Όλα Όσα Θα Μπορούσατε Να Είστε Τώρα Αν Η Γυναίκα Του Ζίγκμουντ Φρόυντ Ήταν Μητέρα Σας

Το «Charles Mingus Presents Charles Mingus» είναι ένας δίσκος του Τσαρλς Μίνγκους. Αυτά.

Λοιπόν, όχι, έχει κι άλλο.

—του Γιώργου Τσακνιά για τη στήλη Jazz ιστορίες

Βάζουμε αυτό το ποστ επειδή πριν από πέντε μέρες ήταν επέτειος γέννησης του Ζίγκμουντ Φρόυντ και χθες ήταν η Γιορτή της Μητέρας. Δηλαδή, ήταν η Γιορτή της Μητέρας και πιο πριν η επέτειος γέννησης του Φρόυντ. Που δεν σημαίνει τίποτα, το πιάνετε; Ευχαριστώ.

Το «Charles Mingus Presents Charles Mingus» ηχογραφήθηκε τον Νοέμβριο του 1960 και κυκλοφόρησε τον επόμενο χρόνο από την Candid. Ο Μίνγκους, που κανονικά ηχογραφούσε για την Columbia και την Atlanta, είχε εδώ περισσότερη ελευθερία. Προσπάθησε να αναπαραγάγει την ατμόσφαιρα των live εμφανίσεων του κουαρτέτου του εκείνης της περιόδου στο «The Showplace» της Νέας Υόρκης. Έτσι, πριν από κάθε κομμάτι, ο Μίνγκους απευθύνεται σε ένα ανύπαρκτο κοινό, το οποίο μάλιστα προτρέπει να μην χειροκροτά και να μην κάνει θόρυβο με τα ποτήρια.

6001414720_7202b8f7f4_o1

Το «All The Things You Could Be By Now If Sigmund Freud’s Wife Was Your Mother» είναι το τελευταίο κομμάτι του δίσκου. Βασίζεται στο «All The Things You Are» του Τζερόμ Κερν, που γράφτηκε πάνω σε στίχους του Όσκαρ Χάμερσταϊν Β΄ για το μιούζικαλ Very Warm for May (1939) και ακούγεται στις ταινίες Broadway Rhythm (1944) και A Letter for Evie (1945). Το «All The Things You Are» έχει μια πολύ απλή μελωδία πάνω σε μια πολύ περίεργη και εξεζητημένη —αλλά λογική και «σωστή»— σειρά συγχορδιών· στην πραγματικότητα, σε κάθε στροφή ο Κερν κατάφερε να βάλει τουλάχιστον μία συγχορδία βασισμένη σε κάθε μία από τις δώδεκα νότες της δυτικής μουσικής, γεγονός που έδωσε τη δυνατότητα στον Αλεξάντερ φον Σλίπενμπαχ για μια σειριακή διασκευή, στο άλμπουμ του «Twelve Tone Tales» 2005. Εδώ μπορείτε να ακούσετε μια εκτέλεση αλλά και ανάλυση του κομματιού από τον Στίβεν Σόντχαϊμ (Δεκέμβριος 2011), που εκφράζει τον θαυμασμό του για το γεγονός ότι «είναι το μοναδικό κομμάτι η τονική του οποίου δεν δηλώνεται καθαρά παρά μόνο στην τελευταία συγχορδία».

Jerome-Kern

Τζερόμ Κερν, 1885-1945

Για αυτούς τους λόγους, λοιπόν, το «All The Things You Are» παίχτηκε και ηχογραφήθηκε από πάρα πολλούς τζαζίστες, μεταξύ των οποίων ο Τζάνγκο Ράινχαρτ, ο Τσάρλι Πάρκερ, ο Ντίζι Γκιλέσπι, ο Ντέιβ Μπρούμπεκ, ο Τσετ Μπέικερ, ο Λάιονελ Χάμπτον, ο Σόνυ Ρόλινς — αλλά και ποικίλους τραγουδιστές, όπως ο Μάριο Λάντσα, η Σίρλεϊ Μπάσεϊ, ο Φρανκ Σινάτρα, η Έλα Φιτζέραλντ και ο Πίτερ Σέλερς.

Ας το ακούσουμε εδώ από την Έλα Φιτζέραλντ σε μια ηχογράφηση του 1960, της ίδιας χρονιάς, δηλαδή, που ηχογράφησε και ο Μίνγκους το δικό του κομμάτι:

Επιστρέφουμε στον Μίνγκους. Το «All The Things You Could Be By Now If Sigmund Freud’s Wife Was Your Mother» μικρή μουσική σχέση έχει με το «All The Things You Are». Έχει, αλλά μικρή — και πάντως δεν ακολουθεί το κόλπο με τις συγχορδίες. Ο ρυθμός αλλάζει, τα ντραμς του Ντάνι Ρίτσμοντ βρίσκονται μαγικά με το μπάσο του Μίνγκους. Ο Ρίτσμοντ προσπάθησε να το περιγράψει ως εξής: «Ο Μίνγκους κι εγώ ψάχνουμε ο ένας τον άλλο καθώς προχωράμε, όταν όμως έρχεται η ώρα το κομμάτι να πέσει πάλι στον αρχικό ρυθμό, είμαστε πάντα και οι δύο εκεί. Ο καλύτερος τρόπος να το εξηγήσω είναι ότι βρίσκουμε έναν ρυθμό που αιωρείται κάπου γύρω μας και απλώς τον κατεβάζουμε και τον χρησιμοποιούμε όταν τον χρειαζόμαστε». Εκτός από αυτούς τους δύο: Τεντ Κάρσον στην τρομπέτα, Έρικ Ντόλφυ στο άλτο σαξόφωνο.

