Home

—της Ελένης Κεχαγιόγλου—

Στις 9 Νοεμβρίου 1901, το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Εμπρός, στους δύο κύριους τίτλους του, κάνει λόγο για «Ημέρα πένθους» και «Ημέρα Μαχών και Αιμάτων»· ήταν η επομένη των αιματηρών γεγονότων τα οποία έλαβαν την ονομασία «Ευαγγελικά». Ο απολογισμός, τραγικός: οκτώ έως έντεκα (ανάλογα με την πηγή) νεκροί και περισσότεροι από 70 τραυματίες.

Τα «Ευαγγελικά» είναι αποκαλυπτικά της εθνικής διάστασης του γλωσσικού ζητήματος, το οποίο είχε τις ρίζες του ήδη στον νεοελληνικό Διαφωτισμό, για επιφανείς εκπροσώπους του οποίου η αποκατάσταση της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, άρα ο εξαρχαϊσμός της νέας ελληνικής, ήταν απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να αναστηθεί η προγονική δόξα στο ανεξάρτητο ελληνικό κράτος που οραματίζονταν. Πρόκειται για το περίφημο «Γλωσσικό Ζήτημα», το οποίο ξεκίνησε στα μέσα του 18ου αιώνα ως φιλολογική διαμάχη με κοινωνικοπολιτικές διαστάσεις σχετικά με την καθιέρωση της δημοτικής ή της καθαρεύουσας, και εξελίχθηκε σε ιδεολογικό κίνημα την περίοδο της λογοτεχνικής γενιάς του 1880 (τη δεκαετία που εκδίδεται και η βίβλος του δημοτικισμού: Το ταξίδι μου του Ψυχάρη). Σύντομα, στην αρχή του 20ού αιώνα, με τα «Ευαγγελικά», στην Αθήνα υπήρξαν νεκροί στο όνομα της «ορθής εθνικής γλώσσας».

Οκτώ χρόνια μετά το «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» του Χαριλάου Τρικούπη, τέσσερα χρόνια μετά την ταπεινωτική ήττα στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897, τρία χρόνια ύστερα από την επιβολή του Διεθνούς Νομισματικού Ελέγχου στην Ελλάδα, κι ενώ ο εθνικισμός έβραζε, ο πρωτοπόρος του δημοτικισμού Αλέξανδρος Πάλλης, προσωπικός φίλος του Ψυχάρη και Έλληνας της Διασποράς κι αυτός, αποφασίζει να «αποδώσει εις την γνησίαν γλώσσαν του ελληνικού Λαού» το Ευαγγέλιο. Η μετάφρασή του τυπώθηκε στην Αλεξάνδρεια το 1901, με χρηματοδότηση της βασίλισσας Όλγας, κίνηση τολμηρή δεδομένου ότι η ελληνική ορθόδοξη Εκκλησία εντωμεταξύ απαγόρευε κάθε μετάφραση ή παράφραση της Καινής Διαθήκης (αν και η Όλγα ήδη από το 1898 είχε αναλάβει την πρωτοβουλία μετάφρασης του Ευαγγελίου). Ίσως, βέβαια, ελάχιστοι να πληροφορούνταν τη μετάφραση εκείνη, εάν η εφημερίδα Ακρόπολις δεν αποφάσιζε τον Οκτώβριο του 1901 να τη δημοσιεύσει σε συνέχειες, προκειμένου ο κάθε πιστός να κατανοήσει το ιερό κείμενο των Ευαγγελίων. Μάλιστα, ο εκδότης της εφημερίδας, Βλάσης Γαβριηλίδης, είχε και την έγκριση του τότε Αρχιεπισκόπου Αθηνών, Προκοπίου.

Ο Βλάσης Γαβριηλίδης κατά τον Γεώργιο Ροϊλό

Είχαν όμως υπολογίσει χωρίς τους φοιτητές του Αθήνησι Πανεπιστημίου, οι οποίοι, με την παρακίνηση των γλωσσαμυντόρων καθηγητών τους, και πρωτοστατούντος του καθηγητή της Φιλοσοφικής Σχολής Γεωργίου Μιστριώτη, αντέδρασαν έντονα. Οι δε εφημερίδες της εποχής (Εμπρός, Σκριπ και Καιροί) παρουσίαζαν τους δημοτικιστές ως άθεους, προδότες και σλαβόφιλους, λόγω της ρωσικής καταγωγής της βασίλισσας Όλγας.

