Πες το μ’ ένα βιβλίο

Γιατί στις 23 Απριλίου γιορτάζεται η Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου; Ποιος ο σκοτεινός ρόλος ενός βιβλιοπώλη της Βαρκελώνης το 1923; Σε ποια χάρισε το ρόδο ο Sant Jordi; Πότε πέθανε ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ; Τι λένε για το βιβλίο ο Groucho Marx και ο Frank Zappa; Πώς ταξινομείς βιβλία στον χώρο και στον χρόνο; Πώς (περίπου) ψωνίζεις βιβλία; Είναι λογοτεχνία το βίωμα; Μας εμποδίζει το Εγώ να διαβάζουμε; To dim/art σάς λύνει τις απορίες. Ο Γιώργος Τσακνιάς αποδομεί τη φράση «ένα ρόδο για τον έρωτα, ένα βιβλίο για πάντα», η Μαρία Τσάκος συλλέγει αποφθέγματα για το βιβλίο, ο Γιώργος Θεοχάρης μιλά για το στοίχημα που κέρδισε χωρίς να το βάλει, η Ελένη Κεχαγιόγλου διερωτάται αν γιορτάζει και η ροζ λογοτεχνία, ο Γρηγόρης Καραγρηγορίου μάς εξηγεί πώς ψωνίζει βιβλία (στο περίπου) κι ο Χρήστος Νάτσης γράφει για τη βιβλιοθήκη του Ερνστ Μπλοχ — υπό τους ήχους του Bob Dylan, του Bo Diddley, του Bomani Armah και του Αντύπα.

love books

Sant Jordi

—του Γιώργου Τσακνιά—

Η 23η Απριλίου καθιερώθηκε ως Ημέρα του Βιβλίου και των Πνευματικών Δικαιωμάτων από την UNESCO το 1995. Ο λόγος που επιλέχθηκε η συγκεκριμένη ημέρα για να προστεθεί άλλη μία Παγκόσμια Ημέρα στη Μεγάλη Λίστα Με Τις Παγκόσμιες Ημέρες Για Τα Πάντα Όλα μας φέρνει στη Βαρκελώνη: εκεί, από τα μεσαιωνικά χρόνια, ο Άι Γιώργης, ο Sant Jordi, προστάτης της Καταλονίας, γιορταζόταν κάπως σαν τον Άγιο Βαλεντίνο, με ανταλλαγή τριαντάφυλλων μεταξύ των ερωτευμένων. Κι αυτό γιατί ο θρύλος λέει πως ο Άι Γιώργης σκότωσε τον δράκο για να σώσει μια πριγκίπισσα — και, αφού την έσωσε, της χάρισε ένα κόκκινο τριαντάφυλλο, το οποίο έκοψε από την τριανταφυλλιά που φύτρωσε εκεί που χύθηκε το αίμα του δράκου.

Sant Jordi - της Cristina Losantos
Sant Jordi – εικονογράφηση της Cristina Losantos στο ομώνυμο βιβλίο του Jordi Vinyes

 

Γύρω στα 1923, κάποιος βιβλιοπώλης σκέφτηκε να εκμεταλλευτεί την περίσταση και να λανσάρει το βιβλίο τρόπον τινά ως ρόδο, ως σύμβολο (ή σκοτεινό αντικείμενο) του πόθου. Τα πρώτα χρόνια, αυτή η (νέα) παράδοση ήθελε τους άντρες να χαρίζουν στις γυναίκες τριαντάφυλλα κι εκείνες να τους ανταποδίδουν με ένα βιβλίο: Ένα ρόδο για τον έρωτα, ένα βιβλίο για πάντα — η όμορφη αυτή φράση, που συνοψίζει την τελετουργία της ημέρας, μας θυμίζει το εφήμερο του έρωτα σε αντιδιαστολή με τη διαχρονικότητα της λογοτεχνίας (τη φράση αυτή την επινόησε μάλλον βιβλιοπώλης· η συντακτική ομάδα του dim/art δεσμεύεται να διερευνήσει τη γνώμη των ανθοπωλών σχετικά με το θέμα). Σιγά σιγά, καθιερώθηκε η ανταλλαγή βιβλίων. Έτσι, κάθε 23 Απριλίου, η Ράμπλα γεμίζει πάγκους ανθοπωλών και βιβλιοπωλών.

Ο πονηρός βιβλιοπώλης του 1923 δεν είχε μόνο καλή έμπνευση αλλά και ισχυρά επιχειρήματα: στις 23 Απριλίου 1616 πέθανε ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες. Την ίδια ημέρα πέθανε και ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ — ο οποίος είχε επίσης γεννηθεί στις 23 Απριλίου 1564. Η σύμπτωση είναι όντως αξιοπερίεργη (και πολύ βολική για τους βιβλιοπώλες της Βαρκελώνης και την UNESCO) πλην όμως υπάρχει τεχνικό πρόβλημα: στις αρχές του 17ου αιώνα, όταν πέθαναν οι δύο μεγάλοι λογοτέχνες, οι χώρες τους ακολουθούσαν διαφορετικό ημερολόγιο: στην Ισπανία ίσχυε το Γρηγοριανό και στην Αγγλία το Ιουλιανό. Έτσι, στην πραγματικότητα, ο Σαίξπηρ πέθανε έντεκα ημέρες μετά τον Θερβάντες.

Ανεξαρτήτως του δολίου βιβλιοπώλη —που αντιμετώπισε τον έρωτα ως Δούρειο Ίππο και το βιβλίο ως βιβλίο και εμπόρευμα, όχι ως Βιβλίο και Πολιτισμικό Αγαθό, όπως ισχυρίζονται ότι το αντιμετωπίζουν διάφοροι υπουργοί πολιτισμού κατά καιρούς— και ανεξαρτήτως της υπόπτου προχειρότητας της UNESCO, η 23η Απριλίου είναι η Ημέρα του Βιβλίου και γιορτάζεται σε πολλά μέρη με ανταλλαγές και δωρεές βιβλίων και άλλα βιβλιοφιλικά happening.

Dia_libro

Το dim/art αγαπά το βιβλίο όλο τον χρόνο. Οι συντάκτες του διαβάζουν βιβλία, χαρίζουν βιβλία, δανείζουν και δανείζονται βιβλία, γράφουν για βιβλία, μιλάνε για βιβλία (μερικοί μάλιστα, όταν νομίζουν πως κανείς δεν τους βλέπει, μυρίζουν ή και χαϊδεύουν βιβλία). Επειδή όμως οι συντάκτες του dim/art, εκτός από βιβλιόφιλοι, είναι και σύγχρονοι άνθρωποι, προχώ, πολίτες του κόσμου κ.λπ, δεν αντιμετωπίζουν φοβικά τις αλλαγές: πιστεύουν ότι το παραδοσιακό, τυπωμένο βιβλίο δεν κινδυνεύει ούτε από τα e-books, ούτε από το Internet. Συμφωνούν με τον Stephen Fry: «Τα παραδοσιακά βιβλία απειλούνται από την ύπαρξη του Kindle όσο και οι απλές σκάλες από την ύπαρξη των κυλιόμενων». Ό,τι διαβάζεται αυξάνει τη φιλαναγνωσία, τους αναγνώστες· όταν αυξάνονται οι αναγνώστες — ε, θα διαβάσουν και τυπωμένα βιβλία.