Εν πάση περιπτώσει, ποιος ξέρει τι είχε στο μυαλό του ο Μίνγκους όταν έδινε τίτλο στο κομμάτι. Η εισαγωγή προς το ανύπαρκτο ακροατήριο δεν διαφωτίζει ιδιαίτερα. Ή, ίσως, διαφωτίζει:

Λοιπόν, κυρίες και κύριοι, ήσασταν υπέροχο κοινό. Σας έχουμε κάτι ιδιαίτερο: μια σύνθεση αφιερωμένη σε όλες τις Μητέρες. Ο τίτλος της είναι «Όλα Όσα Θα Μπορούσατε Να Είστε Τώρα Αν Η Γυναίκα Του Ζίγκμουντ Φρόυντ Ήταν Μητέρα Σας». Που σημαίνει, αν η γυναίκα του Ζίγκμουντ Φρόυντ ήταν μητέρα σας, όλα όσα θα μπορούσατε να είστε τώρα. Που δεν σημαίνει τίποτα, το πιάνετε; Ευχαριστώ.

* * *

* * *

Εδώ άλλες Jazz ιστορίες

Το dim/art στο Facebook

Advertisements

Charles Lloyd: Μanhattan Stories

—του Θοδωρή Τριανταφύλλου για τη στήλη Jazz ιστορίες

Ο σαξοφωνίστας Charles Lloyd δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις, τουλάχιστον για τους φίλους της jazz. Ένας πολύ μεγάλος καλλιτέχνης, ένας πραγματικός «ζωντανός θρύλος», αν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε έναν κλισέ χαρακτηρισμό. Με μια καριέρα πάνω από 50 χρόνια και μια πληθώρα ιστορικών ηχογραφήσεων στον χώρο της jazz, αποτελεί και στις μέρες μας μια απολύτως δημιουργική μονάδα, που δεν σταματάει ούτε στιγμή να ανιχνεύει νέους μουσικούς δρόμους και να επιδιώκει πρωτότυπες συνεργασίες.

10647592_10205239957990832_1147767364_n

Στη χώρα μας είναι ιδιαίτερα αγαπητός, γεγονός που ευοδώθηκε περαιτέρω και με την πολύ επιτυχημένη συνεργασία του με την Μαρία Φαραντούρη. Σε αυτό το πλαίσιο, η κυκλοφορία δυο σπουδαίων αρχειακών του ηχογραφήσεων από τα μέσα των ‘60’ς, την περίοδο ακριβώς που το περιπετειώδες κουαρτέτο του Lloyd

11063044_10205239964070984_536122033_n«απογειωνόταν», λίγους μήνες πριν από την δισκογραφική εταιρεία Resonance records αποτέλεσε μια πολύ σημαντική είδηση για τους φίλους της jazz. To κουαρτέτο του Lloyd αποτελούσαν τότε ο μεγάλος Ούγγρος κιθαρίστας Gabor Szabo, παλιός γνώριμος του σαξοφωνίστα από τα γκρουπ του Chico Hamilton,o μπασίστας Ron Carter, ένας από πιο δραστήριους μπασίστες στην ιστορία της jazz και βέβαια αναντικατάστατο μέλος του θρυλικού δεύτερου κουιντέτου του Miles Davis. Τέλος στα τύμπανα βρίσκουμε τον Pete La Roca. Ο ίδιος ο Lloyd είχε μόλις εγκαταλείψει το γκρουπ του Cannonball Αdderley.

Το κουαρτέτο του Lloyd με τη εντυπωσιακή σύνθεση δεν άφησε γνωστές ηχογραφήσεις. Αυτό το μουσικό κενό ήρθε να καλύψει η έκδοση της Resonance. Πρόκειται για δυο ηχογραφήσεις με διαφορά λίγων μηνών μεταξύ τους το καλοκαίρι του 1965 σε μια Αμερική που πραγματικά πολιτικά και πολιτιστικά βράζει.

Η μία είναι ηχογραφημένη στα πλαίσια ενός αβανγκάρντ φεστιβάλ στο Judson Hall, έναν αρκετά φόρμαλ χώρο και setting στο οποίο το κουαρτέτο του Lloyd ήταν το μοναδικό jazz event. Πρόκειται για ένα σετ που σώθηκε χάρη στο μεράκι του 19χρονου τότε φοιτητή του Columbia και μεγάλου λάτρη της jazz George Klabin, σημερινού ιδιοκτήτη της Resonance.

