωνία ότι δεν ήταν επιθυμητή η δημιουργία γερμανικής κεντρικής διοίκησης ή γερμανικής κυβέρνησης αν, όπως φοβόντσαν,  αυτές ήταν υπό κομμουνιστικό έλεγχο. Γι’ αυτό καλούσαν σε δημιουργία κυβέρνησης στη βρετανική ζώνη, η οποία στην πορεία θα ενωνόταν με τις υπόλοιπες δυτικές ζώνες, δημιουργώντας ένα συμπαγές αντισοβιετικό μπλοκ.

Οι παραπάνω σκέψεις έγιναν πράξη λίγους μήνες αργότερα. Στις 2 Δεκεμβρίου 1946 ο υπουργός εξωτερικών των ΗΠΑ J. Byrnes και ο Αγγλος ομόλογός του Ε. Bevin, παραβιάζοντας απροσχημάτιστα τις αποφάσεις του Πότσνταμ, υπέγραψαν συμφωνία υπέρ της ενοποίησης των δύο ζωνών κατοχής, της αμερικανικής και της αγγλικής, σε μία, την αποκαλούμενη και διζωνία. Αργότερα εισχώρησε και η γαλλική ζώνη, δημιουργώντας μία συμπαγή δυτική ζώνη, την αποκαλούμενη και τριζωνία, η οποία απετέλεσε το πρόπλασμα για τη δημιουργία της Δυτικής Γερμανίας, δηλαδή της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.

Άλλο ένα  πολύ σημαντικό γεγονός, αποτέλεσε το πρώτο ξεκάθαρο βήμα από την πλευρά των δυτικών δυνάμεων για τη διαίρεση της Γερμανίας:  Η νομισματική μεταρρύθμιση της 20ής  Ιουνίου 1948 στην τριζωνία. Με το νόμο για την «Αναδιάταξη του Γερμανικού Νομισματικού Συστήματος» το παλιό μάρκο, το ράιχσμαρκ, αντικαταστάθηκε  από το Γερμανικό Μάρκο (Deutsche Mark – DM), το οποίο καθιερωνόταν ως νέο νόμισμα.

Στις 23 Ιουνίου η Σοβιετική Στρατιωτική Διοίκηση (ΣΣΔ) προχώρησε και αυτή σε νομισματική μεταρρύθμιση, αντικαθιστώντας το ράιχσμαρκ με το ανατολικογερμανικό μάρκο.*

Στις 24 Ιουνίου οι Δυτικοί επέβαλαν την εισαγωγή του δυτικογερμανικού μάρκου και στο Δυτικό Βερολίνο. Ωστόσο στο Βερολίνο υπήρχε ελευθερία κίνησης προσώπων και οι καταναλωτές και οι επιχειρήσεις του Δυτικού Βερολίνου μπορούσαν ανενόχλητοι να αγοράζουν φθηνά προϊόντα από το Ανατολικό Βερολίνο.
Τα επόμενα χρόνια οι κάτοικοι του Δυτικού Βερολίνου αλλά και αυτοί του Ανατολικού Βερολίνου, οι οποίοι όμως εργάζονταν στο Δυτικό, πληρώνονταν με το «σκληρό» δυτικογερμανικό μάρκο, το μετέτρεπαν στη μαύρη αγορά σε ανατολικογερμανικά μάρκα (το ανατολικογερμανικό μάρκο δεν ήταν μετατρέψιμο νόμισμα, δεν υπήρχε νόμιμη αγορά των δύο νομισμάτων.

Τη νομισματική μεταρρύθμιση ακολούθησε το δεύτερο και σημαντικότερο βήμα: αυτό της δημιουργίας ξεχωριστού γερμανικού κράτους στις δυτικές ζώνες κατοχής.

Το 1949 ιδρύθηκε πρώτα η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (GDR) στις τρεις δυτικές Ζώνες Κατοχής και αμέσως μετά η Ανατολική Γερμανία (DDR) στηΣοβιετική Ζώνη Κατοχής, σφραγίζοντας και πολιτικά τη διαίρεση της χώρας. Τότε άρχισε να εντείνεται η φύλαξη και να επεκτείνονται οι συνοριακές εγκαταστάσεις και από τις δύο πλευρές. Ανάμεσα στην ΛΔΓ και την ΟΔΓ τοποθετήθηκαν αρχικά αστυνομικοί του σώματος των συνοριοφυλάκων και στρατιώτες, ενώ αργότερα στήθηκαν και συρματοπλέγματα, κυρίως από την πλευρά της ΛΔΓ.

Το Βερολίνο ήταν τυπικά ανεξάρτητο από τα δύο γερμανικά κράτη, χωρίς Γερμανούς στρατιωτικούς και χωρισμένο σε τέσσερις τομείς.

Στην πράξη οι τρεις τομείς των Δυτικών Συμμάχων συναποτελούσαν το Δυτικό Βερολίνο, το οποίο προσέγγιζε εν πολλοίς το καθεστώς των άλλων ομόσπονδων κρατιδίων της Δυτικής Γερμανίας. Το Δυτικό Βερολίνο είχε, π.χ., εκπροσώπους χωρίς δικαίωμα ψήφου στο Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο, Bundestag, της Βόννης. Αντίστοιχα το Ανατολικό Βερολίνο κηρύχθηκε πρωτεύουσα της ΛΔΓ, κατά παράβαση των συνθηκών.

Καθώς οξυνόταν ο Ψυχρός Πόλεμος με την επιβολή εμπάργκο υψηλής τεχνολογίας στις χώρες του Ανατολικού Συνασπισμού, τη συνεχή διπλωματική πίεση και τις εκατέρωθεν απειλές, εντάθηκε η στεγανοποίηση των συνόρων, κυρίως από την ανατολική πλευρά. Η μεθοριακή γραμμή δεν χώριζε πια μόνο τα δύο κομμάτια της Γερμανίας. Χώριζε την Ευρωπαϊκή Κοινότητα από το Συμβούλιο για την Αμοιβαία Οικονομική Βοήθεια και το NATO από το Σύμφωνο της Βαρσοβίας. Ήταν το σύνορο ανάμεσα σε δύο εχθρικούς κόσμους με διαφορετικά πολιτικοϊδεολογικά, οικονομικά και πολιτισμικά συστήματα, που βρίσκονταν αντιμέτωποι στον Ψυχρό Πόλεμο.

Τα γεγονότα πριν την ανέγερση

Από τη σύσταση της Ανατολικής Γερμανίας, άρχισαν να διαφεύγουν Ανατολικογερμανοί πολίτες προς την Δυτική Γερμανία με αυξανόμενους ρυθμούς. Ήδη από το 1952 τα ενδογερμανικά σύνορα προστατεύονταν με συρματοπλέγματα και φυλάσσονταν.
Σε μια παραμεθόρια ζώνη πλάτους πέντε χιλιομέτρων επιτρεπόταν να εισέλθουν μόνον όσοι είχαν ειδική άδεια και τέτοια άδεια δόθηκε κυρίως στους μόνιμους κατοίκους της περιοχής. Κοντά στα σύνορα υπήρχε επιπλέον μια λωρίδα πλάτους 500 μέτρων και δίπλα στη συνοριακή γραμμή ένας δρόμος πλάτους 10 μέτρων για την κίνηση των περιπόλων.
Τα σύνορα ανάμεσα στον ανατολικό και το δυτικό τομέα του Βερολίνου ήταν τα μόνα που παρέμεναν ανοιχτά, σαν οπή διαφυγής, καθώς διέσχιζαν τον πολεοδομικό ιστό της πόλης και δεν μπορούσαν να ελεγχθούν. Οι  άνθρωποι, που  εγκατέλειψαν τη ΛΔΓ και το Ανατολικό Βερολίνο μεταξύ 1949 και 1961, ανέρχονται σε 2,6 εκατομμύρια.  Από αυτούς, 180.000  μεταξύ Ιανουαρίου και Αυγούστου το 1961 και 47.433 μόνο μέσα στις δύο πρώτες εβδομάδες του Αυγούστου.

Το Δυτικό Βερολίνο ήταν η πύλη προς τη Δύση και για πολλούς Πολωνούς και Τσέχους. Οι περισσότεροι από τους πρόσφυγες ήταν νέοι κάτω των 25 ετών, ειδικευμένοι και μορφωμένοι. Η διαφυγή τους ήταν πραγματική απειλή για την οικονομία και, σε τελευταία ανάλυση, για την ίδια την ύπαρξη της Ανατολικής Γερμανίας. Επιπλέον, 50.000 Ανατολικοβερολινέζοι εργάζονταν στο Δυτικό Βερολίνο περνώντας καθημερινά τα σύνορα των τομέων, ζούσαν όμως στο φτηνό Ανατολικό Βερολίνο ή στα περίχωρα της πόλης.

Το 1958 ο Νικίτα Χρουτσώφ θα ζητήσει τη μετατροπή του Βερολίνου σε ελεύθερη πόλη αποσκοπώντας ακριβώς στον τερματισμό αυτής της αιμοραγίας της ανατολικογερμανικής οικονομίας και του στελεχιακού δυναμικού της. Οι Δυτικές χώρες απέρριψαν την πρόταση αυτή διότι, αν υποχωρούσαν, θα ζημιώνονταν σε πραγματικό και συμβολικό επίπεδο, δηλαδή στην ικανότητά τους να παραμείνουν στο Βερολίνο, αλλά και θα πλήττονταν η συνοχή της δυτικής συμμαχίας. Τον Ιούνιο του 1961 ο Χρουστσώφ θα επαναλάβει την ίδια πρόταση στον Τζον Φιτζέραλντ Κένεντι σε συνάντηση που θα έχει μαζί του στη Βιέννη.