Η επιτροπή των φοιτητών που πρωτοστάτησαν στα «Ευαγγελικά»

Στις 2 Νοεμβρίου, οι φοιτητές συζητούν το «φλέγον ζήτημα» στο αμφιθέατρο του Πανεπιστημίου και αποφασίζουν «όπως μεταβώσιν εις την δημοσιεύσασαν αυτήν εφημερίδα εν σώματι και ζητήσουν την διακοπήν της δημοσιεύσεως» (Άστυ, 3/11/1901). Εντέλει, περίπου 500 φοιτητές εισέβαλλαν στα γραφεία της Ακροπόλεως, στην οδό Σταδίου, βρίζοντας θεούς, δαίμονες και τον εκδότη Γαβριηλίδη, τον οποίο απειλούσαν ότι «θα τα κάψουν όλα» — εκτός βέβαια που θα τον έκαιγε, ούτως ή άλλως, ο Θεός. «Του λοιπού πάσα επιβουλή κατά της θρησκείας και της γλώσσης, απαγορεύεται διά ροπάλου», αποφάνθηκαν οι φοιτητές, που το απέδειξαν αυτό και στην πράξη· η εφημερίδα Ακρόπολις όχι απλώς διέκοψε τη δημοσίευση της μετάφρασης του Πάλλη, αλλά έφτασε και στο σημείο να δημοσιεύσει «δήλωση μετανοίας», δηλώνοντας πολέμιος αμείλικτος «παντός φρονούντως αντεθνικώς και ατίμως ότι το Ευαγγέλιον πρέπει να αναγιγνώσκεται εν ταις εκκλησίαις εις άλλην τινά γλώσσαν πλην εκείνης εις την οποίαν εγράφη υπό των θεοπνεύστων ανδρών» (7/11/1901).


Τις δύο προηγούμενες ημέρες  (5 και 6 Νοεμβρίου) το κέντρο της Αθήνας δονούνταν από εκατοντάδες διαδηλωτές, οι οποίοι ζητούσαν ο Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄ να επέμβει, να αφορίσει τον Αλέξανδρο Πάλλη ως «άθεο και προδότη», και να εκδιώξει τον «επικίνδυνο σλαβόφιλο» Αρχιεπίσκοπο, που είχε δώσει την έγκρισή του για τη δημοσίευση της μετάφραση του ιερού κειμένου. Και καθώς οι εφημερίδες μιλούσαν για τον τεράστιο εθνικό κίνδυνο εξαιτίας της μετάφρασης αυτής, τους «καθαρολόγους» φοιτητές έσπευσαν να συνδράμουν και δάσκαλοι, παπάδες, βουλευτές του Δηλιγιάννη, χωρικοί που κρατούσαν εικόνες και εξαπτέρυγα — όλοι, εναντίον των εχθρών της «γλώσσας των προγόνων μας».  Ορισμένοι διαδηλωτές, με το αίτημα να παραιτηθεί η κυβέρνηση Γεωργίου Θεοτόκη, επιχείρησαν να εισέλθουν στη Βουλή· άλλοι, να καταλάβουν την Αρχιεπισκοπή. Διαδραματίστηκαν αιματηρές σκηνές, με το πλήθος που το φανάτιζε η ιδέα ότι «Χριστός και Ελληνισμός είναι ένα πράγμα» (Εμπρός, 8/11/1901) να λιθοβολεί τη Χωροφυλακή, έφιππη και μη, η οποία ανταπαντούσε. Την επομένη, στις 8 Νοεμβρίου (κι ενώ τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων κατηγορούσαν την αστυνομία ότι επέδειξε «άμετρον βίαν» την προηγουμένη), ακολούθησε ογκωδέστερο συλλαλητήριο, στους Στύλους του Ολυμπίου Διός, με ακόμη πιο βίαια επεισόδια, και τον τραγικό απολογισμό των νεκρών και των τραυματιών — υπέρ της εθνικής γλώσσης, της ορθοδοξίας και του έθνους.

Οι φοιτητές «εν συνεχεία ωπλίσθησαν, ενεκλείσθησαν εις το Πανεπιστήμιον, θέσαντες φρουρούς εις τας εισόδους αυτού, αποσυρθέντες εκεί την 12ην Νοεμβρίου. Μετά ένα μήνα (12 Δεκεμβρίου) συνεκροτήθη εις τους Στύλους του Ολυμπίου Διός δεύτερον συλλαλητήριον, καθ’ ο εκάη έν αντίτυπον της μεταφράσεως του Ευαγγελίου»… («Ευαγγελιακά», Πάπυρος Λαρούς, Αθήνα 1964, σελ. 904).