141001

Η δεύτερη ηχογράφηση αφορά μια εμφάνιση στο Slugs’ Saloon, έναν χώρο πιο hip, πιο underground και εν τέλει πιο δεκτικό σε jazz live. Ο ήχος είναι λίγο κατώτερης ποιότητας αλλά η ενέργεια και η ένταση επί σκηνής αποτυπώνονται με θαυμάσιο τρόπο στην ταινία του φορητού κασετοφώνου Nagra που έφερε μαζί του ο Bjorn von Schlebrugge και στον οποίο χρωστάμε αυτόν τον ανέκδοτο μέχρι σήμερα μουσικό θησαυρό.

Η Resonance κυκλοφόρησε μαζί αυτές τις δυο ξεχασμένες στιγμές της jazz σε μια υπέροχη έκδοση υπό τον γενικό τίτλο Manhattan Stories, τακτοποιώντας ένα δισκογραφικό κενό στην πορεία του μεγάλου Charles Lloyd. Κάπως έτσι ακουγόταν η ανήσυχη jazz μισό αιώνα πριν, τόσο μοντέρνα και δημιουργική ακούγεται και σήμερα.

* * *

Εδώ άλλες Jazz ιστορίες

Το dim/art στο Facebook

Billy Cobham: A Funky Thide of Sings

—του Θοδωρή Τριανταφύλλου για τη στήλη Jazz ιστορίες

1Cobham

10325633_10203087309895975_5043298260045959287_nΠασίγνωστος για το εκρηκτικό παίξιμο του στα τύμπανα και ιδιαίτερα αγαπητός και σε πιο «ροκ» ακροατήρια, ο Billy Cobham, μουσικά ενεργός εδώ και σχεδόν πέντε δεκαετίες, αποτελεί μια από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις καλλιτεχνών του fusion της Jazz με το rock. Οι ικανότητες του στο παίξιμο των drums και τα καταιγιστικά σόλο του πολλές φορές επισκίασαν την καθαρά καλλιτεχνική και μουσική του αξία, με αποτέλεσμα να δεχτεί «βέλη» από τους πιο σοφιστικέ μουσικοκριτικούς και ακροατές. Ωστόσο οι δουλειές του από το πρώτο μισό των 70s αποτελούν ορόσημα και έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της Jazz, του Rock και της ευρύτερης μαύρης μουσικής.

Γεννήθηκε στον Παναμά και σε μικρή ηλικία μετακόμισε με τους γονείς του στην Νέα Υόρκη, δείχνοντας10364147_10203087310655994_2081934227232721008_n έντονο ενδιαφέρον για τα κρουστά όργανα, ενώ τα πρώτα του ακούσματα ήταν τόσο Latin όσο και Jazz.Φοίτησε στο  High School of Music and Art, όπου διδάχτηκε θεωρία και drums. Για τρία χρόνια έπαιξε με την μπάντα του αμερικάνικου στρατού, ενώ η πρώτη του συνεργασία σταθμός ήταν με τον σπουδαίο πιανίστα Horace Silver, με τον οποίο ηχογράφησε και περιόδευσε:

 Την ίδια περίπου εποχή ηχογράφησε και με τον George Benson:

Το 1969 θα  πάρει μέρος στην ίδρυση ενός από τα πρώτα συγκροτήματα της Jazz-rock μαζί με τους αδερφούς Brecker και τον σπουδαίο κιθαρίστα  John Abercrombie,  τους  υπέροχους Dreams:

To δυναμικό και groovy παίξιμο του Billy δεν άφησε ασυγκίνητο τον πολύ Miles Davis, ο οποίος και τον προσκάλεσε στις ηχογραφήσεις εκείνης της περιόδου. O Miles  “αγρίευε» τον ήχο του πειραματιζόμενος με rock, ηλεκτρονικά και funky στοιχεία και ο Billy μπορούσε να συνεισφέρει κατάλληλα. Ήταν παρών στα session του θρυλικού “Bitches Brew”, ενώ τον συναντάμε και σε σημαντικά άλμπουμ του Miles εκείνης της περιόδου, όπως το “Tribute to Jack Johnson”:

Κατά την θητεία του στα γκρουπ του Miles ήρθε σε επαφή με έναν ακόμα πρωτοποριακό κιθαρίστα, τον Άγγλο John Mclaughlin. Έπαιξε μάλιστα και στο “My Goal’s Beyond” του ίδιου:

Μαζί με τον Mclaughlin και τους Jan Hammer, Jerry Goodman και Rick Laird θα σχηματίσουν τους περίφημους Mahavishnu Orchestra, αρχετυπικό γκρουπ του Jazz-rock που μας άφησε μερικά πολύ σπουδαία άλμπουμ. Τα υπερδυναμικά τύμπανα του Cobham και τα πύρινα ηλεκτρικά σόλο του Mclaughlin δεσπόζουν στον ήχο τους:

Παράλληλα ο Cobham θα ηχογραφεί σαν session drummer για την CTI Records σε πιο soulful και funky ύφος, με διάφορους καλλιτέχνες.