Δραστικά μέτρα – Το τείχος

Στις 4 Αυγούστου 1961 το δημοτικό συμβούλιο του Ανατολικού Βερολίνου διέταξε να δηλωθούν αυτοί οι εργαζόμενοι και να πληρώνουν στο εξής τα ενοίκια και τους λογαριασμούς των νοικοκυριών τους σε δυτικά μάρκα. Αποκλείστηκαν, επίσης, από την κοινωνική ασφάλιση στην Ανατολική Γερμανία. Ήδη, πριν την ανέγερση του τείχους η Γερμανική Λαϊκή Αστυνομία διενεργούσε εντατικούς ελέγχους στις ανατολικές συνοικίες του Βερολίνου σε οχήματα και δρόμους, που οδηγούσαν προς το δυτικό τομέα, ψάχνοντας για «δραπέτες» και «λαθρεμπόρους».
Επιπλέον, πολλοί που ζούσαν ή απλώς εργάζονταν στο Δυτικό Βερολίνο, άλλαζαν τα ακριβά δυτικά σε φθηνά ανατολικά μάρκα στη μαύρη αγορά (τιμή 1:4 περίπου εκείνη την εποχή). Με αυτά αγόραζαν φθηνά τα βασικά είδη διατροφής και τα υψηλής αξίας καταναλωτικά αγαθά του Ανατολικού Βερολίνου. Έτσι, αποδυναμωνόταν ακόμα περισσότερο το σύστημα ελεγχόμενης οικονομίας στην ανατολική πλευρά.

Πληροφορίες για το σχεδιασμό «δραστικών μέτρων» με σκοπό τη στεγανοποίηση του Δυτικού Βερολίνου έφθαναν στις μυστικές υπηρεσίες των Δυτικών Συμμάχων, ωστόσο η συγκεκριμένη χρονική στιγμή και η έκταση των μέτρων τους εξέπληξαν. Καθώς ο αποκλεισμός δεν περιόριζε τα δικαιώματα πρόσβασής τους στο Δυτικό Βερολίνο, δεν μπορούσαν να επέμβουν. Σχετικές πληροφορίες έφθασαν και στην Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Πληροφοριών (BND) της Δυτικής Γερμανίας ήδη από τα μέσα Ιουλίου. Μετά την επίσκεψη του Β. Ούλμπριχτ στον ηγέτη της Σοβιετικής Ένωσης Νικίτα Χρουστσώφ στα πλαίσια της συνάντησης κορυφής των χωρών του Συμφώνου της Βαρσοβίας στη Μόσχα στις 3-5 Αυγούστου 1961, η δυτικογερμανική Υπηρεσία Πληροφοριών καταγράφει στην εβδομαδιαία αναφορά της στις 9 Αυγούστου:

«Οι πληροφορίες που διαθέτουμε δείχνουν πως το καθεστώς του Πάνκοβ (Pankow) (ενν. η ανατολικογερμανική κυβέρνηση) επιδιώκει να εξασφαλίσει την έγκριση της Μόσχας για να θέσει σε εφαρμογή δραστικά μέτρα αποκλεισμού, που θα περιλάμβαναν κυρίως τη στεγανοποίηση των συνόρων ανάμεσα στους τομείς του Βερολίνου και τη διακοπή της κυκλοφορίας του προαστιακού σιδηροδρόμου και του μετρό στην πόλη. Περιμένουμε να δούμε πόσο κατάφερε να πείσει ο Ούλμπριχτ τη Μόσχα με αυτές του τις κρούσεις».

Το Σάββατο 12 Αυγούστου έφτασε στη δυτικογερμανική Υπηρεσία Πληροφοριών η ακόλουθη αναφορά από το Ανατολικό Βερολίνο:

«Στις 11 Αυγούστου πραγματοποιήθηκε σύσκεψη, στην οποία συμμετείχαν οι κομματικοί επίτροποι των εκδοτικών επιχειρήσεων του κόμματος και άλλοι κομματικοί παράγοντες στην Κεντρική Επιτροπή του Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος. Σ’ αυτή διαπιστώθηκε μεταξύ άλλων… Η συνεχιζόμενη αύξηση του κύματος προσφύγων επιβάλλει την εφαρμογή μέτρων αποκλεισμού του ανατολικού τομέα του Βερολίνου και της Σοβιετικής Ζώνης Κατοχής τις επόμενες ημέρες και όχι, όπως πρόβλεπε αρχικά το σχέδιο, σε 14 μέρες. Ακριβής ημερομηνία δεν αναφέρθηκε.»

Ούλμπριχτ και Χρουτσώφ

 Συναντήθηκαν στο Στάλινγκραντ, όπου το 1942 πολέμησαν στο ίδιο στρατόπεδο. Ο πρώτος, γιος μεταλλωρύχου από την Ουκρανία, οργάνωσε την άμυνα της πόλης, και ο δεύτερος, Γερμανός εξόριστος, προσπαθούσε να ενθαρρύνει τους συμπολεμιστές του να αλλάξουν στρατόπεδο. Αυτό είναι ιστορικά καταγεγραμμένο, όπως και το ότι οι δύο άνδρες – ο παρορμητικός δικτάτορας του Κρεμλίνου Νικίτα Χρουτσώφ και ο ιδρυτής της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Βάλτερ Ούλμπριχτ, ουδέποτε διατηρούσαν αρμονικές σχέσεις. Παρόλα αυτά, στην διάρκεια της δεκαετίας κατά την οποία διαμόρφωσαν την μοίρα των χωρών τους, Χρουτσιώφ και Ούλμπριχτ ήταν στενοί σύμμαχοι.
Ποιος όμως ήταν υπεύθυνος για την κατασκευή του τείχους του Βερολίνου στις 13 Αυγούστου του 1961; Ποιανού ήταν η ιδέα να ανεγερθεί το τερατώδες οχύρωμα συνολικού μήκους 165.7 χιλιομέτρων, που περικύκλωνε τον δυτικό τομέα της πόλης; Ήταν η πρώτη φορά που ένα καθεστώς «φυλάκιζε» τον ίδιο του τον πληθυσμό. Έκτοτε, όποιος ήθελε να διαφύγει από την Ανατολική Γερμανία, έθετε σε άμεσο κίνδυνο την ζωή του. Τουλάχιστον 136 άνθρωποι έχασαν την ζωή τους, προσπαθώντας να σκαρφαλώσουν στο Τείχος του Βερολίνου. Πυροβολήθηκαν από τους μεθοριακούς φρουρούς και τους ακροβολιστές, κατακερματίστηκαν από τις νάρκες ή πνίγηκαν στον ποταμό Σπρεε. Ήταν αυτή η απεχθής μέθοδος ελέγχου των συνόρων επινόηση του Ούλμπριχτ σε μία προσπάθεια να αντιμετωπίσει την αποψίλωση του κράτους του από τα «μυαλά», όπως ισχυρίστηκαν αρκετά χρόνια μετά πρώην Σοβιετικοί διπλωμάτες; Η μήπως ο Χρουτσιώφ ήταν εκείνος που διέταξε την ανέγερση του Τείχους, όπως ισχυρίζονται πρώην ανώτατα στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ανατολικής Γερμανίας;
Η απάντηση, υπάρχει σε Σοβιετικό έγγραφο που ανακάλυψε ο Ιστορικός Ματίας Ουλ, του Γερμανικού Ιστορικού Ινστιτούτου στη Μόσχα. Ένα άγνωστο μέχρι σήμερα έγγραφο, με την συνομιλία που είχαν οι δύο ηγέτες την 1η Αυγούστου του 1961. Ο Χρουτσιώφ, είχε ενωρίτερα φροντίσει να καταστήσει τον Ούλμπριχτ κοινωνό των προθέσεων του, αποστέλλοντας του τον τότε πρεσβευτή της Σοβιετικής Ένωσης στο Ανατολικό Βερολίνο.
Στη συνάντηση τους στη Μόσχα, σύμφωνα με τα πρακτικά, ο Χρουτσώφ δεν βρήκε δυσκολία στο να πείσει τον επισκέπτη του, αφού και ο ίδιος ο Ούλμπριχτ αντιμετώπιζε θετικά στην περίφραξη των Ανατολικογερμανών. Όπως χαρακτηριστικά είχε πει «υπάρχουν αρκετά ζητήματα που δεν μπορούν να επιλυθούν με ανοικτά τα σύνορα».

Με τον Ψυχρό Πόλεμο στο αποκορύφωμα του, οι δύο σύντροφοι πίστευαν ότι η έκβαση της διαμάχης μεταξύ του σοσιαλισμού και του καπιταλισμού θα κρινόταν στην Γερμανία. Είναι για αυτό που ήθελαν να βεβαιώσουν ότι η Ανατολική Γερμανία θα υπερτερούσε σε οικονομικό επίπεδο, από την αντίπαλη Δυτική Γερμανία. Ωστόσο η εφαρμογή της οικονομικής πολιτικής του Ούλμπριχτ οδηγήθηκε σε αποτυχία, και μόνο το 1960, τουλάχιστον 200.000 Ανατολικογερμανοί διέφυγαν από τα άδεια ράφια των υπεραγορών – και την μυστική αστυνομία Στάζι – στην δυτική Γερμανία.

Στα πλαίσια της συνάντησης κορυφής των χωρών του Συμφώνου της Βαρσοβίας στη Μόσχα στις 3-5 Αυγούστου 1961, ο Ούλμπριχτ παρουσίασε την κατάσταση της χώρας του με τα πιο μελανά χρώματα και υπαινίχθηκε ότι αν δεν λαμβάνονταν μέτρα ενάντια στη φυγή του πληθυσμού, η ΛΔΓ θα ήταν πολύ σύντομα ανίκανη να εκπληρώσει τις οικονομικές υποχρεώσεις της απέναντι στη Σοβιετική Ένωση.