Σύντομα, ο Αρχιεπίσκοπος Προκόπιος αναγκάστηκε να παραιτηθεί, η κυβέρνηση Θεοτόκη επίσης (στις 12 Νοεμβρίου), και μέχρι την 17η Νοεμβρίου της επόμενης χρονιάς, οπότε και διεξήχθησαν περιπετειώδεις εκλογές, πρωθυπουργός ανέλαβε ο Αλέξανδρος Ζαΐμης.

Ακριβώς δύο χρόνια αργότερα, το 1903, λες και επρόκειτο για «σωματική μνήμη», στην Αθήνα ξεσπούν και πάλι επεισόδια από τις 6 μέχρι τις 9 Νοεμβρίου. Αφορμή, η πρεμιέρα της Ορέστειας του Αισχύλου στο, τότε, Βασιλικό Θέατρο, η οποία παρουσιαζόταν μεταφρασμένη σε μετριοπαθή καθαρεύουσα (όχι σε δημοτική) από τον αρχαιολόγο Γεώργιο Σωτηριάδη, με την «ηθοποιό του μέλλοντος» (Καιροί 2/11/1903) Μαρίκα Κοτοπούλη να απαγγέλλει, πριν από την παράσταση, το «Χαίρε της Τραγωδίας» του Κωστή Παλαμά (ο οποίος, έστω προσωρινά, θα χάσει εξ αυτού του λόγου τη θέση του γραμματέα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών).

Κωστής Παλαμάς

Και τη στιγμή που το Βασιλικό Θέατρο αποφασίζει να ανεβάσει μια παράσταση αρχαίου θεάτρου σε μετάφραση, ώστε να είναι προσβάσιμο σε όλους, βρίσκει απέναντί του το Πανεπιστήμιο και τους φοιτητές, οι οποίοι για άλλη μία φορά ξεσηκώνονται, υπό την καθοδήγηση και πάλι του καθηγητή Γεωργίου Μιστριώτη· τον αποτροπιασμό τους εκφράζουν και οι εφημερίδες, ξεσηκώνονται οι φοιτητές, ο κόσμος στην Αθήνα εν εξάλλω.

Στις 9 Νοεμβρίου ο Παύλος Νιρβάνας γράφει στο Άστυ περί «φιλολογικοπατριωτικών εξάρσεων», αλλά  ο Μιστριώτης δίνει διάλεξη-διάγγελμα για τους κινδύνους τους οποίους διέρχεται η «εθνική μας γλώσσα» στο Πανεπιστήμιο, όπου οι φοιτητές του καλούν τον ελληνικό λαό σε ανταρσία. Όταν το Βασιλικό Θέατρο ανακοινώνει άλλες δύο παραστάσεις της Ορέστειας (15-16/11/1903), ο Μιστριώτης φροντίζει να φανατίσει εκ νέου τους ήδη φανατισμένους φοιτητές του, με το ακλόνητο επιχείρημα: «Εγώ παραιτούμαι, ας έλθη ο Παλαμάς να διδάξη».

Γεώργιος Μιστριώτης

Στις 16/11/1903, διαδηλωτές με συνθήματά τους «Ζήτω το Πανεπιστήμιον», «Ζήτω ο Μιστριώτης», πορεύονται προς το Βασιλικό θέατρο, καλώντας τον λαό σε συμπαράσταση. Στη Σταδίου και στα Προπύλαια ξεσπούν επεισόδια ανάμεσα στους φοιτητές και στο στρατό, που έχει σταλεί για την επιβολή της τάξης από την κυβέρνηση. Μια σφαίρα στρατιωτικού ρίχνει νεκρό έναν 22χρονο νέο, ενώ υπάρχουν αρκετοί τραυματίες. Πυροσβεστικές αντλίες περιφρουρούν το χώρο γύρω από το Βασιλικό Θέατρο. Και στις 9:30 μ.μ. η παράσταση της Ορέστεια ξεκινά δίχως επεισόδια…

Αν και οι πιστές στον Μιστριώτη εφημερίδες χρεώνουν τον νεκρό στην κυβέρνηση, που επέδειξε, όπως σημειώνουν, «παράλογο πείσμα» με την επιμονή της να μην υποχωρήσει στην επιθυμία του Αθήνησι Πανεπιστημίου να παρασταίνονται οι αρχαίες ελληνικές τραγωδίες μόνο στη γλώσσα στην οποία γράφτηκαν κατά το ηρωικό εθνικόν παρελθόν, ωστόσο το βούλευμα του εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών για τις ταραχές, στις 25/1/1904, αναφέρει: «κατά την δίοδον της ανακρίσεως ταύτης εφυλακίσθησαν δυνάμει εντάλματος του ανακριτού
οι κατηγορούμενοι [ακολουθούν 11 ονόματα, μεταξύ των οποίων και του Γ. Μιστριώτη] και εξεδόθησαν εντάλματα συλλήψεως και ταύτης μη επιτευχθείσης, κατασχετήρια κατά των φυγοδικούντων κατηγορουμένων».
Η δε Εστία την ίδια μέρα χαρακτηρίζει τον Μιστριώτη «αρχιυποκινητή του εκτροχιασμού» και «γέροντα πατέρα της φοιτητικής νεολαίας».