Το 1973 αποφασίζει να ξεκινήσει την καριέρα του  ως leader o ίδιος και σχηματίζει την δικιά του μπάντα. Το ντεμπούτο του «Spectrum» για την Atlantic είναι ομολογουμένως εντυπωσιακό. Jazz, Rock και Funk στις σωστές δόσεις και σπουδαίο κιθαριστικό παίξιμο από τον Tommy Bolin σε μια δουλειά που για πολλούς αποτέλεσε και την top στιγμή της σόλο καριέρας του Cobham:

Ακολούθησαν μια σειρά  jazz-rock-funk  δίσκοι για την Atlantic και εν συνεχεία για την CBS και άλλες εταιρείες σε πιο εμπορικό στυλ. Αξιοσημείωτη και η συνεργασία του με τον George Duke:

Τις δεκαετίες που ακολούθησαν ο Cobham συνέχισε να ηχογραφεί και να εμφανίζεται συνεχώς, ενώ πολυάριθμες είναι και οι συνεργασίες του με καλλιτέχνες από πολλούς χώρους, όπως ο Jack Bruce κι ο κιθαρίστας των Grateful Dead Bob Weir:

Κάτοικος Ελβετίας εδώ και περίπου 30 χρόνια, ο μεγάλος αυτός drummer κλείνει σήμερα τα 73 του και αυτές τις μέρες συνεχίζει να περιοδεύει, ακούραστος και δημιουργικός όπως  πάντα.

billy+cobham

10259750_10203087313376062_4233721594744334944_n

Billy Cobham - Festival da Jazz- Live at Dracula in St.Moritz

10252168_10203087311736021_7237346097622976770_n

* * *

Εδώ άλλες Jazz ιστορίες

Εδώ άλλες επετειακές αναρτήσεις του dim/art

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

Eric Dolphy: out to lunch!

—του Θοδωρή Τριανταφύλλου

Eric Dolphy 11

ericDolphy5Σαν σήμερα πριν από 50 χρόνια, ο σπουδαίος σαξοφωνίστας και φλαουτίστας της jazz Eric Dolphy μπήκε στο στούντιο για να ηχογραφήσει το απόλυτο αριστούργημά του κι έναν από τους σημαντικότερους δίσκους της jazz δισκογραφίας, το περίφημο «Out to Lunch!».

Ο πολυοργανίστας των πνευστών Dolphy είχε ήδη συνεργαστεί με πολύ σπουδαίους jazzmen όπως ο Chico Hamilton, o Charlie Μingus και βεβαίως ο John Coltrane, ενώ είχε ηχογραφήσει εκτεταμένα κυρίως για την Prestige αλλά και για άλλα label. To «Out to Lunch!» ήταν το πρώτο (και μοναδικό) άλμπουμ που έγραψε για την Blue Note. Οι συνεργάτες του ένας κι ένας, πραγματικά μια all-star σύνθεση με τον Freddie Hubbard στην τρομπέτα, τον Bobby Hutcherson στο βιμπράφωνο, τον Richard Davis στο μπάσο και τον ανερχόμενο πιτσιρικά Τοny Williams στα τύμπανα.

52fc96568c2277c0f90bca017e274

Και οι πέντε συνθέσεις της ηχογράφησης είναι του ίδιου του Dolphy. Η ηχογράφηση ξεκινάει με δυο κομμάτια στα οποία συναντάμε τον Dolphy στο μπάσο κλαρίνο, πρώτα το «Hat and Beard», ένα tribute στον μεγάλο Thelonious Monk:

ενώ ακολουθεί το εύγλωττο «Something Sweet, Something Tender»

Στη συνέχεια ο Dolphy πιάνει το φλάουτο για το «Gazzeloni»

Ακολουθεί το μακρoσκελές ομώνυμο κομμάτι, με καθαρόαιμο free παίξιμο και τον ίδιο στο alto

Το άλμπουμ κλείνει το «Straight Up and Down»

1940045_10202559662105110_829752592_nΤο άλμπουμ κινείται σε avant-garde jazz διαδρομές και θα λέγαμε ότι δεν είναι και η πιο προσιτή jazz ηχογράφηση, καθώς συναντάμε περίεργα μέτρα, περιπετειώδεις αυτοσχεδιασμούς και ατονικό παίξιμο. Για να το θέσουμε με τα λόγια του μουσικοκριτικού A.B. Spellman ““this is not music to roller skate by…” Ανήκει δε σε μια σειρά δίσκων της Blue Note (όπως ηχογραφήσεις π.χ. του Andew Hill, του Sam Rivers, του Larry Young κ.λπ.), αρκετά διαφορετικών από το γνωστό ύφος της εταιρείας και πολύ κοντά σε αυτό που ονομάζουμε free jazz. Είναι ευρέως αποδεκτό ότι ανήκει στις τοπ jazz ηχογραφήσεις όλων των εποχών. Δυστυχώς ο πολυτάλαντος πνευστός, συνθέτης και bandleader Εric Dolphy δεν μπόρεσε να μας δείξει πολλά ακόμα δείγματα της μεγάλης τέχνης του, αφού λίγους μήνες αργότερα θα πέθαινε από διαβήτη. To «Οut to Lunch!» ηχογραφήθηκε σαν σήμερα πριν ακριβώς μισό αιώνα, στις 25 Φεβρουαρίου του 1964.