Στην συνάντηση της 1ης Αυγούστου, ένας εξαγριωμένος Χρουτσώφ είπε στον Ούλμπριχτ «Όταν πριν από δύο χρόνια παρευρέθηκα στην συνέλευση του κόμματος σου, όλα ήταν μια χαρά. Τι συνέβηκε; Έως το 1961/62 σκόπευες να ξεπεράσεις την Δυτική Γερμανία» για να πάρει την ειλικρινή απάντηση από τον σύντροφο του «Ο πληθυσμός έχει απαιτήσεις που δεν μπορούν να ικανοποιηθούν».

Ο Ούλμπριχτ, γεννημένος στην Λειψία και ξυλουργός στο επάγγελμα, μετέθεσε τις ευθύνες στην Πολωνία και την Βουλγαρία, οι οποίες κατά παράβαση της συμφωνίας, δεν προμήθευαν την Ανατολική Γερμανία με σίδηρο και άνθρακα. Την κύρια ωστόσο ευθύνη την επέρριψε στην Δυτική Γερμανία, κατηγορώντας την ότι «προετοίμαζε εξέγερση» στην Ανατολική Γερμανία το Φθινόπωρο του 1961. Ισχυρισμός που φαίνεται ότι έγινε αποδεκτός από τον αφελή συνομιλητή του. Ο Χρουτσώφ, φανερά εκνευρισμένος, διαμήνυσε στον Ούλμπριχτ ότι έχει προθεσμία δύο εβδομάδων ώστε να προβεί στις αναγκαίες οικονομικές προετοιμασίες. «Αμέσως μετά θα συγκαλέσεις την Βουλή και θα εκδώσεις το ακόλουθο ανακοινωθέν: Με ισχύ από αύριο, θα ανεγερθούν σημεία ελέγχου και θα απαγορευθεί η διέλευση. Όποιος επιθυμεί να διασχίσει τα σύνορα θα μπορεί να το πράξει μόνο με την άδεια των αρχών της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας». Ο Χρουτσώφ ήθελε να πείσει τους Ανατολικογερμανούς, ότι η ανέγερση του Τείχους αποσκοπούσε στο να τους προστατεύσει από τους κατάσκοπους της Δύσης, και ήταν βέβαιος ότι θα το πετύχαινε. Ωστόσο όπως διαφαίνεται, ακόμη και ο ίδιος δεν πίστευε πλήρως την δική του προπαγάνδα. Όταν ο Ούλμπριχτ – στην συνάντηση του Αυγούστου – του διαμήνυσε ότι ήθελε να συμβουλευθεί ειδικούς επί οικονομικών θεμάτων, ο Χρουτσιώφ τον συμβούλευσε διαφορετικά. «Δεν θα πρέπει να εξηγήσεις οτιδήποτε πριν τεθεί σε ισχύ το νέο συνοριακό καθεστώς. Το μόνο που θα πετύχεις, θα είναι να αυξηθεί ο αριθμός των όσων θα διαφεύγουν».

Αν, τόνισε, γίνει γνωστό οτιδήποτε σχετικά με την ανέγερση του Τείχους, θα σημειωθεί «κυκλοφοριακή συμφόρηση» στους δρόμους που οδηγούν στο Βερολίνο. Τέτοιες μορφές παρακώλυσης της κυκλοφορίας, κατέληξε ο Χρουτσιώφ, θα συνιστούν «εκδήλωση διαμαρτυρίας».

Η ανέγερση του Τείχους

Στην ανακοίνωση που συντάχθηκε μετά συνάντηση του Συμφώνου της Βαρσοβίας και δημοσιεύτηκε τη μέρα της ανέγερσης του Τείχους, οι χώρες που έλαβαν μέρος, εξέφραζαν την κοινή πρόθεσή τους «να κλείσουν τα σύνορα του Δυτικού Βερολίνου για τις ανατρεπτικές ενέργειες εναντίον των χωρών του σοσιαλιστικού στρατοπέδου και να εξασφαλίσουν την αποτελεσματική φύλαξη και τον έλεγχο γύρω από την περιοχή του Δυτικού Βερολίνου».

Στις 11 Αυγούστου κυρώθηκαν τα αποτελέσματα της συνδιάσκεψης της Μόσχας από τη βουλή της ΛΔΓ και δόθηκε η εξουσιοδότηση στο Υπουργικό Συμβούλιο να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα. Το Υπουργικό Συμβούλιο της ΛΔΓ ενέκρινε στις 12 Αυγούστου την κινητοποίηση ένοπλων δυνάμεων για την κατάληψη των συνόρων προς το Δυτικό Βερολίνο και το στήσιμο οδοφραγμάτων.

Τη νύχτα από 12 προς 13 Αυγούστου 1961 μονάδες του Εθνικού Λαϊκού Στρατού, 5.000 συνοριοφύλακες, 5.000 αστυνομικοί και 4.500 μέλη των Εργατικών Ομάδων Μάχης άρχισαν να κλείνουν τους δρόμους και τις τροχιές των μέσων μεταφοράς προς το Δυτικό Βερολίνο. Οι σοβιετικές δυνάμεις παρέμεναν σε συναγερμό μάχης σταθμευμένες στις μεθοριακές διαβάσεις που προβλέπονταν για τους Συμμάχους. Όλες οι συγκοινωνίες μεταξύ των δύο τομέων της πόλης διακόπηκαν. Ήδη από το Σεπτέμβριο του 1961 άρχισαν ωστόσο να κυκλοφορούν μερικές γραμμές του προαστιακού σιδηροδρόμου και του μετρό περνώντας από σήραγγες κάτω από ανατολικογερμανικό έδαφος, χωρίς όμως να σταματούν στους αποκαλούμενους πια «σταθμούς-φαντάσματα».
Ο Έριχ Χόνεκερ ήταν εκείνη την εποχή Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής για θέματα ασφαλείας και είχε την πολιτική ευθύνη του συνολικού σχεδιασμού και της ανέγερσης του τείχους για λογαριασμό της ηγεσίας του κόμματος. Τα μέσα ενημέρωσης εμφάνιζαν το Τείχος σαν κοινή επιχείρηση των χωρών του Συμφώνου της Βαρσοβίας και σαν χρήση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας, ενώ επαναλάμβαναν την αντιδυτική ρητορεία της συνάντησης των προηγούμενων ημερών. Η επίσημη ανακοίνωση τελείωνε με μια επισήμανση που αποκάλυπτε όλη την υποκρισία και την αντιφατικότητα των προηγούμενων ρητορισμών: τα σύνορα δεν θα επιτρεπόταν πια να τα περνούν οι πολίτες της Ανατολικής Γερμανίας χωρίς ειδική άδεια.

Μόνον από τις ένοπλες μονάδες που διατέθηκαν για τη φύλαξη λιποτάκτησαν και διέφυγαν προς το Δυτικό Βερολίνο τις πρώτες μέρες 85 άνδρες, ενώ πέτυχαν 216 απόπειρες διαφυγής από τις συνολικά 400. Αξέχαστες θα μείνουν οι διάσημες εικόνες προσφύγων που κατέβαιναν με σεντόνια από τα παράθυρα των σπιτιών στους δρόμους που βρίσκονταν πάνω στα σύνορα. Αξέχαστος θα μείνει, επίσης, ο συνοριοφύλακας Κόνραντ Σούμαν που, ενώ ήταν σκοπός στην Μπερνάουερ Στράσε, υπερπήδησε το συρματόπλεγμα κρατώντας το όπλο του και βρέθηκε στο Δυτικό Βερολίνο.


Υπεύθυνος για την ανέγερση του πρώτου προσωρινού Τείχους ήταν ο Εριχ Χόνεκερ, διάδοχος του Ούλμπριχτ. Οι κατασκευαστές του ακολούθησαν ακριβώς τη συμφωνία μοιρασιάς του Βερολίνου με τους Δυτικούς συμμάχους. Αποτέλεσμα, σπίτια να κοπούν στη μέση, γειτονιές να χωριστούν, άνθρωποι να παγιδευτούν ξαφνικά στην ανατολική μεριά χωρίς προοπτική να ξαναδούν τους δικούς τους.

Εκείνες τις ημέρες του Αυγούστου το 1961 στο κέντρο του Βερολίνου εξελίχθηκαν δραματικές καταστάσεις που σημάδεψαν για πάντα όσους τις έζησαν. Στα χρόνια που ακολούθησαν το Τείχος και οι συνεχείς εξελίξεις του έγιναν μια μορφή ψύχωσης για το καθεστώς του Ανατολικού Βερολίνου. Τα τούβλα αντικαταστάθηκαν από ειδικής κατασκευής πλάκες από μπετόν ύψους 4 μέτρων. Οσα κτήρια υπήρχαν δίπλα στο Τείχος από την ανατολική του πλευρά γκρεμίστηκαν και δημιουργήθηκε μια ζώνη σκεπασμένη με άμμο, που ονομάστηκε «νεκρή ζώνη». Εκεί μπορούσαν να περιπολούν μόνο συνοριακοί φύλακες. Οποιος πολίτης βρισκόταν μέσα στη νεκρή ζώνη, δύσκολα επιζούσε. Τη ζώνη αυτή ακολουθούσε ένα μικρότερο τείχος ύψους τριών μέτρων.