Υ.Γ. Η ιδέα για το αφιέρωμα ανήκει στη Νικολέττα Θεοδωρίδη, ανταποκρίτρια του dim/art στη Βαρκελώνη. Να τα λέμε κι αυτά.

Homepage-LoveBooks

Είπαν:

Επιλογή-μετάφραση: Μαρία Τσάκος

Frank Zappa «Τόσα πολλά βιβλία, τόσο λίγος χρόνος».
― Frank Zappa

«Εκτός του σκύλου, το βιβλίο είναι ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου. Εντός του σκύλου είναι θεοσκότεινα και άντε να διαβάσεις».
― Groucho Marx, The Essential Groucho: Writings For By And About Groucho Marx

« Καλοί φίλοι, καλά βιβλία και μια αποκοιμισμένη συνείδηση: αυτή είναι η ιδανική ζωή».
― Mark Twain

«Πάντοτε φανταζόμουν τον παράδεισο ως κάτι που μοιάζει με βιβλιοθήκη».
― Jorge Luis Borges

«Βρίσκω την τηλεόραση πολύ εκπαιδευτική: Κάθε φορά που κάποιος την ανοίγει, πάω σε άλλο δωμάτιο και διαβάζω».
― Groucho Marx

Haruki Murakami«Αν διαβάζεις μόνο τα βιβλία που διαβάζουν όλοι οι άλλοι, θα σκέφτεσαι και όπως σκέφτονται όλοι οι άλλοι».
― Haruki Murakami, Norwegian Wood

«Δεν υπάρχει πιο αφοσιωμένος φίλος απ’ το βιβλίο».
― Ernest Hemingway

«Κλασικό είναι ένα βιβλίο που όλοι υμνούν μα κανείς δε διαβάζει».
― Mark Twain

«Τα βιβλία που ο κόσμος αποκαλεί ανήθικα είναι εκείνα που τον βάζουν να δει κατάματα τη ντροπή του».
― Oscar Wilde

«Μη διαβάζετε, όπως τα παιδιά, για διασκέδαση, ή με σκοπό τη μάθηση, όπως οι φιλόδοξοι άνθρωποι. Όχι, διαβάστε για να ζήσετε».
― Gustave Flaubert

Joseph Brodsky«Υπάρχουν και χειρότερα εγκλήματα από το να καις βιβλία. Ένα από αυτά είναι το να μην τα διαβάζεις».
― Joseph Brodsky

«Από τη στιγμή που πήρα το βιβλίο σου στα χέρια μου ως την ώρα που το άφησα κάτω, χτυπιόμουν στα γέλια. Κάποια στιγμή σκοπεύω και να το διαβάσω».
― Groucho Marx

«Όσοι βρίσκουν άσχημα νοήματα σε όμορφα πράγματα είναι διεφθαρένοι χωρίς να είναι γοητευτικοί. Αυτό είναι ελλάτωμα. Αυτοί που βρίσκουν όμορφα νοήματα σε όμορφα πράγματα είναι οι καλλιεργημένοι. Γι’ αυτούς υπάρχει ελπίδα. Είναι οι εκλεκτοί στους οποίους τα όμορφα πράγματα σημαίνουν μόνο Ομορφιά. Δεν υπάρχουν ηθικά και ανήθικα βιβλία. Τα βιβλία είναι είτε καλογραμμένα είτε κακογραμμένα. Αυτό είναι όλο».
― Oscar Wilde, The Picture of Dorian Gray

«Κάνω πράγματα όπως το να μπω σ’ ένα ταξί και να πω: “Στη βιβλιοθήκη και κάνε γρήγορα”».
― David Foster Wallace, Infinite Jest 

Charles Dickens«Αν καταλήξεις με κάποιον στο σπίτι του και δεις πως δεν έχει βιβλία, μην κοιμηθείς μαζί του».
― John Waters

«Υπάρχουν βιβλία των οποίων το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο είναι μακράν τα καλύτερα σημεία τους».
― Charles Dickens, Oliver Twist

«Τα πάντα στον κόσμο υπάρχουν για να καταλήξουν ως βιβλίο».
― Stéphane Mallarmé

«Ένα βιβλίο πρέπει να είναι το τσεκούρι που σπάζει την παγωμένη θάλασσα μέσα μας».
― Franz Kafka

«Αποκτώντας τη συνήθεια να διαβάζεις, χτίζεις για σένα τον ίδιο ένα καταφύγιο από όλες σχεδόν τις δυστυχίες της ζωής».
― W. Somerset Maugham, Books and You

Hermann Hesse«Χωρίς λέξεις, χωρίς τη συγγραφή και χωρίς τα βιβλία δε θα υπήρχε ιστορία, δε θα μπορούσε να υπάρχει και αντίληψη της ανθρωπότητας».
― Hermann Hesse

«Τα παραδοσιακά βιβλία απειλούνται από την ύπαρξη του Kindle όσο και οι απλές σκάλες από την ύπαρξη των κυλιόμενων».
― Stephen Fry

«Τα καλύτερα βιβλία… είναι εκείνα που σου λένε αυτό που ήδη γνωρίζεις
― George Orwell, 1984

i-love-books

Ευτυχισμένα βιβλία, χιλιοδιαβασμένα

–του Γιώργου Θεοχάρη–

Την άνοιξη του ’85 πήρα μετάθεση για το Νησί. Η μονάδα ήταν ραντάρ (στραμμένο στην ανατολή, φυσικά), περίπου εξήντα άτομα όλα κι όλα, έφεδροι και μόνιμοι. Παρουσιάστηκα με τον γκρίζο σάκο μου και με τις σαρδέλες του σμηνία φρεσκοραμμένες στη στολή. Μου παραχώρησαν ένα κρεβάτι και μισή μεταλλική ντουλάπα. Είχα αρχίσει να οργανώνομαι όταν εμφανίστηκε ο παλιός με τον οποίο θα μοιραζόμουν την ντουλάπα. Αφού με ψάρωσε μ’ ένα λογύδριο περί καθαριότητας και ευταξίας, το μάτι του έπεσε στα βιβλία που είχε ήδη μεταφέρει από τον σάκο στην ντουλάπα. Θα ήταν καμιά ντουζίνα.

«Πόσο καιρό σκέφτεσαι να υπηρετήσεις;» με ρώτησε, υπαινισσόμενος προφανώς ότι τα βιβλία θα κρατούσαν παραπάνω από τη θητεία.

«Δύο χρόνια», απάντησα βλακωδώς, αδυνατώντας να πιάσω το υπονοούμενο. Ο παλιός κούνησε το κεφάλι του συγκαταβατικά και με άφησε να κάνω τη δουλειά μου.

Την πρώτη βδομάδα φυλαγόμουνα μέχρι να δω τι παίζει στη μονάδα. Δεν υπήρχε καλύτερη ασπίδα προστασίας από το διάβασμα. Όποτε είχα την ευκαιρία (και είχα πολλές) έχωνα τη μύτη μου στο βιβλίο που είχα πάντα μαζί μου (απολύτως κατάλληλες ήταν εκείνες οι τεράστιες τσέπες της φόρμας αγγαρείας) και απομονωνόμουν, ανεξαρτήτως χώρου και υποχρεωτικού συγχρωτισμού. Έτσι που ήμουν διοπτροφόρος και μεγαλύτερος σε ηλικία από τον μέσο όρο, δεν άργησαν να μου κολλήσουν το ατυχές (πλην, προφανές) παρατσούκλι “σοφολογιότατος”. Με κοίταζαν σαν εξωτικό πτηνό, αλλά παράλληλα με άφηναν στην ησυχία μου – που ήταν και το συγκυριακό ζητούμενο.