1940325_10202559662465119_2116569169_n

* * *

Eric Dolphy by Martel Chapman
Eric Dolphy by Martel Chapman

Εδώ άλλες επετειακές αναρτήσεις του dim/art

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο facebook

Art Ensemble Of Chicago: Les Stances A Sophie

—του Θοδωρή Τριανταφύλλου #Jazz ιστορίες folder Ως γνωστόν, στα τέλη της δεκαετίας του ’60 στο Παρίσι επικρατούσε αναβρασμός τόσο σε πολιτικό όσο και πολιτιστικό (και πολιτισμικό βεβαίως) επίπεδο. Ο απόηχος του Μάη σφράγιζε τις πολιτικές εξελίξεις, την κίνηση των ιδεών και την καλλιτεχνική δημιουργία. Είτε κάποιος είχε βρεθεί στα οδοφράγματα είτε απλώς είχε βιώσει την τότε κοινωνικοπολιτική συνθήκη, σίγουρα δεν έμενε ανεπηρέαστος από τα πολύ σημαντικά γεγονότα της εποχής. enid3 Μερικοί από τους πιο «ανήσυχους» Αμερικανούς jazzmen εκείνης της περιόδου επέλεξαν να εγκατασταθούν στο Παρίσι, αποτελώντας αναπόσπαστο κομμάτι της δημιουργικής αυτής έκρηξης που επικράτησε στις τέχνες και τον πολιτισμό τα χρόνια μετά τον Μάη του ’68. Περίοπτη θέση ανάμεσα τους είχαν οι Art Ensemble of Chicago, jazz group που δημιουργήθηκε στο κλίμα του AACM (Association for the Advancement of Creative Musicians) στο Σικάγο, του σημαντικού οργανισμού που αποτέλεσε την αφετηρία των σπουδαιότερων μουσικών της πρωτοποριακής jazz. film Έχοντας αναπτύξει φιλία με τον Ισραηλινό σκηνοθέτη της νουβέλ βαγκ Moshe Misrahi, το συγκρότημα ανέλαβε να γράψει το σάουντρακ για μια ταινία του, το “Les Stances A Sophie”. Μάλιστα εμφανίζονται και οι ίδιοι σε ορισμένες σκηνές του φιλμ:

81a7bqZux+L._SL290_Η σύνθεση του γκρουπ τότε ήταν: ο Lester Bowie στην τρομπέτα, ο Malachi Favors στο μπάσο και τα φωνητικά, ο Joseph Jarman και ο Roscoe Mitchell στο σαξόφωνο και το κλαρινέτο, και ο Don Moye στα τύμπανα. Στα δε φωνητικά και στο πιάνο, η σπουδαία soul ερμηνεύτρια Fontella Bass (μεγάλη της επιτυχία το κλασικό “Rescue Me”), τότε σύντροφος του Lester Bowie. Όλα τα μέλη του γκρουπ παίζουν κρουστά. Το αποτέλεσμα είναι συγκλονιστικό, και βεβαίως στέκεται ως αυτόνομο άλμπουμ. Άλλωστε είχε κυκλοφορήσει μόνο του πριν από το φιλμ. Το κομμάτι που δεσπόζει είναι αναμφίβολα το ασύγκριτο “Theme de Yoyo”, που ανοίγει ορμητικά τον δίσκο. Πρόκειται για έναν avant-funk δυναμίτη με αξεπέραστο groove, την αισθησιακή και ταυτόχρονα δυναμική φωνή της Fontella να τα δίνει όλα, ενώ το rhythm section και τα πνευστά οργιάζουν. Κολλητικό κομμάτι, που θες να παίζει ξανά και ξανά. Μαγεία − απλώς.

Oι υπόλοιπες συνθέσεις καλύπτουν μια ευρεία γκάμα στυλ στο πλαίσιο της αβάν γκαρντ jazz: afro, blues, classical κ.ά. Μεταξύ των κομματιών, βρίσκονται και δύο παραλλαγές σε ένα θέμα του Μonteverdi:

πιο «θορυβώδεις» free συνθέσεις, στο γνώριμο ύφος τους:

αλλά και πιο ατμοσφαιρικές στιγμές:

Το άλμπουμ, ηχογραφημένο το 1970, αποτελεί μια μεγάλη στιγμή της jazz δισκογραφίας και μια από τις καλύτερες αποτυπώσεις αυτού που ίδιοι οι Αrt Ensemble ονόμαζαν Great Black Music. Ψάξτε το και ακούστε δυνατά. GetAttachment