Ανάμεσα στα δυο τείχη, το εξωτερικό και το εσωτερικό, υπήρχαν αντιαρματικά εμπόδια, νάρκες, ηλεκτροφόρα σύρματα. Κάθε εκατό μέτρα και μια ανυψωμένη σκοπιά (συνολικά 302) με προβολείς το βράδυ και εκπαιδευμένα σκυλιά που περιπολούσαν με στρατιώτες του Λαϊκού Στρατού. Το Τείχος είχε συνολικό μήκος 167,8 χιλιόμετρα. Τα 45 από αυτά ήταν μέσα στο κέντρο του Βερολίνου και τα υπόλοιπα περικύκλωναν το Δυτικό Βερολίνο.
Οι κάτοικοι του Δυτικού Βερολίνου ζούσαν δίπλα στο Τείχος, ενώ αυτοί του Ανατολικού το έβλεπαν μόνο από μακριά, αφού σε απόσταση 200 μέτρων από αυτό απαγορευόταν να πλησιάσει απλός πολίτης. Τα σπίτια του Ανατολικού Βερολίνου που ήταν κοντά στο Τείχος, και είχαν θέα τη Δύση, ήταν προνομιούχα και σε αυτά και για λόγους ασφαλείας ζούσαν μόνο στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος. Η Ανατολική Γερμανία πλήρωνε ένα μεγάλο ποσό κάθε χρόνο για τη συντήρηση του Τείχους, παρ’ ότι οι ελλείψεις σε αγαθά πρώτης ανάγκης ήταν μεγάλες για τον πληθυσμό. Συνολικά, η ανέγερσή του κόστισε 1,8 δισ. μάρκα.

Το διχασμένο Βερολίνο είχε μάθει να ζει με το Τείχος του – για 28 ολόκληρα χρόνια ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της πόλης. Το Δυτικό Βερολίνο ήταν σαν ένα νησί, σαν μια καπιταλιστική όαση στην καρδιά της Ανατολικής Γερμανίας. Γύρω-γύρω περιβαλλόταν από το Τείχος. Αποκλεισμένο καθώς ήταν, το Δυτικό Βερολίνο ήταν ο «καθρέφτης» της εξελιγμένης Δύσης στο κέντρο της Ανατολικής Γερμανίας. Για να μείνει ο κόσμος εκεί, η δυτική κυβέρνηση είχε δώσει σημαντικά κίνητρα: πολλά πανεπιστήμια, νυχτερινή ζωή χωρίς ωράρια, δυνατότητα να μην υπηρετήσουν στον στρατό. Το πιο χαρακτηριστικό, όμως, ήταν το λεγόμενο «επίδομα Βερολίνου», ένα επιπλέον εισόδημα για κάθε μόνιμο κάτοικο της πόλης.

Οι κάτοικοι του Δυτικού Βερολίνου δεν μπορούσαν πλέον να εισέρχονται ελεύθερα στην Ανατολική Γερμανία ήδη από την 1η Ιουνίου 1952. Ο αποκλεισμός του Ανατολικού Βερολίνου χαλάρωσε ελαφρά το 1963, όταν επετράπη στους κατοίκους του Δυτικού Βερολίνου να επισκέπτονται τους συγγενείς τους στο Ανατολικό για λίγες μέρες τα Χριστούγεννα. Με την εφαρμογή της πολιτικής για την εξομάλυνση των σχέσεων μεταξύ των δύο Γερμανιών  την Ostpolitik**  ο, από το 1969, καγκελάριος Βίλι Μπραντ πέτυχε τη χαλάρωση των ταξιδιωτικών περιορισμών. Ύστερα από διαπραγματεύσεις με τον Ανατολικογερμανό ηγέτη Έριχ Χόνεκερ, επετράπη σε μη παραγωγικές τάξεις (π.χ. συνταξιούχους) της Ανατολικής Γερμανίας να επισκέπτονται τη Δυτική, ενώ και οι Δυτικοί που κατοικούσαν κοντά στα σύνορα θα μπορούσαν να επισκέπτονται τον ανατολικό τομέα.

Από τις αρχές της δεκαετίας του ’70, με την πολιτική προσέγγισης της ΟΔΓ και της ΛΔΓ που ακολούθησαν ο Βίλυ Μπραντ και ο Έριχ Χόνεκερ, έγιναν λιγότερο αδιαπέραστα τα σύνορα ανάμεσα στις δύο χώρες. Η Ανατολική Γερμανία παρείχε ταξιδιωτικές διευκολύνσεις κυρίως σε «μη παραγωγικές» ομάδες του πληθυσμού, όπως οι συνταξιούχοι, και επέτρεπε σε Δυτικογερμανούς κατοίκους παραμεθόριων περιοχών να πραγματοποιούν απλές επισκέψεις. Η ΛΔΓ εξαρτούσε την ευρύτερη ελευθερία διακίνησης από την αναγνώριση της υπόστασής της ως κυρίαρχου και ανεξάρτητου κράτους και απαιτούσε την έκδοση των πολιτών της που ταξίδευαν προς τη Δυτική Γερμανία και δεν επέστρεφαν. Η ΟΔΓ όμως δεν ήθελε να ικανοποιήσει αυτούς τους όρους σύμφωνα και με σχετικές προβλέψεις του συντάγματός της.


Η ανατολικογερμανική προπαγάνδα αποκαλούσε το τείχος και τις εγκαταστάσεις του «αντιφασιστικό προστατευτικό φράγμα», το οποίο είχε σκοπό να προφυλάξει τη ΛΔΓ από τη «εγκατάλειψη, τη διάβρωση, την κατασκοπεία, τη δολιοφθορά, το λαθρεμπόριο, το ξεπούλημα και την επιθετικότητα» της Δύσης. Στην πραγματικότητα τα αμυντικά έργα στρέφονταν κυρίως κατά των ίδιων της των πολιτών.

Στα 28 χρόνια της ύπαρξής του τουλάχιστον 86 άνθρωποι βρήκαν το θάνατο στο τείχος στην προσπάθειά τους να διαφύγουν. Τις πρώτες θανάσιμες βολές δέχτηκε στις 24 Αυγούστου 1961, έντεκα μέρες μετά το κλείσιμο των συνόρων, ο εικοσιτετράχρονος Γκύντερ Λίτφιν (Günter Litfin), που πυροβολήθηκε από αστυνομικούς στην περιοχή του σιδηροδρομικού σταθμού Φρίντριχστράσε κατά την απόπειρά του να διαφύγει.

Peter Fechter, 1962

Ο Πέτερ Φέχτερ  πυροβολήθηκε και πέθανε αβοήθητος, από αιμορραγία στις 17 Αυγούστου 1962 στη νεκρή ζώνη.

Με συνολικά 40 πυροβολισμούς σκοτώθηκαν το 1966 δύο παιδιά ηλικίας 10 και 13 ετών. Το τελευταίο θανάσιμο συμβάν, κατά το οποίο πέθανε από αιμορραγία ο Κρις Γκέφροϋ (Chris Gueffroy), σημειώθηκε στις 6 Φεβρουαρίου 1989.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις 75.000 άνθρωποι σύρθηκαν στα δικαστήρια της Ανατολικής Γερμανίας, με την κατηγορία της «εγκατάλειψης της χώρας». Το αδίκημα τιμωρούνταν με ποινές κάθειρξης μέχρι και οκτώ χρόνων σύμφωνα με την παράγραφο 213 του Ποινικού Κώδικα της Ανατολικής Γερμανίας. Όποιος κατά την απόπειρα έφερε όπλο ή προκαλούσε καταστροφές των συνοριακών εγκαταστάσεων, καθώς και όσοι προσπαθούσαν να διαφύγουν ενώ υπηρετούσαν στις ένοπλες δυνάμεις ή γενικά σε θέσεις που διαχειρίζονταν κρατικά μυστικά, γλίτωναν σπάνια με κάθειρξη μικρότερη των πέντε χρόνων. Όποιος μάλιστα υποβοηθούσε άλλους στην «εγκατάλειψη της χώρας», μπορούσε να τιμωρηθεί με ισόβια.

Σε επεισόδια στο τείχος έχασαν τη ζωή τους και συνοριοφύλακες. Η πιο γνωστή περίπτωση είναι αυτή του στρατιώτη Ράινχολντ Χουν (Reinhold Huhn), που πυροβολήθηκε από ένα βοηθό σε κάποια απόπειρα διαφυγής. Αυτά τα συμβάντα τα εκμεταλλεύονταν οι υπεύθυνοι της κρατικής προπαγάνδας για να δικαιολογήσουν εκ των υστέρων την ανέγερση του τείχους.

Πολλοί ήταν οι κάτοικοι του Ανατολικού Βερολίνου που προσπάθησαν να φύγουν από αέρα, στεριά και θάλασσα. Με αερόστατα, τούνελ, ειδικά κατασκευασμένα αυτοκίνητα, οι Γερμανοί που ζούσαν στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας (DDR) χρησιμοποίησαν μερικούς από τους πιο ευφάνταστους τρόπους απόδρασης στην Δυτική Γερμανία.

Ο 26χρονος Χάσο Χέρσελ κατάφερε το 1962 να περάσει με ένα ψεύτικο διαβατήριο από το Ανατολικό στο Δυτικό Βερολίνο. Αμέσως του ήρθε η ιδέα να βοηθήσει και άλλους να περάσουν στην άλλη πλευρά. Χρειάστηκαν περίπου έξι μήνες, 12 ως15 άτομα και πολύ υπομονή για να κατασκευαστεί σύραγγα που ξεκινούσε από ένα υπόγειο, είχε βάθος έξι μέτρα και μήκος 136 μέτρα. Μετά την ολοκλήρωση του τούνελ, 29 άτομα συνάντησαν ξανά τις οικογένειές τους στο Δυτικό Βερολίνο. Συνολικά, πριν από την πτώση του Τείχους 300 άτομα πέρασαν στη Δυτική Γερμανία μέσω αυτής της σύραγγας.