Τη δεύτερη βδομάδα, ο Θοδωρής (ο συν-ντουλαπίτης μου), ο οποίος, προφανώς ευχαριστημένος από την τήρηση των όρων που μου είχε θέσει, είχε στο μεταξύ γίνει φιλικός, ζήτησε να δανειστεί ένα βιβλίο, γιατί τελικά παραδέχτηκε ότι όταν είχε βάρδια στην πύλη (που κρατούσε όλο το βράδυ), οι ώρες δεν πέρναγαν με τίποτα. Του έδωσα το Γεράκι της Μάλτας του Ντάσιελ Χάμετ. Ενθουσιάστηκε! Μου εκμυστηρεύτηκε ότι, παρότι είχε τελειώσει την Ανωτάτη Βιομηχανική, λογοτεχνία δεν είχε διαβάσει ποτέ του, και συνέχισε να δανείζεται το ένα βιβλίο μετά το άλλο. Αφού ξεπέταξε ό,τι υπήρχε από Χάμετ (Ο αδύνατος άντρας και Ο κόκκινος άνεμος), ξεμείναμε από αστυνομικά. Είχε έρθει η ώρα –αναγκαστικά!– να περάσει σε άλλο είδος. Για την περίσταση διάλεξα το πλέον κατάλληλο από τα ευρισκόμενα: Ένα αμερικάνικο όνειρο του Νόρμαν Μέιλερ. Η μετάβαση ήταν ομαλή και πετυχημένη: μέσα ένα μήνα είχε διαβάσει όλο το στοκ της ντουλάπας – μέχρι και το Τρανσατλάντικ του Γκομπρόβιτς!  Στην πρώτη του άδεια, πήγε στη Θεσσαλονίκη και γύρισε με τη δική του ντουζίνα. Πάει αυτός! Κόλλησε.

Στο μεταξύ είχα τσεκάρει ότι στο Νησί δεν υπήρχε ούτε βιβλιοπωλείο ούτε δανειστική βιβλιοθήκη. Ως νέος, άργησα να πάρω άδεια, και κάποτε τα βιβλία τελείωσαν. Πανικός! Μια μέρα είδα στο γραφείο του δόκιμου  τον πρώτο τόμο της Ιστορίας του ευρωπαϊκού πνεύματος στην έκδοση του Γιαλλελή. “Γιατί όχι;” σκέφτηκα, “από ολότελα…”, και ζήτησα να το δανειστώ. Ο δόκιμος αρνήθηκε γιατί τον διάβαζε εκείνος, αλλά την επομένη μου έφερε τον δεύτερο τόμο, κι έτσι βολευτήκαμε όλοι για κάμποσο.

Όταν πήρα την πρώτη άδεια, γύρισα φορτωμένος κι έτσι δεν ξαναπαρουσιάστηκε έλλειψη. Χώρια που πλέον έπαιρνα άδειες τακτικότερα. Αλλά εκείνα τα βιβλία που είχα φέρει την πρώτη φορά είχαν τεράστιο σουξέ – πρέπει να τα διάβασαν (αν όχι όλα, πάντως κάποια απ’ αυτά) πάνω από είκοσι “συμπολεμιστές” – και μερικοί μόνιμοι, οφείλω να ομολογήσω. Όσα από αυτά τα αντίτυπα έχουν διασωθεί –χιλιοδιαβασμένα, ευτυχισμένα βιβλία–  λένε την ιστορία με τον τρόπο τους.

Ένα πρωί είχα βάρδια στην πύλη. Ήρθε το τζιπ του Διοικητή, το οποίο οδηγούσε ένας Πατρινός ονόματι Μανιάτης (δεν θυμάμαι το μικρό του), μεγάλη φυσιογνωμία. Όπως σήκωσα την μπάρα να περάσει το αυτοκίνητο, το μάτι του Διοικητή έπεσε στο βιβλίο που είχα στην εξωτερική τσέπη της φόρμας.

«Τι είναι αυτό στην τσέπη σου, Σμηνία;»

Ήταν η Κάθοδος των εννιά του Βαλτινού!

«Βιβλίο, κύριε Διοικητά».

«Για να το δω».

Του το έδωσα. “Ώρα είναι να ξέρει περί τίνος πρόκειται”, σκέφτηκα ζωσμένος από ανήσυχα φίδια. Έριξε μια ματιά στο εξώφυλλο και μου το επέστρεψε.

«Ωραία, σμηνία, μπράβο. Αλλά δεν διαβάζουμε εν ώρα υπηρεσίας, έτσι;»

«Ποτέ, κύριε Διοικητά!» Ουφ!

Λίγες μέρες μετά, ένα μεσημέρι βρέθηκα στο γραφείο του Διοικητή με ένα δίσκο φαγητό για δοκιμή συσσιτίου. Ο Διοικητής ήταν σαραντάρης και διάβαζε Καθημερινή – αυτά τα ολίγα ήξερα για κείνον. Αφού δοκίμασε την αηδία που του είχα πάει, μου είπε:

«Σμηνία, μαθαίνω ότι όλη μέρα διαβάζεις, αληθεύει;»

«Ε, για να περνάει η ώρα, κύριε Διοικητά. Και ποτέ εν ώρα υπηρεσίας!» Ψέματα έλεγα βέβαια. Ακριβώς εκείνες τις ώρες ήταν που έπεφτε το χοντρό διάβασμα.

«Καλά, μεταξύ μας τώρα, και εν ώρα υπηρεσίας, δεν είναι έγκλημα. Αλλά όχι φανερά. Ιδιαίτερα στις σκοπιές. Σε παρακαλώ να ενημερώσεις σχετικά τους σμηνίτες που δανείζονται τα βιβλία σου. Όχι εκ μέρους μου, εννοείται. Εγώ δεν ξέρω τίποτα!»

Και τα ήξερε όλα!

«Και σε παρακαλώ, αυτό του Βαλτινού να το διαβάσεις σπίτι σου!» συμπλήρωσε, κλείνοντάς μου το μάτι. «Μη μας κάψεις με τις αναγνώσεις σου».

Έλα όμως που ο οδηγός του, ο Πατρινός, ήρθε και μου ζήτησε ακριβώς αυτό το βιβλίο! Του το έδωσα, αφού πρώτα με διαβεβαίωσε ότι δεν πρόκειται να το δει ο “θείος” (ο Διοικητής, δηλαδή). Ήμουν βέβαιος ότι ήταν το πρώτο βιβλίο που διάβαζε στη ζωή του, δε χρειαζόταν να μου το πει: ήταν λειτουργικά αναλφάβητος. Το επόμενο βράδυ ήμουν περίπολο και τον πέτυχα σε σκοπιά να διαβάζει με φακό. Μου φάνηκε κλαμένος, αλλά δεν είπα κουβέντα. Υπόγραψα και εξαφανίστηκα. Την επομένη μού επέστρεψε το βιβλίο. Διαβασμένο.

«Μου μαύρισες την ψυχή, ρε σειρά!» ήταν το μόνο του σχόλιο. Δεν μου ξαναζήτησε βιβλίο ποτέ. Ποιος ξέρει τι χορδή χτύπησε μέσα του η ιστορία των εννιά.