* * *

Εδώ άλλες Jazz ιστορίες από το dim/art

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο facebook

Inspiration Information: The story of Shuggie Otis

Shuggie-Otis-1_652x367

—του Θοδωρή Τριανταφύλλου για τη στήλη Jazz ιστορίες

3d9c3a688eee0147d96fca898c23746fΑν ανατρέξουμε στην ιστορία της pop (με την ευρεία έννοια) μουσικής, πολλές είναι οι περιπτώσεις καλλιτεχνών γόνων σπουδαίων μουσικών που προσπάθησαν να κάνουν καριέρα και να αφήσουν το δικό τους προσωπικό στίγμα, αλλά τελικά η βαριά κληρονομιά που έφεραν επισκίασε την προσπάθεια τους και δεν κατάφεραν να αφήσουν καλλιτεχνικό έργο που θα στέκεται αυτόνομα και δεν θα ετεροκαθορίζεται από το έργο του γονέα. Έτσι μείνανε απλά στην ιστορία περισσότερο γνωστοί ως ο γιος ή η κόρη του.. ή της…, παρά λόγω της δικιάς τους δημιουργίας.

Η περίπτωση του Shuggie Otis δεν υπήρξε ακριβώς ίδια, μια και οι λίγες ηχογραφήσεις του υπήρξαν σπουδαίας καλλιτεχνικής αξίας και ιδιαίτερου προσωπικού ύφους, δείχνοντας ότι θα μπορούσε να γίνει ένας σούπερσταρ της μαύρης μουσικής στα 70’s. Κάτι ωστόσο «στράβωσε» στην πορεία και αυτό το σπάνιο ταλέντο δεν εκπλήρωσε, τουλάχιστον στον βαθμό που αναμενόταν, τις προσδοκίες που είχε δημιουργήσει.

130412_nyt

Πατέρας του ήταν ο περίφημος συμπατριώτης μας Johnny Otis (κατά κόσμον Ιωάννης Βελιώτης), μια από τις μεγαλύτερες μορφές της αμερικάνικης μουσικής του περασμένου αιώνα — μουσικός, τραγουδιστής, συνθέτης, παραγωγός, bandleader, σκάουτερ, dj και πολλά άλλα. Θεωρείται και ήταν όντως από τους πρωτοπόρους του rhythm ‘n’ blues και τoυ rock ‘n’ roll. Πραγματική αρχετυπική φιγούρα της εξέλιξης της σύγχρονης μουσικής.

shuggie_afroΟ Shuggie Otis (πραγματικό όνομα Johnny Otis Jr) γεννήθηκε στο Los Angeles το 1953. Όταν ο πατέρας σου είναι μια από τις κορυφαίες μουσικές προσωπικότητες της εποχής, είναι δύσκολο το μικρόβιο να μην μπει μέσα σου. Έτσι κι έγινε. Ο μικρός άρχισε να γρατζουνάει την κιθάρα πριν καν καλομάθει να περπατάει. Στα τέσσερα έπαιζε πιάνο, τύμπανα και μπάσο. Άρχισε να ακούει τους δίσκους του μπαμπά και να εξοικειώνεται με την jazz, τα blues και την soul, τους καθημερινούς ήχους του σπιτιού, δηλαδή. Επίσης μεγάλη επιρροή στα αυτιά του νεαρού Shuggie άσκησαν οι μουσικές που φτάνανε από την άλλη μεριά του Ατλαντικού με την “British Invasion”. Οι Beatles, οι Stones, oι Yardbirds και οι κιθάρες των Clapton, Beck και λίγο αργότερα τoυ Hendrix υπήρξαν καταλύτης.

Υπό την υψηλή καθοδήγηση του πατέρα του, αρχίζει από την ηλικία μόλις των δώδεκα ετών να εμφανίζεται σαν session κιθαρίστας σε διάφορες ηχογραφήσεις για την εταιρεία Eldo Records. Εν συνεχεία αρχίζει τις τουρνέ με την μπάντα και πάλι του Johnny Otis (The Johnny Otis Show). O νεαρός βιρτουόζος είχε αρχίσει να κάνει πλέον όνομα και δεν είναι τυχαία η πρόσκληση που δέχτηκε από τον πολύ Frank Zappa να συμμετέχει στο αξεπέραστο «Ηot Rats».Εκεί ακούμε τον Shuggie να παίζει μπάσο στο Peaches en regalia:

To κοινό θα έχει την ευκαιρία να απολαύσει το περίτεχνο κιθαριστικό παίξιμο του δεκαεξάρη Shuggie στο «Cold Shot» των Johnny Otis Show:

και στο “πορνογραφικό” αδελφάκι του «Snatch and the Poontangs»:

Την ίδια χρονιά (1969) θα εμφανιστεί ως κιθαρίστας στο πλευρό του σαξοφωνίστα Preston Love:

Σταθμός στην πορεία του Shuggie στάθηκε και η συνεργασία του με τον τοπ πιανίστα και παραγωγό του ροκ, Αl Kooper. O Kooper διάλεξε τον νεαρό κιθαρίστα να τον συνοδεύσει στο δεύτερο άλμπουμ των Super Sessions του (πρώτο ήταν το περίφημο Super session με τους Mike Bloomfield και Steve Stills, ένας από τους σημαντικότερους ροκ δίσκους όλων των εποχών κατά τη γνώμη μας), το Kooper Session. Ο Shuggie πλέον κολυμπούσε σε βαθιά νερά…

Έχοντας υπογράψει στην δισκογραφική CBS, το 1970 θα κυκλοφορήσει την πρώτη σόλο δουλειά του «Here Comes Shuggie Otis», στην οποία δεσπόζει το εκτεταμένο ψυχεδελικό rock-blues κομψοτέχνημα “Oxford Gray” με την παρουσία και string section:

Την επόμενη χρονιά κυκλοφόρησε το «Freedom Flight, ένα αριστουργηματικό άλμπουμ με υπέροχο παίξιμο, σπουδαίες συνθέσεις και κορυφαίους μουσικούς. Μεταξύ άλλων κομματιών εκεί υπάρχει και το “Strawberry Letter 23”, μεγάλο τραγούδι που γνώρισε τεράστια επιτυχία λίγα χρόνια αργότερα από τους Brothers Johnson:

και το ξεσηκωτικό funky blues “Me and My Woman”:

Το 1974 θα κυκλοφορήσει το τρίτο άλμπουμ του με τίτλο «Inspiration Information»,το οποίο και θεωρείται το απόλυτο αριστούργημα του και δίσκος αναφοράς για την μαύρη μουσική. Στο μεταξύ ο φιλόδοξος Shuggie είχε αρνηθεί να γίνει μέλος των Rolling Stones, των Βlood, Sweat and Tears και να συνεργαστεί με τον David Bowie. Όπως έχει πει σε συνέντευξη του δεν ήθελε άλλο να κάνει τον sideman. Ο ήχος του πλέον έχει αλλάξει αρκετά. Χρησιμοποιεί drum machines, ηλεκτρονικά εφέ και παίζει όλα τα όργανα μόνος του. Φανερά επηρεασμένος από τον Sly Stone, τον Marvin Gaye,τον Stevie Wonder και τον Curtis Mayfield μας δίνει ένα μινιμαλιστικό psychedelic soul-pop διαμάντι:

shuggie_otisH ανταπόκριση ωστόσο που είχε στην εποχή του δεν ήταν η αναμενόμενη. Πούλησε ελάχιστα με αποτέλεσμα η δισκογραφική του να τον αποδεσμεύσει. Η συνέχεια ήταν προβληματική καθώς δεν υπήρχε ενδιαφέρον για νέες δουλειές του, με αποτέλεσμα να εξαφανιστεί από το προσκήνιο. Στις δεκαετίες του ’80 και του ’90 ασχολήθηκε με άλλες δουλειές εκτός μουσικής βιομηχανίας, πλην κάποιων περιστασιακών εμφανίσεων με τον πατέρα του. Για σχεδόν τρεις δεκαετίες αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα με το ποτό. Στο γνωστό μοτίβο της αναδρομικής επανεκτίμησης κάποιων μουσικών, από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 υπήρξε ανανεωμένο ενδιαφέρον για την δουλειά του, γεγονός που οδήγησε τον πολυσχιδή David Byrne στο να επανακυκλοφορήσει το «Inspiration Information» στην δισκογραφική του, την Luaka Bop.Πέρυσι κυκλοφόρησε για πρώτη φορά καινούριο υλικό που είχε ηχογραφήσει ο Shuggie στα «πέτρινα χρόνια» του, δίνοντας μας για άλλη μια φορά την ευκαιρία να έρθουμε σε επαφή με την τέχνη του, ενώ άρχισε να επανεμφανίζεται και τακτικά σε live.

O 60χρονος σήμερα Shuggie υπήρξε ένα μεγάλο και αυθεντικό μουσικό ταλέντο που φαινόταν ότι είχε όλα τα φόντα να κατακτήσει καλλιτεχνικά τον κόσμο. Στην πορεία κάτι δεν πήγε καλά. Η «κατάρα» του διάσημου γονιού; Το ποτό; Ατυχείς συγκυρίες και κακές επιλογές; Δύσκολο να πεις.. Ωστόσο μας έχει αφήσει τις λίγες και εξαιρετικές ηχογραφήσεις του που έχουν αποκτήσει πλέον status τόσο κλασικού όσο και cult. Του ευχόμαστε να είναι γερός και να συνεχίσει δημιουργικά.