Ο Άχιμ Γουέιερ κατασκεύασε ένα τεθωρακισμένο όχημα, μερικούς μήνες μετά την ανέγερση του τείχους το 1961. Πήρε ένα Όπελ του 1937, έβαλε ατσάλι στις πόρτες και τα παράθυρα, καλύπτοντας πλήρως σχεδόν κάθε άνοιγμα. Έβαλε μέσα τη μητέρα του, τη σύντροφό του και ένα ακόμα ζευγάρι, παρακολούθησαν τις κινήσεις των φρουρών σε συνοριακό πέρασμα της γερμανικής πρωτεύουσας και στη συνέχεια αύξησαν ταχύτητα και πέρασαν δίπλα από τους αστυνομικούς. Δεν σταμάτησαν παρά μόνο όταν έφτασαν σε ένα κατάστημα υποδημάτων στο Δυτικό Βερολίνο.

Ο μηχανικός Χανς Πέτερ Στρέλζικ και ο γείτονάς του Γκίντερ Βέτσελ κατασκεύασαν ένα αερόστατο από κουρτίνες, σεντόνια και άλλα υφάσματα που έραψαν οι γυναίκες τους. Τον Σεπτέμβριο του 1979 οι δύο οικογένειες και τα παιδιά τους πέταξαν απαλά πάνω από τα σύνορα.

Μια κινηματογραφική απόδραση εκτέλεσε ένας κάτοικος του Ανατολικού Βερολίνου. Κρύφτηκε με τη σύζυγό του και το παιδί του σε ένα κυβερνητικό κτίριο κοντά στα σύνορα Ανατολικής-Δυτικής Γερμανίας. Όταν βράδιασε ανέβηκαν στην ταράτσα, πέταξαν ένα σφυρί με ένα σχοινί από την άλλη μεριά του τείχους, τοποθέτησαν ένα κάθισμα και «γλίστρησαν» πάνω από το πέρασμα.

Conrad Schumann, «αλμα στην ελευθερία»

Δύο ημέρες μετά την ανέγερση του Τείχους, ο 19χρονος στρατιώτης Κόνραντ Σούμαν που φύλαγε το πέρασμα από την πλευρά της Ανατολικής Γερμανίας πήδηξε πάνω από το συρματόπλεγμα, πετώντας το όπλο του. Ο φωτογράφος Πέτερ Λάιμπινγκ απαθανάτισε τη στιγμή και η εικόνα έκανε τον γύρο του κόσμου.Αποτελεί μια απόδραση-σύμβολο μέχρι και σήμερα Ο Σούμαν, ήταν ο πρώτος στρατιώτης του Ανατολικού ΄Βερολίνου, που αυτομόλησε στην Δυτική Γερμανία. Μέχρι την πτώση του τείχους, θα ακολουθούσαν άλλοι 2,700 ανατολικογερμανοί στρατιώτες.

Ενενήντα οκτώ Ανατολικογερμανοί έχασαν τη ζωή τους, ή σκοτώθηκαν από πυρά, κατά την προσπάθειά τους να διασχίσουν το Τείχος που διαιρούσε σε Ανατολικό και Δυτικό το Βερολίνο, τονίζεται στη μελέτη του Ιδρύματος Ιστορικών Μελετών του Πότσνταμ και του Ιδρύματος για το Τείχος.

Το μνημείο για την Ανατολικογερμανίδα Όλγα Segler
που σκοτώθηκε όταν προσπάθησε να δραπετεύσει πάνω από
το Τείχος του Βερολίνου, στις 25η Σεπτεμβρίου του 1961.

Συνολικά 30 άνθρωποι -Δυτικοί και Ανατολικοί- βρήκαν τον θάνατο στο Τείχος, αλλά κάτω από διαφορετικές συνθήκες, κι όχι ενώ προσπαθούσαν να το διαβούν, ενώ οκτώ ανατολικογερμανοί φρουροί έχασαν τη ζωή τους κατά τις ανταλλαγές πυρών στις διάφορες περιστάσεις απόδρασης, που εκδηλώνονταν στα 154 χλμ του Τείχους που είχαν εγερθεί γύρω από τον θύλακο που σχημάτιζε το Δυτικό Βερολίνο μέσα στο έδαφος της Ανατολικής Γερμανίας.

Τα στοιχεία αυτά δεν λαμβάνουν υπ’ όψη όσους είχαν βρει τον θάνατο κατά τη διάρκεια της προσπάθειάς τους να αποδράσουν από την Ανατολική στη Δυτική Γερμανία.

Ο απολογισμός για τους νεκρούς στο Τείχος από πολλών ετών έχει δημιουργήσει μία φιλονικία ανάμεσα στους ειδικούς, καθώς πολλά άλλα ινστιτούτα δίνουν μεγαλύτερους αριθμούς, συμπεριλαμβάνοντας, για παράδειγμα, τα 251 άτομα -στην πλειονότητά τους ηλικιωμένους-που είχαν υποστεί καρδιακές κρίσεις κατά τη διάρκεια των κοπιωδών ελέγχων στα φυλάκια του Τείχους.

Σύμφωνα με την τελευταία μελέτη, 16 περιπτώσεις θανάτων παραμένουν ανεξακρίβωτοι. Περίπου 5.000 είχαν κατορθώσει να δραπετεύσουν διασχίζοντας κρυφά το Τείχος κατά τα 28 χρόνια της ύπαρξής του, σύμφωνα με άλλες έρευνες.  

 
Aπό τον τοίχο του νεκροταφείου Sophie,κοιτάζοντας
στο Ανατολικό Βερολίνο 1963, Foto: A. Waidmann
Don McCullin—Contact Press Images
Κοιτάζοντας από μια σχισμή του Τείχους.
Νοέμβριος 1961
Αύγουστος 1961. Μια νεαρή γυναίκα, από το Δυτικό Βερολίνο, συνοδευόμενη από το φίλο της,
σκαρφαλώνει 
 στο τείχος, για να μιλήσει στη μητέρα της
στην πλευρά του Ανατολικού Βερολίνου.
Η Marienetta Jirkowsky πυροβολήθηκε και σκοτώθηκε στο Τείχος του Βερολίνου: Σκάλα Απόδρασης στον τοίχο που οδηγούσε από την Florastraße στην περιοχή του  Hohen Neuendorf  25.9.1961
Αύγουστος, 1961
Κοιτάζοντας στο Ανατολικό Βερολίνο, τα μέλη μιας οικογένειας από το Δυτικό,κάνουν νεύμα σε κάποιον
δικό τους κοντά στον γαλλικό τομέα του Ανατολικού Βερολίνου.Νοέμβρης 1961
Bernauer Straße: Μετά τις συνεχείς αποδράσεις
τα παράθυρα χτίστηκαν με τουβλα.
Σεπτεμβριος, 1961

Το τέλος του Τείχους

Το Τείχος του Βερολίνου έπεσε τη νύχτα της Πέμπτης 9 προς Παρασκευή 10 Νοεμβρίου 1989, μετά από 28 χρόνια. Στην πτώση του συνέβαλλαν πολλοί παράγοντες. Ο σημαντικότερος ήταν η πολιτική του Γενικού Γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης Μιχαήλ Γκορμπατσώφ. Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 ο Γκορμπατσώφ κατάργησε το Δόγμα Μπρέζνιεφ και επέτρεψε στις χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας να επιλέξουν ελεύθερα το δρόμο που θα ακολουθούσε κάθε μία στην εσωτερική και διεθνή πολιτική. Εκμεταλλευόμενες τη νέα γραμμή, οι χώρες του Ανατολικού Συνασπισμού, η μία μετά την άλλη, άρχισαν να ανοίγουν τα σύνορά τους προς τη Δύση, να καταλύουν τα κομμουνιστικά τους καθεστώτα και να εκλέγουν δημοκρατικές κυβερνήσεις.

Λόγω της αντίδρασης του γηραιού και υπερσυντηρητικού ηγέτη της ΛΔΓ Έριχ Χόνεκερ, η Ανατολική Γερμανία δεν συμμετείχε σ’ αυτές τις εξελίξεις. Οι διαδηλώσεις με αιτήματα τον εκδημοκρατισμό και την ελευθερία διακίνησης προς το εξωτερικό εντείνονταν. Με το άνοιγμα των συνόρων άλλων σοσιαλιστικών χωρών προς τη Δύση, το νέο κύμα εγκατάλειψης της χώρας προς τη Δυτική Γερμανία διοχετεύτηκε μέσα από τρίτες χώρες προκαλώντας διπλωματικούς τριγμούς μεταξύ των κυβερνήσεων των χωρών αυτών και της Ανατολικής Γερμανίας.

Χιλιάδες Ανατολικογερμανοί πολίτες κατέφυγαν στις δυτικογερμανικές πρεσβείες της Πράγας και της Βαρσοβίας και πέτυχαν τελικά να τους επιτραπεί η είσοδος στη Δυτική Γερμανία. Άλλοι διέφευγαν μέσω Ουγγαρίας προς την Αυστρία, μετά το άνοιγμα των ουγγροαυστριακών συνόρων στις 2 Μαΐου 1989, και από ’κει στη Δυτική Γερμανία. Ως «αντάλλαγμα» για το άνοιγμα των συνόρων της με την Αυστρία, η Ουγγαρία έλαβε δάνειο ύψους 500 εκατομμυρίων μάρκων από τη δυτικογερμανική κυβέρνηση Κολ.