Τελικά ήταν εντάξει ο Διοικητής μας. Μάλιστα, μήνες μετά μέχρι που δανείστηκε κι ένα βιβλίο από την παράδοξη δανειστική της ντουλάπας. Μια μέρα, πρωί ήταν πάλι, στην πύλη, είχε βάρδια ο Βαγγέλης (άλλη τρομερή περίπτωση αναγνώστη – και κινηματογραφόφιλου) κι εγώ του έκανα παρέα στον πρωινό καφέ. Εκείνο τον καιρό του είχα δώσει και διάβαζε το Ψάρεμα της πέστροφας στην Αμερική του Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν.

Ανοίγω παρένθεση: Αυτό το βιβλίο το λάτρευα (κι ακόμα, δηλαδή) και το φόρτωνα με το ζόρι σε όσους πίστευα ότι θα το άντεχαν. Μετά το συζητούσαμε, και προσπαθούσα (μάταια, συνήθως) να πείσω τους άλλους ότι ήταν αριστούργημα. Ακόμα θυμάμαι με χαρά μια μαγική εικόνα: ένστολοι εικοσάρηδες να πίνουν μπύρες και να σκοτώνονται στο κυλικείο για ένα βιβλίο. Κλείνει η παρένθεση.

Είχαμε μείνει στην πύλη, εγώ να κρατάω το ταλαιπωρημένο Ψάρεμα και ο Βαγγέλης να σηκώνει την μπάρα.

«Γιατί τσακώνεστε, σμηνίες;» ρώτησε να μάθει ο Διοικητής, που μας είχε δει από μακριά να χειρονομούμε με ένταση.

«Δεν τσακωνόμαστε, κύριε Διοικητά», απάντησε ο Βαγγέλης, «απλώς διαφωνούμε εντόνως».

«Για τι πράγμα;»

«Να, εδώ ο συνάδελφος επιμένει ότι αυτό το βιβλίο είναι αριστούργημα, κι εγώ λέω ότι είναι μάπα».

Ο Διοικητής πήρε το βιβλίο από τα χέρια μου και διάβασε τον τίτλο.

«Φαντάζομαι ότι δεν είναι αυτό που λέει, ε;»

«Καμία σχέση. Είπαμε, αλλά όχι κι έτσι!» είπε ο Βαγγέλης γελώντας.

«Το έχεις τελειώσει, σμηνία;»

«Ναι».

«Να το δανειστώ να το διαβάσω κι εγώ; Πού ξέρετε, μπορεί να λύσω τη διαμάχη σας».

Του το δανείσαμε με χαρά μεγάλη. Δεν του άρεσε. Αλλά πού να ξέρει ο καραβανάς από υψηλή (και ελαφρώς ντουμανιασμένη, είναι η αλήθεια) λογοτεχνία!

Ένα χρόνο μετά, έφυγα από το Νησί με μετάθεση στην Αθήνα. Πριν φύγω όμως έφτιαξα ένα ράφι δίπλα στην τηλεόραση στο κυλικείο, κόλλησα μια χειρόγραφη επιγραφή, «Δανειστική Βιβλιοθήκη», και άφησα εκεί περίπου δέκα βιβλία. (Όχι το Ψάρεμα, πάντως. Εκείνο το αντίτυπο το έχω ακόμα!) Μέχρι να απολυθώ κάτι μήνες μετά, μάθαινα ότι η βιβλιοθήκη μας στο Νησί είχε φτάσει τα εκατό βιβλία. Είχα κερδίσει ένα στοίχημα που δεν είχα καν βάλει.

Book Lover

Γιορτάζει και η ροζ λογοτεχνία σήμερα;

—της Ελένης Κεχαγιόγλου—

Το νόημα της λέξης «κουλτούρα» είναι τόσο περιορισμένο και ταυτόχρονα τόσο ευρύ που δύσκολα θα κατέληγε κανείς στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για μια ιδιαίτερα χρήσιμη λέξη.
Τέρυ Ήγκλετον, Η έννοια της κουλτούρας, μτφ. Ηλίας Μαγκλίνης

Σερφάροντας στο Διαδίκτυο με λέξη-κλειδί «βιβλίο» και ορισμένους προσδιορισμούς του, ανακάλυψα αιφνιδίως τραγούδι του αοιδού Αντύπα, υπό τον τίτλο «Βιβλίο γράφω». «Βιβλιόφιλος και ο Αντύπας, λοιπόν;» Και ενώ σκεφτόμουν θολά τους όρους «βιβλιοφιλία» και «φιλαναγνωσία» ως λέξεις που (όπως όλες οι λέξεις) αποτυγχάνουν να συμπεριλάβουν στο σημαίνον τους τον τρόπο με τον οποίο ένα βιβλίο μπορεί να γίνει το όχημά σου για να ανακαλύψεις «περιοχές» της ύπαρξης και της γνώσης που σε διαμορφώνουν, που μπορούν να διαφοροποιήσουν τον τρόπο που αντιλαμβάνεσαι τον κόσμο γύρω σου, τη ζωή σου, άκουγα τον Αντύπα να άδει: «Αυτά είναι γράμματα ψιλά / αυτά πώς να τα νιώσεις;». Και, ναι, πώς η λέξη «φιλαναγνωσία» να δείξει ότι ο Θάνατος στη Βενετία του Τόμας Μαν θα είναι πάντα για όποιον τον διάβασε η μελαγχολική υπενθύμιση της φθοράς, και απέναντί του θα έχει τη Λολίτα του Ναμπόκοφ, σε μια συνομιλία του ιδεώδους με τη διαστροφή της νιότης; Πώς να πει ότι ο Μεγάλος Γκάτσμπυ του Φιτζέραλντ θα μείνει για πάντα χαραγμένος ως μνήμη (μνήμη, που θα υπενθυμίζει: η φαντασίωση υπερβαίνει την επίγνωση και κατασκευάζει το αντικείμενο του πόθου); Πώς να δηλώσει ότι το επίθετο «καφκικός» θρονιάστηκε στην καθημερινότητά μας ερήμην του συγγραφέα του, πώς να χωρέσει τον Εραστή της λαίδης Τσάτερλι που κλοτσάει τα κοινωνικά ταμπού, ή πώς να δείξει ότι ο Σελίν με το Ταξίδι στην άκρη της νύχτας χαρίζει εμπλουτισμένο, στοργικό, νόημα στη λέξη «απογοήτευση»; Και πώς η λέξη «βιβλιοφιλία» μπορεί να συμπεριλάβει τον αναγνώστη που μετά το 1984 κατανόησε ότι υπουργείο Αλήθειας αδύνατον να υπάρξει και, σε συνδυασμό με το Δόκτωρ Ζιβάγκο, θα έμελλε να είναι πάντοτε αναθεωρητής των δογμάτων, ή τον αναγνώστη που χάρη στη Ναυτία του Σαρτρ αγάπησε, κάπως μεταφυσικά, την μπίρα και την τζαζ, ή εκείνον που το παράλογο της ύπαρξης στο μυαλό του έχει ταυτιστεί (διά παντός) με τέσσερις λέξεις: Αλμπέρ Καμύ, Ο ξένος. Πώς να επισημάνει μια μάλλον αδιάφορη λέξη με δύο συνθετικά (βιβλιο-φιλία = αγάπη για τα βιβλία — ναι, αλλά για ποια βιβλία;) ότι χάρη στον Μικρό πρίγκιπα η αγάπη θα σημαίνει ελευθερία, πώς να μεταδώσει τη μέχρι δακρύων συγκίνηση από το Ο γέρος και η θάλασσα, και πώς να περιλάβει τον τρόπο με τον οποίο ο Τσέχοφ μάς έχει μουρμουρίσει ότι κάτω από την επιφάνεια κάτι άλλο υπάρχει, κάτι ανθρώπινα σπαρακτικό;