Σύμφωνα πάντως με το σκεπτικό των δικαστών του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, ο Μιστριώτης παραπέμθηκε ως πρωταίτιος της εξέγερσης αλλά και διότι εμφάνιζε τον εαυτό του: «ως μη ώφειλεν, ως μόνον κατέχοντα το μονοπώλιον του πατριωτισμού»

Κι ωστόσο, το 1911, ο Ελευθέριος Βενιζέλος «μολονότι ο ίδιος υπέρ της ομιλούμενης γλώσσας και όλοι οι δημοτικιστές βρίσκονται στο πλευρό του αναγνωρίζοντάς τον ως μεγάλο μεταρρυθμιστή της κοινωνίας, μπροστά σε έντονη πίεση από την αντιπολίτευση αλλά και τους κοινωνικούς και μορφωτικούς θεσμούς (την Εκκλησία, το Πανεπιστήμιο) θα δεχτεί την ψήφιση στο νέο Σύνταγμα του περίφημου άρθρου που όριζε την καθαρεύουσα ως “επίσημη γλώσσα” του ελληνικού κράτους και ρητά “απαγόρευε” κάθε  […] “παραφθοράν” της» (Άννα Φραγκουδάκη, Η Γλώσσα και το Έθνος 1880-1980) — και πλέον η καθαρεύουσα επιβαλλόταν νομικά.

Έκτοτε, η γλώσσα η ελληνική πέρασε από τα χίλια μύρια κύματα, με επεισόδια, διώξεις, κάψιμο βιβλίων, έως τη σχετικά πρόσφατη «κλοπή των φωνηέντων μας από τους σιωνιστές» — κατά κανόνα, όμως, δολοφονήθηκε η ίδια, αλλά δεν ξαναδολοφόνησε, παρά μόνο, ίσως, ηθικά.

* * *

Εδώ άλλες επετειακές αναρτήσεις από το dim/art

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

 

9 thoughts on “Μπορούν οι λέξεις να σκοτώσουν; «Ευαγγελικά» και «Ορεστειακά»

  1. Εξαιρετική η όλη αναδρομή, παρότι αναφέρεται σε «μαύρες» καταστάσεις της νεότερης ιστορίας μας. Κατά την ρήση του Ευριπίδη πως «ὄλβιος ὅστις ἱστορίης ἔσχεν μάθησιν», είναι απολύτως αναγκαίες οι ανάλογες αναδρομές, για να θυμούνται οι παλαιότεροι και να μαθαίνουν οι νεότεροι, όπως συνηθίζεται να λέμε.

    ( Παρεπιπτόντως, για όποιον ενδιαφέρεται, σε ομιλία μου με θέμα «Ο Θεατρικός Παλαμάς», που διοργάνωσε το Θεσσαλικό Θέατρο, πριν από χρόνια, είχα κι εγώ αναφερθεί σε συντομία στα Ορεστειακά και στην απαγγελία του ποιήματος του Παλαμά που έκανε η Μ. Κοτοπούλη. Αναφέρομαι στο ποίημα που μας το θυμίζει το ωραίο κείμενο της Ελένης Κεχαγιόγλου.
    Το πλήρες κείμενο της ομιλίας μου εκείνης δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΚΙΒΩΤΟΣ, τ. 4, σσ. 26-45, έκδ. Μουσικού Γυμνασίου-Λυκείου Λάρισας και υπάρχει στην ιστοσελίδα:
    http://lyk-mous-laris.lar.sch.gr/kivotos4.pdf)

    Μου αρέσει!

  2. Παράθεμα: Χαμένοι στη μετάφραση | dimart

  3. Παράθεμα: Μπορούν &omic...

  4. Παράθεμα: Μπορούν οι λέξεις να σκοτώσουν; «Ευαγγελικά» και «Ορεστειακά» | agelikifotinou

  5. Παράθεμα: Τα Ευαγγελικά δεν τελείωσαν το 1901 | dimart

  6. Παράθεμα: Τα Ευαγγελικά δεν τελείωσαν το 1901 | Μεταρρύθμιση

  7. Παράθεμα: Ο Κώστας Βάρναλης με τα λόγια του Μενέλαου Λουντέμη | dimart

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s