Με την ελπίδα να διασώσει το καθεστώς, το ΚΚ της Ανατολικής Γερμανίας προσπάθησε να δώσει λύση στην εκρηκτική εσωτερική και εξωτερική κατάσταση με την αντικατάσταση του Χόνεκερ από τον Έγκον Κρεντς στις 17 Οκτωβρίου 1989 και την εξαγγελία αόριστων μέτρων εκδημοκρατισμού και φιλελευθεροποίησης. Η βίαιη απαγόρευση της διακίνησης προς το εξωτερικό ήταν όμως το μόνο μέσο που διέθετε το ολοκληρωτικό καθεστώς για να κρατήσει τους πολίτες του στη χώρα. Ειδικά οι Ανατολικογερμανοί είχαν ένα κράτος δυτικού τύπου δίπλα στη χώρα τους, το οποίο λόγω της εθνικής συγγένειας και της ισχυρής οικονομίας του ήταν πολύ πιο ισχυρός πόλος έλξης απ’ ότι γενικά η Δύση για τους πολίτες άλλων κομμουνιστικών χωρών.
Πρέπει ωστόσο να τονιστεί ότι η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών δεν επιδίωκε το μόνιμο εκπατρισμό και την εγκατάλειψη της χώρας του. Διεκδικούσε τον εκδημοκρατισμό της και την ελευθερία να πραγματοποιεί ιδιωτικές επισκέψεις ή σύντομα ταξίδια στη Δυτική Γερμανία και τις άλλες χώρες της Δύσης. Αλλά και η οικονομία της ΛΔΓ δεν θα μπορούσε να επιβιώσει παρά μόνο με κλειστά σύνορα, καθώς δεν θα άντεχε τον ανταγωνισμό με τη Δύση. Το άνοιγμα των συνόρων της Ανατολικής Γερμανίας, θα σήμαινε το τέλος του κομμουνισμού σε γερμανικό έδαφος, όπως άλλωστε έδειξαν και οι κατοπινές εξελίξεις.


Τα γεγονότα της 9ης Νοεμβρίου
 

Μπροστά σ’ αυτά τα διλήμματα, η νέα ηγεσία φάνηκε ανίκανη να χειριστεί την κατάσταση. Σύντομα επικράτησε σύγχυση, καθώς οι διαδηλώσεις γίνονταν ολοένα και πιο μαζικές και δυναμικές, ενώ οι ανατολικές χώρες, τις οποίες κατέκλυζαν οι πρόσφυγες για να περάσουν στη Δυτική Γερμανία, καλούσαν με τελεσίγραφα τη Ανατολική Γερμανία, να δώσει λύση και απειλούσαν να κλείσουν τα σύνορά τους με αυτή.

Στις 6 Νοεμβρίου 1989 δημοσιοποίησε η κυβέρνηση ένα σχέδιο ταξιδιωτικού νόμου, το οποίο ήταν πολύ κατώτερο των προσδοκιών του κόσμου και τελικά ενδυνάμωσε ακόμα περισσότερο τις αντιδράσεις αντί να τις κατευνάσει. Την ίδια μέρα κατέβηκαν μόνο στη Λειψία 500.000 άνθρωποι σε διαδήλωση.
Το πρωί της 9ης Νοεμβρίου 1989 συνεδρίασε με εντολή του Πολιτικού Γραφείου του κόμματος μια επιτροπή αξιωματικών των Υπουργείων Εσωτερικών και Κρατικής Ασφάλειας για να προτείνει λύσεις και να σχεδιάσει μια έκτακτη ρύθμιση, που θα έθετε αμέσως σε εφαρμογή τα ουσιαστικότερα μέτρα του σχεδίου ταξιδιωτικού νόμου. Η πρόταση που υπέβαλαν στο Πολιτικό Γραφείο ήταν να επιτραπούν τόσο η μόνιμη μετεγκατάσταση, που δημιουργούσε το πρόβλημα με τους πρόσφυγες στις τρίτες χώρες, όσο και τα σύντομα ιδιωτικά ταξίδια. Διαφορετικά θα εξωθούνταν στη μετανάστευση πολλοί, οι οποίοι ήθελαν μόνο να επισκέπτονται συγγενείς τους στη Δυτική Γερμανία.

Η επιτροπή των αξιωματικών πρότεινε να δίνονται οι άδειες και για τα δύο από τις αρμόδιες υπηρεσίες μετά από αίτηση των ενδιαφερομένων, χωρίς διατυπώσεις. Με αυτές τις προτάσεις ήταν αναμενόμενο ότι θα ξεσηκωνόταν ένα πρωτόγνωρο κύμα μόνιμης και προσωρινής εξόδου από τη χώρα, η πίεση όμως θα διοχετευόταν στις αρμόδιες υπηρεσίες, όχι στα σύνορα, και θα μπορούσε να ελεγχθεί. Το μεσημέρι της ίδιας μέρας ενέκρινε το Πολιτικό Γραφείο το σχέδιο ταξιδιωτικών ρυθμίσεων της επιτροπής και το έθεσε σε κυκλοφορία στα συναρμόδια υπουργεία μέσω της υπηρεσιακής οδού για να γίνουν έλεγχοι και προτάσεις εντός της ημέρας. Σύμφωνα με την πάγια τακτική, η μη έκφραση αντιρρήσεων ως μια ορισμένη ώρα ισοδυναμούσε με έγκριση του σχεδίου από το Υπουργικό Συμβούλιο. Η ώρα 4:00 το πρωί της 10ης Νοεμβρίου ορίστηκε για να δοθεί η απόφαση στον τύπο.
Μέχρι το απόγευμα τα Υπουργεία Εσωτερικών, Κρατικής Ασφάλειας και Δικαιοσύνης ελέγχουν το σχέδιο ρύθμισης. Τα δύο πρώτα Υπουργεία εγκρίνουν τις ρυθμίσεις που αφορούν τη μόνιμη μετεγκατάσταση στο εξωτερικό, εκφράζουν όμως αντιρρήσεις και προτείνουν χρονικούς περιορισμούς για τα σύντομα ιδιωτικά ταξίδια.
Ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Δικαιοσύνης Ζίγκφριντ Βίτενμπεκ (Siegfried Wittenbeck) απορρίπτει εντελώς τη ρύθμιση για λογαριασμό του απόντος Υπουργού Χανς Χέρμαν Χέρτλε (Hans-Herman Hertle), καθώς εντοπίζει τυπικά και τεχνικά προβλήματα στο σχέδιο, το οποίο του υποβλήθηκε. Η κυβέρνηση όμως στην Ανατολική Γερμανία δεν ήταν παρά ο εκτελεστής των αποφάσεων του κόμματος και η κυκλοφορία των νομοσχεδίων στα υπουργεία δεν ήταν παρά μια γραφειοκρατική ρουτίνα. Έτσι, ενώ τα υπουργεία επεξεργάζονται τη ρύθμιση και διαπιστώνουν προβλήματα, το σχέδιο φθάνει στην Κεντρική Επιτροπή του κόμματος στις 15:00 και καταλήγει στα χέρια του Γενικού Γραμματέα Έγκον Κρεντς.
Ο Κρεντς δεν γνωρίζει τις αντιρρήσεις των συναρμόδιων υπουργείων και δεν προσέχει ότι η ρύθμιση προορίζεται να δοθεί την άλλη μέρα στον τύπο. Χωρίς να πολυασχοληθεί, τη δίνει μαζί με ένα σχετικό δελτίο τύπου στο μέλος του Πολιτικού Γραφείου του κόμματος, Γκύντερ Σαμπόφσκι (Günter Schabowski), ο οποίος ετοιμαζόταν εκείνη την ώρα να δώσει συνέντευξη τύπου σε  Ανατολικογερμανούς και τους ξένους δημοσιογράφους.
Η συνέντευξη πραγματοποιείται στο Διεθνές Κέντρο Τύπου το Ανατολικού Βερολίνου και μεταδίδεται ζωντανά από την τηλεόραση της Ανατολικής Γερμανίας. Αρχίζει στις 18:00, πριν προλάβει ο Σαμπόφσκι να μελετήσει το σημείωμα που πήρε από τον Κρεντς. Προς το τέλος της συνέντευξης, στις 18:57, ο Σαμπόφσκι αναφέρει εν παρόδω ότι το Υπουργικό Συμβούλιο ενέκρινε μια νέα ταξιδιωτική ρύθμιση, η οποία όμως στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά ένα νομοσχέδιο υπό επεξεργασία, για το οποίο μάλιστα τα συναρμόδια υπουργεία είχαν αντιρρήσεις. Εμφανώς αμήχανος και ψάχνοντας τα χαρτιά του διαβάζει δυνατά το σημείωμα παρουσία δημοσιογράφων στη ζωντανή τηλεοπτική μετάδοση:

«Αιτήσεις για σύντομα ιδιωτικά ταξίδια προς το εξωτερικό μπορούν να κατατίθενται χωρίς την επίκληση προϋποθέσεων, δηλαδή, λόγοι ταξιδιού, συγγενικές σχέσεις. Οι άδειες θα δίνονται με σύντομες διαδικασίες. Στις υπεύθυνες υπηρεσίες δημοτολογίων και έκδοσης διαβατηρίων της Ανατολικής Γερμανίας έχει δοθεί εντολή να εκδίδουν βίζες άμεσα, χωρίς πια να απαιτούνται οι ισχύουσες προϋποθέσεις για μόνιμο εκπατρισμό. Η μόνιμη έξοδος από τη χώρα μπορεί να πραγματοποιείται από οποιοδήποτε μεθοριακό σημείο διέλευσης προς την Δυτική Γερμανία.»