Και με τούτα και με τ’ άλλα, η λογοτεχνία γίνεται υπόθεση βιωματική. Και, νομίζω, ότι η σπουδαιότερη συνεισφορά της είναι αυτή: η λογοτεχνία δεν θα αλλάξει τον κόσμο, αλλά μπορεί να διαμορφώσει τον άνθρωπο. Και η σπουδαία λογοτεχνία αν κάτι κάνει, εκτός από την αισθητική απόλαυση που προσφέρει, είναι ότι μπορεί να μας «μάθει» να σκεφτόμαστε χωρίς στερεότυπα, να αντιλαμβανόμαστε δηλαδή τις «πολλαπλές εκδοχές». Πραγματικά «καλός αναγνώστης», παναπεί καλός δέκτης, είναι ο αναγνώστης που επιτρέπει στον εαυτό του να δει την «πραγματικότητα» με τα μάτια ενός συγγραφέα και να βιώσει την ανάγνωση ως «εμπειρία» − ίσως για αυτό, σκέφτομαι, υπάρχουν επαρκέστατοι αναγνώστες (πανεπιστημιακοί, κριτικοί, συγγραφείς) που οι χιλιάδες λέξεις που έχουν διαβάσει δεν επηρέασαν διόλου το τεράστιο Εγώ τους, διότι το τεράστιο Εγώ δεν επιτρέπει την ουσιαστική αλληλεπίδραση, ούτε καν με το συγκλονιστικό Έγκλημα και τιμωρία, π.χ., η ανάγνωση του οποίου εξολοθρεύει τη μανιχαϊστική θέαση του κόσμου. Θέλει και η ανάγνωση το πάθος της, αλλά ενίοτε χάνεται στα πάθη μας.

Και τώρα που είπα «πάθη» − τα πάθη, λοιπόν, ίσως χαρίζουν τέτοιες υψηλές πωλήσεις στις κυρίες που γράφουν «μυθιστορήματα γυναικείας ευαισθησίας», ακριβώς όπως το λέει ο αοιδός Αντύπας: «Βιβλίο γράφω μ’ αυτά που μου ’χεις κάνει, βιβλίο γράφω μ’ αυτά που μου ’χεις πει». Και για να μην μακρηγορώ, η «ροζ λογοτεχνία», ναι, γιορτάζει σήμερα και εκείνη, αλλά με πανέρια γεμάτα γαρίφαλα τα σπάει στις πίστες, παρά την κρίση, να εκτονώσει τον νταλκά. Αν η ροζ λογοτεχνία ήταν τραγούδι, θα ήταν αναμφίβολα σκυλάδικο. Ο δε Αντύπας βιβλιόφιλος είναι χωρίς αμφιβολία. Ιδού και η απόδειξη:

BOOK-LOVERS

«Ήταν μια βροχερή νύχτα» ή Πώς ψωνίζω βιβλία στο περίπου

—του Γρηγόρη Καραγρηγορίου—

Ω, ναι. Υπάρχουν αυτοί  που ρωτάνε. Μπαίνουν στο βιβλιοπωλείο και ρωτάνε. «Κοπελιά, πες ένα καλό αστυνομικό». Τη φίλη: «Έχεις κανένα καινούργιο της Λένας; Πολύ κλάμα το άλλο. Κωνσταντίνε άσε κάτω το σκυλάκι της κυρίας. Τώρα».  Τον φίλο : «Ρε μοναχοφαγά, δώσε έναν SAS  που έχεις δυο κούτες κι έχω αϋπνίες». Την διπλανή στην παραλία : «Συγγνώμη… κοίταζα, και, να… εγώ, τελείωσα… χα, χα, εννοώ το βιβλίο… ε, που διάβαζα, και είσαι… χα, χα, είναι θέλω να πω… καλό είναι, αυτό που διαβάζετε;».

Υπάρχουν αυτοί που ενημερώνονται.  Στο Facebook, στα περιοδικά, στα blog, στις εφημερίδες (δεν το πιστεύω), στα καφέ. Στο dim/art, στο book’s journal, στο Φίλιον.

Υπάρχουν αυτοί που γεννήθηκαν γνωρίζοντες. Μην ενοχλούμε αλλήλους, ας πάμε παρακάτω. Συγγνώμη για την ενόχληση, παιδιά. Συνεχίστε.

Υπάρχουν αυτοί που μπαίνουν στα βιβλιοπωλεία και τα ξεφυλλίζουν. Τα βιβλία, γιατί τα βιβλιοπωλεία στερούνται φύλλων και τελευταία και φίλων.  Αυτοί που τα ακουμπάνε μειδιώντας, αυτοί που τα μυρίζουν στενάζοντας, αυτοί  που ξεφυλλίζουν με τον αντίχειρα δίπλα στο αυτί να ακούσουν τις σελίδες να θροΐζουν (ή μήπως να φροΐζουν;) κι εκείνοι που κάνουν το ίδιο στην παρειά να νιώσουν το αεράκι. Ααααχ. Υπάρχουν κάποιοι που τα φωτογραφίζουν. Υπάρχουν και πιο περίεργα γούστα, αλλά το καλό γούστο κι η συστολή που σου προκαλείται να γράφεις κείμενο που περιέχει το όνομα Joyce με συγκρατεί, ας είναι.

Υπάρχουν βέβαια αυτοί που διαβάζουν το οπισθόφυλλο. Αυτοί που ανοίγουν και μελετούν τα περιεχόμενα, την προμετωπίδα, τον κολοφώνα. Ξέρω κάποιον που διαλέγει διαβάζοντας τις αφιερώσεις. Κάποιον που διαλέγει με κριτήριο την μεγάλη γραμματοσειρά. Του έχω κάνει δώρο γυαλιά. Αμετάπειστος.

Δεν συνεχίζω άλλο, φτάσαμε στο θέμα μας. Διαλέγω τα βιβλία από την πρώτη φράση, πρόταση, παράγραφο. Καταλαβαίνετε τι εννοώ. Όχι πάντα. Όχι όλα. Αλλά τόσο συχνά που μόνο αυτό θεωρώ κριτήριο, τα άλλα είναι για να περνάμε την ώρα μας.