1358795422sotis_1_wide-82f9cae11c99af99a7a334b3e7b0c65a771ce1af-s6-c30

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από την κατηγορία Jazz Ιστορίες

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο facebook

Blues and the soulful truth of Leon Thomas

—του Θοδωρή Τριανταφύλλου @Jazz Ιστορίες

1601512_10202253227804444_352072899_nΠολλές φορές οι επανακυκλοφορίες δίσκων από προηγούμενες δεκαετίες αποτελούν μια καλή αφορμή να θυμηθούμε, να επανεκτιμήσουμε ή και να έρθουμε για πρώτη φορά σε επαφή με το δισκογραφικό έργο καλλιτεχνών που «χάθηκαν» με το πέρασμα του χρόνου, αλλά κάποια στιγμή και για σύντομη χρονική περίοδο άφησαν ένα αξιοσημείωτο και ιδιαίτερο στίγμα με την τέχνη τους. Να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι; Κάπως έτσι… Μια από αυτές τις «ξεχασμένες» περιπτώσεις, του οποίου η δισκογραφία επανακυκλοφόρησε σχετικά πρόσφατα, είναι και ο Leon Thomas, ένας σπουδαίος Jazz Vocalist με σημαντική παρουσία ιδίως στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και στις 9832_10202253235484636_983117587_nαρχές της δεκαετίας του ’70. Χαρακτηριστικός ο τρόπος που τραγουδούσε, βασισμένος στο λεγόμενο yodeling, τραγουδιστική τεχνική που συναντάμε σε πολλούς πολιτισμούς παγκοσμίως εδώ και αρκετές εκατονταετίες τουλάχιστον.

O Leon Thomas γεννήθηκε το 1937, και από τις σχολικές χορωδίες ακόμη ξεχώρισε με το ταλέντο του στο τραγούδι. Σπούδασε μουσική στο Tennessee State University και στα τέλη της δεκαετίας του ΄50 εγκαταστάθηκε στην Νέα Υόρκη. Από κει και πέρα, τα πράγματα παίρνουν το δρόμο τους, καθώς ο Thomas αρχίζει διαδοχικές συνεργασίες με σπουδαίους της Jazz, όπως η Mary Lou Williams, o Randy Weston κι o Roland Kirk, ενώ το 1961 θα αναλάβει τα ηνία του τραγουδιστή στην περίφημη ορχήστρα του Count Basie, αντικαθιστώντας τον Joe Williams.

Leon_Thomas_in_BerlinΣτα τέλη της δεκαετίας του ’60 κι έχοντας υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία, ο Leon Thomas επέστρεψε στη Νέα Υόρκη όπου άρχισε να εμφανίζεται και να τζαμάρει με διάφορους μουσικούς. Όπως έχει πει ο ίδιος σε συνέντευξη του, κάποια περίοδο που εμφανιζόταν στο Brooklyn με τον Randy Weston, γνωρίστηκε με τον Pharoah Sanders και τον Archie Shepp, και άρχισαν να παίζουν μαζί. Είναι προφανές ότι η γνωριμία με αυτούς τους δύο κολοσσούς του σαξόφωνoυ επέδρασε καταλυτικά στο μετέπειτα καλλιτεχνικό στιλ του Thomas, που συνδύαζε τόσο το esoteric, spiritual ύφος του Sanders, όσο και το πιο στρατευμένο και in your face attitude του Shepp.

Μάλιστα, μία από τις πιο γνωστές συνθέσεις του Sanders πήρε σάρκα και οστά όταν ο Thomas πρόσθεσε στίχους σε μια μελωδία του σαξοφωνίστα. Ο λόγος φυσικά για το ανεπανάληπτο “The Creator has a Master Plan”, που εμφανίζεται σε ηχογραφήσεις και των δύο.

Ο Τhomas ηχογράφησε μια σειρά δίσκους για την Flying Dutchman Records, το label του βετεράνου παραγωγού Bob Thiele, γνωστού από την πολύ σπουδαία του πορεία ως επικεφαλής της Impulse.

Εκτός από τη γόνιμη συνεργασία του με τον Sanders, ο Leon Thomas έκανε ένα σύντομο πέρασμα και από τους Santana

Το σημαντικό όνομα που έκανε εκείνα τα χρόνια o Τhomas αποτυπώθηκε και στα polls των αναγνωστών του περιοδικού Downbeat, όπου βγήκε επανειλημμένα top τραγουδιστής. Στα επόμενα χρόνια συνέχισε τις σποραδικές solo ηχογραφήσεις, χωρίς όμως την εμβέλεια και τη δυναμική των προηγούμενων ετών, με αποτέλεσμα να παραμείνει τελικά ένα underground όνομα, που είχε ωστόσο —όπως και πολλοί άλλοι— μια δεύτερη ευκαιρία σε ένα νεότερο κοινό λόγω της άνθησης της acid jazz αλλά και της dj κουλτούρας

O Thomas ταλαιπωρήθηκε επί αρκετά χρόνια από την εξάρτησή του από τα ναρκωτικά και πέθανε σε ηλικία 61 ετών από καρδιακή ανεπάρκεια.

leon thomas 07

* * *

Εδώ άλλες αναρτήσεις από τη στήλη Jazz ιστορίες

Το dim/art στο facebook
Το dim/art στο facebook