Η ρύθμιση, όπως είχε αντιληφθεί ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ήταν συγκεχυμένη και τυπικά παράνομη. Συγχέονται τα σύντομα ιδιωτικά ταξίδια με τη μόνιμη μετεγκατάσταση στο εξωτερικό και αγνοούνται οι προϋποθέσεις που απαιτούνταν τόσα χρόνια από το δίκαιο της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας και ήταν ακόμα σε ισχύ. Επίσης αφήνει την εντύπωση ότι για τα σύντομα ταξίδια δεν απαιτείται διαβατήριο ή άλλες διατυπώσεις. Θα δινόταν λοιπόν η άδεια για μια επίσκεψη στο Δυτικό Βερολίνο στα σύνορα; Σήμαινε αυτό πως οι πύλες του τείχους θα ήταν στο εξής ανοιχτές; Και κυρίως, ήταν ανοιχτές από εκείνη τη στιγμή; Σύμφωνα με τις προθέσεις των συντακτών του σχεδίου ρύθμισης και του κόμματος η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα έπρεπε να ήταν αρνητική.
Όμως στην ερώτηση του δημοσιογράφου Ρικάρντο Έρμαν από το ιταλικό πρακτορείο ANSA «πότε τίθεται σε εφαρμογή αυτή η ρύθμιση», ο Σαμπόφσκι απαντά φυλλομετρώντας τα χαρτιά του: «Αυτή η ρύθμιση τίθεται σε εφαρμογή… απ’ όσο ξέρω… αμέσως τίθεται σε εφαρμογή, χωρίς καθυστέρηση».

Μια συγκεχυμένη αναφορά του αμήχανου Σαμπόφσκι γίνεται το τηλεοπτικό γεγονός του αιώνα. Τα δυτικά πρακτορεία ειδήσεων μέσα σε λίγα λεπτά και η ανατολικογερμανική τηλεόραση αργότερα αναμεταδίδουν τη συνέντευξη και τα νέα αγνοώντας ή ξεκαθαρίζοντας με δική τους πρωτοβουλία τις ασάφειες και συνοψίζοντας την είδηση στο γεγονός ότι το Τείχος άνοιξε. Οι Ανατολικοβερολινέζοι ακούν τις ειδήσεις από το Δυτικό Βερολίνο, βγαίνουν ο ένας μετά τον άλλο στους δρόμους και κατευθύνονται προς το Τείχος. Εκεί συναντούν τους έκπληκτους συνοριοφύλακες και το προσωπικό ελέγχου διαβατηρίων, το οποίο δεν είχαν ιδέα για τη νέα ρύθμιση και είχαν τόσα χρόνια εκπαιδευτεί να θεωρούν το Τείχος ιερό και απαραβίαστο.
Αρχικά καλούν τον κόσμο να φύγει και να απευθυνθεί την επόμενη μέρα στις υπηρεσίες έκδοσης διαβατηρίων. Το πλήθος όμως αυξάνεται συνεχώς και αρχίζει να χάνει την υπομονή του. Μπροστά στον κίνδυνο να λιντσαριστούν από τις μάζες το προσωπικό του μεθοριακού φυλακίου Μπόρνχόλμερ Στράσε (Bornholmer Straße) ανοίγει τις πύλες στις 23:00. Σύντομα ακολουθούν και άλλα φυλάκια. Οι εικόνες που μεταδίδονται από την τηλεόραση ενθαρρύνουν και άλλους Ανατολικοβερολινέζους να κατέβουν στο Τείχος πεζή  ή με αυτοκίνητα και να δοκιμάσουν μια βόλτα στο Δυτικό Βερολίνο. Μέχρι το πρωί της 10ης Νοεμβρίου όλες οι πύλες του Τείχους έχουν ανοίξει διάπλατα και οι πολίτες τις περνούν χωρίς κανένα έλεγχο.
Η επανόρθωση του λάθους από την πλευρά του κράτους ήταν αδύνατη χωρίς τη χρήση βίας. Αν και έγιναν τέτοιες σκέψεις στα ηγετικά κλιμάκια της κυβέρνησης και του κόμματος, τελικά επικράτησε η σύνεση και η αποδοχή των τετελεσμένων. Είναι εξάλλου αμφίβολο αν οι δυνάμεις ασφαλείας θα εκτελούσαν τέτοιες εντολές. Από τη Μόσχα πάντως, αντίθετα με ότι συνέβη ίδια την Ανατολική Γερμανία το 1953, στην Ουγγαρία το 1956 και στην Τσεχοσλοβακία το 1968, δεν επρόκειτο να δοθεί κάλυψη σε βίαιες ενέργειες. Ήδη από τον Αύγουστο του 1989 οι σοβιετικές ένοπλες δυνάμεις στο έδαφος της Ανατολικής Γερμανίας είχαν λάβει την εντολή να μην αναμειχθούν και να παραμείνουν στα στρατόπεδά τους.

H πτώση του Τείχους δεν οφείλεται, βέβαια, κυρίως σε ατομικά λάθη. Το καθεστώς της Ανατολικής Γερμανίας βρισκόταν από καιρό σε πλήρη σήψη – χωρίς λεφτά και χωρίς προοπτική οικονομικής ανάκαμψης. «Μας επισκέπτονταν καθημερινά απεσταλμένοι του Χόνεκερ για να μας πουν πως είναι χρεοκοπημένοι και χρειάζονται άμεσα πίστωση» αποκάλυψε τις προάλλες ανώτατος δυτικογερμανός υπάλληλος, που το 1989 υπηρετούσε στο υπουργείο Οικονομικών, στη Βόννη. «Ως αντάλλαγμα πρόσφεραν την απόλυση πολιτικών κρατουμένων και τη χαλάρωση των περιορισμών στα ταξίδια των Ανατολικογερμανών». Και κάτι που υποθέτει ο ίδιος: «Στα τέλη του ’89 ο Χόνεκερ φαινόταν αποφασισμένος να ξεπουλήσει το Τείχος – παρ’ όλο που συνέχιζε να λέει ότι αυτό και μετά 100 χρόνια θα στέκεται ακόμη».

Αλλά ούτε και εξωτερικά στηρίγματα είχε το καθεστώς. Ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ είχε εξαγγείλει τη λήξη του «δόγματος Μπρέζνιεφ», που έδινε στη Σοβιετική Ενωση «αυτοδίκαια» το δικαίωμα επέμβασης στις χώρες του ανατολικού μπλοκ. Και έτι χειρότερα για τον Χόνεκερ: στην τελευταία επίσκεψή του στο Ανατολικό Βερολίνο, με αφορμή τα 40ά γενέθλια της Ανατολικής Γερμανίας την 8η Οκτωβρίου 1989, ήταν – με εξαίρεση τον καθιερωμένο ασπασμό στόμα με στόμα – κάθε άλλο φιλικός προς τον Χόνεκερ. Αντίθετα, φιλικά αισθήματα έδειχνε προς τους διαδηλωτές στην ίδια πόλη, που με το σύνθημα «Γκόρμπι, Γκόρμπι – βοήθα» ζητούσαν την εφαρμογή της περεστρόικα και στην Ανατολική Γερμανία.

Το αποφασιστικό χτύπημα ήρθε όμως από τα κινήματα των πολιτών, που είχαν ως ορμητήριο – ελλείψει άλλων φορέων – την εκκλησία των Διαμαρτυρομένων. Παράδειγμα, οι «διαδηλώσεις της Δευτέρας» στη Λειψία, στις οποίες συμμετείχαν δεκάδες χιλιάδες άτομα, με μόνιμη αφετηρία την εκκλησία Σανκτ Νικολάι. Σε αυτό πρέπει να προστεθεί και η απόδραση χιλιάδων πολιτών μηνιαίως, κυρίως μέσω των δυτικών πρεσβειών στην Πράγα και στη Βουδαπέστη, αλλά και από τα σύνορα της Ουγγαρίας και της Γιουγκοσλαβίας προς την Αυστρία. Ολα αυτά υπονόμευσαν το καθεστώς σε βαθμό ώστε να μην μπορεί πλέον να ασκήσει εξουσία. Το αποτέλεσμα ήταν μια εσωτερική έκρηξη  που οδήγησε και στην εσωτερική κατάρρευση του καθεστώτος.

Ενα από τα λίγα αινίγματα που θεωρούνταν, μέχρι πρότινος, άλυτα ήταν το αν η ηγεσία του κομμουνιστικού κόμματος σχεδίαζε ή όχι τη βίαιη καταστολή του κινήματος. Οι νεότερες έρευνες επιβεβαιώνουν όμως ότι τα σχέδια επέμβασης που υπήρχαν στο χρονοντούλαπο δεν ανανεώθηκαν το 1989. Και αυτό επειδή μεγάλο μέρος των μεσαίων κομματικών στελεχών τάχθηκε κατά της βίας, αλλά και επειδή οι δυνάμεις ασφαλείας είχαν χάσει – εν όψει των μεγάλων κινητοποιήσεων – το ηθικό τους. H «αναίμακτη λύση της κρίσης» λοιπόν, για την οποία επαίρεται ιδιαίτερα ο κ. Εγκον Κρεντς – που από τα μέσα Οκτωβρίου 1989 είχε διαδεχθεί τον Χόνεκερ στην κομματική και κρατική ηγεσία -, στηρίχθηκε προφανώς στον υπολογισμό ότι η εφαρμογή βίας θα απέφερε μάλλον το αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.

«Ο,τι και να κάναμε τότε μας έβγαινε λάθος» αναγνωρίζει σήμερα ο Γκύντερ Σαμπόβσκι. Το «λάθος» του την 9η Νοεμβρίου απεδείχθη όμως «ορθότερο» από κάθε «ορθή» απόφαση – αφού οδήγησε άμεσα στην πτώση του Τείχους.