Ξεκινάς ας πούμε με μια πρόταση που έχει μέσα την φράση «αηδίες και ξεράσματα» και «τα ρέστα» και «δε γουστάρω τέτοιες ιστορίες». Κάτι με σίκαλη στον τίτλο. Το θέλω.  Ένα άλλο σου λέει από την αρχή ότι ο τύπος ξύπνησε κι ήταν μια μεγάλη κατσαρίδα. Πάρ’ το.  Ένας γράφει ότι την έβρισκε να βάζει φωτιές. Καλό. Ο Καλβίνο δηλώνει στη πρώτη φράση τι θα διαβάσεις. Απευθύνεται στους αφηρημένους. Σου λέει, μπορεί να έχεις κάνει λάθος, να θέλεις να διαβάσεις Ταρατατά και να άνοιξες αυτό εδώ γιατί δε βλέπεις στο ημίφως του στρατώνα. Ε, εδώ είμαι εγώ να σου πω ποιο και ποιανού διαβάζεις. Έξυπνο. Το δέχομαι. Αυτός ο άλλος που ξεκινάει με το όνομα του (Ίσμαελ λέει), αν μη τι άλλο είναι ευγενικός. Έτσι ξεκινάν οι σχέσεις. Συστηνόμαστε. «Εμένα Γρηγόρη» και βάλ’ το στο καλάθι.

Εσείς πως θα ξεκινάγατε ένα μυθιστόρημα;  Η φράση που έχει γραφτεί τις περισσότερες  φορές στην ιστορία της αγγλικής λογοτεχνίας ,απέναντι από τη λευκή σελίδα και πάνω πάνω, είναι: «Ήταν μια βροχερή νύχτα». Βάζω στοίχημα ότι της σουηδικής θα είναι: «Ήταν ένα χιονισμένο σκοτεινό μεσημέρι». Στα σουαχίλι: «ένα καυτό δειλινό». Οι 7 στους 10 ξεκινάνε με μια πρόταση που ασχολείται με τον καιρό. Απορρίπτονται. Ραντεβού κάποιον Σεπτέμβρη.

Για χρόνια λέει πλάγιαζε νωρίς, ο Γάλλος. Χάσιμο χρόνου. Τι θα μου πει εμένα ένας ξενέρωτος από το κρεβάτι του; Η Όστεν μιλάει για παντρειές. Κατάλαβα. Ουδέν σχόλιο. Παρακάτω. Μια κραυγή στον ουρανό. Πώς τον είπαμε; Τόμας Πύντσον. Καλό. Ευτυχισμένες και δυστυχισμένες οικογένειες στη Ρωσία. Βαρετό. Ο μουσάτος,  ο χωρίς αριστερό προς δόξαν του δεξιού, λέει ότι είμαστε στην Λα Μάντσα και συγκεκριμένα κάπου που δε θεωρεί σκόπιμο να θυμάται. Μ’ αρέσουν τα στραβόξυλα, να του δώσουμε μιαν ευκαιρία. Όλα αυτά έγιναν έτσι, πάνω κάτω, λέει ο Κουρτ ο παλιόφιλος. Ε, και; Ένας γέρος έχει ογδόντα τέσσερις μέρες να πιάσει ψάρια. Υπάρχει κάτι πιο βαρετό από το ψάρεμα; Ο κόσμος ήταν ανάστατος στην Αδριανούπολη και θα μιλήσουμε για πανηγύρια. Μαζί σου, λοιπόν. Κάθεται ο Αγάς και καπνίζει τσιμπούκι και πίνει και ρακή. Δεν το χάνω με τίποτα. Ο Μίτια θέλει να με δελεάσει με μια Γεωργική Σχολή δίπλα στον Πηνειό. Πολύ ζέστη, πολύ κουνούπι. Δεν θα πάρω.

«Λαμπρή κρύα μέρα του Απρίλη και τα ρολόγια…». Πάλι για τον καιρό; Δεν είπαμε απορρίπτουμε την έναρξη των μετεωρολόγων; «Φως της ψυχής μου, φωτιά των σωθικών μου». Όχι. Έχει ωραίο τίτλο, όμως. Και το γράφει ένας Βλαντιμίρ. Τότε, ναι.  Εγώ ο Τιβέριος Κλαύδιος Δρούσος και λοιπά. Συστήνεται. Μας αρέσει είπαμε. «Ο ουρανός πάνω από το λιμάνι είχε το χρώμα της τηλεόρασης όταν δεν έχεις βάλει κανάλι». Πρωτότυπο. Μετεωρολογικό αλλά πρωτότυπο. Να το σκεφτούμε. Ήταν λέει ο καλύτερος καιρός, ο χειρότερος, της σοφίας, της βλακείας, της έτσι, της αλλιώς. Βαρετό, κύριε Ντίκενς. Να ξαναπροσπαθήσεις. Τι θυμήθηκε ο Αουρελιάνο Μπουενδία πριν τον πυροβολήσουν; Περιπέτεια, εκτελεστικό απόσπασμα, αναδρομές, άντρες με ιστορία. Σα κατασκοπικό ένα πράγμα. Κύριε Μαρκές, μας πείσατε. Το παίρνω.

Είναι περικυκλωμένος από κεφάλια και σώματα. Ο Γουάλας. Κατάθλιψη. Όχι, σοβαρά. Πολύ κάτω. Αν το πάρω θα το διαβάσω στα καλά μου, μη με ρίξει. Ο Κέρουακ γράφει ότι γνώρισε τον Ντην μετά τον χωρισμό με τη γυναίκα του. Σε προδιαθέτει για αλητείες. Είναι δυνατόν να μην το διαβάσεις; Ο Αμέριγκο Μπονασέρα κάθεται στο νεοϋορκέζικο δικαστήριο και περιμένει να νιώσει την εκδίκηση. Μπονασέρα, Νέα Υόρκη, εκδίκηση. Γουστάρω. Υπήρχε, λέει  ο Νίλ Γκέιμαν, ένα χέρι στο σκοτάδι, και κρατούσε μαχαίρι. Κοινότυπο. «Δεν μπορώ, όχι, δεν μπορώ να την υποφέρω πια!». Κλαψιάρικο, αλλά φαίνεται ευκολάκι.  «Λίγο πριν φύγει ο Γιώργης απ’ την πόλη, έμενα μαζί του στο υπόγειο…». Όχι, ρε αδερφέ Καχτίτση, τι μιζέρια είναι αυτή. Στιλπνά και διεισδυτικά μάτια λύκων που έχει έρθει η ώρα τους; Από μια που λέγεται Ζυράνα; Είναι πιο ενδιαφέρον από το υπόγειο του Καχτίτση, τι να κάνουμε. Μισοπλαγιασμένη η Χαδούλα ακουμπάει στο φουγοπόδαρο. Καλά, σέβομαι ότι ο Παπαδιαμάντης μάς εξηγεί τι είναι το φουγοπόδαρο. Δεκτόν. Ο αέρας φύσαγε σαν γύφτος. Ότι έχει γύφτο, το διαβάζουμε. «Σύντροφε ανακριτά, …».Τέλος. Εγκρίνεται.

Το πιάσαμε, έτσι;

Και ο Joyce που μας έσωσε από την παραφορά πριν κάτι παραγράφους; «Επιβλητικός και παχουλός ο Μπακ Μάλιγκαν εμφανίστηκε στο κεφαλόσκαλο κρατώντας ένα κύπελλο με σαπουνάδα όπου ήταν ακουμπισμένα σταυρωτά μέσα του ένας καθρέπτης κι ένα ξυράφι». Δεν καταλαβαίνω πού το πάει. Ξυράφια, παχουλός, καθρέφτες, σαπουνάδα. Και γιατί σταυρωτά, παρακαλώ; Καλά, εντάξει, ας το πάρουμε. Είναι και τούβλο. Το πολύ πολύ να κάνει καριέρα βιβλιοστάτη.

bookworm-bw

Ἡ βιβλιοθήκη τοῦ Ἔρνστ Μπλόχ

—του Χρήστου Νάτση—

Κανένας δὲ θέλει νὰ ὀφείλει τὸ παραμικρὸ στοὺς συγχρόνους του
—Χόρχε Λουὶς Μπόρχες, «Deutsches Requiem»—

Παραφράζοντας τὴν γνωστὴ ρήση τοῦ Τζὸρτζ Στάινερ, μποροῦμε νὰ ποῦμε πὼς στὸν 21ο αἰώνα ἕνας ἔντιμος ἄνθρωπος δὲν ὀργανώνει εὔκολα τὴν βιβλιοθήκη του. Ἂς πάρουμε, ὅμως, τὰ πράγματα ἀπὸ τὴν ἀρχή. Ὡς νεαρὴ φοιτήτρια, μία ἀπὸ αὐτὲς ποὺ φαντασιωνόταν ὁ Ἐλύτης νὰ κουβαλάει στὴν τσάντα τῆς τὰ  Ἅπαντά του, ἀντιμετώπιζα καὶ ἐγὼ ὡς κύριο πρόβλημα, μετά βεβαίως ἀπὸ τὴν ἀλλοπρόσαλη συμπεριφορὰ τῶν νεαρῶν συμφοιτητῶν μου —γιὰ τὴν ὁποία, εἰρήσθω ἐν παρόδω, ὁ παπποὺς Ζίγκμουντ ἀκόμη καὶ σήμερα πολλὰ ἔχει νὰ πεῖ—, τὸ ζήτημα τῆς δημιουργίας καὶ ὀργάνωσης τῆς προσωπικῆς μου βιβλιοθήκης. Στὴν ἀρχὴ τὸ πρόβλημα εἶναι ἡ πληθώρα τοῦ χώρου: ἔχεις μπροστά σου ἕνα καινούριο, μεγάλο ἔπιπλο ποὺ μυρίζει ἀκόμη βερνίκι καὶ σὲ προκαλεῖ νὰ τὸ γεμίσεις. Τὸ ἄγχος νὰ προλάβεις εἶναι τέτοιο ποὺ δὲν ἀφήνει καθόλου χρόνου νὰ σκεφτεῖς τὶς ἐπιλογές σου. Ἔτσι, πλάι στὶς στερεότυπες ἐκδόσεις τῶν ἀρχαίων κλασικῶν, πού σου παρέχει μὲ μεγάλη γεναιοδωρία τὸ Πανεπιστήμιο, «[τ]ἲς ὁποῖες θαυμάζεις καὶ σέβεσαι ὡς ἱερὰ πράγματα, καὶ διὰ τοῦτο ποτὲ δὲν τὶς ἀνοίγεις», βρίσκεσαι νὰ ἔχεις μυθιστορήματα τοῦ Τρούμαν Καπότε.

Ἀπὸ ἕνα σημεῖο καὶ μετά, ὅμως, τότε ποὺ σύμφωνα μὲ τοὺς ἀπαράβατους διαλεκτικοὺς νόμους ποὺ εἶναι γραμμένοι στὰ ἀπόκρυφα βιβλία τῆς ἐπανάστασης, τὰ ὁποία προτιμῶ νὰ μὴν ἀναφέρω γιὰ λόγους συμπαντικῆς ἰσσοροπίας, ἡ ποσότητα μετατρέπεται σὲ ποιότητα, ἤγουν τὰ προβλήματα πολλαπλασιάζονται. Πρῶτο ἀνακύπτει τὸ ζήτημα τῆς ταξινόμησης. Θὰ γίνω κουραστική, ἴσως καὶ κοινότοπη ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ μὴν ἀναφέρω τὴν διαχρονικῆς ἀξίας θέση τοῦ Μπόρχες πὼς «ἡ ταξινόμηση μίας βιβλιοθήκης εἶναι ἡ ἄσκηση/μὲ ἠρεμία καὶ ἁπλότητα/τῆς τέχνης τῆς κριτικῆς», τὴν ὁποία πρέπει νὰ ἔχουν ἀπωθήσει οἱ βουτηγμένοι στὸν θετικισμὸ σύγχρονοι βιβλιοθηκονόμοι ποὺ θεωροῦν τὴν δεκαδικὴ μέθοδο τοῦ Ντιούι τὴν λυδία λίθο τῆς ταξινόμησης. Αὐτοὶ σίγουρα θὰ γελοῦν εἰρωνικὰ διαβάζοντας τὶς «πρωτόγονες» μεθόδους ταξινόμησης τὶς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης ποὺ ἐκθέτει κάπου ὁ Ροίδης, ποιὸς νὰ θυμᾶται ποῦ…  Ἐγὼ πάλι ὄχι. Διότι ποτέ μου δὲν κατάλαβα πὼς θὰ ἦταν δυνατό, γιὰ παράδειγμα, νὰ τοποθετεῖ κανεὶς τὰ ἔργα τοῦ Χέγκελ πλάι σ’αὐτὰ τοῦ Σοπενάουερ χωρὶς νὰ δημιουργεῖ στὴν βιβλιοθήκη του μία ἀμείωτη, καὶ σίγουρα ζημιογόνα, ἔνταση. Ἐκτὸς φυσικὰ καὶ ἂν θεωρεῖ πὼς τὰ βιβλία εἶναι ἄψυχα ἀντικείμενα, ὅποτε ὁ διάλογος καθίσταται ἐκ τῶν προτέρων ἀδύνατος. Τέλος πάντων, οἱ τρόποι καὶ τὰ κριτήρια ταξινόμησης εἶναι ἄπειροι καὶ ποτὲ κάποιος δὲν θὰ μπορέσει νὰ μὲ πείσει πὼς ἡ θέση τοῦ Φωτοδέντρου τοῦ Ἐλύτη, λόγω τῆς ὕπαρξης τοῦ ποιήματος «Δῶρο ἀσημένιο ποίημα», εἶναι μαζὶ μὲ τὶς ὑπόλοιπες ποιητικές του συλλογὲς καὶ ὄχι ἀνάμεσα στὸ Κεφάλαιο καὶ στὸ Δῶρο. Ἐν πάσει περιπτώσει, «ἂς μᾶς ἀφήνουν ἐλεύθερους ὅταν ταξινομοῦμε».