 

Σήμερα, λίγα κομμάτια του Τείχους έχουν απομείνει αφού το μεγαλύτερο μέρος του έχει κατεδαφιστεί. Τρία τμήματα μένουν ακόμα όρθια: ένα μήκους 80 μέτρων τμήμα του «πρώτου Τείχους» στο σημείο που βρισκόταν τα αρχηγεία της Γκεστάπο , ανάμεσα στο σημείο ελέγχου Τσάρλι και την πλατεία Ποτσντάμερ ένα μακρύτερο τμήμα του δεύτερου τείχους, κατά μήκος του ποταμού Σπρέε, κοντά στη γέφυρα Oberbaumbrücke, γνωστό σήμερα ως East Side Gallery, και ένα τρίτο τμήμα στην Bernauer Straße το οποίο μετατράπηκε σε μνημείο το 1999. Ακόμη, κάποια άλλα μικρότερα τμήματα και λίγα φυλάκια βρίσκονται διασκορπισμένα στην πόλη του Βερολίνου.

Πέτρινες πλάκες κατά μήκος της διαδρομής του Τείχους και μεταλλικές επιγραφές αναγράφουν:

“Berliner Mauer 1961-1989”.


Σημειώσεις

* Από το 1949 έως το 1990, το ανατολικογερμανικό μάρκο, το οποίο διεθνώς ήταν γνωστό ως Ost-Mark, άλλαξε πολλές ονομασίες. Από το «Deutsche Mark» την περίοδο 1949-1964, στο «Mark der Deutschen Notenbank» το 1964-1967 και τελικά στο «Mark der DDR» («Ostmark») το 1967-1990.

Για ακριβή στοιχεία για το πώς προχώρησε το ζήτημα των κρατικοποιήσεων στις δυτικές ζώνες κατοχής βλ. Βadstübner R.: «Vom “Reich” zum doppelten Deutschland, Gesellschaft und Politik im Umbruch», Dietz, Βερολίνο, 1999, σελ. 210-215.

Burnham J.: «Die Strategie des Kalten Krieges», Union Dt. Verl. Anst., Στουτγκάρδη, 1950

**Ostpolitik
Η Οστπολιτίκ (Ostpolitik: Ανατολική πολιτική στα γερμανικά), είναι ένας όρος που αναφέρεται στην πολιτική «αλλαγής μέσω επαναπροσέγγισης» που εφαρμόστηκε από τον καγκελάριο της Δυτικής Γερμανίας, Βίλλυ Μπραντ. Σκοπός της ήταν η εξομάλυνση των σχέσεων με τις χώρες του ανατολικού μπλοκ, συμπεριλαμβανομένης και της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
Ο ορθότερος όρος είναι στην πραγματικότητα η Neue Ostpolitik (Νέα ανατολική πολιτική), σε αντιπαράθεση με την πολιτική που ασκούσαν μέχρι το 1969 οι Χριστιανοδημοκρατικές κυβερνήσεις. Οι Χριστιανοδημοκράτες του Κόνραντ Αντενάουερ προσπάθησαν να αγνοήσουν και να απομονώσουν το κομμουνιστικό καθεστώς της Ανατολικής Γερμανίας, ενώ οι Σοσιαλδημοκράτες του Μπραντ προσπάθησαν να επιτύχουν μεγαλύτερη ελευθερία για τους Ανατολικογερμανούς και σε ένα βαθμό επίτευξη συνεργασίας μεταξύ των δυο χωρών….(Wikipedia)

Πηγές

– Chronik der Mauer

-Berliner Mauer on line

– Der Tagesspiegel, Fotostrecke Der Bau der Berliner Mauer

– Gedenkstätte Berliner Mauer http://berlin.pinkbigmac.com/de/gedenkstaette-berliner-mauer/

– Gedenkstätte Berliner Mauer
http://www.berliner-mauer-gedenkstaette.de/de/

– Die sammlung Beier*, 60.000fotos in 60 jahren

*Οι γιοι του δασκάλου Beier γνώριζαν ότι ο πατέρας τους ασχολιόταν με την φωτογραφία, αλλά δεν είχαν ιδέα ότι διατηρούσε στο υπόγειο του σπιτιού του δεκάδες κιβώτια με φωτογραφίες. Όταν ο κ. Beier απεβίωσε, το 2002, οι κληρονόμοι του ξεκίνησαν την εκκαθάριση του σπιτιού και προς μεγάλη έκπληξή τους ανακάλυψαν ένα μοναδικό αρχείο περίπου 60.000 φωτογραφιών.
Πρόκειται για το φωτογραφικό ημερολόγιο της ζωής του Manfred Beier, ο οποίος γεννήθηκε στο Βερολίνο το 1927. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο εργάστηκε σε σχολεία της Ανατολικής Γερμανίας και πάντα είχε μια κάμερα μαζί του. Πρόκειται για ένα φωτογραφικό ημερολόγιο της ίδιας της Γερμανίας και αποτελεί το πιο κατανοητό και πλήρες ντοκουμέντο για την καθημερινή ζωή στην Ανατολική Γερμανία. Σύμφωνα με τους ειδικούς η φωτογραφική και πολιτιστική και ιστορική αξία του αρχείου είναι μοναδική

– Gedenkstaette Günter Liftin,  gedenkstaetteguenterlitfin.de

– Die Berliner Mauer in Bildernhttp://www.ruhrnachrichten.de/bilder/fotostrecken/cme108405,2524818
28 Jahre eingesperrt» – Interview mit Bürgerrechtler Friedrich Schorlemmer

– 50 Jahre Mauerbau: «28 Jahre eingesperrt» – Interview mit Bürgerrechtler Friedrich Schorlemmer – Ruhr Nachrichten – Lesen Sie mehr auf:
http://www.ruhrnachrichten.de/nachrichten/politik/inland/28-Jahre-eingesperrt-Interview-mit-Buergerrechtler-Friedrich-Schorlemmer;art29862,1318742#2101873190

– von Klaus Baum, Berliner Mauer 1966
http://www.heise.de/foto/galerie/foto/Berliner-Mauer-1966-3f333af1fcceb9e32f57945bcbb10150/

Who Brought Down the Berlin Wall? BY Christian Caryl  6/11/2009
http://www.foreignpolicy.com

– TIME LightBox,The Berlin Wall – Don McCullin’s Lost Negatives

– Ηistomil,Cold War

–  » Ποιός τελικά γκρέμισε το τείχος του Βερολίνου; » Antinews 8/11/2009

– Το Τείχος του Βερολίνου: 49 χρόνια μετά την ανέγερσή του TVXS 13/8/2010

– Βερολίνο: η πτώση του Τείχους, TVXS 9/11/2011
με σχετικό video

– Ποιος διέταξε την ανέγερση του τοίχους του Βερολίνου, TVXS 7/6/2009

– Η παγκόσμια σύγκρουση μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμου:
Πώς φτάσαμε στις δύο Γερμανίες, ΚΟΜΕΠ, του Χρήστου Μπαλωμένου,Γραμματείας του Κέντρου Μαρξιστικών Ερευνών

– Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας,Wikipedia
– Τείχος του Βερολίνου,Wikipedia
– Διάσκεψη του Πότσδαμ,Wikipedia
– Η ιστορία μιας χώρας που δεν υπάρχει πια, Βασίλης Κουμούσης Revista

– Νίκου Χειλά, Ετσι έπεσε το τείχος του Βερολίνου ΤΟ ΒΗΜΑ 9/11/2003

– 50 χρόνια μετά την ανέγερση του «τείχους της ντροπής»,
Κακουριώτης Θάνος Ομότιμος Καθηγητής ΑΠΘ , ΤΟ ΒΗΜΑ 3/10/2011

– Τί συζητήθηκε στη Διάσκεψη της Γιάλτας, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 14,2/2010

– Η δεύτερη πτώση του Τείχους; TVXS 1/3/2013

-Διαδηλωτές εμπόδισαν την κατεδάφιση του Τείχους του Βερολίνου TVXS 1/3/2013

 Βιβλία

Alan Greenspan, Η εποχή των αναταράξεων Ωκεανίδα, 2007

– Η ιστορία της Ευρώπης – Από τους αρχαίους πολιτισμούς έως την αυγή της τρίτης χιλιετίας, συλλογικό έργο, 2005

– Éric Godeau, Εικόνες που αφηγούνται την ιστορία του κόσμου 1950-2006
Σύγχρονοι Ορίζοντες, 2007

– Marc Ferro, Εξηγώντας την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και του κομμουνισμού στην εγγονή μου, Εκδόσεις Νόβολι, 2009

– Anna Funder, Stasiland. Ιστορίες πίσω από το τείχος του Βερολίνου, εκδ. Οκτώ, 2008

– Frederick Taylor, Le Mur de Berlin

Οπτικοακουστικό υλικό

East Germans escaping East Berlin 1961

Conrad Schumann

A Film by Bianca Döring, Germany. Finalist of the 2010 Framepool / LBBOnline / Fireflies Challenge.

The challenge was simple: We invited international Filmmakers to produce shortfilms from 3 seconds to 3 minutes long showing the meaning of COURAGE in its widest form.
The entries (over 40 shortfilms from all over the world) were judged by the hottest and most renowned jurors in the advertising world.
The Jury picked a shortlist, containing the 3 prize winning films as well as the 7 finalists.
The award-show’s premiere took place during the Cannes Lions 2010 Advertising Festival at Courage Beach. Meanwhile the shortlist has been screened in Munich, London and Moscow. Further international screenings are coming up.

Πηγή: Historia

* * *

berlin-wall-1962-k_3097099k

1962, Δυτικό Βερολίνο, παιδιά παίζουν «Το Τείχος»

* * *
Επιμέλεια αφιερώματος: Γιώργος Τσακνιάς
* * *

Εδώ άλλες επετειακές αναρτήσεις του dim/art

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

2 thoughts on “Ίσκιο στη γη

  1. Παράθεμα: Ίσκιο στη γη | Μεταρρύθμιση

  2. Παράθεμα: I Feel The Earth Move | dimart

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s