Τὸ μεγαλύτερο πρόβλημα ὅμως εἶναι ἡ στενότητα τοῦ χώρου. Ἡ βιβλιοθήκη ὡς ἔπιπλο ἔχει σαφῆ χωρικὰ ὅρια, τουτέστι χωράει συγκεκριμένο ἀριθμὸ βιβλίων. Σαφῆ χωρικὰ ὅρια ἔχει καὶ τὸ δωμάτιό μου, τουτέστι χωράει συγκεκριμένο ἀριθμὸ βιβλιοθηκῶν. Καὶ ἐπειδὴ σαφῆ ὅρια, χρονικὰ αὐτὴ τὴν φορά, ἔχει καὶ ἡ τσέπη μου, τουτέστι μπορῶ νὰ δουλεύω συγκεκριμένες ἐργατοῶρες, ἀπὸ ἕνα σημεῖο καὶ μετὰ προκύπτει τὸ ἀνυπέρβλητο πρόβλημα τῆς ἀποθήκευσης τῶν καινούριων βιβλίων. Μία λύση θὰ ἦταν αὐτὴ τοῦ κάπτεν Νέμο: σταματᾶς νὰ ἀγοράζεις ὁποιοδήποτε καινούριο βιβλίο καὶ ζεῖς ὡσὰν ἀποκλεισμένος ἀπὸ τὸν κόσμο τῶν νέων ἐκδόσεων. Ἀλοίμονο, οἱ ψυχικὲς δυνάμεις ποὺ ἀπαιτοῦνται γιὰ μία τέτοια στάση, καὶ πόσο μᾶλλον ὅταν διανύεις τὴν τρίτη μόλις δεκαετία τῆς ζωῆς σου, εἶναι τεράστιες καὶ δὲν τὶς διαθέτω. Πιὸ εὔκολη μοῦ φάνηκε ἡ λύση ποὺ ἀκολούθησε ὁ γνωστὸς φίλος τοῦ Περέκ: γιὰ κάθε νέο βιβλίο ποὺ μπαίνει στὴν βιβλιοθήκη σου νὰ διώχνεις, χαρίζοντας συνήθως, ἄλλο ἕνα. Παρὰ τὰ προβλήματά της ἡ μέθοδος αὐτὴ ἀποδείχθηκε ἰδιαιτέρως ἀπολαυστική. Γιατί, βεβαίως, ἡ ἐπιλογή του πρὸς εἰσαγωγὴ βιβλίου δὲν μποροῦσε νὰ εἶναι ἄσχετη μὲ τὴν ἐπιλογή του πρὸς ἐξαγωγή. Ἔτσι, γιὰ παράδειγμα, ἡ ἀγορὰ τοῦ θρυλικοῦ  In girum… τοῦ Γκὺ Ντεμπὸρ συνοδεύτηκε ἀπὸ τὸν ἐξοστρακισμὸ μίας παλαιᾶς ἔκδοσης τοῦ Τί εἶναι λογοτεχνία; τοῦ Σαρτρ. Πῶς νὰ συνυπάρξουν στὴν ἴδια βιβλιοθήκη δύο τόσο ἔντονες προσωπικότητες ποῦ μισιοῦνται; Μὲ τὸν καιρὸ καὶ ἄλλοι φίλοι ἄρχισαν νὰ ἀκολουθοῦν τὸ παράδειγμά μου (ποτὲ δὲν τοὺς εἶπα πὼς ἡ ἔμπνευση αὐτῆς τῆς τακτικῆς ἦταν ἄλλου. Ἀπολάμβανα —καὶ ἀπολαμβάνω— μία ὑποψία θαυμασμοῦ ποὺ ἀκόμη κατοικεῖ στὸ βλέμμα τους). Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν νὰ πάψουμε πλέον νὰ ἀγοράζουμε βιβλία καὶ περιοριστοῦμε σ’ἕναν ἀτέρμονο κύκλο ἀνταλλαγῶν. Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἀπέκτησα τὴν πρόσφατη μετάφραση τῆς Φαινομενολογίας τοῦ νοῦ τοῦ Ἔγελου ὡς ἀντάλλαγμα γιὰ τὶς Ἀγελάδες τοῦ Ε. Χ. Γονατὰ (εἶναι νομίζω περιττὸ νὰ ὑπενθυμίσω τὴν ἐγελιανὴ σχέση κυρίου καὶ δούλου ἀνάμεσα στὸν Βασίλη καὶ τὸν Αὐρύλη τῆς «Ἐπίσκεψης»).

Ποτὲ δὲν θὰ μποροῦσα νὰ φανταστῶ πὼς αὐτὸ τὸ σύστημα θὰ ἔλυνε, τελικά, τὰ μάγια ποὺ μὲ κρατοῦσαν δέσμια μὲ τὴν βιβλιοθήκη μου. Ὁ φίλος μου ὁ Χρῆστος, ὁ λιγότερο κοινωνιολόγος ἀπὸ τοὺς κοινωνιολόγους ποὺ ἔχω γνωρίσει (γιατί, ὡς γνωστόν, ὁ λιγότερο κοινωνιολόγος ἀπὸ τοὺς κοινωνιολόγους γενικῶς εἶναι —ἐντάξει, ἦταν —  ὁ Ζὰν Μποντριγιὰρ) ἤθελε ἐναγωνίως τὸ Μαγικὸ βουνό. Ἂν καὶ μὲ μεγάλη μου λύπη, ἀποχωρίστηκα τὸν Σεττεμπρίνι καὶ τὸν Νάφτα καὶ πῆρα στὴν κατοχή μου ἕνα βιβλίο μὲ τίτλο Γκέοργκ Λούκατς. Ἑρμηνευτικὲς προσεγγίσεις. Ξεφυλλίζοντας, κουρασμένη καὶ μᾶλλον ἀπογοητευμένη, τὸ βιβλίο ἀποφάσισα νὰ διαβάσω ἕνα ἄρθρο γιὰ τὴν περιπετειώδη φιλία τοῦ Λούκατς μὲ τὸν Ἐρνστ Μπλόχ.  Σὲ κάποιο σημεῖο, σχολιάζοντας τὴν πολυτελῆ βιβλιοθήκη τοῦ φίλου στὴν Βουδαπέστη, ὁ Μπλόχ, ἐμφανῶς ἐκνευρισμένος, σχολίασε: «“Δὲν ἔχω παρὰ μόνο ἕνα βιβλίο τσέπης, νά, κοιτάξτε”, δείχνοντας ἕνα ἐμφανῶς παλιὸ ἀστυνομικὸ μυθιστόρημα, “ἐγὼ δὲν χρειάζομαι βιβλία, γράφω μερικὰ ὁ ἴδιος”». Τὸ πῆρα τὸ μήνυμα: παραέχοντας ψηλὰ στὶς προτιμήσεις μου τὶς Μυθοπλασίες εἶχα ξεχάσει Τὸ Ἄλεφ. Ἔκλεισα τὸ βιβλίο καὶ ἀποφάσισα νὰ πάω μία βόλτα, ἔχοντας στὸ μυαλό μου τὶς πρῶτες λέξεις ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τῆς οὐτοπίας:

«I am. We are. That is enough. Now we have to begin».

BLI new BL

* * *

read-books

Δείτε εδώ τι δάβασαν οι συνεργάτες του dim/art τα Χριστούγεννα

Διαβάζοντας Τολστόι στο iPad

Διάβασε ένα e-book

e-bookάρω δωρεάν

Η ανάγνωση ως φετίχ

Ζούμε στα βιβλία

Αντίστροφη μέτρηση για τις παραδοσιακές βιβλιοθήκες;

Για το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου

Το βιβλίο είναι όπως ο άνθρωπος

Σταύρος Ζουμπουλάκης: «Οι βιβλιοθήκες δεν κάνουν θόρυβο»

Οι καταστροφικές συνέπειες του βιβλίου

Η πόλη-βιβλίο

Το ομιλούν βιβλίον

Τι κάνει ένα βιβλίο σπουδαίο;

Βιβλιοθεραπεία: φέρνει το διάβασμα την ευτυχία;

Η ζωή μου ως βιβλιόφιλου

Το ελληνικό βιβλίο. Μια ιστορία 539 ετών

Το βιβλίο της άμμου

Το dim/art στο facebook

Το dim/art στο twitter

instagram-logo

img_logo_bluebg_2x

5 comments

  1. Παράθεμα: Πες το μ' &#94...
  2. Παράθεμα: Πες το μ' &#94...

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s